Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

PERSONALITY CRISIS η rock n’ roll / punk / garage punk μπάντα από την Κατερίνη σε νέο δίσκο

Όσοι και όσες θυμούνται, καλά, πρόσωπα και πράγματα του ελληνικού ροκ από το ’90 και μετά σίγουρα θα έχουν κατά νου και τους Personality Crisis (από την Κατερίνη). Η μπάντα αυτή, με όνομα δανεισμένο από το lead track του πρώτου LP (1973) των New York Dolls, έχει να επιδείξει σοβαρή rock nroll / punk / garage punk πορεία μέσα στα χρόνια, με δυνατές κυκλοφορίες και ακόμη δυνατότερα live. Εσχάτως, μάλιστα, οι Personality Crisis, με τη σύνθεση George Gazetis φωνή, Thanos Stergiou κιθάρες, Themis Livaditis κιθάρες, φωνητικά, Elias Panagos μπάσο, κρουστά, φωνητικά και Vaggelis Panoulas ντραμς, κυκλοφόρησε ένα νέο άλμπουμ, υπό τον τίτλο Vortex State of Mind [B-otherSide Records / Vinyl Mania / Dead Fun Records, 2025], το οποίο έρχεται να διασαλεύσει την... ησυχία μας. Το λέω, γιατί και τα έντεκα κομμάτια του LP είναι «φωτιά», με τη δύναμη και την ένταση να χτυπάνε συνεχώς «κόκκινο», δίχως να υποστέλλεται ποτέ η «σημαία». Έτσι έπρεπε να γίνει και έτσι γίνεται. Δεν χωράνε υπαναχωρήσεις και μέσες λύσεις όταν καλείσαι να δημιουργήσεις και να αποδώσεις τέτοιου τύπου τραγούδια, η επιτυχία των οποίων εξαρτάται, μόνον, από το πόσο σφιχτά δεμένα είναι, στη σειρά, το ένα με το άλλο. Και τούτο, επειδή κάθε άλμπουμ σαν το “Vortex State of Mind” οφείλει να κυλάει δίχως να πέφτει το volume, δημιουργώντας συνθήκες ηχητικού παραναλώματος.
Με στίχους αγγλόφωνους (γράφει ο Gazetis), που καταπιάνονται με τη ζωή στη μεγάλη πόλη, με προσωπικές και συναισθηματικές καταστάσεις –που σε κάνουν να αγανακτείς σαν άτομο και να ζορίζεσαι, βρίσκοντας όμως τον τρόπο να βγαίνεις από τα αδιέξοδα και να συνεχίζεις–, με πολύ πρώτα παιξίματα και με ερμηνείες καταλυτικές, οι Personality Crisis παραδίδουν έναν ακόμη ουσιαστικό LP, γεμάτο από σπιντάτα και κυρίως πολύ καλά κομμάτια, που έχουν την ικανότητα να ρολάρουν στο κεφάλι σου, ώρες μετά το βγάλσιμο του δίσκου από το πλατώ.
Το να πω ότι tracks σαν τα “Hatch time”, “The fall”, “Do the séance (If you wanna dance)” και “Better” ξεχωρίζουν από ένα συμπαγές και αδιάσπαστο σύνολο είναι... δώρον άδωρον. Το “Vortex State of Mind” ακούγεται και ξανακούγεται σερί, από την αρχή έως το τέλος του, δίχως δεύτερες σκέψεις.
Επαφή: https://personalitycrisisband.bandcamp.com/album/vortex-state-of-mind

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΕΣΗΜΕΡΗΣ ο Κύπριος τραγουδοποιός και ο δίσκος του «Τικ Τακ» - περιέχει μερικά από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια που ακούστηκαν το 2025

Ο Δημήτρης Μεσημέρης είναι ένας νέος κύπριος μουσικός, που έχει όμως τη δική του ιστορία. Γεννημένος στη Λευκωσία, το 1994, ο Μεσημέρης σπουδάζει μουσική και σύνθεση στο Cambridge (της Αγγλίας), για να εμφανισθεί για πρώτη φορά στα δισκογραφικά πράγματα το 2014, με το CD-single του «Εικόνα δίχως χρώμα», επανερχόμενος έξι χρόνια αργότερα με το πρώτο άλμπουμ του, που είχε τίτλο «Έχω του Κόσμου Ποιήματα» [Heaven Art, 2020].
Ήδη από ’κείνα τα τραγούδια διαφαίνονταν οι ποιότητες του Μεσημέρη, η πολύ καλή φωνή του κατ’ αρχάς, αλλά και το γενικότερο επίπεδό του ως τραγουδοποιός, καθώς συνδύαζε και ενδιαφέροντα στίχο, αλλά και μουσικές που δανείζονταν στοιχεία από το έντεχνο, την μπαλάντα, την παράδοση, το ρεμπέτικο και το ροκ, ανακατεμένα με τρόπο προσωπικό.
Θα ακολουθούσαν κι άλλες ηχογραφήσεις, συναυλίες, παρουσίες στα συγκροτήματα Μακρύδρομος και Prospectus, με τον Μεσημέρη να συμμετέχει, παράλληλα, σε διάφορα αφιερώματα, για σημαντικές προσωπικότητες του ελληνικού τραγουδιού (Γιάννης Ρίτσος, Μάνος Ελευθερίου, Βασίλης Τσιτσάνης, Μίκης Θεοδωράκης, Μάριος Τόκας, Σταύρος Κουγιουμτζής, Μάνος Λοΐζος, Θάνος Μικρούτσικος κ.ά.), πριν φθάσουμε στην πιο πρόσφατη και ωραιότερη μέχρι σήμερα δουλειά του, που αποκαλείται «Τικ Τακ» [Ogdoo Music Group, 2025] και η οποία κυκλοφορεί, τώρα, σε βινύλιο.
Το
LP αυτό είναι ένα από τα πιο αξιόλογα του χώρου, του πιο κλασικού ελληνικού τραγουδιού, που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2025. Αναφέρομαι βεβαίως σε δίσκο, που περιέχει τραγούδια που γράφτηκαν για να τραγουδηθούν και όχι για να κινούνται «στο περίπου» (να τ’ ακούς, δηλαδή, χωρίς να σημαίνουν τίποτα) – σε δίσκο, τέλος πάντων, που να μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και λαϊκός, με την ευρεία έννοια, και «ιδιαίτερος» (για τον χώρο του), δίχως, όμως, να υποστέλλονται οι πρωτογενείς αρετές τού σωστού άσματος. Δηλαδή οι ωραίες μουσικές, οι ενδιαφέροντες στίχοι, οι πολύ καλές ερμηνείες και βεβαίως οι ψαγμένες ενορχηστρώσεις, που να μην κάνουν κατάχρηση της τεχνολογίας, του στούντιο κ.λπ.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/dimitris-mesimeris-o-kyprios-tragoydopoios-kai-o-diskos-toy-tik-tak

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 696

17/12026
Το να γράφω εγώ σ’ ένα βιβλίο, στο «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025], για το «Jazz & Τζαζ» ήταν κάπως περίεργο, επειδή 18 χρόνια της επαγγελματικής ζωής μου τα πέρασα εκεί. Έχουν περάσει πάνω από 12 χρόνια από τότε που έκλεισε το περιοδικό, και αυτό, οπωσδήποτε, με βοήθησε ώστε να είμαι όσο γινόταν ψυχρός και αντικειμενικός, προκειμένου να καταγράψω, με τρόπο περιεκτικό, την ιστορία του. Στο κεφάλαιο «Το Jazz & Τζαζ και όλα τα υπόλοιπα έντυπα» (σελ.359-371) δεν θα διαβάσεις μόνο για το πιο σημαντικό τζαζ περιοδικό, που κυκλοφόρησε ποτέ στη χώρα, αλλά και για όλες τις υπόλοιπες σχετικές περιοδικές εκδόσεις.
[και τα δύο εξώφυλλα, και του τεύχους #225 και του βιβλίου, είναι σχεδιασμένα από τον Κυριάκο Κουτσογιαννόπουλο]

