Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

δύο βινύλια της Missing Vinyl

Τον Απρίλιο του 2013 η Missing Vinyl (ξανα)τύπωσε για την Ελλάδα, και όλον τον κόσμο, ένα από τα ωραιότερα concept-rock άλμπουμ ψυχεδελικής ατμόσφαιρας, που κυκλοφόρησαν ποτέ στην ηπειρωτική Ευρώπη, το Agemos Trip to Mother Earth [Philips, 1968] των Ολλανδών Group 1850. Τυπώθηκαν 500 audiophile κόπιες gatefold βινυλίου 180 γραμμαρίων που περιείχαν και το ειδικό χάρτινο «γυαλί», με τη βοήθεια του οποίου θα μπορούσες να δεις, όπως πρέπει, το τρισδιάστατο front cover. Αν κι έχω αναφερθεί ξανά στο δισκορυχείον σ’ αυτό το LP, το πράττω εκ νέου, λόγω της επανέκδοσης της Missing Vinyl
Στα χρόνια του ’80 ήταν σχεδόν αδύνατον ν’ ακούσεις κάπου τους Group 1850. Το “Agemos…” δεν είχε επανεκδοθεί και τα original αντίτυπα ήταν απίθανο να φθάσουν στην Ελλάδα, ενώ όταν το άλμπουμ άρχισε να εμφανίζεται σε καταλόγους, στα τέλη των 80s και τις αρχές των 90s, έπρεπε να δώσεις πάνω από 60 χιλιάρικα για μία EX κόπια. Ήταν τότε όμως (1991), όταν είχε σκάσει η πρώτη CD-reissue σε μια γερμανική(;) εταιρεία ονόματι SPM, παρέχοντας σε πολλούς την ευκαιρία (και σ’ εμένα) ν’ ακούσουν τους Ολλανδούς με ολοκληρωμένο τρόπο. Θυμάμαι, επίσης, να έχω τσεκάρει το γκρουπ τόσο από μια κασέτα που είχε μοιραστεί μ’ ένα τεύχος του fanzine Psychagogos/ Ψυχαγωγός εκεί γύρω στο ’87-’88 –επρόκειτο για ένα πολύ ωραίο τραγούδι τους, από τις 45 στροφές, όταν λέγονταν ακόμη Groep 1850–, όσο και από το… παλαιό βιβλίο του Vernon Joynson After the Acid Trip/ The Flashbacks/ The Ultimate Psychedelic Music Guide [Borderline Productions, Telford (UK) 6/1988], εκεί όπου οι Ολλανδοί ήταν ένα από τα οκτώ μόλις(!) γκρουπ, που αποτελούσαν το κεφάλαιο Odds and Ends (με τα μη αγγλο-αμερικανικά ονόματα). Αργότερα το “Agemos…” θα κυκλοφορήσει σε LP και σε CD από την ολλανδική Pseudonym και πριν λίγους μήνες, για τελευταία έως τώρα φορά, από την Missing Vinyl.
Το άλμπουμ, που στιχουργικώς έχει «ενιαίο θέμα», από μουσικής πλευράς είναι ένα αμάλγαμα βρετανικών ήχων (Pink Floyd, Moody Blues, Procol Harum, Tomorrow…), αλλά και κάποιων «ζαππικών ακροτήτων», αφήνοντας, ίσως, περισσότερο αμερικανική αίσθηση (Δυτική Ακτή) –κι αυτό είναι ένα παράξενο– παρά ευρωπαϊκή (δηλ. αγγλική). Τα κομμάτια είναι ένα κι ένα, με το “A point in this life” (από την B Side) να ανακαλεί στη μνήμη μου ακόμη και τον… χατζιδακικό «Καπετάν Μιχάλη» (1966)· και δεν είναι απλώς το τσέμπαλο που παραπέμπει εκεί, αλλά κάποιες μικρές φράσεις που είναι ίδιες! Φυσικά, η εισαγωγή με τα αξιοθαύμαστα “Steel sings” και “Little fly” είναι υπεράνω κριτικής, ενώ και το πιο «απαιτητικό» κομμάτι του άλμπουμ, το μεγαλεπήβολο “I put my hands on your shoulder” που ακολουθεί σε κερδίζει οπωσδήποτε με το πρώτο μέρος του, πριν επεκταθεί προς μία παραληρηματική κατάσταση (εκεί όπου πρωταγωνιστούν οι αγγλο-ολλανδικοί διάλογοι, τοποθετημένοι «πάνω» σ’ ένα Floyd-ικό drum σόλο). Στη δεύτερη πλευρά όλα τα κομμάτια «μετράνε» – από το bluesyYou did it too hard” (για το “A point in this life” τα είπαμε), μέχρι τις ωραιότατες μπαλάντες “Refound” και “Reborn”.
Το “Agemos Trip to Mother Earth” είναι στηριγμένο σε στίχους μελών του γκρουπ, όπως και του ποιητή Hans Wesseling (περιγράφεται το ταξίδι του Agemo από τον πλανήτη Irotas στην Μητέρα Γη και οι περιπέτειές του –περιπέτειες έρωτος και άλλες– σ’ ένα σκηνικό που βάλλεται από τους πολέμους και τις ανθρώπινες δολοπλοκίες). Από μουσικής πλευράς είναι δύσκολο να πεις πόσοι οργανοπαίκτες ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας το concept (καθότι μπερδεύεσαι και από την «παρέα» που εικονίζεται στο εξώφυλλο). Σίγουρα ανάμεσά τους ήταν οι Daniel van Bergen στις κιθάρες και Peter Sjardin σε φωνή φλάουτο και όργανο, ενώ το rhythm section πρέπει να το αποτελούσαν οι Ruud van Buuren μπάσο και Beer Klaasse ντραμς· τα λέω αυτά, επειδή καμμιά πληροφορία για την line-up του γκρουπ δεν αναφέρεται στον φάκελο και άρα μόνον εικασίες μπορεί να γίνουν.
