Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

MORKA ένα άξιο ελληνικό συγκρότημα από τα early seventies

Οι Morka ήταν ένα από τα ελληνικά συγκροτήματα που διακρίθηκαν στη σκηνή ανάμεσα στα χρόνια 1971-74. Όσο βρίσκονταν εν ζωή κυκλοφόρησαν μόλις δύο επτάιντσα, ενώ ένα τρίτο είχε βγει νωρίτερα, όταν μια μορφή τους γινόταν ελαχίστως γνωστή κάτω από το όνομα Stone Deep. Στην πράξη μιλάμε για έξι τραγούδια (“She shouts”, “Winters here”, “I see”, “Judy”, «Γιατί», “And so she flies”), τα όποια έπλεξαν τον όποιο μικρό ή λιγότερο μικρό μύθο τους. Ο μύθος αυτός θ’ αποκτούσε τα νεότερα χρόνια κάποιες μεγαλύτερες διαστάσεις, όταν κυκλοφόρησαν δύο LP στα οποία καταγράφονταν και άγνωστα τραγούδια τους. Το πρώτο ήταν το “There Was a Time…” [Mythos, 1997], που περιείχε επτά ανέκδοτα από τις αρχές του 1973, ενώ το δεύτερο ήταν το “There was a time…” πάλι [Anazitisi, 2006], που περιείχε ένα επιπλέον ανέκδοτο από το 1986. Αυτά για αρχή.
Το δεύτερο επτάιντσο (single) των Morka από το 1972
Για τους Morka έμαθα και άκουσα για πρώτη φορά στα μέσα του ’80. Συνέβησαν τρία διαφορετικά γεγονότα με την εξής σειρά. Πρώτον, εντοπίζω σε επαρχιακό δισκάδικο (στην Κάτω Αχαΐα) την πολύ καλή συλλογή “Pop Coctail” [Polydor 2421017] από τα τέλη του ’71, στην οποίαν καταγράφονταν, ανάμεσα σε άλλα ωραία (το “My only fellow” των Socrates Drank the Conium και το τρομερό “Woman” του Tony Pinelli), τα τραγούδια των MorkaShe shouts” και “Winters here”. Δεύτερον, ένας φίλος, αρκετά μεγαλύτερός μου, ο Μήτσος Β., αναφέρει σε κουβέντα μας το συγκρότημα, ρωτώντας με… αν τους ξέρω. Του λέω… ναι… έχω και δυο τραγούδια τους. Παθαίνει πλάκα. Δεν έχει ακούσει ποτέ τους δίσκους τους, αλλά τους έχει δει live στην Πάτρα το 1972, γνωρίζοντάς τους και από κοντά. Μάλιστα, είχε μεσολαβήσει για να τους βρει στέγη, αν δεν τους είχε φιλοξενήσει κιόλας σπίτι του (δεν είμαι 100% σίγουρος μετά από 30 χρόνια γι’ αυτό το τελευταίο, αλλά έτσι θυμάμαι). Είχα μάθει ιστορίες από ’κείνον για τους Morka… Μου είχε πει για το πρόβλημα στο χέρι του Ταμπακόπουλου, για τον τραυματισμό αργότερα του Ορφανίδη κ.λπ. Τρίτον, ακούω στην εκπομπή τού Γρηγόρη Βάιου «22 Χρόνια Ελληνικό Ροκ» στο Β Πρόγραμμα (πρέπει να ήταν 1986) το τραγούδι τους «Γιατί» και παθαίνω μια μικρή πλάκα. Θέλω να πω πως μου άρεσε πολύ περισσότερο από τα αγγλόφωνα που ήδη ήξερα – και ακόμη μ’ αρέσει (όχι όσο το “Avenue winter” ας πούμε, αλλά ακόμη μ’ αρέσει). Να προσθέσω, επίσης, πως εκείνα τα χρόνια δεν είχα διαβάσει πουθενά (στα περιοδικά της εποχής) έστω και μία αναφορά στο όνομά τους, μένοντας με την εντύπωση (για να μην πω με την πεποίθηση) πως στα eighties και στις αρχές των nineties οι Morka ήταν μια παντελώς ξεχασμένη ιστορία. Αυτό το λέω, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να δείξω πως εκείνα τα χρόνια ελάχιστοι άνθρωποι της ηλικίας μου, ή μεγαλύτεροι, ασχολούνταν με το ελληνικό ροκ. Τους ξέρουμε, δε, με ονόματα και με διευθύνσεις. Και ακόμη λιγότεροι βεβαίως έγραφαν γι’ αυτά τα πράγματα (κι αυτούς τους ξέρουμε). Αιώνες αργότερα ξύπνησαν οι διάφοροι παπατζήδες του ελληνικού ροκ… 
Από το LP της Mythos...
Δεν ξέρω αν είμαι ο πρώτος που γράφει λίγα λόγια για τους Morka μετά από πάρα πολλά χρόνια – και αυτό συνέβη στο βιβλίο μου «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Δελφίνι, Αθήνα 1996], που το είχα ολοκληρώσει ουσιαστικά το 1993-94. Το λέω τούτο επειδή το συγκρότημα δεν αναφέρεται ούτε στην έκδοση τού «Οδηγού Ελληνικής Δισκογραφίας» [Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1990] του Πέτρου Δραγουμάνου, ούτε στο βιβλίο του Ντίνου Δηματάτη «25 Χρόνια Ελληνικού Ροκ» [Νέα Σύνορα – Α.Α Λιβάνη, Αθήνα 1992]. (Γράφω για δύο βιβλία, που είχαν προηγηθεί του δικού μου). Έτσι, αν κάποιος ήθελε να διαβάσει κάπου για τους Morka θα έπρεπε μάλλον να ψάξει σε χαρτιά τού… 1972 (Επίκαιρα, Φαντάζιο, Μουσική Γενιά…), αφού είναι πιθανόν από τότε μέχρι και το 1996 να μην ξαναγράφτηκε ποτέ κάτι γι’ αυτούς. (Φυσικά, όποιος γνωρίζει αναφορές για τους Morka, σε έντυπα, από τα eighties π.χ. ας μας τις γνωστοποιήσει. Δεν λέω σώνει και καλά πως δεν υπάρχουν –μου πέρασε κάτι από το μυαλό, αλλά μ’ ένα μικρό ψάξιμο δεν το βρήκα– λέω πως εγώ δεν γνωρίζω κάτι).
Έτσι λοιπόν στο «Ραντεβού στο Κύτταρο» έχω τρεις αναφορές στους Morka. Στην πρώτη γράφω: «Εκείνη την εποχή οι Poll συμμετείχαν σε μιαν άλλη αθηναϊκή σκηνή, στο club Ελατήριο, μαζί με τους Morka. Οι Morka ήταν ένα καλό συγκρότημα, το οποίο πρόλαβε να ηχογραφήσει δύο singles στην Polygram εκεί γύρω στο 1972. Το καλύτερό τους τραγούδι ήταν το “Γιατί”. Από τους Morka ξεπήδησαν λίγα χρόνια αργότερα οι Αγάπανθος».
Και η δεύτερη αναφορά λίγο πιο κάτω: «Η συλλογή “Pop Coctail” περιλαμβάνει τραγούδια διαφόρων σχημάτων της εταιρείας Polydor. Αξιοπρόσεκτη συλλογή, αφού πρόκειται για το μοναδικό LP της ιστορίας στο οποίο μπορεί κανείς ν’ ακούσει τραγούδια των Morka. Συμμετέχουν εδώ με τα “She shouts” και “Winters here”, δύο αέρινες folk μπαλάντες, συνθέσεις των Dorian Kokas και Mike Μωραΐτη».
Η τρίτη; Στο section με τα covers δείχνω (έγχρωμη  φωτογραφία) το εξώφυλλο τού “Pop Coctail”.
Το πρώτο επτάιντσο των Morka (4 tracks maxi single, που γύριζε στις 33 και 1/3 στροφές) από το 1971