16/1/2026
Τον είχα για έξυπνο τον Βαρουφάκη μέσα στον εγωκεντρισμό του. Και σε σχέση μ’ αυτά που είπε για το έκστασι κτλ. είπα την άποψή μου σε παλιότερο ποστ. Βασικά, πιστεύω ότι έκανε μεγάλη μ@λακία να μιλήσει δημοσίως από τη θέση τού... εμπειρογνώμονα, ασχέτως από το ποιοι ήταν οι σκοποί του και τι είχε στο κεφάλι του όταν τα έλεγε. Αυτά όμως που διάβασα και είδα σήμερα με κάνουν να θλίβομαι ακόμη πιο πολύ – και για άλλους λόγους.
Πήγε ο Βαρουφάκης σε μια πρωινή εκπομπή με δύο τηλεσχολιαστές, έναν άντρα και μια γυναίκα (ούτε τους ξέρω, ούτε μ’ ενδιαφέρει να τους μάθω). Η κουβέντα ήρθε κάποια στιγμή και στο θέμα για τα ναρκωτικά –την έφεραν εκεί οι τηλεσχολιαστές– τσίμπησε κι ο Βαρουφάκης κι άρχισε να λέει πάλι διάφορα. Να υπερασπίζει όσα είχε πει τις προάλλες, να αναγκάζεται να λέει ότι δεν μετάνιωσε και τέτοια, και όλο να του την πέφτουνε, γύρω-γύρω, οι δυο τους.
Αντί να πει... μάγκες μου, ό,τι είπα είπα, δεν γουστάρω να συζητήσω άλλο γι’ αυτό το θέμα, να πούμε για το χρηματιστήριο ενέργειας, το παράλληλο εξω-τραπεζικό σύστημα πληρωμών, τον Τειρεσία, τα δάνεια (όλα αυτά που λέει, και τα οποία είναι και καίρια και σωστά για μένα) έπεσε στην παγίδα να μιλάει για την ντρόγκα. Οπότε κάποια στιγμή τσαντίστηκε ο τύπος –ο οικοδεσπότης τώρα, προσέξτε–, σηκώνεται από το σκαμπό, φεύγει και τον αφήνει μόνο του τον Βαρουφάκη με την άλληνε στο τραπέζι! Οπότε, αμέσως μετά, την κάνει και η άλλη, και μένει εντελώς μόνος του ο Βαρουφάκης στο πάνελ και στο πλάνο!
Μιλάμε για απίστευτη αντιδεοντολογική συμπεριφορά από την πλευρά των τηλεσχολιαστών, εντελώς απαξιωτική προς τον καλεσμένο τους, εγώ θα την χαρακτήριζα έως και αλήτικη, και φυσικά προσβλητική στο έπακρο για τον Βαρουφάκη, ο οποίος βρέθηκε να κάθεται μόνος του στο πλάνο, χωρίς να λέει τίποτα, με τον τύπο και την τύπισσα να τον πετάνε σαν στυμμένη λεμονόκουπα, για να πάνε να υποδεχθούν την επόμενη παρέα.
Εγώ που τα είδα όλα αυτά ντράπηκα. Ντράπηκα για το χάλι και την ξεφτίλα της ελληνικής τηλεόρασης.

16/12026
Ε αφού το βρήκα μπροστά μου με 1 ευρώ, το απόγεμα, είπα να το μαζέψω... 1967 και οι μινιφορούσες, πριν ή μετά τη χούντα, γιόμιζαν τα πεζοδρόμια...
[το ακούτε και στα σχόλια]

16/12026
Ένα από τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στο «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025] είναι και ο γραφίστας/jazz-fan Δημήτρης Θ. Αρβανίτης. Ο Αρβανίτης δεν φιλοτέχνησε μόνο τα 150 πρώτα τεύχη του Jazz & Tζαζ, πάμπολλα εξώφυλλα δίσκων της Columbia στα σέβεντις, πολλά βιβλία τζαζ και μη-τζαζ, αλλά έφτιαξε και κάποιες εκπληκτικές αφίσες όπως αυτή η ιστορική για τη συναυλία του Keith Jarrett, στον Λυκαβηττό, τον Ιούνιο του ’83.
Στο κεφάλαιο «Δημήτρης Θ. Αρβανίτης: ο κόκκινος Jarrett» γράφω διάφορα για τον σημαντικό αυτόν... τζαζ δημιουργό, ενώ πολλά άλλα είναι σπαρμένα σε διάφορα κεφάλαια (π.χ. ο Αρβανίτης είχε πάρει την ιστορική συνέντευξη από τον φίλο του Γιώργο Μπαράκο το 1990, είχε φιλοτεχνήσει τα πρώτα 10 εξώφυλλα/τεύχη του παλαιού «ΤΖΑΖ», είχε κάνει αφίσες για το φεστιβάλ Praxis του Γιαννουλόπουλου κ.λπ.).
Για όλα αυτά θα διαβάσεις στο «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ».

15/1/2026
>>Ο Vali συνεργαζόταν επίσης με έλληνες καλλιτέχνες που βρίσκονταν τότε στην Αμερική, όπως τους Νίκο Γούναρη, Σταύρο Τζουανάκο, Ιορδάνη Τσομίδη, Αργύρη Βαμβακάρη (αδελφός του Μάρκου Βαμβακάρη και διακεκριμένος μπουζουξής) και φυσικά με διάφορους ξένους όπως τον πιανίστα-οργανίστα Norman Gold, τον μπασίστα Chet Amsterdam, τους ουτίστες Udi Hrant και George Mgrdichian, τον βιολιστή Hakki Obadia κ.ά., μεγάλα γενικώς ονόματα του συγκεκριμένου κυκλώματος, εκεί στην αρχή του ’60.<<
Και ο Gus Vali υπήρξε ένα "κομμάτι" της ελληνικής τζαζ, και θα διαβάσεις και γι΄ αυτόν πολλά στις σελίδες 64-68 του "100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025]

14/1/2026
Με αφορμή το θάνατο του Bob Weir διάβασα κάτι τελείως άσχετα – από και-καλά προχωρημένους. Ότι οι Dead ήταν χίπηδες και ότι ήταν ξενέρωτοι σαν συγκρότημα, και κάτι τέτοια.
Κατ’ αρχάς να πω πως η λέξη «χίπιδες» έχει μόνο ελληνική σημασία, αυτή την ξεφτιλο-υποτιμητική του στυλ «χίπιδες και ντιρλαντάδες». Τους Αμερικανούς δεν μπορείς να τους πεις χίπιδες (έχω δει να το μεταφράζουν έτσι και σοβαροί γραφιάδες), γιατί η λέξη έχει άλλο νόημα στην Ελλάδα. Θέλω να πω πως είναι άλλο οι χίπις (hippies) και άλλο οι χίπιδες (τα πουλέν του Παττακού). Άρα το να λες ότι οι Dead ήταν χίπηδες είναι τελείως στο ξεκούδουνο.
Οι Έλληνες θέλανε τους Dead να 'ναι κάπως σαν τους Doors, αλλά οι Dead ήτανε καντρίστες (country) πάνω απ' όλα, όπως ήταν και οι Charlatans (δηλαδή τα πρώτα ψυχεδελικά γκρουπ, από το '64, ήταν βασικά κάντρι). Επειδή λοιπόν πολλοί Έλληνες ροκάδες σιχαίνονται την κάντρι παίρνει η μπάλα και τους Dead. Προτείνω δε σ’ αυτούς που δεν γουστάρουν τα επίσημα άλμπουμ των Dead να ακούσουν τα άλμπουμ “Vintage Dead” (1970) και “Historic Dead” (1971), με εγγραφές του ’66 για να δουν γιατί οι Dead ήταν το Α και το Ω του acid rock εκείνη την εποχή, αν και είμαι σίγουρος πως δεν πρόκειται να καταλάβουν (αφού δεν έχουν καταλάβει μέχρι σήμερα).

