22/2/2026
Μάγκες μου… και αναφέρομαι σε κάποιους σχολιαστές εδώ μέσα τα σχόλια των οποίων τα έριξα στα σκουπίδια.
Όταν θέλω να κάνω και να κάνουμε πλάκα ρίχνω εγώ το σύνθημα και η πλάκα γίνεται. Όταν όμως κάνω ένα σοβαρό ποστ, προβάλλοντας ένα άρθρο μου ας πούμε, είναι μ@λακία να βγαίνει ο άλλος από κάτω και να γράφει ό,τι του κατέβει. Να μου γ@μ@ει το ποστ δηλαδή.
Έγραψα, λοιπόν, ένα άρθρο για τον Τέρη Χρυσό, γιατί πάντα τον γούσταρα σαν καλλιτέχνη και προτείνω σε όσους ενδιαφέρονται να ψάξουν στα search μου, και εδώ και στο δισκορυχείον, για να δουν τις πάμπολλες αναρτήσεις που έχω κάνει για τον Τέρη μέσα στα χρόνια. Δεν απολογούμαι φυσικά. Δεν απολογούμαι ποτέ και για τίποτα. Απλώς πληροφορώ.
Επίσης έχω αποδείξει όσο ελάχιστοι άλλοι ότι ξέρω να χειρίζομαι δύσκολα και αμφιλεγόμενα θέματα με τον καλύτερο και τον σοβαρότερο τρόπο – και απόδειξη αυτού είναι ότι δεν έχω κατεβάσει ποτέ ποστ από δω μέσα -ποτέ, το ξαναλέω-, ενώ και στο δισκορυχείον, μέσα σε 16+ χρόνια χιλιάδων αναρτήσεων συνέβη μόνο μια φορά κάτι (μόνο μια φορά, το τονίζω), επειδή κάτι σιχάθηκα και έκοψα έκτοτε κάθε επαφή με μια κατάσταση. Μία ίσον καμία λοιπόν.
Πληροφορώ λοιπόν τους ενδιαφερομένους πως δεν κωλώνω να γράψω περί Τέρη και Κούλη και σε ανύποπτο χρόνο, εδώ μέσα, έχω πάρει θέση – και μια και δυο φορές. Και η θέση μου χοντρικά είναι αυτή, όπως καταγράφεται σε ένα από τα παλαιότερα ποστ μου:
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02NFB3vdgzx3cBJUks1w9o2ceovis1rrQMSLWj1UZcVPUhmKTGL33ZzwPcm2BP1jxsl&id=100014406333349&locale=el_GR
Από ’κει και πέρα οι πλακίτσες, που δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία του άρθρου «LITTLE TONY – ΤΕΡΗΣ ΧΡΥΣΟΣ ιταλικά ποπ τραγούδια, που έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην Ελλάδα των 60s», που ανέβηκε χθες στο LiFO. gr, δεν θα βρουν θέση εδώ πέρα. Ξηγημένα πράματα.
Μάγκες μου… και αναφέρομαι σε κάποιους σχολιαστές εδώ μέσα τα σχόλια των οποίων τα έριξα στα σκουπίδια.
Όταν θέλω να κάνω και να κάνουμε πλάκα ρίχνω εγώ το σύνθημα και η πλάκα γίνεται. Όταν όμως κάνω ένα σοβαρό ποστ, προβάλλοντας ένα άρθρο μου ας πούμε, είναι μ@λακία να βγαίνει ο άλλος από κάτω και να γράφει ό,τι του κατέβει. Να μου γ@μ@ει το ποστ δηλαδή.
Έγραψα, λοιπόν, ένα άρθρο για τον Τέρη Χρυσό, γιατί πάντα τον γούσταρα σαν καλλιτέχνη και προτείνω σε όσους ενδιαφέρονται να ψάξουν στα search μου, και εδώ και στο δισκορυχείον, για να δουν τις πάμπολλες αναρτήσεις που έχω κάνει για τον Τέρη μέσα στα χρόνια. Δεν απολογούμαι φυσικά. Δεν απολογούμαι ποτέ και για τίποτα. Απλώς πληροφορώ.
