Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

ΓΚΟΜΠΙΝΤΑ… ΓΚΟΜΠΙΝΤΙΜΠΟΥ

Τις προάλλες, ψάχνοντας σ’ ένα δισκάδικο, άκουσα κάποιους πελάτες γύρω στα 30 να εκθειάζουν ένα ελληνικό συγκρότημα των 80s, τους… Γκομπίντου… Μπιντίμπου… Γκομπίμπου… δεν ήξεραν να τους πουν σωστά, και κάθε φορά τούς έλεγαν και διαφορετικά. Κάποια στιγμή επεμβαίνω στην κουβέντα τους και τους λέω: «Γκομπινταγκομπιντίμπου». Γύρισαν και με κοίταξαν με απορία. «Τι είν’ αυτό» μου λένε.... «Το συγκρότημα…» τους λέω. «Αποκλείεται να είχε τόσο μεγάλο όνομα…» μου ξαναλένε. «Ναι» τους είπα. «Δεν είχε τόσο μεγάλο όνομα, αλλά από εκεί το πήραν…». Ήμουν κάτι παραπάνω από σίγουρος πως δεν κατάλαβαν τι εννοούσα…
Τέλος πάντων… Δεν είχα πολύ χρόνο για κουβέντα, επειδή βιαζόμουν, αλλά εκείνο που μου έκανε εντύπωση (για ακόμη μία φορά) είναι η «ζούρλα» που έχει πιάσει τον κόσμο (τον δικό μας κόσμο…) εν σχέσει με τα eighties. Δεν αρκούν πλέον τα γκρουπ, που μπόρεσαν κι έγραψαν κάποιους δίσκους (με καλές/ανεκτές παραγωγές, έτσι ώστε να μπορούμε κι εμείς να τ’ ακούμε… ανθρωπίνως και ενδεχομένως να τα ευχαριστιόμαστε), έχουμε πλέον και τους MC-junkies, οι οποίοι, αφού… ξεπέρασαν το βινύλιο, την «παλεύουν» πλέον μόνο με κασέτες. Δεν λέω. Κι εγώ μεγάλωσα με τις κασέτες και ακόμη τις ακούω (όντως), αλλά ρε παιδί μου νοιάζομαι και για κάποια, πρώτη έστω (αλλά και δεύτερη και τρίτη...) ηχητική ποιότητα. Δεν το μπορώ το εντελώς ερασιτεχνιλίκι και το χύμα. Δηλαδή θεμιτό ήταν (το «χύμα») για κάποιον που ξεκινούσε κι ήθελε να δει μέχρι που θα μπορούσε να φθάσει, γράφοντας, σβήνοντας και ξαναγράφοντας κασέτες, αλλά να αποκτούν οι κασέτες αυτές… τοιούτη φετιχιστική αξία νομίζω πως πάει πολύ. Φυσικά, κασέτες (εννοώ μόνο κασέτες) ηχογραφούσαν και μεγάλα ονόματα (στο εξωτερικό εννοώ), αλλά ήταν κασέτες περιποιημένες, γραμμένες σε στούντιο, με επαγγελματικό τρόπο κ.λπ., δεν ήταν ό,τι να ’ναι. (Μάλιστα διάφορες τέτοιες κασέτες πωλούνται πανάκριβα στο eBay – πριν μερικά χρόνια βρέθηκε κάποιος κι έδωσε για το set των 32 κασετών της United Dairies περισσότερα από 2300 δολάρια!). Και στην Ελλάδα είχαν βγει καλές κασέτες στα 80s (κασέτες δηλαδή που θα μπορούσε να σταθούν και ως κανονικές παραγωγές, έστω και με ολίγες μικρές διορθώσεις). Θυμάμαι, ανάμεσα στις πολλές εκείνων των χρόνων, την γιαννιώτικη συλλογή «0651» [Βάρκα 08] από τον Φεβρουάριο του ’85 με Επιπτώσεις, Κεφάλαιο 24, Φυσιολατρικό Σύλλογο κ.ά., και ακόμη τους συμπατριώτες τους Κρυπτογράφημα με την «Αντώνιος Πυρ» [ΠΡΟΠΙΟ 01] από το 1987, και όχι από το 1988 όπως αναφέρεται στο discogs. Οι Κρυπτογράφημα ήταν, περίπου, το πρόδρομο σχήμα των Ψυγείο Ψυγείο (τώρα τελευταίως γίνεται και πάλι λόγος γι’ αυτούς, επειδή επανεκδόθηκε το πρώτο LP τους από το 1990 – άιντε και το δεύτερο που είναι πιο σπάνιο) κι έχω την εντύπωση πως οι περί τα eighties τούς έχουν μαρκάρει, ούτως ώστε να τους απαθανατίσουν κι αυτούς οσονούπω στο πλαστικό· δεν θα είναι εξάλλου η πρώτη φορά όπου μια κασέτα να μετατρέπεται σε LP τα τελευταία χρόνια. Αν και είχαν προηγηθεί οι κασέτες που έγιναν CD (η «Ζωή» των Lost Bodies στην Lazy Dog το 1997 στηρίχτηκε στο υλικό των κασετών «Δο Ντίεση» και «Αναρόφηση Τροφής», που είχαν κυκλοφορήσει το 1988).