Είχα παραδώσει το βιβλίο στον εκδότη όταν βρίσκω, Κυριακή στο Μοναστηράκι, το πρώτο δισκάκι των Morka. Ήταν 11 η ώρα το πρωί στην Άστιγγος (τέτοιες ώρες πήγαινα και πηγαίνω στο Μοναστηράκι), και το δισκάκι ήταν πρώτο-πρώτο σε μια ντάνα από 45άρια, που όλα μαζί ήταν τοποθετημένα πάνω σε μια θερμάστρα (σβηστή εννοείται…), ώστε να μην σκύβουμε κιόλας. Τσακ… το πήρα. Τζάμπα. Το πολύ κανα πεντακοσάρικο (δραχμές). Δυστυχώς, αυτά τα ωραία χάθηκαν πια από το Μοναστηράκι. Το eBay και κυρίως το discogs έκαναν πολύ μεγάλη καταστροφή, αφού όλοι οι μουσικόφιλοι μετατράπηκαν σε πωλητές και βγάζουν πλέον μεροκάματο (μικρό ή μεγαλύτερο). Αυτό σημαίνει πως για να βρεις δίσκο που να μετράει λίγο, στο Μοναστηράκι την Κυριακή, θα πρέπει να έχεις κατασκηνώσει εκεί από το Σάββατο… Για τέτοια χάλια συζητάμε…
To LP της Mythos από το 1997
Κάπως έτσι, αρχές του ’97, είχα καταφέρει ν’ ακούσω όλα τα τραγούδια των Morka (και το “And so she flies” από τη συλλογή «Ελληνική Rock Σκηνή, 8, 1972» της Polydor από το 1996 – αργότερα βρήκα το δεύτερο δισκάκι) και κάπως έτσι έσκασε και ο κεραυνός τότε στο κεφάλι μας, όταν μάθαμε για την κυκλοφορία τού LP τής Mythos, στο οποίο είχε συμβάλλει και ο Μιχάλης Ορφανίδης ντράμερ των Morka την περίοδο 1972-73. Μάλιστα, θυμάμαι πως είχα πάει και στην παρουσίαση του δίσκου, σ’ ένα μαγαζί κάπου προς Άνω Πατήσια-Γαλάτσι, πως είχα μιλήσει με τον Ορφανίδη (έχω ακόμη το τηλέφωνό του στην ατζέντα μου), πως είχα αγοράσει τρεις κόπιες (έχω ακόμη τις δύο), και πως είχα πάθει πλάκα (ξανά), από τα ανέκδοτα, και κυρίως από το “Avenue winter”, που το θεωρώ έκτοτε εφάμιλλο των καλυτέρων folk-rock του εξωτερικού.
Από τις σημειώσεις εκείνου του άλμπουμ μάθαμε για πρώτη φορά την ύπαρξη του single των Stone Deep (Dorian Kokas, John Jungemann, Bill Harrell, Kirk Esco, Chris Olsen, Randa Salameh), που είχαν προηγηθεί των Morka, όπως πληροφορηθήκαμε και τα περί ACS, των American Community Schools δηλαδή στο Χαλάνδρι, εκεί όπου φτιάχτηκαν οι Stone Deep, που αποτέλεσαν τη βάση των πρώτων Morka (Dorian Kokas, Mike Moraitis, Reiner Rather).
Ωραία κριτική-παρουσιάση του άλμπουμ των Morka στην Mythos είχε κάνει ο Κώστας Αρβανίτης στο ZOO (#4, Ιούλιος-Αύγουστος 1997), αναφέροντας κι άλλα συγκροτήματα από τα ACS (Rick Rock & The Flounders, Pancho K. & The All-Stars, CC Blues King, The Dorian Kokas Expence), προβαίνοντας σε ενδιαφέρουσες κρίσεις. Έγραφε ο Αρβανίτης:
«Το “There Was A Time…” LP περιλαμβάνει τα έξι τραγούδια του EP και του single στην πρώτη πλευρά και το ανέκδοτο demo στη δεύτερη. Σε γενικές γραμμές όλος ο δίσκος κινείται στο ύφος του soft rock. Τα δύο πρώτα κομμάτια των Stone Deep είναι ακουστικά. Με κιθάρες, φυσαρμόνικα, φλάουτο και αρμονικά φωνητικά δημιουργούν μια ζεστή μελαγχολική ατμόσφαιρα. Στα “I see” και “Judy” έχουν προστεθεί όργανο, μπάσο, drums και λίγη ηλεκτρική κιθάρα. Όμορφες οι εισαγωγές, αλλά τα τραγούδια δεν είναι πολύ δυνατά από άποψης σύνθεσης και φωνητικών. Το δεύτερο είναι οπωσδήποτε καλύτερο, θυμίζοντας το ύφος των Classics IV. Το “And so she flies” είναι αιθέριο και πετάει όπως λέει και ο τίτλος του. Κυλάει εντελώς αβίαστα, σε πιο γρήγορο ρυθμό από τα προηγούμενα κομμάτια, και τα φωνητικά του είναι τέλεια. Το “Γιατί” είναι το μοναδικό τραγούδι των Morka με ελληνικούς στίχους, οι οποίοι δυστυχώς εμπίπτουν στο κλισέ που ανέφερα πριν, με τους ζητιάνους και τους τυφλούς. Παρ’ όλα αυτά είναι το τραγούδι που μου αρέσει περισσότερο. Είναι και αυτό γρήγορο και σε κερδίζει αμέσως, αφού βασίζεται στη σειρά τριών ακόρντων του “All along the watchtower”».
Επίσης καλά λόγια γράφει ο Αρβανίτης και για το “Avenue winter”, που είναι η κομματάρα του άλμπουμ. Διαβάζουμε: «Το “Avenue winter”, που διαρκεί πέντε λεπτά και είκοσι οκτώ δευτερόλεπτα, θα μπορούσε να είχε βγει από κάποιο σπάνιο δίσκο ενός progressive folk βρετανικού συγκροτήματος. Είναι ένα από τα αριστουργήματα του ελληνικού rock, με αψεγάδιαστη μελωδική γραμμή και πολύ καλή δουλειά από την ηλεκτρική κιθάρα».
Το 1972 Morka ήταν οι Dorian Kokas φωνή, κιθάρα, Γιώργος “Tambre” Ταμπακόπουλος φωνή, Pamela Leake φωνή, Πωλ Παπαδέας φωνή, κιθάρα, Αντώνης Μπράβος μπάσο και Μιχάλης Ορφανίδης ντραμς ενώ στο demo του ’73 το συγκρότημα αποτελούσαν οι Dorian Kokas φωνή, κιθάρα, πιάνο, Pamela Leake φωνή, εφφέ, Πωλ Παπαδέας φωνή, κιθάρα, φυσαρμόνικα, κοντραμπάσο, Leigh Sioris bass-guitar και Μιχάλης Ορφανίδης ντραμς, κρουστά.
Στο επόμενο τεύχος του ΖΟΟ (#5, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1997) είχα στείλει ένα γράμμα, που είχε δημοσιευτεί στη στήλη blackmail. Έγραφα:
«Στο κείμενο του Κώστα Αρβανίτη για τους Morka στο προηγούμενο τεύχος ας προστεθεί και το ακόλουθο στοιχείο. Υπάρχει ελληνική ταινία της εποχής (από το 1972) στην οποία οι Morka εμφανίζονταν “ζωντανά”. Η ταινία είχε τίτλο “Οργισμένη Γενιά”, είναι σκηνοθετημένη από κάποιον Μεμά Παπαδάτο, πρωταγωνιστούσε σε αυτήν η Μαρία Αλιφεροπούλου (έτσι λεγόταν ακόμη τότε η Μαρία Αλιφέρη), ενώ τη μουσική της είχε γράψει ο Γιάννης Σπανός. Πρόκειται για ένα φιλμ του σωρού (κοινωνικός προβληματισμός της πλάκας, με κάποιες σκηνές τσόντας και άσχετο “μαύρο τέλος”), που αξίζει μονάχα να το θυμόμαστε γι’ αυτή την παρουσία των Morka. To συγκρότημα εμφανίζεται πριν από τη μέση της ταινίας, τραγουδώντας σε κάποιο club που έχουν βρεθεί οι πρωταγωνιστές, το “And so she flies”. Η κινηματογράφιση, παραδόξως, είναι αρκετά καλή, με την κινούμενη κάμερα να “παίζει” ανάμεσα στα πρόσωπα των Morka και στον κόσμο, καταγράφοντας με δύναμη και παλμό το συνολικό συμβάν. Η ταινία πάτωσε σε εισπράξεις την περίοδο ’72-’73, αφού έκοψε 10.202 εισιτήρια (59η από τις 64 της περιόδου), καλώς βέβαια, γιατί δεν βλεπόταν με τίποτα, όπως πάτωσαν, κακώς βέβαια, και τα 45άρια των Morka από την ίδια εποχή. Αν είστε τυχεροί και μάθετε ότι προβάλλεται σε κάποιο κανάλι, μην αμελήσετε. Αξίζει, πιστέψτε με, να περιμένετε τουλάχιστον μέχρι να ξεκινήσει το τραγούδι».