14/1/2026
Σε όποιον πολιτικό και αν ασκήσεις κριτική δεν πρόκειται κανείς να σου πει τίποτα – με εξαίρεση τον Κουτσούμπα και τον Τσίπρα. Κι εντάξει για τον Κουτσούμπα, γιατί να ασκήσεις κριτική; Eίναι αυτός που είναι τα τελευταία... 600 χρόνια, αλλά για τον Τσίπρα γιατί να μην ασκήσεις; Και όμως, ό,τι και να πεις θα σου την πέσουνε αμέσως οι... τζιχαντιστές του «οπορτουνισμού».
Βγαίνουν οι άνθρωποι και λένε ότι ο Τσίπρας δεν μας έμπασε στα μνημόνια, αλλά μας έβγαλε! Για μισό λεπτό ρε μάγκες. Πώς μας έβγαλε δηλαδή, αβρόχοις ποσί; Από πάνω μας δεν πέρασε και το τρίτο μνημόνιο; Από τις τσέπες μας δεν τα τράβηξε κι αυτός, για να τα δώσει στους δανειστές; - είτε μας φόρτωσε με 9 δισ. όπως λένε οι Συριζαίοι, είτε με 90 δισ. όπως λένε οι Νεοδημοκράτες (η αλήθεια πρέπει να ’ναι κάπου στη μέση). Γιατί, μάγκες μου, δεν είναι δυνατόν να μην πιστέψουμε πως πληρώσαμε, τελικά, κι ένα κομμάτι τιμωρητικού μνημονίου, λόγω της «περήφανης διαπραγμάτευσης» τού πρώτου εξαμήνου του ’15.
Και είναι γνωστό τοις πάσι πως ο Σαμαράς δεν μπορούσε να πάρει άλλα δολοφονικά μέτρα, παρότι τον πίεζαν αφόρητα οι δανειστές, επειδή δεν θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με τις κοινωνικές αντιδράσεις – για να βρεθεί ο πρόθυμος Τσίπρας να κάνει τη βρώμικη δουλειά, που δεν γινόταν να την τελειώσει ο Σαμαράς.
Βασικά ο Τσίπρας έκαμψε τη λαϊκή αντίδραση κι έβαλε φρένο στη ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας, που βρισκόταν στο φόρτε της το ’14 (κι αυτό είναι το πρώτο μεγάλο έγκλημά του), πολύ πριν από την κωλοτούμπα του καλοκαιριού του ’15, που πήγε μαζί με το θάψιμο των κοινωνικών διεκδικήσεων (που ήταν το δεύτερο) και του μνημονίου, που θα υλοποιούσε (που ήταν το τρίτο).
Τώρα, το γιατί την τελείωσε τη δουλειά ο Τσίπρας, σφάζοντάς μας με το γάντι αυτή τη φορά, και με τις λιγότερες κοινωνικές αντιδράσεις (η κοινωνία ξανα-οδηγήθηκε ως πρόβατο επί σφαγή από κάποιον που δεν είχε κανένα λόγο να το κάνει, καθώς δεν είχε προκαλέσει αυτός τη χρεωκοπία, ούτε το κόμμα του – κι είναι ν’ απορείς, κάπου, γιατί ο Τσίπρας δέχτηκε να επωμιστεί ένα τέτοιο ρόλο), είναι ένα θέμα προς μελέτη βέβαια – αλλά υπάρχουν διάφορες προφανείς εξηγήσεις και γι’ αυτό, που δεν θα τις διαβάσεις στην Ιθάκη.

14/1/2026
Την Καρυστιανού, λέει, τη σέβονταν, πριν πει ότι σκοπεύει να κάνει κόμμα, αλλά μετά θα την αντιμετώπιζαν σαν πολιτικό, σε σχέση με τις θέσεις της κ.λπ. Τρίχες! Λόγια της πλάκας! Όλα ψέματα! Κανένας σεβασμός δεν υπήρξε ποτέ απέναντί της, ούτε ως μάνα, ούτε ως τίποτα, γιατί αν τη σέβονταν, πραγματικά, δεν θα έτρεχε η γυναίκα μέχρι τις Βρυξέλλες για να βρει το δίκιο της και ν’ ανατρέψει την πολυπλόκαμη συγκάλυψη, ενώ και τώρα, μετά την εκδήλωση της πρόθεσής της να πολιτευτεί, την κατακρεουργούν χωρίς αιδώ, πριν κάνει κόμμα εννοείται, πριν μάθουμε το πρόγραμμά της και πριν δούμε ποιους θα έχει δίπλα της. «Σκυλιά», που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Ανίκανα να τηρήσουν έστω και τα προσχήματα.

12/1/2026
Όταν θέλει ο άνθρωπος όλα τα μπορεί. Και κιθάρα, και φυσαρμόνικα, και κρουστά, και μπάσο(!) από ένα άτομο ταυτόχρονα, χωρίς κουμπιά, ποτενσιόμετρα, samples και «πρωτόκολλα». Ο σπουδαίος Jesse Fuller.
[ένα τραγούδι του στα σχόλια, guitar, vocals Bob Weir, Jerry Garcia κ.ά.]

12/1/2026
Στο «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025] θα διαβάσεις απρόσμενα πράγματα, που για χρόνια θα έμεναν στο σκοτάδι. Ένα τέτοιο κεφάλαιο είναι το «Η Κιβωτός της Άμυ: ένας πρωτοποριακός χώρος, που είχε στηθεί στην Πλάκα, στο μέσο του ’60, από την Amy Mims και τον Μίνω Αργυράκη και που είχε σχέση (και) με την αυτοσχεδιαστική τζαζ», που εκτείνεται από την σελίδα 42 έως τη σελίδα 52.
Μέσα σ’ αυτές τις δέκα σελίδες ξετυλίγεται μια ιστορία, που δεν έχει γραφτεί ποτέ με τέτοιες λεπτομέρειες. Μια ιστορία στην οποία συμμετέχουν το ζευγάρι Αργυράκης-Mims, και ακόμη ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Μάνος Χατζιδάκις, οι Σπαθάρηδες, ο Θόδωρος Αντωνίου και άλλοι διάφοροι – ανάμεσα τους και μια τριάδα μαύρων αυτοσχεδιαστών, που θα πρωτοπορούσε, παίζοντας improv-jazz στην Αθήνα του ’65.
Ποιοι ήταν αυτοί οι μαύροι μουσικοί, τι σχέση είχαν με τον Δημήτρη Πολύτιμο και με το συγκρότημα Kingsmen, που εμφανιζόταν τότε στην Αθήνα (και που κάποιοι νομίζουν πως ήταν οι Kingsmen του Louie Louie);
Αυτά μόνο στο «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» θα τα βρεις να τα διαβάσεις...

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

μια συνέντευξή μου για το «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση)» στον 102 FM της ΕΡΤ3

Το «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση)» [Όγδοο, 2025] είναι ένα βιβλίο που, μετά από έξι μήνες κυκλοφορίας, βρίσκεται στα τελειώματά του (πρέπει να έχουν μείνει λιγότερα από 100 αντίτυπα).
Ο κόσμος αγκάλιασε το βιβλίο και τον ευχαριστώ πολύ γι’ αυτό, αλλά οι επαΐοντες, για τους δικούς τους λόγους, δεν το αντιμετώπισαν όπως θα του άξιζε – το λέω υπό την έννοια πως το βιβλίο «ανοίγει» εκατοντάδες θέματα, μέσα από τα οποία μπορεί να υπάρξουν ατελείωτες και ουσιαστικές συζητήσεις.
Ευχαριστώ πολύ, για ακόμη μία φορά, τον Αντρέα Σταματόπουλο από την EΡT3, έναν δημοσιογράφο, που έχει ασχοληθεί με όλα τα βιβλία μου, δίνοντας μου την δυνατότητα να μιλήσω γι’ αυτά.
Εδώ η συζήτησή μας (μαζί και ο Αιμίλιος Σαπρανίδης), που συνέβη στις 9 Ιανουαρίου στην εκπομπή «Επόμενη Στάση: Ενημέρωση», στον 102 FM της ΕΡΤ3.