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, τα άλμπουμ των Eloy –βασικά το “Inside” [Harvest, 1973], το “Floating” [Harvest, 1974] και το “Ocean” [Harvest, 1977]– είχαν μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα, αφού τυπώνονταν από την EMIAL και ακούγονταν… κατά τι λιγότερο από εκείνα των Pink Floyd. Αλλά και τα επόμενα long play των Γερμανών τα εντόπιζες μονίμως σε ελληνικές εκτυπώσεις (ακόμη και στα eighties), δείχνοντας την αγάπη του εγχώριου κοινού για το… ταξιδιάρικο (progressive) ροκ, ιδίως όταν αυτό συνδεόταν με «φανταστικές» καταστάσεις. (Το όνομα Eloy προερχόταν από τους Eloi, που μαζί με τους Morlocks αποτελούσαν τις δύο φυλές του απώτατου μέλλοντος στην Χρονομηχανή του H.G. Wells). Και όμως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα για τους Eloy, αφού μέχρι να βρουν τον μουσικό βηματισμό τους, είχαν κυκλοφορήσει ένα LP, το πρώτο τους και φερώνυμο Eloy [Philips, 1971], που ταίριαζε περισσότερο σε σκληροτράχηλες rock καταστάσεις, τύπου Uriah Heep και Lucifers Friend, ή και των «δικών μας» Eden Rocs. Παρά ταύτα εκείνο το “Eloy” απέκτησε ιδιαίτερη φήμη μέσα στα χρόνια – και ως πρώτη προσπάθεια του γερμανικού γκρουπ, αλλά και εξαιτίας του gimmix cover του, που αποτύπωνε έναν… σκουπιδοτενεκέ. Σαράντα δύο χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του (ήταν 1971), αυτό το άλμπουμ επανεκδίδεται από την ελληνική Missing Vinyl (σε συνεργασία με την ολλανδική Music on Vinyl), με το ίδιο gimmix cover, σε audiophile εκτύπωση, 180 γραμμαρίων.
Το άλμπουμ, και ας το (ξανα)πω από την αρχή, δεν έχει σχέση, από ηχητικής πλευράς, με όλα τα υπόλοιπα των Eloy. Κινείται σε «σκληρές» φόρμες, θυμίζοντας τα βρετανικά hard progressive συγκροτήματα της εποχής. Βαρύγδουπο rhythm section (Wolfgang Stöcker μπάσο, Helmuth Draht ντραμς), ανελέητοι κιθαρισμοί (Frank Bornemann, Manfred Wieczorke), πλήκτρα, πιάνο και hammond (που δεν τα παίρνεις πάντα χαμπάρι), καθώς και φωνή (ήτοι στίχοι στην αγγλική με γερμανικό αξάν) από τον Erich Schriever. Πριν περιπλανηθούν λοιπόν στα «κοσμικά» τους περιβάλλοντα οι Eloy ήταν ένα συγκρότημα της εποχής, που παρότι επηρεασμένο (στιχουργικώς) από την Χρονομηχανή (άκου το “Eloy”, που κλείνει την πρώτη πλευρά), βρίσκει τον τρόπο να δείξει το αληθινό προοδευτικό προφίλ του τόσο με το (απλό στη σύλληψή του) αντιπολεμικό “Song of a paranoid soldier”, όσο και με τα hippy επαναστατημένα “Voice of revolution” και “Isle of sun”. Αυτό το τελευταίο είναι, μάλλον, το ωραιότερο τραγούδι του δίσκου, με το hammond να κάνει αισθητή την παρουσία του και με το όλον κλίμα να προοιωνίζει τα δυναμικά space-prog άλμπουμ που θ’ ακολουθούσαν. Αλλά και το τελευταίο track του LP, το “Dillus Roady” (γραμμένο για έναν roadie του συγκροτήματος) είναι ξεχωριστό, με… βάρβαρους κιθαρισμούς μπροστά, συνεχές hammond στο background και ωραία «κοψίματα», που δίνουν άλλη χάρη στο τραγούδι. Να λοιπόν δύο εξαιρετικές στιγμές early 70s γερμανικού rock (όχι krautrock – δεν είναι kraut όλα τα γερμανικά rock συγκροτήματα), από ένα γκρουπ που θα γράψει έκτοτε τη δική του ιστορία.
Επαφή: www.veamusic.com