Τoν Απρίλιο του 1973 συμβαίνει ένα απρόσμενο γεγονός. Τις πρωινές ώρες (03:15) του Σαββάτου της 21ης εκείνου του μήνα η Αθήνα και ο Πειραιάς συγκλονίζονται από τις εκρήξεις τεσσάρων βομβών. Η συγκεκριμένη μέρα κάτι σήμαινε φυσικά. Συνέπιπτε με την έκτη «επέτειο» του πραξικοπήματος και διάφορες ομάδες ανθρώπων αγωνίζονται κατά της δικτατορίας, προβαίνοντας σε βομβιστικές ενέργειες. Η μία απ’ αυτές τις εκρήξεις μάς ενδιαφέρει. Διαβάζουμε στη Μακεδονία της 22/4/1973:
«Το δεύτερον αυτοσχέδιον μηχάνημα εξερράγη την 3.15 π.μ. κάτωθεν αυτοκινήτου υπό τα στοιχεία ΞΑ 1413, το οποίον ήτο εσταθμευμένον επί της οδού Σπευσίπου 2 εις το Κολωνάκι. Εκ της εκρήξεως ετραυματίσθη ο Μιχαήλ Ορφανίδης, ετών 20, μουσικός (σ.σ. ντράμερ των Morka), εις τον αριστερόν μηρόν σοβαρώς. Διεκομήσθη εις το ρυθμιστικόν κέντρον προς νοσηλείαν, όπου του εγένετο εγχείρησις. Ερευνάται εάν και κατά πόσον ούτος διήρχετο εκείθεν κατά την στιγμήν της εκρήξεως τυχαίως ή είναι ο τοποθετήσας το μηχάνημα και ετραυματίσθη από πρόωρον έκρηξιν.(…) Ως ανεκοίνωσεν ο διευθυντής της αστυνομίας κ. Δασκαλόπουλος εκ των μέχρι τούδε ανακρίσεων δεν προκύπτει ότι ο τραυματισθείς εις το Κολωνάκι μουσικός είναι δράστης της εκρήξεως. Αι ανακρίσεις συνεχίζονται».
Σε νέο μονόστηλο της εφημερίδας την 24/4/1973 διαβάζουμε:
«Ο διευθυντής της αστυνομίας κ. Δασκαλόπουλος απαντών εις ερώτησιν εδήλωσεν ότι ο Μιχαήλ Ορφανίδης, ετών 20, μουσικός, ο οποίος ετραυματίσθη το Σάββατον, εξ εκρήξεως μάλλον σοβαρώς εις τον μηρόν, ουδεμίαν σχέσιν είχε με την έκρηξιν και ουδέν το ενοχοποιητικόν προέκυψεν εναντίον του. Η Αγγλίς Παμέλα Ληκ (σ.σ. τραγουδίστρια των Morka), η οποία εκλήθη προς ανάκρισιν, αφέθη ελευθέρα. Η Αγγλίς εκλήθη προς ανάκρισιν, διότι εις την οικίαν της διέμενεν ο τραυματσθείς μουσικός».
Βιβλίο του Σαββούρα από το 1977
Μετά απ’ αυτό το γεγονός το συγκρότημα αποσυντονίζεται (για κάποιους μήνες). Η υπόθεση όμως της βόμβας είχε και συνέχεια καθότι την 22/5/1973, ένα μήνα αργότερα δηλαδή, γίνεται πρωτοσέλιδο. Διαβάζουμε, πάντα, από την Μακεδονία:
«Ως ανεκοινώθη, η γενική ασφάλεια Αθηνών, κατόπιν πολυημέρου παρακολουθήσεως, επέτυχε την εξάρθρωσιν κλιμακίου μιας των σημαντικοτέρων οργανώσεων, η οποία είχε την επωνυμίαν “Ελληνική Αντιδικτατορική Νεολαία” και προς πραγματοποίησην των σκοπών της διέθετε οπλοστάσιον από ικανόν αριθμόν αυτομάτων όπλων, χειροβομβίδων και άλλου υλικού.(…) Μεταξύ των συλληφθέντων είναι και ο αρχηγός της οργανώσεως υπό το ψευδώνυμον “Συνταγματάρχης Πορφύρης”, ο οποίος δεν είναι άλλος από τον αναφερόμενον εις την σχετικήν ανακοίνωσιν κτηνίατρον Ιπποκράτην Σαβούραν.(…) Οι συλληφθέντες μέχρι της στιγμής κατά της υπαρχούσας πληροφορίας ανέρχονται εις 15.(…) Δια των πράξεων τούτων προεκλήθησαν τραυματισμοί ατόμων και σοβαραί υλικαί ζημίαι. Μεταξύ των τραυματισθέντων συγκαταλέγεται και ο βαρέως τραυματισθείς την 03.10 ώραν της 21ης Απριλίου 1973 κατά την σημειωθήσαν έκρηξιν παρά την οδόν Σπευσίπου 2, Ορφανίδης Μιχαήλ του Γεωργίου, γεννηθείς το 1952, μουσικός, όστις νοσηλεύεται εισέτι εις το γενικόν κρατικόν νοσοκομείον(…)».
Για το ποιος είναι ο Ιπποκράτης Σαββούρας μπορεί ο καθείς να ανατρέξει στη Βικιπαίδεια εκ πρώτης και να μάθει. Δεν είναι τώρα, αυτός, το θέμα μας.