ΣΑΛΤΟ τα πρώτα τιτιβίσματα

Οι Σάλτο είναι ένα χαλαρό πειραματικό σχήμα, που επιχειρεί να επενδύσει ηχητικά τους στίχους του... ποιητή / «σεναρίστα» Μιχάλη Κριάλη. Το αποτέλεσμα αυτής της απόπειρας είναι η παραγωγή μιας κασέτας, υπό τον τίτλο «Τα πρώτα τιτιβίσματα» [SuzieQ Records, 2024], που κυκλοφορεί από πρόπερσι σε 100 αριθμημένα αντίτυπα. Στην ομάδα του Σάλτο, πέραν του Κριάλη, ανήκουν ο μουσικός-«σκηνοθέτης» Παναγιώτης Καράγιωργας, ο μουσικός-«διευθυντής φωτογραφίας» Δημήτρης Δημητριάδης, ο μουσικός-σχεδιαστής ήχου-«μοντέρ» Στέλιος Γιαννουλάκης (έχουν περάσει και οι τρεις τους από τους Αέρα Πατέρα), και ακόμη οι Γρηγόρης Κακούρης, Πάνος Βογιατζής, Λενιώ Ασβεστά, Ευαγγελία Τσαουσίδου, Γιάννης Ρεμπέτης, Φανή Δημητρακοπούλου, Komo Estas και Κατερίνα Δεκαβάλλα. Τώρα, το τι κάνουν όλοι αυτοί στα «πρώτα τιτιβίσματα» είναι αδιευκρίνιστο – αν και ο ρόλος τους δεν πρέπει να είναι πολύ διαφορετικός από το ρόλο των Familiar Ugly στην ηχογράφηση του “The Parable of Arable Land” (1967) των Red Krayola. Βασικά κάτι παίζουν, κάνοντας θόρυβο, μέσω ακουστικών ή άλλων εφφέ.
Τώρα, οι στίχοι του Κριάλη είναι κάπως... σουρεαλιστικοί ή και ντανταϊστικοί. Εμένα, σε κάποιες περιπτώσεις μού ακούγονται και κάπως... κουκουτάριοι, αλλά όχι με την πριμιτίβ γραφή του Κουκουτάρα, αλλά με μια σημερινή επιτηδευμένη προφανώς (δείγμα: «Δέκα πιτόγυρα βαρβάτα / καλοψημένα και αφράτα / με γύρο χοιρινό γεμάτα / κρεμμύδι και ντομάτα (αυτά είναι!) / (τι έπαιξε ο άνθρωπος!) / τζατζίκι και πατάτα / Άλλοι τρων τα χοιρινά / κι άλλοι τρων τ’ αρνιά)». Εν τω μεταξύ στο “
Pop psychotic medley” ακούς για Ronald Laing, David Cooper, Villa 21 (όχι το συγκρότημα προφανώς) και LSD, ενώ αλλού υπάρχουν αναφορές σε Arnold Schoenberg, “Pierrot lunaire”, J.S. Bach, Κώστα Καρυωτάκη, Σεργκέι Κορόλεφ, Γιούρι Γκαγκάριν κ.λπ. Σχετικά και άσχετα, όλα ανακατωμένα.
Προσωπικά όλο αυτό το υλικό, έτσι όπως είναι αραδιασμένο στην κασέτα, δεν μπορώ να το εντάξω σε μια λογική ροή. Ακολουθεί, θέλω να πω, μια τυχαιότητα, με το ηχητικό κομμάτι να ισορροπεί ανάμεσα στο λόγο, τα ποικίλα samples και τα εφφέ, και σε κάποιες οργανικές παρεμβολές, που δεν ξέρεις αν προέρχονται και αυτές από σαμπλ ή παράγονται μέσω κανονικών παιξιμάτων από τα μέλη της ομάδας (μπορεί και τα δύο, που είναι το πιο πιθανό).
Τέτοια «απροσάρμοστα» άλμπουμ έχουν κυκλοφορήσει στην ιστορία της μουσικής πάρα πολλά μέσα στις δεκαετίες. Ας πούμε τέτοια έκαναν κατά μίαν έννοια οι Intersystems και οι Nihilist Spasm Band, και κυρίως οι Bill Bissett & The Mandan Massacre (όλοι Καναδοί, όλοι από τα late 60s), όπως και άλλοι διάφοροι μέσα στις δεκαετίες φυσικά, οπότε εδώ δεν έχουμε αναγκαστικά κάτι που να μας εκπλήσσει, μα κάτι, πιο πολύ, που να μας προβληματίζει. Ως προς την αναγκαιότητα, εννοούμε, τέτοιων πειραματισμών σε σχέση πάντα με την τοποθέτηση και τη λειτουργικότητά τους στην Ελλάδα του σήμερα και σε κάτι πέρα από το... καπρίτσιο. Αναζητείται, θέλω να πω, μια ευρύτερη πλατφόρμα πάνω στην οποία θα μπορούσε να πατήσουν και «τα πρώτα τιτιβίσματα». Τώρα, γι’ αυτό καθαυτό το ηχητικό κομμάτι... δεν ξέρω. Είναι από τις περιπτώσεις που θα πρέπει να αποφασίσει ο καθένας μόνος του αν τον αφορά.
Επαφή: https://salto1.bandcamp.com/album/first-chirps

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ο Π. Ένιγουεϊ στο Νέο Πλανόδιον, για το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ»

100 χρόνια ελληνική τζαζ
 
γράφει ο Π. Ένιγουεϊ
*
Το γράφω εξαρχής: το βιβλίο-οδηγός του Φώντα Τρούσα 100 χρόνια ελληνική τζαζ  (Όγδοο, 2025) είναι ένα εμβληματικό έργο. Το καταλαβαίνει κανείς από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για έναν χορταστικό και λεπτομερή τόμο, αλλά γιατί πίσω του διακρίνεται μια μακρόχρονη και παθιασμένη σχέση του συγγραφέα-ερευνητή με το αντικείμενο. Προσωπικά, το αντιλαμβάνομαι ως την ελληνική εκδοχή του Jazz: Ρεύματα και στυλ του Mark Gridley (Αρχιπέλαγος, 2014). Στα υπέρ του συγγραφέα συγκαταλέγεται ότι δεν εγκλωβίζεται στην «καθαρόαιμη» τζαζ, αλλά αντίθετα, παρακολουθεί τις διασταυρώσεις της και με άλλα μουσικά ρεύματα: bossa nova, soul, blues, groove, exotica. Η ιστορία της ελληνικής τζαζ, άλλωστε, δεν γράφτηκε σε ίσια γραμμή. Δεν ξεκίνησε από σχολές ή ιδρύματα, αλλά στηρίχτηκε στις σκόρπιες εμφανίσεις και προσωπικές εμμονές ανθρώπων που πίστεψαν στη μουσική αυτή, ενίοτε κόντρα στις συνθήκες.
Το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί μια συνοπτική χαρτογράφηση αυτής της εκατονταετούς διαδρομής, χωρισμένης σε πέντε περιόδους. Δεν φιλοδοξεί να επιβάλει κάποιο κανόνα, αλλά αποτελεί έναν οδηγό ακρόασης, σε άμεσο διάλογο με το βιβλίο του Φώντα Τρούσα.
 
1) Πρώτη περίοδος (1925–1960): Από το βαλς στο swing
Η τζαζ κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1920, ακολουθώντας το ρεύμα που σαρώνει την Ευρώπη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα βαλς και τα τανγκό δίνουν σιγά-σιγά τη θέση τους στο swing, στο boogie-woogie και αργότερα σε λάτιν ρυθμούς. Η πρώτη καταγεγραμμένη εγχώρια απόπειρα είναι το foxtrot «Τζαμάνια» (1925) με τα φωνητικά της Λύδας Μπέργκ.
Την ίδια περίοδο, η τζαζ δεν ακούγεται μόνο μέσα από δίσκους αλλά και ζωντανά. Το 1927 εμφανίζεται στην Ελλάδα ο Sidney Bechet, ένας από τους πρώτους μεγάλους σολίστες της τζαζ. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1934, η Josephine Baker εμφανίζεται στο Παλλάς και προκαλεί ενθουσιασμό στον Τύπο — με εξαίρεση τον Ριζοσπάστη*, που καταγγέλλει τον «χυδαίο αισθηματισμό» των αστικών κύκλων, την ίδια στιγμή που η Baker αγωνίζεται δημόσια για τα δικαιώματα των μαύρων.
Στα κέντρα της εποχής παίζουν μικρά σχήματα, όπως οι αδελφοί Σπάθη στα «Παράδεισος» και «Ακαπούλκο» κατά την Κατοχή και, αργότερα, στο «Ντελίς», ενώ συγκροτήματα όπως οι Trio Los Paraguayos εμφανίζονται από το 1944 μέχρι και τη δεκαετία του ’60. Παράλληλα, η Αθήνα φιλοξενεί διεθνή καλλιτεχνικά γεγονότα, όπως την περιοδεία της όπερας Porgy and Bess το 1955, αλλά και συναυλίες των Dizzy Gillespie (1956) και Louis Armstrong (1959), που φέρνουν τον αυθεντικό αμερικανικό ήχο στο ελληνικό κοινό.
 