Η φωτογραφία προέρχεται από το etegma.blogspot.gr
Οι Γκομπιντίμπου ή και Γκομπιντιμπού (όπως τους έγραφαν τότε) ήταν επί της ουσίας οι Παρανυχίδες – το γκρουπ που είχε συμμετάσχει με το «Ένα μυστικό στο τέλος» στο LP «Συνταγή Αντι-Θανάτου» [Famous Music, 1986 και B-Otherside, 2013]. Μέλη τους ήταν οι: Παντελής Κούκης φωνή, Ανδρέας Βατίστας κιθάρες, Μιχάλης Καραγιάννης κρουστά, αργότερα δε και ο Νίκος Ζηλάκος μπάσο (τα 4/5 των Παρανυχίδων της «Συνταγής…» δηλαδή). Οι Γκομπιντίμπου είχαν ηχογραφήσει δύο κασέτες το 1987. Η μία ήταν μισή-μισή με τους Horror Factory, ενώ η άλλη ήταν ολάκερη δική τους κι είχε τίτλο «Λαλούλου» («λαλούλου» δεν ξέρω τι σημαίνει, laulu όμως στην φινλανδική είναι το τραγούδι). Την κασέτα αυτή, που είχε κυκλοφορήσει μαζί με το fanzine Transport τον Νοέμβριο του 1987 σε 40 αριθμημένα αντίτυπα, την είχα αντιγράψει εκείνη την εποχή από ένα συμφοιτητή μου, αλλά στην πορεία την έχασα (μάλλον μου την «έφαγαν»). Οι Γκομπιντίμπου, όπως και διάφορα άλλα συγκροτήματα της σκηνής και της εποχής δεν απασχολούσαν, τότε, μόνον τα fanzines, μα ακόμη και τον overground Τύπο, αφού σε περιοδικά όπως τα Ήχος & Hi-Fi, Μουσική, Σχολιαστής κ.ά. υπήρχαν τακτικές αναφορές στις δραστηριότητές τους (δείτε στο etegma.blogspot.gr τις «κριτικές» από τον Σχολιαστή και τον Ήχο).
Ας μεταφέρω, όμως, εδώ ό,τι είχε γράψει για ’κείνους το δεκατοτρίτο RollinUnder (Πάκης Τζιλής) από τον Μάρτιο/Απρίλιο του ’88, αφού το εν λόγω κείμενο δεν υπάρχει στο internet: «Οι Γκομπιντιμπού μέσω του φάνζιν Transport κυκλοφορούν την κασέτα τους ‘Λαλουλού’ και μάλιστα μόνο σε 40 αριθμημένα αντίτυπα! Η προσπάθεια των Γκομπιντιμπού έχει ελάχιστες ανάλογές της στην Ελλάδα (μία απ’ αυτές θα συναντήσουμε παρακάτω) [σ.σ. εννοεί το Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ] και το αποτέλεσμά της είναι ικανό όχι μόνο να ξαφνιάσει, αλλά και να σοκάρει. Περίεχει 22 κομμάτια οργανικής αποσύνθεσης και αναρχίας. Ποικίλοι ρυθμοί μπερδεύονται με το χάος, ενώ τα φωνητικά υπόκεινται σε οποιαδήποτε φυσική αλλοίωση γίνεται (ανάλογα δηλαδή με τις ικανότητες του Παντελή, που είναι και η φωνή του γκρουπ, για παραμόρφωση). Στη δεύτερη πλευρά παίζουν κι ένα χορταστικό medley από Animals μέχρι Stooges, φυσικά αγνώριστο. Αξιοπρόσεκτη είναι και η συσκευασία της κασέτας, κοντά στην αισθητική των Ζoviet France». Οι μουσικές των Γκομπιντίμπου υπάρχουν στο YouTube (πιθανώς και στο soundcloud) και μπορεί ο καθείς να τις ακούσει και να τις εκτιμήσει. Η δική μου γνώμη είναι πως, ανά περιπτώσεις, το ενδιαφέρον είναι αρκετό, ή και μεγάλο, ιδίως όταν το γκρουπ δείχνει να ξεφεύγει προς ψυχεδελικές… Barrett-ικές ή CAN… κατευθύνσεις.