Επίσης έχω αποδείξει όσο ελάχιστοι άλλοι ότι ξέρω να χειρίζομαι δύσκολα και αμφιλεγόμενα θέματα με τον καλύτερο και τον σοβαρότερο τρόπο – και απόδειξη αυτού είναι ότι δεν έχω κατεβάσει ποτέ ποστ από δω μέσα -ποτέ, το ξαναλέω-, ενώ και στο δισκορυχείον, μέσα σε 16+ χρόνια χιλιάδων αναρτήσεων συνέβη μόνο μια φορά κάτι (μόνο μια φορά, το τονίζω), επειδή κάτι σιχάθηκα και έκοψα έκτοτε κάθε επαφή με μια κατάσταση. Μία ίσον καμία λοιπόν.
Πληροφορώ λοιπόν τους ενδιαφερομένους πως δεν κωλώνω να γράψω περί Τέρη και Κούλη και σε ανύποπτο χρόνο, εδώ μέσα, έχω πάρει θέση – και μια και δυο φορές. Και η θέση μου χοντρικά είναι αυτή, όπως καταγράφεται σε ένα από τα παλαιότερα ποστ μου:
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02NFB3vdgzx3cBJUks1w9o2ceovis1rrQMSLWj1UZcVPUhmKTGL33ZzwPcm2BP1jxsl&id=100014406333349&locale=el_GR
Από ’κει και πέρα οι πλακίτσες, που δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία του άρθρου «LITTLE TONY – ΤΕΡΗΣ ΧΡΥΣΟΣ ιταλικά ποπ τραγούδια, που έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην Ελλάδα των 60s», που ανέβηκε χθες στο LiFO. gr, δεν θα βρουν θέση εδώ πέρα. Ξηγημένα πράματα.
22/2/2026
Φανταστείτε τι έχει γίνει σε άλλες φάσεις απείρως πιο σοβαρές, πολύπλοκες και σκοτεινές, που εξελίχθηκαν νύχτα, στο θεσσαλικό κάμπο, με 57 νεκρούς κτλ., όταν σ’ ένα δημόσιο επεισόδιο, μέρα-μεσημέρι, σ’ ένα νοσοκομείο, όπου τα ζμάρτφων είναι όσα και οι άνθρωποι, υπάρχει τέτοια επίσημη ανενδοίαστη απόκρυψη, παραχάραξη και παραποίηση της αλήθειας, όσον αφορά το ποιος άρχισε να βαράει ποιους, ποιος σηκώνει το χέρι του για να διαμαρτυρηθεί ή για να προφυλαχθεί και όχι για να γρονθοκοπήσει κτλ.
Φανταστείτε τι έχει γίνει σε άλλες φάσεις απείρως πιο σοβαρές, πολύπλοκες και σκοτεινές, που εξελίχθηκαν νύχτα, στο θεσσαλικό κάμπο, με 57 νεκρούς κτλ., όταν σ’ ένα δημόσιο επεισόδιο, μέρα-μεσημέρι, σ’ ένα νοσοκομείο, όπου τα ζμάρτφων είναι όσα και οι άνθρωποι, υπάρχει τέτοια επίσημη ανενδοίαστη απόκρυψη, παραχάραξη και παραποίηση της αλήθειας, όσον αφορά το ποιος άρχισε να βαράει ποιους, ποιος σηκώνει το χέρι του για να διαμαρτυρηθεί ή για να προφυλαχθεί και όχι για να γρονθοκοπήσει κτλ.
21/2/2026
Για όλους εμάς εδώ στην Καισαριανή, που κρατάμε τις αξίες του λαϊκού ψηλά...
https://www.youtube.com/watch?v=YoaTJlQ4C84
Για όλους εμάς εδώ στην Καισαριανή, που κρατάμε τις αξίες του λαϊκού ψηλά...
https://www.youtube.com/watch?v=YoaTJlQ4C84
20/2/2026
Αυτό που τον δείχνει να ωρύεται μπροστά στον γιατρό, που του έχουν περάσει χειροπέδες εν τω μεταξύ, είναι από τα άγραφα. Πολύ μαύρο, πολύ σκοτεινό. ΕΑΤ-ΕΣΑ ξέρω γω... Όλο λες ότι τα έχεις δει όλα απ’ αυτόνανε και τελικά όλο και κάποιο χειρότερο ξεπροβάλλει.
Αυτό που τον δείχνει να ωρύεται μπροστά στον γιατρό, που του έχουν περάσει χειροπέδες εν τω μεταξύ, είναι από τα άγραφα. Πολύ μαύρο, πολύ σκοτεινό. ΕΑΤ-ΕΣΑ ξέρω γω... Όλο λες ότι τα έχεις δει όλα απ’ αυτόνανε και τελικά όλο και κάποιο χειρότερο ξεπροβάλλει.