2) Δεύτερη περίοδος (1960–1974): Κοσμοπολιτισμός και soundtrack
Η δεκαετία του ’60 είναι μια κοσμοπολίτικη φάση για την ελληνική τζαζ καθώς Έλληνες μουσικοί ταξιδεύουν στο εξωτερικό και συμμετέχουν σε διεθνή φεστιβάλ – όπως η ορχήστρα του Γεράσιμου Λαβράνου. Παράλληλα η τζαζ περνά μέσα από το τραγούδι (Φώτης Δήμας, Γιάννης Βογιατζής), τον κινηματογράφο και τις ορχήστρες της «ελαφράς» μουσικής. Δημιουργοί όπως ο Γιώργος Μουζάκης, ο Κώστας Κλάββας, ο Κώστας Καπνίσης και ο Μίμης Πλέσσας ενσωματώνουν στοιχεία swing και bop στα soundtracks των κινηματογραφικών ταινιών (κάποια από τα οποία κυκλοφόρησαν ως αυτόνομα άλμπουμ τριάντα χρόνια αργότερα…).
Ο Μανώλης Μικέλης ακολουθεί διεθνείς διαδρομές (Βηρυτός, Μιλάνο, Παρίσι, Δυτική Γερμανία, και στην Ισπανία δημιουργεί τους Manny Kelly Orquesta), ενώ στα καθ’ ημάς τραγουδίστριες όπως η Αλέκα Κανελλίδου, η Τζένη Βάνου και οι αδελφές Μπρόγιερ κινούνται άνετα ανάμεσα στο «ελαφρύ» τραγούδι και την τζαζ αισθητική. Η Νανά Μούσχουρη, με τη συνεργασία της με τον Quincy Jones, εκτοξεύει την ελληνική φωνή στο παγκόσμιο τζαζ γίγνεσθαι.
Ξεχωριστή θέση κατέχει η περίπτωση του Γεράσιμου Λαβράνου, ενός μουσικού που σήμερα έχει σχεδόν ξεχαστεί, αλλά τη δεκαετία του ’60 γυρίζει τον κόσμο με την ορχήστρα του. Παίζει σε χώρους όπως το Piccadilly στο Λονδίνο, το Florida Park στη Μαδρίτη, το Blue Note στο Άμστερνταμ και το Hilton στο Παρίσι, απευθυνόμενος όχι σε ελληνικές παροικίες, αλλά σε ένα «απαιτητικό» διεθνές κοινό — όπως το αποκαλεί ο ίδιος σε συνέντευξή του.
Την ίδια στιγμή εμφανίζονται και κάποιες τολμηρές, υβριδικές κατευθύνσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν δύο προσωπικά άλμπουμ του Μίμη Πλέσσα, που τότε δεν έλαβαν την προσοχή που τους άξιζε: το Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda (1965) (ένα όργανο που φιλοδοξούσε να σταθεί δίπλα στο Hammond) και το Greece Goes Modern (1967), όπου ο Πλέσσας «δανείζεται» δέκα ελληνικούς χορούς από διαφορετικές περιοχές της χώρας (από τον Μοριά έως την Κρήτη και το Αιγαίο) και τους προσαρμόζει στην αισθητική των 60ς. Ένα εγχείρημα που, τριάντα χρόνια αργότερα, θα επαναφέρουν εξίσου εμπνευσμένα οι Mode Plagal (με μια αύρα 70ς).
Εντύπωση προκαλεί και η διαδρομή δύο ιδιότυπων μουσικών μορφών: του ελληνοαμερικανού κλαρινίστα Gus Vali και του μπουζουξή Ιορδάνη Τσομίδη. Και οι δύο δεν ακολούθησαν τις αναμενόμενες «επιταγές» των οργάνων τους, αλλά συνεργάστηκαν με σημαντικούς μουσικούς της Αμερικής, παρουσιάζοντας μια πρωτότυπη μορφή «ελληνικής τζαζ», (όταν ακόμα δεν υπήρχε ο όρος ethnic jazz). Τέλος, το θεωρητικό έργο του Σάκη Παπαδημητρίου εμφανίζεται ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 στο περιοδικό Διαγώνιος του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Σημαντικό θεωρείται το βιβλίο του Θέματα και πρόσωπα της σύγχρονης τζαζ (1950–1970) (εκδ. Διαγωνίου, 1974).
 

3) Τρίτη περίοδος (1974–1990): Πλουραλισμός, αυτοσχεδιασμός και φεστιβαλική «έκρηξη»
Μετά τη Μεταπολίτευση, η ελληνική τζαζ αλλάζει πρόσωπο: γίνεται πιο ανήσυχη, πιο πειραματική. Ο ντράμερ Χρήστος Στασινόπουλος συνεργάζεται με τους Axis στη Γαλλία — από τα πρώτα ελληνικά σχήματα που καταφέρνουν να σταθούν εκτός συνόρων μετά τους Aphrodite’s Child — ενώ λίγο αργότερα εμφανίζονται οι Sphinx, και οι Αποστόλης Άνθιμος και ο Κώστας Σφέτσας. Η τζαζ της εποχής έχει ένταση, ροκ ενέργεια και ηλεκτρικό νεύρο.
Επίσης αναπτύσσεται η αυτοσχεδιαστική σκηνή σε διάλογο με τη free jazz. Ο Σάκης Παπαδημητρίου και ο Φλώρος Φλωρίδης, συχνά σε συνεργασία με τον κοντραμπασίστα Peter Kowald, διαμορφώνουν έναν ήχο βασισμένο στη «στιγμιαία» φόρμα και έκφραση. Καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι χώροι. Το Jazz Club του Γιώργου Μπαράκου γίνεται σημείο αναφοράς, ενώ φεστιβάλ όπως το Praxis Jazz, το Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ της Θεσσαλονίκης και το Φεστιβάλ Πάτρας (με επικεφαλής τον Θάνο Μικρούτσικο) φέρνουν στην Ελλάδα καλλιτέχνες όπως ο Pharoah Sanders, οι Chick Corea – Gary Burton, ο Keith Jarrett και ο Wynton Marsalis, πέρα από τις συναυλίες-ορόσημα των Ella Fitzgerald, Sun Ra και Miles Davis. Παράλληλα παρατηρείται μια πρωτόγνωρη εκτίναξη στην κυκλοφορία άλμπουμ ελληνικής τζαζ – σχήματα, μπάντες, μουσικοί ξεπηδούν από παντού.
 
4) Τέταρτη περίοδος (1990–2000): Ανεξάρτητες εστίες και πειραματισμός
Η πειραματική διάθεση συνεχίζεται καθ’ όλη τη δεκαετία του ’90 και η avant-garde σκηνή βρίσκεται στα καλύτερά της με δίσκους των Ανδρέα Γεωργίου και Γιώργου Μεταξά (My friend Mephisto, 1997). Ο Γιώργος Κοντραφούρης, πιο «λαϊκός» και πιο προσγειωμένος αισθητά σε σχέση με τους δύο προαναφερθέντες, θα εξελιχθεί σε κορυφαίο δεξιοτέχνη των πλήκτρων — πιανιστικών και μετέπειτα… χαμοντικών.
Ταυτόχρονα, οι Mode Plagal επανασυνδέουν την τζαζ με την ελληνική παράδοση μέσα από funk και soul φίλτρα, ενώ οι Human Touch / David Lynch προτείνουν έναν πιο λυρικό, «απολλώνιο» ήχο. Σημαντικό ρόλο παίζει και η ανεξάρτητη Ano Kato Records του Γιώργου Τσακαλίδη, που δίνει στη σκηνή παραγωγές με βαλκανικούς δρόμους και ανατολικές αποχρώσεις – ένα ρυθμικό κράμα Ανατολής και Δύσης.
5) Πέμπτη περίοδος (2000–2025): Διεθνοποίηση και ψηφιακή εποχή
Η νέα εκατονταετία ανοίγει με τη σειρά «Έλληνες και Ινδοί», όπου ο Πετρολούκας Χαλκιάς και ο Ross Daly, μεταξύ άλλων, συνεργάζονται με κορυφαίους μουσικούς της Ινδίας τόσο στο στούντιο όσο και σε ζωντανές εμφανίσεις. Συνεχίζεται με τους πειραματισμούς των Μιχάλη Σιγανίδη, Χρήστου Γερμένογλου, του Σάκη Παπαδημητρίου (Piano Voices, 2018) και τους «διεθνείς» Τάνια Γιαννούλη (Solo, 2023) και Πέτρο Κλαμπάνη (Latent Info, 2025). Υπάρχουν παράλληλα και πιο «προσγειωμένα» και «παιχνιδιάρικα» τέμπο όπως  το Global vision (2011) του Γιώργου Τρανταλίδη, και η organ jazz του Γιώργου Κοντραφούρη (Our Groove Your Move, 2023). Αξίζει να αναφερθεί επίσης η ώριμη δουλειά του Τάκη Μπαρμπέρη Jargon (2013), αλλά και η ιδιαίτερη περίπτωση του ομώνυμου άλμπουμ των Jan Van (2015), μια μεταμοντέρνα εκδοχή δημοτικών τραγουδιών της δεκαετίας του ’70 και στίχους του Ευθύμη Φιλίππου, που κυκλοφόρησε αρχικά σε… κασέτα και έπειτα σε βινύλιο.
Αλλά ας μην κουράσω τον αναγνώστη με περισσότερα ονόματα ή τίτλους άλμπουμ, δεδομένου ότι ο συγγραφέας καταγράφει σχεδόν όλους τους μουσικούς και τις μπάντες που διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο έως και το 2025. Θα σημειώσω μόνο ότι ο τόμος αυτός αποτελεί απόσταγμα των δημοσιεύσεων του Φώντα Τρούσα στο περιοδικό Jazz και Τζαζ (συντάκτης επί 18 έτη), στη Lifo, στο προσωπικό του μπλογκ Δισκορυχείον και αλλού: μια προσωπική έρευνα δηλαδή που ξεπερνά την τριακονταετία.
Αξίζει επίσης να ειπωθεί πως τη δεκαετία του ’90 η ανεύρεση δίσκων και πληροφοριών ήταν κοπιώδης διαδικασία, μιας και το διαδίκτυο ήταν ακόμη στα σπάργανα. Με την ψηφιοποίηση των βινυλίων και αργότερα με πλατφόρμες όπως το YouTube και το Spotify, ήρθαν στο φως αμέτρητα «κρυμμένα» διαμάντια — όπως εκείνα που συγκεντρώνονται και στην προσωπική συναγωγή στο Spotify που ετοίμασα ειδικά για το παρόν άρθρο, διαβάζοντας παράλληλα τον τόμο του Φώντα Τρούσα.
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Γιώργου Χαρωνίτη, εκδότη του Jazz και Τζαζ. Ο γράφων διατηρεί μια ιδιαίτερη σχέση με τα γραφεία όπου στεγαζόταν το περιοδικό, καθώς περνά σχεδόν καθημερινά μπροστά από το κτήριο επί της οδού Τσάμη Καρατάσου — δρόμος με νεοκλασικά κτήρια του Μεσοπολέμου — πηγαίνοντας προς τη στάση του Μετρό Συγγρού-Φιξ ή βολτάροντας προς το κέντρο.
Εν κατακλείδι, θα ήθελα να μεταφέρω ένα σπαρταριστό απόσπασμα από το βιβλίο, παρμένο από διήγηση του Κωνσταντίνου Τζούμα στο Πανωλεθρίαμβος (Καστανιώτης, 2010). Την ημέρα της συναυλίας του Miles Davis στο Θέατρο του Λυκαβηττού (1–2 Ιουλίου 1985), ο Τζούμας έχει πρόβα με τον Κώστα Βουτσά για τις Θεσμοφοριάζουσες (σκην. Γιώργος Μεσσάλας) και σκέφτεται πώς θα μπορούσε να φύγει νωρίτερα από την πρόβα για να προλάβει τη συναυλία…
 