Το συγκρότημα λόγω του γεγονότος αναστέλλει όπως προείπαμε τις δραστηριότητές του – για να μην πούμε πως προς το παρόν διαλύεται. Παρά ταύτα κάποιους μήνες αργότερα, πιθανώς μετά το καλοκαίρι του ’73, ο Kokas (ή και Κόκας ή και Κόκκας) δίνει πνοή σ’ ένα νέο γκρουπ, που είναι οι Morka, αλλά με άλλο όνομα. Λέγονται Φως, και παίζουν σ’ αυτούς (πέραν του Κόκα), οι Ταμπακόπουλος, Σιώρης και Ορφανίδης (ο οποίος ήταν πλέον καλά, έχοντας βγει από το νοσοκομείο). Όπως μου είπε φίλος, που θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του, οι Φως, το φθινόπωρο του ’73 παίζουν στο Ελατήριον μαζί με τον Robert Williams, επηρεασμένοι περισσότερο τώρα από το glam-rock και τον David Bowie, παρουσιάζοντας ένα concept πρόγραμμα υπό τον τίτλο «Ο Γορίλας». Βαρύ μακιγιάζ, κοινωνικοπολιτική σάτιρα (με σπόντες προφανώς κατά της δικτατορίας) , αλλά και με τον… γορίλα να ολοκληρώνει την παράσταση. Παρά ταύτα φαίνεται πως το σώου δεν είχε επιτυχία και γι’ αυτό δεν τράβηξε. Οι Φως διαλύονται, αλλά το Νοέμβριο του ’73 ο Κόκας δίνει και πάλι πνοή στους Morka, στους οποίους συμμετέχουν τώρα, πέραν των «παλαιών» (Κόκας και Ταμπακόπουλος), οι νεοφερμένοι Λάμπρος Τσελέντης μπάσο και Άκης Περδίκης ντραμς. Παίζουν στην Καζάμπρα, στην Πλάκα, γράφουν τραγούδια, ετοιμάζουν 45άρι, αλλά μένουν εκεί… Οι Morka διαλύονται οριστικά τον Φλεβάρη του ’74.
Το LP της Anazitisi από το 2006
Μήνες αργότερα ο Κόκας, ως γνωστόν, θα σχηματίσει τους Αγάπανθος, πριν φθάσουμε στο… μακρινό 1986, όταν παλαιοί και νέοι μουσικοί εμφανίζονται υπό τον Κόκα και πάλι (Pamela Leake φωνή, Valerie Wood φωνή, Κώστας Αναδιώτης πλήκτρα, programming, Αντώνης Μανωλάτος μπάσο, Μιχάλης Ορφανίδης ντραμς, ακουστική κιθάρα, πλήκτρα), μπαίνοντας στο στούντιο και ηχογραφώντας. Ένα απ’ αυτά τα κομμάτια, το πολύ καλό “Just like Ann”, περιλαμβάνεται στην έκδοση τής AnazitisiThere Was a Time…” από το 2006.
Την 18 Νοεμβρίου 2009 φεύγει από τη ζωή, στα 58 του, ο Dorian Kokas και η ιστορία μας κάπου εδώ τελειώνει. Για τους παπατζήδες όμως, που δεν ξέρανε λίγα χρόνια νωρίτερα ούτε πώς γραφόταν το συγκρότημα (MORCA), τότε περίπου άρχιζε… 

Δισκογραφία 
STONE DEEP  
1. Winter’s here/ Judy – 7ιντσο single, Stone Deep PR7XS 46 – 1971
ΜΟRKA 
1. She Shouts, Winter’s here/ I see, Judy – 7ιντσο 4-tracks maxi single, Polydor 2061 109 – 1971 
2. Γιατί/ And so she flies – 7ιντσο single, Polydor 2061 121 – 1972
3. There Was a Time… – LP, Mythos Music MLP 0001 – 1997
4. There Was a Time… – LP, Anazitisi Records ARLP 70-12 – 2006 
Συλλογές  
1. Pop Coctail – LP, Polydor 2421017 – 1971 
(περιέχει τα “She shouts”, “Winter’s here”)  
2. Ελληνική Rock Σκηνή 1965-1975, 7, 1971 – CD, Polydor 531 888-2 – 1996 
(περιέχει τα “I see”, “Judy”)  
3. Ελληνική Rock Σκηνή 1965-1975, 8, 1972 – CD, Polydor 531 889-2 – 1996 
(περιέχει τα «Γιατί», “And so she flies”)

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ – 20 σπάνια εξώφυλλα

Είκοσι σπάνια γενικώς εξώφυλλα δίσκων (singles, δεκάιντσα, LP) του Μάνου Χατζιδάκι. Ανάμεσά τους σχέδια των Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, Γιάννη Μόραλη, Γιάννη Τσαρούχη, Δημήτρη Μυταρά, Νίκου Εγγονόπουλου και Μίνου Αργυράκη.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΣ UMBERTO ECO (1932-2016)

ΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ
(…) Ο ποδοσφαιρικός αγώνας και η συναυλία ποπ μουσικής είναι εκδηλώσεις μιας μεγάλης επίδειξης φυσικής και ψυχικής ενέργειας. Και παρασύρουν το κοινό. Η αντίφαση σ’ αυτές βρίσκεται στο γεγονός ότι κεντρίζουν τις επιθυμίες των θεατών, και έπειτα απαιτούν απ’ αυτούς να μείνουν ακριβώς μόνο θεατές και να κοιτάζουνε τους άλλους που ξοδεύουν ενέργεια. Έτσι η βία στα γήπεδα και τις μουσικές συναυλίες φαίνεται απλά ν’ αποτελεί εκδίκηση του κοινού για την επιβολή της διαίρεσης της εργασίας ακόμη και στο παιχνίδι. Βλέποντας άλλους ανθρώπους, φημισμένους και καλοπληρωμένους, που ασκούν στο έπακρο των δυνατοτήτων-του το σώμα-τους (πόδια, λαρύγγια, κοιλιά), οι θεατές αντιλαμβάνονται ότι τους αφαιρείται κάτι, δηλαδή το σώμα-τους. Το ξαναπαίρνουν λοιπόν πίσω με τον πιο άμεσο, βίαιο τρόπο.
Αν μας προσκαλούσανε σ’ ένα γεύμα, όπου πληρώνεται όποιος τρώει και πληρώνει όποιος κοιτάζει τους άλλους να τρώνε, είναι φυσικό να υπακούσουμε στο σύνθημα: «Να τα σπάσουμε όλα, τώρα αρχίζει η δικιά-μας γιορτή!».(…)
Ναι αλλά τα ρεσιτάλ; Τόπος συνάντησης ομάδων χίπις, νέων, ακόμη και πολιτικοποιημένων, πώς άραγε γίνονται ευκαιρία βίαιης συμπεριφοράς, όταν αποτελούν συνέχεια των ομαδικών συγκεντρώσεων καπνιστών μαριχουάνας που γίνονταν στο γρασίδι των πάρκων σαν εκδήλωση ειρηνικών διαθέσεων; Τι έγινε σ’ αυτή την περίπτωση; Έγινε ότι η βιομηχανία δίσκων έχει πειθαρχήσει τον αρχικό αυθορμητισμό και έκανε τους πρώην ερασιτέχνες προκατασκευασμένα αντικείμενα. Έκανε τα μουσικά συγκροτήματα σαν ποδοσφαιρικές ομάδες. Έτσι και στα ρεσιτάλ εμφανίζεται η απάνθρωπη σχέση ανάμεσα σ’ ένα κοινό που δεν μπορεί να συμμετάσχει και τα βιομηχανοποιημένα πρότυπα που δίνουν οργανωμένη παράσταση μιας απραγματοποίητης απελευθέρωσης. Κι επομένως γεννιέται ακόμη μια φορά το συναίσθημα αλλοτρίωσης, η νοσταλγία για κάτι που φαινότανε κοντινό, φταστό, και τώρα δεν υπάρχει πια, καταστράφηκε, ή το έκρυψε κάποιος και το αφαίρεσε από το κοινωνικό σώμα».(…)  
Ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο τού Umberto Eco Η Σημειολογία στην Καθημερινή Ζωή [α έκδοση Μαλλιάρης-Παιδεία, Αθήνα 1982, δ έκδοση 1992]

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ… ΚΟΣΜΟΥ

Ήταν λογικό το κείμενο για τον Παύλο Σιδηρόπουλο να δημιουργήσει αντιδράσεις. Παραβήκαμε τα ιερά και τα όσια… Μπήκαμε στο μάτι των... χριστεμπόρων. Όσων κάνουν σπέκουλα χρόνια τώρα, προσπαθώντας να χτίσουν καριέρες (της πλάκας). Αλλά δεν πειράζει. Γιατί οι αντιδράσεις είναι από κακεντρεχείς ή από άσχετους (γιατί οι καλοπροαίρετοι και οι σχετικοί ξέρουν πολύ καλά τι λέω), και από τύπους που είναι αυτοί οι ίδιοι οι οποίοι συκοφαντούν, ανελλιπώς και εξακολουθητικώς, τον μακαρίτη, βγάζοντας στη φόρα κάθε λίγο και λιγάκι εντελώς προσωπικές και γιατί όχι και ιερές στιγμές της ζωής του (εκείνες που σχετίζονται με το τέλος του). Δημοσιογραφία αισχίστου είδους, κατακίτρινη, από μαρκουτσοφόρους και γραφιάδες της πλάκας. Ποιοι είναι αυτοί; Πρώτος όλων ο παπατζής, κουτσομπόλης… προϊστορικός της ελληνικής νεολέρας, που έκανε… εβδομαδιαίο ρομάντζο προσωπική σχέση τού θανόντα. Ο οποίος θανών σε ανύποπτο χρόνο δήλωνε: «Συμβαίνει το εξής παράξενο: ενώ από τη μια μεριά με ηδονίζει και με θέλγει η δημοσιότητα, από την άλλη με τρομοκρατεί, ιδιαίτερα όταν αφορά την προσωπική μου ζωή, που αλλοίμονο έπαψα να έχω άμεση εποπτεία της».
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος στον Ήχο (Μάρτης '81)
Σκέπτομαι λοιπόν πως αν ζούσε σήμερα ο μακαρίτης το πιο πιθανό θα ήταν να έκοβε τον κώλο όλων εκείνων που θα τολμούσαν να κάνουν εμπόριο τις πιο μύχιες πτυχές της ζωής του.