3 σχόλια:

  1. Σπουδαια αλμπουμ και τα 2 των Group 1850.θυμαμαι εχω σκασει 6800 δρχ.στο 7+7 στο Γρηγορη Βαιο στα μεσα δεκαετιας 90 για αγορα καραπειρατη(SATORI -SAT 1001) του Agemo’s Trip to Mother Earth.Ευτυχως το δευτερο τους αλμπουμ(PARADISE NOW) κυκλοφορησε επισημως σε επανεκδοση της Discofoon πριν περιπου 4 χρονια σε τελειο ηχο απο τα master tapes.Σπουδαια αλμπουμ απο μια σπουδαια μπαντα(απο τις πολλες καλες μπαντες της ολλανδιας.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τα πειρατικά με ετικέτα Satori δεν πρέπει να ήταν τόσο ακριβά. Θυμάμαι πως είχα αγοράσει τους Far Out και τους Irish Coffee, εκείνη την εποχή, με τρία χιλιάρικα. Μπορεί βεβαίως τους Group 1850, που ήταν κάπως πιο γνωστοί, να τους πουλούσαν παραπάνω… Εγώ είχα πάρει τότε την πρώτη CD έκδοση στην SPM (μιλάμε για αρχές των 90s) και δεν ενδιαφέρθηκα για το LP (και γι’ αυτό δεν θυμάμαι πόσο πουλιόταν).

      Διαγραφή
    2. Kαι ομως η αγαπη για την μουσικη πληρωνοταν ακριβα τοτε στους αετονυχηδες της εποχης.Irish Coffee? οι Βελγοι ε?νομιζω 1970 ο μοναδικοςτους δισκος τα σπαει!καπου εχω πειρατικο cd απο αυτους.Επισης στο πισω δωματιακι για τους μυημενους στο 7+7 εχω σκασει 4800 δρχ για πειρατη των growen concern.Aργοτερα ειχα την χαρα να των αποκτησω original σε ταξιδι του εξωτερικου.

      Διαγραφή