https://neoplanodion.gr/2026/01/12/100-xronia-ellenike-tzaz/?fbclid=IwY2xjawPVs-xleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFOejU1RjE5UkRyT1ozN1VRc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHn6ZrL4pmRf1jXxbr16BIdl-hOpYmZqN8-VDblkR4KYyeQ5V-99oMNAOo6Bw_aem_UqthdXK1g_4WizV2cblACA#more-36541

COMACOZER & CONGULUS αυστραλοί και τούρκοι με hard και space αναφορές σ’ ένα split LP

Ένα split LP έχουμε εδώ, μια κυκλοφορία της Sound Effect, που αφορά δύο συγκροτήματα – με την πρώτη πλευρά να αποκαλείται Psychikos / Reverberations Vol. 2” και να αφορά τους Αυστραλούς (από το Σίδνεϊ) Comacozer και με την δεύτερη να τιτλοφορείται Sanri και να αφορά τους Τούρκους (από την Κωνσταντινούπολη) Congulus.
Οι Comacozer είναι μία τριπλέτα (Rick κιθάρες, Rich μπάσο, Andrew κρουστά), η οποία καταγράφεται σε τρία tracks, που έχουν τίτλους “Kairos”, “Aion” και “Chronos”. Προφανώς λέμε για κομμάτια στα οποία κυριαρχεί η κιθάρα, η οποία αναπτύσσεται αέναα, κινούμενη σε eastern και κάποιες φορές σε noisy διαδρομές – κάτι που χοντρικά συμβαίνει, με τις όποιες ρυθμικές διαφοροποιήσεις, και με τα τρία tracks της πρώτης πλευράς. Προσωπικά ανακάλεσα εδώ τους Αμερικανούς Terry Brooks & Strange και άλλες μπάντες του psychedelic-space-hard rock (τους Hawkwind π.χ. στο “Aion”), και η αλήθεια είναι πως οι Comacozer τα καταφέρνουν πολύ καλά σ’ αυτό που κάνουν, δημιουργώντας σε... ποσότητες και το «χάσιμο» και την έκσταση (στο 10λεπτο “Chronos”).
Για τους Congulus γράψαμε παλαιότερα στο blog (με αφορμή το άλμπουμ τους G​ö​ç​ebe”, ενώ τώρα τους απολαμβάνουμε στην πλευρά “Sanrı”, τούτου του split LP, μέσα από τα κομμάτια τους “Sann I”, “Lain” και “Sann II”. Μέλη των Congulus είναι οι Cihan Önder κιθάρες, σύνθια, Fatih Can Oklay μπάσο και Tayfun Gür ντραμς, με τις συνθέσεις να προσιδιάζουν στο anadolu rock (λογικό), διαθέτοντας και άλλα χαρακτηριστικά – δανεισμένα κυρίως από το hard rock, το stoner, το space rock, ακόμη και το electronic rock στην εισαγωγή του “Sann II”. Και στις μικρές διάρκειες (στα πρώτα δύο tracks), μα και στην περίπτωση του 9λεπτου τρίτου κομματιού οι Τούρκοι δείχνουν, για μιαν ακόμη φορά, χαρακτήρα.
Πολύ δυνατό άλμπουμ, από δύο μπάντες που κινούνται σε κοντινές διαδρομές (όπως πρέπει να συμβαίνει με τα «σωστά» split LPs).
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/reverberations-vol-2-sanri-psychikos

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

ο Κώστας Μπαλαχούτης για το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» στο σάιτ SPORtime

>>Οι εκδόσεις Όγδοο τα τελευταία χρόνια έχουν παρουσιάσει ένα σημαντικό αριθμό «μουσικών» βιβλίων πλατιάς γκάμας. Ανάμεσά τους και τρία του Φώντα Τρούσα που πραγματικά «κάνουν τη διαφορά». Πρόκειται για τα «Ραντεβού στο Κύτταρο: Η ελληνική ποπ & ροκ μουσική μέσα από τη δισκογραφία της / 1965 – 1982», «Ροκ, ελληνικό ροκ, κοινωνία & πολιτική στη μακρά δεκαετία του ’60 / μία αντι-ανάγνωση» και «100 χρόνια ελληνική τζαζ». Το τελευταίο μόλις κυκλοφόρησε.
Τα βιβλία του Τρούσα είναι πολύτιμα γιατί ο ίδιος και θέλει αλλά και ξέρει να τα πει. Μιλάει για πρόσωπα και θέματα «χωνεμένα», για καλλιτέχνες και πονήματα που πρώτα έχει ακούσει και στη συνέχεια «ζυγίσει» και αναλόγως «τοποθετήσει». Το γράφω αυτό γιατί αρκετοί μελετητές δεν έχουν «λιώσει» στην ακρόαση με όσα και όσους καταπιάνονται.
Εκτός από τα παραπάνω ο Τρούσας, διαθέτει πλατιά εμπειρία και το χάρισμα της καίριας και άμεσης γραφής. Η μεστή γνώση, η σμιλεμένη αισθητική και τα «γούστα» του βγαίνουν ξάστερα συχνά και «ανατρεπτικά» στο καταστάλαγμά του. Σε μια άμετρη εποχή που πλημμυρίσαμε από ανθρώπους που γράφουν για όσα… δεν ξέρουν και που διαβάζουμε σχεδόν παντού τα ίδια και τα ίδια, η παρουσία και τα αμανάτια του Τρούσα κρατάνε γερά τα «ζύγια».<<
https://www.sportime.gr/extratime/ta-politima-mousika-vivlia-tou-fonta-trousa/

THE SKELTERS έλληνες που παίζουν... αμερικάνικο rock

Οι Skelters είναι παλιό ελληνικό συγκρότημα, καθότι σχηματίστηκαν στο μέσο της δεκαετία του ’90. Συνεπεία αυτού είναι να έχουν δώσει τρεις δίσκους μέσα στις δεκαετίες, με τον πιο πρόσφατο απ’ αυτούς να αποκαλείται Con Mans Chronicles [Sleazy Rider SRL, 2025] (φετινή κυκλοφορία). Μέλη των Skelters είναι οι Daniel Charavitsidis ντραμς, φωνή, Angel Harvits μπάσο, φωνή, Kostis Vogiatzoglou κιθάρες, πλήκτρα, φωνή, με το νέο CD τους να περιλαμβάνει δέκα δικά τους κομμάτια πούρου αμερικάνικου ροκ. Τι ροκ; Σαν εκείνου που κινείται ανάμεσα στο κλασικό FM rock / AOR και το σχετικό (και πάντα αμερικανικό) των 80s. Θέλω να πω το ροκ του Bob Seger εκείνων των ετών, του Tom Petty και του John Fogerty – προσαρμοσμένο, όμως, στο σήμερα.
Το κάνουν καλά αυτό που κάνουν οι Skelters (και ως πολύ καλοί μαθητές των παλιών-παλιών R.E.O. Speedwagon). Το λέω, γιατί και οι συνθέσεις τους είναι καλές, και τα λόγια τους στέκονται μια χαρά, και οι ερμηνείες τους είναι πειστικές, ενώ, και από πλευράς παιξιμάτων, η μπάντα, με αυτόν τον κάπως ξερό και μελετημένα ακατέργαστο ήχο της, δείχνει να ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει. Το λέω υπό την έννοια πως το να παίζεις τέτοια μουσική στην Ελλάδα των 2020s σημαίνει πως έχεις αποδεχτεί ότι κάνεις πρωτίστως το κέφι σου – και αυτό, η συνειδητοποίηση αυτού εννοώ, δεν είναι μικρό πράγμα.
Το “Con Mans Chronicles” κυλάει ευχάριστα, αυτό είναι σίγουρο, και πολλές μελωδίες, που έχουν country rock επιρροές (ανεξαρτήτως από το πώς εκείνες αποδίδονται, αν μετατρέπονται σε πιο AOR ή όχι) δίνουν έξτρα μπόνους στους Skelters, που μπορούν να υπερηφανεύονται για κάποια τραγούδια τους (σαν το “Pro soul” ας πούμε ή σαν το “A never ending story”), δίχως να υπαινίσσομαι κάτι για τα υπόλοιπα.
Επαφή: www.theskelters.com