Όταν πρωτοδιάβασα γι’ αυτό το συγκρότημα στα περιοδικά της εποχής (1987) μού έκανε εντύπωση το όνομά του (εκτός από τη μουσική του). Και βεβαίως θυμήθηκα αμέσως το… κοινόβιο Γκομπινταγκομπιντίμπου, το οποίον περιέγραφε ο Έντουαρντ Ρόζενταλ στο βιβλίο του Αναζητώντας Ιδανικά [Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 5/1980]. Έγραφε ο Ρόζενταλ: «Γκομπινταγκομπιντίμπου. Αυτή τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό. Είναι εφεύρεση των δικών μου φίλων απ’ τη Γενεύη: του δημοσιογράφου Ζαν-Πιέρ και της παρέας του, που σχημάτισαν κοινόβιο.(…) Με τον ανέμελο ηχοσχηματισμό της αυτή η ασυναρτησία (το Γκομπινταγκομπιντίμπου) είναι σαν να συμβολίζει τις σχέσεις που καθιερώθηκαν ανάμεσα στα μέλη του κοινοβίου: απεριόριστη ελευθερία και κατάργηση κάθε προσωπικότητας». Το συγκρότημα (παίρνω την ευθύνη να το πω, χωρίς να ρωτήσω – όποιος θέλει ας με διαψεύσει) συντόμευσε το όνομα τού κοινοβίου (προφανώς κάποιο από τα μέλη θα είχε διαβάσει το βιβλίο), υιοθετώντας το δεύτερο «συνθετικό» του, που ανταποκρινόταν, οπωσδήποτε, και στη δική τους «ελεύθερη» διάθεση.
Ας πω, επί τη ευκαιρία, πως το βιβλίο του Ρόζενταλ ήταν το τοπ νεολαιίστικο βιβλίο των αρχών της δεκαετίας του ’80. Εμένα μου το είχε συστήσει ένας κνίτης συμμαθητής και το είχα αγοράσει το φθινόπωρο του ’81 (ήταν δε η πέμπτη έκδοσή του, που είχε κυκλοφορήσει τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς). Φαντάζεστε τι γινόταν. Πέντε εκδόσεις σ’ ένα χρόνο. Μιλάμε για κανονικό best seller. Το βιβλίο εκείνο, αν και «ξεπερασμένο» για το 1980 (αφού το 1969 και το 1972 μού φαίνονταν… αιώνες πίσω), με επηρέασε ως έφηβο μουσικόφιλο –και το λέω δημοσίως τώρα, μετά από 32 χρόνια– κάνοντάς μου καλό (έτσι νομίζω), επειδή ενστάλαξε μέσα μου την αμφισβήτηση στην «αμφισβήτηση»· την αμφισβήτηση δηλαδή που αφορούσε στο κοινωνικό/ επαναστατικό αντίκρισμα των ποικίλων εκφάνσεων τής ποπ κουλτούρας στα τέλη των sixties και τις αρχές των seventies. Ο Ρόζενταλ από το 1968 έως το 1973 ήταν διευθυντής του σοβιετικού πρακτορείου Τύπου Νόβοστι στην Ελβετία, και από τη θέση εκείνη είχε έλθει σε επαφή με το δυτικοευρωπαϊκό νεολαιίστικο κίνημα της περιόδου. Τα συμπεράσματά του, εν είδει ρεπορτάζ, τα κατέγραφε στο Αναζητώντας Ιδανικά (και σε άλλα βιβλία του).
Περιττό να το πω, αλλά το λέω. Δεν ήταν ανάγκη να συμφωνούσες μαζί του, ούτε υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος για να το πράξεις. Εξάλλου, προσωπικώς, δεν αντιμετώπιζα το βιβλίο ως… Ευαγγέλιο (όπως το αντιμετώπιζε ο συγκεκριμένος φίλος μου δηλαδή, που μου το είχε συστήσει). Και μάλιστα, τώρα, επειδή… διαγωνίως το ξεφύλλισα, λέω πως το Αναζητώντας Ιδανικά σε πολλά σημεία του, αν και άμεσο, είναι απλοϊκό (εκεί, δηλαδή, οφειλόταν η επιτυχία του). Παρά ταύτα, ήταν εκείνο που με ώθησε ν’ αρχίσω να διερωτώμαι σιγά-σιγά γύρω από τα θέματα της κοινωνίας και της κουλτούρας που μ’ ενδιέφεραν, όπως φαντάζομαι το ίδιο θα είχε συμβεί και με τους λίγο μεγαλύτερους από μένα με ορισμένα παλαιότερα βιβλία της Σύγχρονης Εποχής, όπως την Άνδρωση [Αθήνα, 1975] των Γ. Γιανάεφ – Α. Πολικάνωφ και κυρίως την Αυθόρμητη Εξέγερση σε Αδιέξοδο; [Αθήνα 1976] του Β. Μπολσακόφ. Σ’ αυτά τα βιβλία, που ήταν γραμμένα φυσικά από την… σοβιετική μεριά που παρατηρεί και κρίνει τα νεολαιίστικα κινήματα της Δύσης, μπορούσε κάποιος να πληροφορηθεί πάμπολλα για τους hippies και τους yippies, τη Νέα Αριστερά, τις ταραχές στου δρόμους του Παρισιού και στα πανεπιστήμια των αμερικανικών πόλεων, τις απόψεις του Jerry Rubin και του Eldridge Cleaver και άλλα διάφορα. Την εποχή δηλαδή κατά την οποίαν τα ελληνικά μουσικά και τα γενικότερα νεολαιίστικα έως και… underground έντυπα είχαν άγρια μεσάνυχτα γι’ αυτά τα ζητήματα, γράφοντας τη μία βλακεία μετά την άλλη αναφορικώς με τις κοινωνικές διαστάσεις της counterculture (και το rock μέσα), έρχονταν οι σοβιετικοί συγγραφείς, παραθέτοντας ολόκληρα αποσπάσματα από το Do It (του Jerry Rubin) χρόνια πριν μεταφραστεί εκείνο στη γλώσσα μας, να επιχειρηματολογήσουν περί του… προδικασμένου των δυτικών κινημάτων, δημιουργώντας, τουλάχιστον, ένα σοβαρό πεδίο διαλόγου.
Το έχω ξαναγράψει εν σχέσει με το rock, αλλά ισχύει ακόμη πιο πολύ και για την ευρύτερη counterculture. Οι Δεξιοί, ή οι εμφανιζόμενοι ως απολίτικοι, ή οι ψευτοδιανοούμενοι έλεγαν (και λένε) κυρίως βλακείες. Τόσες βδομάδες έμεινε το τάδε τραγούδι στο νούμερο… 652, η πρώτη rock ποιήτρια ήταν η… Σαπφώ ή… «το underground δεν είναι ο ελεύθερος χρόνος των μπουρζουάδων που γεμίζει με τα στυλιστικά στοιχεία που παράγει η κουλτούρα του αντικομφορμισμού. Αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του, αλλά μπορείς να πεις ότι προκύπτει σχεδόν αναγκαστικά π.χ. στους απόκληρους και τους φτυσμένους της κυρίαρχης κοινωνικής νόρμας» (κατάλαβε κανείς τίποτα;).
Δεν λέω πως όλοι οι Αριστεροί λένε σωστά πράγματα γι’ αυτά τα θέματα. Λέω, όμως, πως τις πιο σοβαρές κουβέντες (γι’ αυτά τα θέματα) τις έχουν πει Αριστεροί. Είναι προφανής η διαφορά. Γκομπίντα… Γκομπιντίμπου…