Εγώ τι είπα; Είπα ότι ο Σιδηρόπουλος ξεκίνησε να μαθαίνει κιθάρα και να γράφει ολοκληρωμένα τραγούδια (και μουσικές δηλαδή, όχι μόνο λόγια) από το 1973 και μετά. Το ονειρεύτηκα αυτό; Όχι βέβαια. Το είχε πει ο ίδιος στην Ιουλία Ραλλίδη, το 1987. 
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος στον Σχολιαστή (Δεκέμβριος '87)
Έγινε σεισμός. Έπεσαν να με φάνε οι αναλφάβητοι. Οι συγγραφείς της δεκάρας, που δεν ξέρουν ούτε στίξη να βάλουν στα κείμενά τους, γράφοντας λες και απευθύνονται σε 15χρονα. Βρήκαν λέει φωτογραφία του μακαρίτη, που κρατάει κιθάρα πριν το ’73. Σιγά τα λάχανα. Η φωτογραφία είναι γνωστή από αιώνες. Παίζει λέει… Αν έπαιζε κι αν έφτιαχνε τραγούδια, θα τα υπέγραφε κιόλας. Αλλά δυστυχώς για ’κείνους δεν υπάρχει ούτε ένα τραγούδι του μακαρίτη πριν το ’73, που να το υπογράφει ως συνθέτης. Ούτε ένα, για δείγμα. Ενώ δεν υπάρχει και ηχογράφηση που να γρατζουνάει κιθάρα. Στο «Ζωντανοί στο Κύτταρο» π.χ. διαβάζουμε… «Παύλος Σιδηρόπουλος τραγούδι, κρουστά». Όπως κρουστά έπαιζε και με τα Μπουρμπούλια. Και όπως εξήγησα… κρουστά σε μιαν ηχογράφηση μπορεί να παίζει και κάποιος, που δεν έχει ιδέα από μουσική. Αυτοί που τόσο τιμούν, υποτίθεται, τον μακαρίτη, παραβλέπουν τι είχε πει ο ίδιος (βγάζοντας τον... οτιδήποτε), επιδιώκοντας να περάσουν για αλήθεια τις δικές τους μπούρδες!! Η ανοησία τους έχει χτυπήσει κόκκινο και η αθλιότητα του χαρακτήρα τους επίσης.

Το γεγονός ότι ο Σιδηρόπουλος δεν είχε ασχοληθεί από τα μικράτα του με τη μουσική, από το σχολείο εννοώ (να μάθει κάποιο όργανο), για μένα είναι ένα θέμα. Και αυτό το θέμα τον πήγε πίσω, καλλιτεχνικώς. Αυτή είναι η γνώμη μου. Θα ήταν αλλιώς δηλαδή για ’κείνον αν ήξερε κιθάρα, έγραφε τραγούδια κι έπαιζε σε συγκροτήματα από το 1965, όπως τόσοι και τόσοι μουσικοί τής γενιάς του. Αυτό αποδεικνύεται από τα άλμπουμ «Φλου» και «Εν Λευκώ» πρώτα-πρώτα, που, ηχητικώς, δεν έχουν καμμία σχέση με την εποχή τους (είναι οπισθοδρομικά, από ηχητικής πλευράς), ενώ αφήνω κατά μέρος το “Zorba the Freak”, το οποίο σαν ήχος είναι δουλειά του Πουλικάκου, και που εν πάση περιπτώσει παρουσιάζει ελάχιστο μόνο μέρος καινούριας προσωπικής δουλειάς του Σιδηρόπουλου. Αναφέρομαι στα τρία τραγούδια «R&R στο κρεβάτι», «Μίκυ-Μάου(ς)» και “Clown” (στα οποία έχει γράψει μουσική και στίχους). Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο Σιδηρόπουλος δεν πολυγούσταρε επί της ουσίας το “Zorba the Freak”. Όπως είχε πει και στη Μουσική: «Αυτός ο δίσκος είναι καλύτερος όχι από πλευράς σύνθεσης, γιατί εγώ θεωρώ καλύτερο απ’ όλους το ‘Εν Λευκώ’, αλλά από πλευράς παραγωγής, που είναι πάρα πολύ προσεγμένη και ρυθμού που τώρα έχει γίνει πολύ πιο ζωντανός».
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος στη Μουσική
Όταν όμως έναν δίσκο τον ξεχωρίζεις μόνο από την παραγωγή, και όχι και από τα τραγούδια του… καταλαβαίνεις… Αν και είναι σίγουρο πως οι βλαμμένοι και οι ηλίθιοι δεν θα καταλάβουν και θα πουν πως… συκοφαντώ το μακαρίτη. Αλλά τόσο ανήθικοι και ξετσίπωτοι είναι.
Όσον αφορά στον Δημήτρη Πουλικάκο, που μόνο… καλά λόγια λέει για μένα τα τελευταία χρόνια, θα τον προέτρεπα να διαβάσει πολύ πιο προσεκτικά αυτά που γράφω. Και να μην βιάζεται να με βρίσει από κεκτημένη ταχύτητα (ξέρει τι λέω), γιατί έτσι χάνει το όποιο μικρό ή... ανύπαρκτο δίκιο του.

ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ 50 χρόνια Μάνος Ελευθερίου

Το 58ο τεύχος του Μετρονόμου κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, και σ’ αυτό κυριαρχεί το αφιέρωμα στον Μάνο Ελευθερίου. Και όταν λέμε «αφιέρωμα» το εννοούμε, καθότι από τις 86 σελίδες του περιοδικού οι 71 αφορούν στον τιμώμενο.
Κείμενα λοιπόν για τον Μάνο Ελευθερίου, για τη ζωή και το έργο του, που αντιστοιχούν στα 50 και πλέον χρόνια ποιητικής και στιχουργικής δράσης του. Κείμενα που σχετίζονται με τις λογοτεχνικές καταβολές του έργου του, για το πώς εισχωρεί η πολιτική στα τραγούδια του, για τις θεατρικές επιρροές στον λόγο του, αλλά και πιο εξειδικευμένα άρθρα που έχουν να κάνουν με τις κατά καιρούς συνεργασίες του με τους πιο προβεβλημένους συνθέτες της γενιάς του (Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Μαρκόπουλος, Δήμος Μούτσης, Θάνος Μικρούτσικος…), όπως και με τους πολύ νεότερους (Αλέξανδρος Εμμανουηλίδης, Δημήτρης Μαραμής, Νεοκλής Νεοφυτίδης…).
Περαιτέρω υπάρχουν κείμενα που αναφέρονται σε συγκεκριμένα τραγούδια, μαρτυρίες καλλιτεχνών που συνεργάστηκαν μαζί του, όπως εκείνες των Γιώργου Νταλάρα, Ηλία Ανδριόπουλου, Γιώργου Ανδρέου κ.ά. Από μια τέτοια μαρτυρία τού Θανάση Γκαϊφύλλια αντιγράφω λίγα λόγια:
«(…) Ξεκίνησα να τραγουδώ στην ιστορική μπουάτ Εσπερίδες του Γιάννη Αργύρη. Ο Αργύρης με παρουσίασε στον κόσμο του και με σύστησε στους φίλους του, που ήταν άνθρωποι ιδιαίτεροι και ξεχωριστοί όπως και ο ίδιος. Ένας από αυτούς ήταν και ο Μάνος Ελευθερίου.(…) Εγώ δεν είχα ιδέα για το έργο του, ώσπου κάποια στιγμή μού έφερε μερικά ποιήματά του και μου είπε πως θα ήθελε πολύ να με ακούσει να τα τραγουδώ. Ήταν η “Ατέλειωτη εκδρομή”, η “Γνωριμία” και οι “Κιθάρες των νερών”.(…) Τα μελοποίησα με ενθουσιασμό και, καθώς είχε τελειώσει ο χειμώνας του ’71, άρχισα να τα τραγουδώ στην ταράτσα της μπουάτ ‘Μεταξύ μας’, δίπλα στην Μαρίζα Κωχ. Με μεγάλη ικανοποίηση έβλεπα την αποδοχή που είχαν τα συγκεκριμένα τραγούδια από το κοινό, και επάνω τους άρχισα να κτίζω το προφίλ μου σαν τραγουδοποιός. Στις ζωντανές εμφανίσεις τα τραγουδούσα χωρίς προβλήματα και μάλιστα ο κόσμος τα είχε μάθει και τα περίμενε. Στη δισκογραφία όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά.(…)».
Αυτά και άλλα πολλά διαβάζουμε στις σελίδες του τελευταίου Μετρονόμου… κι ας κλείσω αυτή την παρουσίαση τού τεύχους με δέκα συν ένα δικά μου (και άλλων πολλών υποθέτω) αγαπημένα τραγούδια σε στίχους Μάνου Ελευθερίου. 