20/2/2026
>>Εκείνη την εποχή υπήρχε πάντα ο Γιάννης Σπάρτακος στην Αθήνα (δες στο έκτο κεφάλαιο), όπως και ο Αλέκος Σπάθης στη Θεσσαλονίκη (μαζί με τα αδέλφια του, που ήταν επίσης μουσικοί), συνθέτοντας για το λυρικό θέατρο (οπερέττα). Όπως μαθαίνουμε από το περιοδικό «Τάμαριξ» [τεύχος #4, Απρ. 1997] στα χρόνια της Κατοχής οι Γερμανοί, έχοντας καταλάβει τον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό, στη Θεσσαλονίκη, ιδρύουν δύο ορχήστρες, μία Συμφωνική και μία Ελαφράς Μουσικής, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Σπάθης. Μέσα από εκείνη την ορχήστρα, που αποτελείτο από πνευστά (σαξόφωνα, τρομπέτα), έγχορδα (βιολιά), πιάνο κ.λπ. και που έπαιζε και τζαζ φυσικά, θα προέκυπτε ένα πιο μικρό σχήμα, με τα αδέλφια Σπάθη, τον Αλέκο (πιάνο), τον Μενέλαο (βιολί) και τον Αντώνη (ντραμς), να πρωταγωνιστούν και στα κέντρα της εποχής (Παράδεισος, Ακαπούλκο). Όπως έλεγε ένας από τους μουσικούς εκείνου του σχήματος, ο ακορντεονίστας-πιανίστας Κώστας Καρανίκας (πάντα από το «Τάμαριξ»):
«Ο πολύς κόσμος πεινούσε (τότε). Δεν έπαυαν όμως να υπάρχουν και οι πλούσιοι, οι καπνέμποροι, οι μαυραγορίτες, που δεν είχαν πρόβλημα. Παίζαμε από τις εννέα το βράδυ, μέχρι τις δώδεκα που σταματούσε η κυκλοφορία. Μετά την Κατοχή με την Ορχήστρα του Σπάθη παίξαμε και στο Ντελίς. Ο καλύτερος κόσμος ερχόταν για να μας ακούσει. Όπου γίνονταν οι μεγάλοι χοροί, όπως το “Τριφύλλι” ή “Η Φανέλλα του Στρατιώτου”, η ορχήστρα ήταν παρούσα».<<
Από το "100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025]
>>Εκείνη την εποχή υπήρχε πάντα ο Γιάννης Σπάρτακος στην Αθήνα (δες στο έκτο κεφάλαιο), όπως και ο Αλέκος Σπάθης στη Θεσσαλονίκη (μαζί με τα αδέλφια του, που ήταν επίσης μουσικοί), συνθέτοντας για το λυρικό θέατρο (οπερέττα). Όπως μαθαίνουμε από το περιοδικό «Τάμαριξ» [τεύχος #4, Απρ. 1997] στα χρόνια της Κατοχής οι Γερμανοί, έχοντας καταλάβει τον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό, στη Θεσσαλονίκη, ιδρύουν δύο ορχήστρες, μία Συμφωνική και μία Ελαφράς Μουσικής, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Σπάθης. Μέσα από εκείνη την ορχήστρα, που αποτελείτο από πνευστά (σαξόφωνα, τρομπέτα), έγχορδα (βιολιά), πιάνο κ.λπ. και που έπαιζε και τζαζ φυσικά, θα προέκυπτε ένα πιο μικρό σχήμα, με τα αδέλφια Σπάθη, τον Αλέκο (πιάνο), τον Μενέλαο (βιολί) και τον Αντώνη (ντραμς), να πρωταγωνιστούν και στα κέντρα της εποχής (Παράδεισος, Ακαπούλκο). Όπως έλεγε ένας από τους μουσικούς εκείνου του σχήματος, ο ακορντεονίστας-πιανίστας Κώστας Καρανίκας (πάντα από το «Τάμαριξ»):
«Ο πολύς κόσμος πεινούσε (τότε). Δεν έπαυαν όμως να υπάρχουν και οι πλούσιοι, οι καπνέμποροι, οι μαυραγορίτες, που δεν είχαν πρόβλημα. Παίζαμε από τις εννέα το βράδυ, μέχρι τις δώδεκα που σταματούσε η κυκλοφορία. Μετά την Κατοχή με την Ορχήστρα του Σπάθη παίξαμε και στο Ντελίς. Ο καλύτερος κόσμος ερχόταν για να μας ακούσει. Όπου γίνονταν οι μεγάλοι χοροί, όπως το “Τριφύλλι” ή “Η Φανέλλα του Στρατιώτου”, η ορχήστρα ήταν παρούσα».<<
Από το "100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025]
19/2/2026
Ορίστε, να πώς γίνονται οι επισκέψεις στους κοινωνικούς χώρους, ήρεμα και πολιτισμένα, χωρίς βρωμοκουκουέδες και παλιοανταρσύες να φωνάζουν, να φτύνουν, να βρίζουν και να σπρώχνουν...