5 σχόλια:

  1. Μου κάνει εντύπωση που σου κάνει εντύπωση "η «ζούρλα» που έχει πιάσει τον κόσμο (τον δικό μας κόσμο…) εν σχέσει με τα eighties". Εμένα μου φαίνονται σαν «εξωγήινοι» αυτοί που ασχολούνται με τα ελληνικά sixties και ξαδέρφια τους οι των seventies. Ήδη έχω ξεκινήσει την προληπτική θεραπεία για να μην μου πέσει βαρέως η πρώτη φορά που θα ακούσω την έκφραση "Αδερφούλη, σου δίνω όσα κι όσα για τα cd των παλιοροκάδων Ψόφιων Κοριών, των ελεκτροεξπεριμενταλιστών Μαύρη Μαγιονέζα και των προγκρεσοφόλκ των Κάθοδος Των Μυρίων. Που θα πάει τα sixties και τα seventies σχεδόν στέρεψαν, τα eighties πλέον μετρημένα κουκιά ...αδημονώ λοιπόν.

    ar.haf

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Προσωπικώς, δεν τα βάζω όλα (60s, 70s, 80s, 90s) στο ίδιο τσουβάλι ar.haf. Και πάντα κάποια πράγματα θα μου κάνουν εντύπωση, ενώ άλλα δεν θα μου κάνουν…

      Διαγραφή
  2. Βρίσκω εξαιρετικό το «Αντώνιος Πυρ» των Κρυπτογράφημα. Αν έχετε περισσότερες πληροφορίες θα σας ήμουν ευγνώμων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Θα πρέπει κι εγώ να ψάξω να βρω την κασέτα και να την ξανακούσω…

      Διαγραφή
    2. Τη βρήκα την κασέτα – έχει και ένθετο με τους στίχους. Χρήσιμο, γιατί τα λόγια ακούγονται στο περίπου…

      Άκουσα την πρώτη πλευρά…

      Για όποιον ενδιαφέρεται να πω πως υπάρχει και στο YouTube…

      https://www.youtube.com/watch?v=R7WTif3RYR0

      Διαγραφή