1. «Του κάτω κόσμου τα πουλιά» (Σταύρος Κουγιουμτζής – Γιώργος Νταλάρας)
2. «Άλλος για Χίο τράβηξε» (Δήμος Μούτσης – Δημήτρης Μητροπάνος)
3. «Τα λόγια και τα χρόνια» (Γιάννης Μαρκόπουλος – Χαράλαμπος Γαργανουράκης)
4. «Ατέλειωτη εκδρομή» (Θανάσης Γκαϊφύλλιας – Μαρίζα Κωχ, Θανάσης Γκαϊφύλλιας)
5. «Η δίκοπη ζωή» (Θάνος Μικρούτσικος – Γιώργος Μεράντζας)
6. «Το τραίνο φεύγει στις οχτώ» (Μίκης Θεοδωράκης – Μαρία Δημητριάδη)
7. «Στο παζάρι του ληστή» (Μίκης Θεοδωράκης – Ντόρα Γιαννακοπούλου)
8. «Ειν’ αρρώστια τα τραγούδια» (Σταύρος Ξαρχάκος – Μαρία Δημητριάδη)
9. «Μαλαματένια λόγια» (Γιάννης Μαρκόπουλος - Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Λάκης Χαλκιάς, Τάνια Τσανακλίδου)
10. «Ο χάρος βγήκε παγανιά» (Δήμος Μούτσης – Δημήτρης Μητροπάνος) 

Και το εντέκατο. Τερλέγκας κυρίες και κύριοι... Μουσική-τραγούδι Βασίλης Τερλέγκας εννοώ, στίχοι Μάνος Ελευθερίου. «Αυτοί που χειροκρότησαν»...

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΔΩ!

Για μερικές ώρες (από τις 2 το μεσημέρι, μέχρι τις 5 το απόγευμα) το blog ήταν εκτός λειτουργίας. Όχι από δικό μου λάθος ή δική μου ευθύνη. Ποτέ δεν θα «κατέβαζα» από μόνος μου το δισκορυχείον. Δεν ξέρω τι συνέβη, ασχέτως αν μπορώ να υποπτευθώ διάφορα… Και δεν θέλω να δώσω ουδεμία συνέχεια στο γεγονός.
Έχω ανάμεικτα συναισθήματα αυτή τη στιγμή… και για κάμποσες ώρες ακόμη θα εξακολουθώ να μαζεύω κείμενα (τα οποία δεν τα έχω καν στο αρχείο). 
Κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον… 

Κρίμα για τον Παντελίδη. Πολύ κρίμα. Ήταν νέος. Πήγε τζάμπα.

SCREAMING dEAD BALLOONS ένα πολύ γερό ελληνικό γκρουπ, που δεν πρέπει με τίποτα να διαφύγει της προσοχής μας

Οι Screaming dEAD Balloons είναι από τη Λάρισα, σχηματίστηκαν το 2012, έχουν δύο δισκογραφικές εξόδους έως τώρα, ενώ παίζουν συνεχώς live… κυρίως από τη μέση της Ελλάδας και πάνω, όπως διαπίστωσα και από το facebook (έχουν εμφανιστεί φυσικά και στην Αθήνα). Όσον αφορά στα δισκογραφικά μετράμε το LP τους “Screaming Dead Balloons” [Private] από τον Φλεβάρη του ’14, και βεβαίως το 10ιντσο “Banana Blue” [Private/ Β-otherSide] από τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Γι’ αυτό το EP θα πούμε τώρα λίγα λόγια.
Κατ’ αρχάς να δώσουμε τα ονόματα των μελών του γκρουπ, που ακούγονται στο “Banana Blue” (500 αντίτυπα μπλε βινυλίου). Έχουμε και λέμε λοιπόν: Ιωάννης Πισπιρίκος φωνή, κιθάρες, Διονύσης Ντάλλας μπάσο, Πάνος Λιακάκος ντραμς. Στυλ; Ας δούμε τι λένε οι δικές τους ετικέτες στο bandcamp: rock, garage rock, noise rock, psychedelic, rock and roll. Σωστά; Μέσες-άκρες… Προς τα πού κινούνται, βασικά, οι Screaming dEAD Balloons; Προς το σύγχρονο rock/ garage-rock. Κιθάρες σε screaming πλαίσια ή καμπανωτές, και στιβαρό μπάσο-ντραμς. Φωνή; Ακέραιη, καθαρή και βροντερή – πολύ καλή δηλαδή. Οι συνθέσεις τώρα…
Το EP ανοίγει με το “Take me up”. Ένα πεντάλεπτο τραγούδι, με ωραίο συνδυασμό πενιών, και σωστές μεγαλοπρεπείς φωνές. Έχει μια μονοτονία το rhythm section, που παραπέμπει σε κάτι περισσότερο «χαμένο», αλλά τα φωνητικά είναι αρκούντως shiny, οπότε και το τραγούδι, γενικότερα, ανεβαίνει πολύ στην εκτίμησή μου. Διαμαντάκι. Το “Mysterious evenings” έχει στίχους βασισμένους σε ποίημα του Αντώνη Ψάλτη από τη συλλογή «Ο Ήρωας Μέσα μου» [Γαβριηλίδης, 2005]. Πρόκειται για ένα mid-tempo track, στο οποίο κυριαρχεί η μελωδία σ’ έναν κάπως λυπητερό τόνο. Τα φωνητικά και πάλι είναι πολύ πρώτα, με το τραγούδι που αγγίζει τα επτά λεπτά να αναπτύσσεται από τη μέση και μετά με άψογο και καθόλου «τραβηγμένο» τρόπο, αποκτώντας μεγαλύτερες ταχύτητες. Εξαιρετικό. Οι Screaming dEAD Balloons μετράνε. Εν ολίγοις; Έχουν ταλέντο.
Η B Side ανοίγει με το “Red house”, ένα κομμάτι που ξεκινάει με σκληρές πενιές, που «χάνονται» στο δρόμο. Γενικώς, οι κιθάρες και τα «πήγαινε-έλα» τους είναι πολύ μπροστά σ’ αυτό το track, που θυμίζει εγγραφές του αυστραλέζικου rock των eighties (The Lizard Train, The Lime Spiders και τα συναφή). Το δεκάιντσο θα ολοκληρωθεί με το “The good, the band and the evil”, που ξεπερνά τα οκτώ λεπτά… και είναι ακόμη ένα εξαιρετικό τραγούδι απ’ αυτό το θεσσαλικό συγκρότημα, που ευτυχεί να έχει στις τάξεις του άξιο μπάσο-ντραμς κι έναν πολύ σπουδαίο τραγουδιστή (και κιθαρίστα) τον Ιωάννη Πισπιρίκο. Συγκρατείστε αυτό το όνομα…