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ο Έριχ φον Ντένικεν, που έκανε μόδα τους «εξωγήινους», πέθανε στα 90 του – ο Ελβετός συγγραφέας είχε επισκεφθεί την Ελλάδα, το 1978

Την έκφραση «ποπ κουλτούρα» εδώ και καιρό αποφεύγω να τη χρησιμοποιώ, επειδή έχει φθαρεί, καθώς πολλές φορές χρησιμοποιείται άνευ λόγου και αιτίας, και για λόγους εντυπώσεων. Όμως στην περίπτωση του ελβετού συγγραφέα Erich von Däniken, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγες μέρες, στις 10 Ιανουαρίου, στα 90 χρόνια του, νομίζω πως ταιριάζει γάντι.
Υπήρξε ένα ποπ πρόσωπο ο Däniken, που επηρέασε βαθιά τον κόσμο. Το ισχυρίζομαι, γιατί στα σέβεντις βασικά, ο Ελβετός κατέστη παγκόσμιο είδωλο, με τα βιβλία του να πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα παντού, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, αφήνοντας ο ίδιος το αποτύπωμά του σε κάθε χώρο του επιστητού. Βεβαίως στη μουσική και τον κινηματογράφο, σίγουρα στη λογοτεχνία, υποθέτω στα εικαστικά, και οπωσδήποτε στα λαϊκά περιοδικά, τα κόμικς και τις εφημερίδες, που έσπευδαν να αναπαράγουν κάθε δήλωσή του, δημιουργώντας, όλα τούτα, μία γενικότερη φρενίτιδα σε σχέση με τους «εξωγήινους», τα UFO και την άκρατη (ψευδο)επιστημονική φαντασία.
Ο Däniken ξεκινάει από το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 να διατυπώνει τη βασική δοξασία του, πως η Γη είχε δεχθεί στο παρελθόν επισκέψεις από ανώτερους εξωγήινους πολιτισμούς κ.λπ. (δεν θα ήταν ο πρώτος, αφού σ’ ένα επίπεδο μυθοπλασίας είχε προηγηθεί
o Charles Fort, ο H.P. Lovecraft και άλλοι διάφοροι), γράφοντας άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, που θα κατέληγαν τον Φεβρουάριο του 1968 στην έκδοση του πρώτου βιβλίου του, που είχε τίτλο «Αναμνήσεις από το Μέλλον» (ένα βιβλίο, που θα διαβαζόταν πολύ και στην Ελλάδα, όταν θα κυκλοφορούσε από τις εκδόσεις Ηριδανός).
Ήδη από το τέλος των σίξτις τα περιοδικά στη χώρα μας ασχολούνται μαζί του. Έτσι, σ’ ένα μεταφρασμένο δικό του άρθρο, που θα δημοσιευόταν στο «Πρώτο» [τεύχος #469, 13 Ιουνίου 1969] ο Däniken θα ισχυριζόταν πως «οι αρχαίοι θεοί ήταν αστροναύτες», οδηγώντας το περιοδικό να γράψει στο lead «για την επαναστατική θεωρία του Ελβετού αρχαιολόγου», σημειώνοντας παράλληλα πως ό,τι θα διαβαζόταν στη συνέχεια «δεν αντιπροσωπεύει με κανέναν τρόπο τις απόψεις του εντύπου». Φύλαγε τα ρούχα σου...
Βασικά, ο Däniken δεν ήταν αρχαιολόγος, ούτε... επαναστατικές θεωρίες διατύπωνε, απλώς σε μια εποχή όπου το διάστημα και οι αστροναύτες πρωταγωνιστούσαν στην πραγματικότητα (σχεδόν ένα μήνα αργότερα, από εκείνο το τεύχος του «Πρώτου», ο Neil Armstrong θα πατούσε στη Σελήνη), υπήρχε μια βουλιμία κατανάλωσης τέτοιων ειδήσεων, με τον κόσμο να διαβάζει, με το στόμα ανοιχτό, οτιδήποτε αφορούσε το υπερπέραν – πόσο μάλλον προβοκατόρικα διαπλανητικά κείμενα, όπως εκείνα του Ελβετού.
Το ’69 θα ακολουθήσει νέο βιβλίο, το «Επιστροφή στ’ Άστρα» [Ηριδανός, 1970], που πορευόταν στα χνάρια του προηγούμενου. Ο Däniken ταξιδεύει ανά τον κόσμο (Νότια Αμερική, Ινδία, Σοβιετική Ένωση), προκειμένου να στηρίξει την προαποφασισμένη πεποίθησή του πως εξωγήινοι αστροναύτες είχαν επισκεφθεί τη Γη, στην αρχή της ιστορίας της.
Βαθαίνοντας τις... μελέτες του, αρνούμενος την εξελικτική θεωρία, και γυρίζοντας για τρίτη φορά τον κόσμο, ο Däniken κυκλοφορεί το 1972 το επόμενο βιβλίο του, που είχε τίτλο «Σπορά στο Διάστημα» [Ηριδανός], σπάζοντας και πάλι τα ταμεία – με τις πωλήσεις των βιβλίων του να ξεπερνούν, εκείνη την εποχή, τα τρία εκατομμύρια αντίτυπα.
Ακολουθεί την επόμενη χρονιά το βιβλίο «Ο Κόσμος μου σε Εικόνες» [Ηριδανός, 1973], στο οποίο αποτυπώνονται μερικές εκατοντάδες ασπρόμαυρες και έγχρωμες φωτογραφίες από τα ταξίδια του Ελβετού σε διάφορες χώρες, οι οποίες (εικόνες) δρουν, υποτίθεται, ως «αποδεικτικά στοιχεία» των εικασιών του, τέλος πάντων όλων εκείνων που είχαν περιγραφεί στα προηγούμενα βιβλία του.
Αυτή η εποχή, το καθοριστικό πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70, θα έκλεινε με το πέμπτο βιβλίο του Däniken «Τα Θαύματα / Φαινόμενα που ερεθίζουν τον κόσμο» [Ηριδανός, 1974], στο οποίο συνοψίζονταν και βάθαιναν όλα τα γνωστά συμπεράσματά του. Ποια ήταν αυτά; α. Η Γη είχε δεχτεί επανειλημμένες επισκέψεις από εξωγήινους αστροναύτες στην προϊστορία της, β. Εκείνα τα όντα είχαν δράσει αποφασιστικά, ώστε να μετατραπεί το ανθρώπινο είδος σε σκεπτόμενο, γ. οι εξωγήινοι αστροναύτες μάς «έπλασαν» κατ’ εικόνα και ομοίωσίν τους και δ. οι προϊστορικοί άνθρωποι αποτύπωσαν εκείνη την «εμπειρία» τους είτε μέσω της Τέχνης είτε την επεξέτειναν μέσω των δικών τους μυθολογιών.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/o-erih-fon-nteniken-poy-ekane-moda-toys-exogiinoys-pethane-sta-90-toy

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

AKIRA SAKATA / GIOTIS DAMIANIDIS / GIOVANNI DI DOMENICO / ALEKSANDAR SKORIC / PAAL NILSSEN-LOVE / PETROS DAMIANIDIS / TATSUHISA YAMAMOTO υπερέντασις