Ορίστε, να πώς γίνονται οι επισκέψεις στους κοινωνικούς χώρους, ήρεμα και πολιτισμένα, χωρίς βρωμοκουκουέδες και παλιοανταρσύες να φωνάζουν, να φτύνουν, να βρίζουν και να σπρώχνουν...
19/2/2026
Πήγε στη Νίκαια για να προκαλέσει τζέρτζελο, προκειμένου να βγει μετά και να βρίζει τους κομμουνιστές, στήνοντας αναχώματα στην αυθόρμητη ευαισθησία και συγκίνηση που έδειξε ο λαός, με αφορμή τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στο σκοπευτήριο – αν παρακολουθήσεις το ρεπορτάζ θα αντιληφθείς ότι δεν είχε κανένα ουσιαστικό λόγο, για να βρισκόταν σήμερα εκεί.
Πήγε στη Νίκαια για να προκαλέσει τζέρτζελο, προκειμένου να βγει μετά και να βρίζει τους κομμουνιστές, στήνοντας αναχώματα στην αυθόρμητη ευαισθησία και συγκίνηση που έδειξε ο λαός, με αφορμή τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στο σκοπευτήριο – αν παρακολουθήσεις το ρεπορτάζ θα αντιληφθείς ότι δεν είχε κανένα ουσιαστικό λόγο, για να βρισκόταν σήμερα εκεί.
19/2/2026
Φάντης, Χατζηαθανασίου, Βισβίκης, Στασινόπουλος.
Το κορυφαίο progressive-fusion-jazz LP της ελληνικής δισκογραφίας είναι το τρίτο των Axis, από το 1973. Καθαρός Canterbury sound (με επεξεργασμένες επιρροές από Soft Machine βασικά) φτιαγμένο από τέσσερις έλληνες μουσικούς, που θα βρίσκονταν στο Παρίσι στα early 70s, έχοντας και ταλέντο φυσικά και βεβαίως τα σωστά ακούσματα.
Μέσω της συζήτησής μας με τον ντράμερ Στασινόπουλο, θα διαβάσεις για όλα αυτά στις σελίδες 193-197 του «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία...
Φάντης, Χατζηαθανασίου, Βισβίκης, Στασινόπουλος.
Το κορυφαίο progressive-fusion-jazz LP της ελληνικής δισκογραφίας είναι το τρίτο των Axis, από το 1973. Καθαρός Canterbury sound (με επεξεργασμένες επιρροές από Soft Machine βασικά) φτιαγμένο από τέσσερις έλληνες μουσικούς, που θα βρίσκονταν στο Παρίσι στα early 70s, έχοντας και ταλέντο φυσικά και βεβαίως τα σωστά ακούσματα.
Μέσω της συζήτησής μας με τον ντράμερ Στασινόπουλο, θα διαβάσεις για όλα αυτά στις σελίδες 193-197 του «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία...
18/2/2026
Απώλειες...
Με τον Τάσο Σταυρουλάκη (Tamistas-Mhnymal), που πέθανε προχθές στα 62 του, δεν γνωριζόμασταν από κοντά, αλλά ήμασταν φίλοι εδώ μέσα. Τον θυμάμαι δε από την εποχή του περιοδικού «Μια Απόπειρα στη Χαλκίδα», που το αγόραζα, όταν το εύρισκα, στο μέσο του ’80. Ήταν ραδιοφωνατζής ο Σταυρουλάκης, έγραφε κείμενα, τραγούδια κ.λπ.