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

ΛΟΥΒΑΝΑ ΔΙΣΚΟΙ με αφορμή τα πρόσφατα άλμπουμ των Belua και του Λευτέρη Μουμτζή ρίχνουμε μια συνολική ματιά στις κυκλοφορίες τής κυπριακής εταιρείας

Η Λουβάνα Δίσκοι, ή Louvana Records, είναι μια κυπριακή δισκογραφική που έχει την έδρα της στη Λευκωσία. Υπάρχει από το 2009 και τ’ όνομά της είναι δανεισμένο από ένα χαρακτηριστικό κυπριακό πιάτο, τη σούπα λουβάνα (που μοιάζει κάπως με τη δική μας φάβα, έτσι διάβασα). Αυτό, από μόνο του, κάτι δηλώνει. Πως πέρα από το σύγχρονο rock, και τα όποια άλλα παρακλάδια του, η εταιρεία ενδιαφέρεται και για την κυπριακή μουσική, καθώς επεξεργάζεται τρόπους για να την ενσωματώσει στο τώρα. Ας δούμε κάπως αναλυτικότερα τον κατάλογό της…
Τα πιο πρόσφατα CD τής Λουβάνα είναι εκείνα του γυναικείου συγκροτήματος Belua και του γνωστού μας, από παλαιότερες ηχογραφήσεις, Λευτέρη Μουμτζή.
BELUA
Το “As Good a Time as Any” των Belua κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό – μέσα στο 2016. Το συγκρότημα είναι τετραμελές αποτελούμενο από τις Zara Der Arakelian φωνή, Μικαέλα Τσαγκάρη κιθάρες, φωνή, Αφροδίτη Νικολάου μπάσο και Μαριάννα Μουμτζή ντραμς, κρουστά. Το CD αυτό είναι προφανώς το ντεμπούτο τους – ένα σεμνά κιθαριστικό άλμπουμ που αποτελείται από δέκα πρωτότυπα τραγούδια.
Τα φωνητικά είναι ένα πρώτο ατού των Belua, επειδή τόσο τα κύρια, όσο και τα πίσω είναι ωραία επεξεργασμένα. Υπάρχει δηλαδή ένα αρμονικό επιστέγασμα στα tracks, το οποίο δεν είναι αμελητέο. Κάτι που φαίνεται και στις a cappella στιγμές, αλλά και γενικότερα. Ξεκινώντας απ’ αυτή την καθ’ όλα σημαντική βάση οι Belua αρχίζουν να χτίζουν σιγά-σιγά τα κομμάτια τους, τα οποία εμφανίζουν στην πορεία πολλές και σωστά τοποθετημένες αναφορές (pop, rock, folk, blues, choral κ.λπ.).
Ο αγγλικός στίχος είναι απλός, σωστός και «κολλάει» με τις μελωδίες, οι οποίες θα μπορούσε να ήταν ακόμη περισσότερο ψαγμένες. Εκεί εντοπίζω ένα θεματάκι, που έχει να κάνει κυρίως με την… διακριτότητα των κομματιών, όπως εκείνα παρατάσσονται στη φάση ολοκλήρωσης ενός δίσκου. Μου άρεσε ιδιαιτέρως το εισαγωγικό “Reprise”, κυρίως όσον αφορά στον τρόπο χρήσης της κιθάρας, το… ψυχεδελικό άπλωμα στο “Waterlow” και βεβαίως όλη η διαχείριση στο “Uncanny”, που είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι τού “As Good a Time as Any”, λόγω, βασικά, τής… ποικιλότητας που εμφανίζει.
Μια μπάντα εν εξελίξει…  

Η συνέχεια εδώ…

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

BLUES REVIVAL 6: HENRY BROWN (1906-1981)

Αν και λίγα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή και την καριέρα του πιανίστα από την Troy του Mississippi που ακούει στο όνομα Henry Brown, εντούτοις η δισκογραφική πορεία του δεν ήταν μικρή σε σημασία.
Ο Brown αποτέλεσε μια χαρακτηριστική περίπτωση της σκηνής τού barrelhouse πιάνου τού St. Louis, ενώ υπήρξε από τους μουσικούς που έπαιξαν ξεχωριστό ρόλο στη διαμόρφωση ενός στυλ, που, μέσω του MeadeLuxLewis και του Albert Ammons, άγγιξε ακόμη και το ρυθμικό υπόβαθρο του rock nroll.
Στις ηχογραφήσεις ο Henry Brown θα μπει το 1929, τότε που κυκλοφόρησε το σήμα κατατεθέν του “Deep morgan blues” για την Paramount –συνολικώς θα γράψει δεκατρία tracks– για να εξαφανιστεί, όμως, αμέσως μετά.
Όπως τόσους και τόσους άλλους της δικής του γενιάς θα τον ανακαλύψουν κι αυτόν κάπου στο St. Louis προς τα τέλη των fifties. Εκείνοι που βρέθηκαν στα ίχνη του ήταν ο μπάτσος και μέγας «μπλουζοφίλ» Charlie O'Brien, όπως και ο πιανίστας Erwin Helfer. Οι νέες εγγραφές δεν θ’ αργήσει να έλθουν. Ο Henry Brown θα παίξει πιάνο σε πέντε sessions μέσα στη δεκαετία του ’60 – όλα στο St. Louis, από το οποίο δεν φαίνεται να μετακινήθηκε μέχρι τον θάνατό του. 25/8/1960, 28/8/1960, 15/5/1961, 13/3/1965 και 9/1969 ήταν οι ημερομηνίες αυτών των sessions, που εμφανίστηκαν στις εταιρείες 77 Records (σε παραγωγή του Paul Oliver), Folkways (σε παραγωγή του Samuel Charters), Storyville, Euphonic και Adelphi.
Βασική δισκογραφία
1. Blues – UK. 77 Records LA-12-5 – 1961
2. The Blues in St. Louis, Volume 2 – USA. Folkways FS 3815 – 1984 (ως Henry Brown & Edith Johnson)