Πρόκειται για ένα πολύ περιποιημένο, εικαστικά, gatefold 2LP (με πολύ ωραία χαρτιά, τυπώματα και obi), που ετοίμασε με το γνωστό πλέον μεράκι της η defkaz RECORDS από τη Θεσσαλονίκη. Το free-improv αυτό άλμπουμ, που αποκαλείται Hyperentasis (2025), καταγράφει δύο διαφορετικά live, στα οποία συμμετέχουν δύο διαφορετικά κουιντέτα (με κάποια κοινά μέλη ανάμεσά τους). Να ξεκινήσουμε από το πρώτο, δηλαδή από τις πλευρές Α και Β, που αποκαλούνται “Entasis”.
Εδώ ακούμε τους Akira Sakata άλτο σαξόφωνο, κλαρίνο, φωνή, κρουστά, Giovanni di Domenico πιάνο, Γιώτη Δαμιανίδη ηλεκτρική κιθάρα, Πέτρο Δαμιανίδη κοντραμπάσο και Aleksandar Škorić ντραμς, καταγραμμένους στο Duende Upstairs της Θεσσαλονίκης, στις 27 Μαρτίου του 2023, από τον Χρήστο Χαρμπίλα (μείξη από τον di Domenico και mastering από τον Τίτο Καργιωτάκη). Ο Sakata δεν είναι η πρώτη φορά που ακούγεται μαζί με έλληνες μουσικούς σε δίσκο, καθώς υπάρχει και το LP Hōryū​-​Ji” [mr. nakayasi, el NEGOCITO Records, 2019], όταν ο ιάπωνας μουσικός είχε εμφανισθεί μαζί με τους Χρήστο Γερμένογλου, Giovanni Di Domenico και Γιώτη Δαμιανίδη. Τότε είχα δώσει μερικά στοιχεία για τον Sakata, που καλό είναι να τα επαναλάβω, με αφορμή την τωρινή έκδοση.
Ο άλτο, βασικά, σαξοφωνίστας (αλλά και κλαρινίστας) Akira Sakata είναι μία από τις πολύ μεγάλες μορφές της ιαπωνικής free jazz, με πάμπολλες ηχογραφήσεις και κυκλοφορίες. Οι πιο παλαιές παρουσίες τού Sakata στο βινύλιο πρέπει να προέρχονται από το 1973 (τότε ήταν μέλος του περίφημου Yosuke Yamashita Trio), συμμετέχοντας ακόμη και σε εγγραφές άλλων ιαπωνικών ονομάτων... folk (Kan Mikami) ή και country-rock (Hachimitsupai). Με το Yamashita Trio έκανε, μάλιστα, μεγάλο όνομα και στην Ευρώπη, μέσω των εγγραφών του(ς) στη γερμανική Enja, καθώς άλμπουμ σαν το “Clay” (1974) θεωρούνται σήμερα κλασικά (και εκπληκτικά!). Βεβαίως στην πορεία ο Sakata θα βρεθεί ή θα συνεργαστεί με διάφορα ονόματα (Wha-ha-ha, Last Exit, Peter Kowald, DJ Krush, Terumasa Hino, Bill Laswell, Jim O'Rourke, Jeff Parker, Paal Nilssen-Love, Ken Vandermark, Peter Brötzmann, Hijokaidan κ.ά.), χωρίς όμως οι παρουσίες του να είναι... άπειρες. Θέλω να πω πως για τα μέτρα των free-improvisers, που έχουν ατελείωτη δισκογραφία, ο Sakata μοιάζει πιο επιλεκτικός και εκλεκτικός.
Το “Entasis” αποτελείται από τέσσερα tracks, δύο ανά πλευρά, τα οποία έχουν διάρκειες 11:14, 11:36, 17:43 και 4:27 λεπτά. Το πρώτο (“Collision path”) ξεκινά κάπως αργά και σε χαμηλό volume, με συνεισφορά απ’ όλα τα μέλη του κουιντέτου, για να ανεβάσει στροφές και volume συν τω χρόνω, με τον Sakata να δίνει το πρόσταγμα, και με τους υπόλοιπους μουσικούς να αναλαμβάνουν παράλληλες δράσεις «φορτώνοντας» τη «σύνθεση», που εξελίσσεται σε free παρανάλωμα (με συνεχή γεμίσματα από το πιάνο του di Domenico, κιθαριστικές ατασθαλίες και θορύβους από τον Γ. Δαμιανίδη και με το rhythm section να ακούγεται σαν σε... ελεύθερη πτώση). Το ήπιο πιανιστικό ξεκίνημα τού “Atsumori no saigo(I) / Kaigara-Bushi(II)” –με τον Sakata να επιδίδεται σε βοκαλισμούς-λαρυγγισμούς, συν την ατμοσφαιρική avant-rock κιθάρα του Γ. Δαμιανίδη–, εξελίσσεται σ’ ένα αληθινό rock improv, το οποίο εξισορροπείται από τα πνευστά του Ιάπωνα και την προσήκουσα συνοδεία των Π. Δαμιανίδη / Škorić. Το 18λεπτο “Lernaen Hydra”, που ανοίγει την Side B, εισάγεται από το πιάνο του di Domenico και την κιθάρα του Δαμιανίδη, μαζί με κάποιους χαμηλούς θορύβους, που ακούγονται σαν ηλεκτροστατικοί, με το κομμάτι να κινείται μάλλον υποβλητικά, εμμένοντας στη δημιουργία κλίματος, πριν αποκτήσει μια άγρια ομορφιά, με τον Sakata αεικίνητο στα φυσήματά του και με τους υπόλοιπους μουσικούς να συμβάλλουν στο γενικότερο εκρηκτικό πλαίσιο. Ο πρώτος δίσκος θα ολοκληρωθεί με το μικρής σχετικώς διάρκειας και κάπως διμερές “Symposium” (με χωρίς Sakata – και με Sakata σε πρώτο επίπεδο), που οδηγείται σ’ ένα μανιακό εκτονωτικό κλείσιμο.
Το δεύτερο βινύλιο αποκαλείται “Sakata 80”, είναι ηχογραφημένο στις 29 Ιανουαρίου 2025, στον Όμιλο της Θεσσαλονίκης ξανά από τον Καργιωτάκη (με μείξη και mastering από τους Καργιωτάκη και Χαρμπίλα). Εδώ το κουιντέτο είναι λίγο διαφορετικό. Υπάρχουν και πάλι οι Sakata, Γ. Δαμιανίδης και Π. Δαμιανίδης, ενώ την πεντάδα συμπληρώνουν, τώρα, δύο ντράμερ(!), ο Paal Nilssen-Love και ο Tatsuhisa Yamamoto. To βινύλιο αυτό αποκαλείται “Sakata 80” λόγω των ογδοηκοστών γενεθλίων του ιάπωνα πνευστού, που σε μια τέτοια ηλικία, και όπως τον ακούμε στην αρχή του 15λεπτου “Part I”, είναι πραγματικά ασυγκράτητος – τουλάχιστον μέχρι το 6:20 όταν βγαίνει μπροστά η ηλεκτρική κιθάρα που «σπέρνει» σ’ ένα free rock πλαίσιο, για να επανέλθει (μετά από τις σχετικές ανάσες) περί το δεκάλεπτο ο Sakata, με το ρυθμικό τμήμα να ακούγεται καταιγιστικό καθ’ όλη τη διάρκεια του track. Η Side C θα ολοκληρωθεί με το 6λεπτο “Part II”, που ανοίγει με άλτο και ντραμς και που σταδιακά πυκνώνει με συνεχείς κινήσεις «δίχως αύριο» απ’ όλα τους συμμετέχοντες. Τι να μας επιφυλάσσει άραγε η Side D; Εκεί είναι καταγραμμένο το 25λεπτο “Part III”, που και αυτό ξεκινά με κάτω τις ταχύτητες, σχεδόν από την ησυχία, με τα κρουστά να χαράζουν έναν πρώτο αχνό δρόμο, διαβρωτικό και υπαινικτικό σίγουρα, με τον Sakata να σπηκάρει σ’ αυτό το διάστημα (στα ιαπωνικά προφανώς) – πριν ξεκινήσει, από το έκτο λεπτό και μετά, να ανεβαίνει διαδοχικά η ένταση, αν και με αυξομειώσεις (εδώ το μπάσο του Π. Δαμιανίδη και το κλαρίνο του Sakata διεκδικούν το ενδιαφέρον μας). Όμως το κομμάτι ανεβάζει και πάλι στροφές, με την ηλεκτρική κιθάρα να γεμίζει συνεχώς, και με το άλτο να μπαίνει, τώρα, μπροστά, πριν τα φώτα κεντράρουν στον Γ. Δαμιανίδη, ο οποίος με την κιθάρα του θα συνοδηγήσει (πάντα μαζί με τον Ιάπωνα) το “Part III” σε μια γενικότερη απογείωση.
Αν βρίσκεσαι σε τέτοιους χώρους, με τέτοιας ποιότητας live, εκείνο για το οποίο, συνήθως, παρακαλάς, είναι... να βρισκόταν κάποιος να το ηχογραφήσει. Εδώ, στην περίπτωση του “Hyperentasis”, ευτυχώς αυτό συμβαίνει – σε μια καθ’ όλα ζηλευτή έκδοση.
Επαφή: https://defkaz.bandcamp.com/album/hyperentasis