Με τον συγγραφέα Κλέωνα Αρζόγλου, που πέθανε κι αυτός προχθές στα 75 του, δεν ήμασταν φίλοι εδώ μέσα, αλλά είχαμε βρεθεί σε κοινή παρέα, 2-3 φορές πριν από 25 χρόνια περίπου. Ο Κλέων, που ήταν ταξιδευτής, είχε ζήσει στα σέβεντις στη Σουηδία (στην Ινδία και αλλού), και θυμάμαι ακόμη μια συζήτηση που είχαμε κάνει, σε μια ταβέρνα κάπου μεταξύ Κηφισιάς και Εκάλης, για το σουηδικό ροκ. Ο Κλέων ήταν εκείνος που θα με μάθαινε να προφέρω σωστά τους Älgarnas Trädgård – όταν στην Ελλάδα τους άκουγες από φίλους να προφέρονται... όπως τύχει. Και ήταν τότε, όταν μου είχε χαρίσει και το πρώτο μυθιστόρημά του, ίσως το πιο ωραίο hippy μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα (γραμμένο από Έλληνα), το «Εγώ κι ο θείος Χάρης» στις εκδόσεις Σέλας, το 2001. Το βιβλίο αυτό έχει κάνει έκτοτε κι άλλες εκδόσεις, γιατί το ανακαλύπτουν συνεχώς όσοι κοιτάνε πίσω, στα σίξτις, στην εποχή «του ροκ εν ρολ, της μαριχουάνας, του ελεύθερου έρωτα, της επανάστασης του Μάη, αλλά και της απριλιανής χούντας των συνταγματαρχών» (όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο), και μάλιστα με «διορθωμένο» τίτλο, ως «Εγώ κι ο θείος Χάρις» (Χάρις αντί Χάρης). Εδώ βάζω το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης και λέω... καλά ταξίδια και στους δύο.
Απώλειες...
Με τον Τάσο Σταυρουλάκη (Tamistas-Mhnymal), που πέθανε προχθές στα 62 του, δεν γνωριζόμασταν από κοντά, αλλά ήμασταν φίλοι εδώ μέσα. Τον θυμάμαι δε από την εποχή του περιοδικού «Μια Απόπειρα στη Χαλκίδα», που το αγόραζα, όταν το εύρισκα, στο μέσο του ’80. Ήταν ραδιοφωνατζής ο Σταυρουλάκης, έγραφε κείμενα, τραγούδια κ.λπ.
Με τον συγγραφέα Κλέωνα Αρζόγλου, που πέθανε κι αυτός προχθές στα 75 του, δεν ήμασταν φίλοι εδώ μέσα, αλλά είχαμε βρεθεί σε κοινή παρέα, 2-3 φορές πριν από 25 χρόνια περίπου. Ο Κλέων, που ήταν ταξιδευτής, είχε ζήσει στα σέβεντις στη Σουηδία (στην Ινδία και αλλού), και θυμάμαι ακόμη μια συζήτηση που είχαμε κάνει, σε μια ταβέρνα κάπου μεταξύ Κηφισιάς και Εκάλης, για το σουηδικό ροκ. Ο Κλέων ήταν εκείνος που θα με μάθαινε να προφέρω σωστά τους Älgarnas Trädgård – όταν στην Ελλάδα τους άκουγες από φίλους να προφέρονται... όπως τύχει. Και ήταν τότε, όταν μου είχε χαρίσει και το πρώτο μυθιστόρημά του, ίσως το πιο ωραίο hippy μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα (γραμμένο από Έλληνα), το «Εγώ κι ο θείος Χάρης» στις εκδόσεις Σέλας, το 2001. Το βιβλίο αυτό έχει κάνει έκτοτε κι άλλες εκδόσεις, γιατί το ανακαλύπτουν συνεχώς όσοι κοιτάνε πίσω, στα σίξτις, στην εποχή «του ροκ εν ρολ, της μαριχουάνας, του ελεύθερου έρωτα, της επανάστασης του Μάη, αλλά και της απριλιανής χούντας των συνταγματαρχών» (όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο), και μάλιστα με «διορθωμένο» τίτλο, ως «Εγώ κι ο θείος Χάρις» (Χάρις αντί Χάρης). Εδώ βάζω το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης και λέω... καλά ταξίδια και στους δύο.














