Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

HEADQUAKE ένα ελληνικό συγκρότημα, με ιστορικές ρίζες, στο νέο άλμπουμ του

Γιατί να μην το αποκαλέσεις ένα συγκρότημα «ιστορικό», όταν σχηματίστηκε στα early 90s, όταν μέλος του ήταν ο αείμνηστος Κώστας Ποθουλάκης (των Villa 21), κρατώντας σταθερή διαδρομή κι έχοντας ηχογραφήσει τέσσερις δίσκους μέσα στις δεκαετίες; Για τους Headquake ο λόγος λοιπόν – με την αφορμή να μας τη δίνει το πιο νέο LP τους, που αποκαλείται “The Weight of Forever” (2025) και που κυκλοφορεί τώρα από την Sound Effect Records.
Σήμερα Headquake είναι ο Kostas Dallas φωνή, cowbell, ο Thanasis Banasios κιθάρα, φωνητικά (έχει παίξει με τους Ρώσους Tracktor Bowling), ο Gabriel Remoundos (από Jesus Toy, Vibratore Bizarro, Diesel Cindy) και ο Babis Dallidis ντραμς (από Villa 21 και Creep Records). Με άλλα λόγια, μουσικοί με εμπειρίες, που τώρα βρίσκονται και πάλι μαζί, για να γράψουν τούτο το βαρύ και σκληρό LP, που στέκεται κλάσεις πάνω από το τυπικό stoner.
Και τα επτά τραγούδια του “The Weight of Forever” είναι πολύ καλά, με το άλμπουμ να «σε πιάνει» από την αρχή, και να σε κρατάει δέσμιό του μέχρι το τέλος, δίχως ποτέ να υποστέλλεται η σημαία και δίχως ποτέ να κατακάθεται η σκόνη. Πόσο μάλλον όταν τραγούδι με τραγούδι το άλμπουμ ανεβαίνει συνεχώς, για να πιάσει κορυφή στην Side B πρώτα με το “Release me” και έπειτα με το έσχατο “Lives collide”, που αμφότερα είναι «δυναμίτες». Κιθάρα, μπάσο, ντραμς και φωνή έχουμε εδώ, αλλά ο τρόπος και η πληρότητα με την οποία εμφανίζονται οι Headquake είναι... αποστομωτική. Το συγκρότημα όχι απλώς «τα σπάει», αλλά ξοδεύει και όλο το είναι του για να μας πείσει πως τίποτα δεν θα μπορέσει να αναμετρηθεί ποτέ, στο επίπεδο της δύναμης, του πάθους, του θορύβου, της έντασης και της έκστασης, με το αγνό και πούρο σκληρό ροκ (με τα όποια υπο-ονόματα αποκτά, αυτό, μέσα στα χρόνια).  
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/the-weight-of-forever

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 693

1/1/2026
Γράφοντας το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025] σκέφτηκα κάποια στιγμή πως το βιβλίο θα άξιζε να το ανοίξω με κάποιο ελληνικό ποίημα (που να έχει μια σχέση με την τζαζ φυσικά). Και βασικά παλιό ποίημα, γιατί τα νέα... είναι νέα, και τα βρίσκεις πιο εύκολα. Δεν μ' αρέσουν, εννοώ, ούτε τα εύκολα, ούτε τα προφανή. Πολλοί μπορεί να είναι υποψιασμένοι τώρα, αλλά στα σίξτις και τα σέβεντις; Μετράει πιο πολύ αυτό...
Επέλεξα λοιπόν –και όσοι-ες έχουν αγοράσει ήδη το βιβλίο θα το έχουν δει– ένα απόσπασμα από το ποίημα «Jazz» του Νίκου Σπάνια από το 1971, σημαδεύοντας το σημείο που αναφέρεται στον Louis Armstrong.
Κάποια στιγμή πέρασε από τη μυαλό μου και ο «Ντομινίκ» του Μάνου Χατζιδάκι από τη συλλογή του «Μυθολογία» του 1966, στο οποίο αναφέρει τον Thelonious Monk, όπως και κάποια άλλα ποιήματα (άλλων ποιητών) στην πορεία. Τελικά, θα επέλεγα τον Σπάνια.
Από πού έμαθε ο Χατζιδάκις τον Monk; Κατά πάσα πιθανότητα από τον Μίνω Αργυράκη, και όσοι-ες πάνε στη σελίδα 49 του βιβλίου μου θα δούνε γιατί το υποστηρίζω αυτό.
Σκανάρω δύο στροφές από τον «Ντομινίκ» του Μάνου Χατζιδάκι.

1/1/2026
Καλό κουράγιο Βούλγαροι... Κάντε και καμιά ολυμπιάδα να ρεφάρετε...

1/1/2026
Μου ξανάρχονται ένα-ένα χρόνια δοξασμένα
Να 'τανε το 31 να 'ρθει μια στιγμή

31/12/2025
H εργατική τάξη πάει στον παράδεισο. Το είπανε οι Lennon-McCartney το 1964 - εγώ τους πιστεύω.
[καλή χρονιά σε όλες και όλους]

 

31/12/2025
Θέλω ταινίες για τον Ζαχαριάδη, τον Άρη, το δίδυμο Φαλάτσι-Παναγούλης, για το τριήμερο του Πολυτεχνείου και ριμέικ του Παπαφλέσσα και του Αστραπόγιαννου...

30
/12/2025
Τον Γενάρη του 2016 –πέρασαν ήδη 10 χρόνια– μετά από πρόταση του Μιχάλη Μιχαήλ ετοίμασα μια σειρά κειμένων για το φολκ, στο LiFO. gr. Τέσσερα κείμενα έγραψα εγώ (για το ελληνικό φολκ και φολκ-ροκ, για το αμερικάνικο φολκ, το βρετανικό φολκ και το άσιντ-φολκ), ενώ βοήθησε και η Μαρία Παππά συμπληρώνοντας για τη σύγχρονη φολκ. Δεν έχω προλάβει να τα διαβάσω ξανά αυτά τα κείμενα –που ανέβηκαν και πάλι, σήμερα– αλλά είμαι σίγουρος πως εξακολουθούν να λένε πράγματα...
https://www.lifo.gr/topics/ta-panta-gia-ti-moysiki-folk

29/12/2025
Τον «Καποδίστρια» δεν ενδιαφέρομαι να τον δω (δηλαδή δεν μ’ ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου και ο Καποδίστριας ως ιστορικό πρόσωπο, καθώς έχω περιορίσει τα ενδιαφέροντά μου σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα), αλλά είδα τις τελευταίες μέρες κάτι συνεντεύξεις του Σμαραγδή στο YouTube και για μένα είναι το ίδιο. Δηλαδή μπορώ να μιλήσω για κάποια θέματα, που έχουν νόημα (για μένα), δίχως να έχω δει την ταινία.
Ο Σμαραγδής είναι φοβερά επηρεασμένος από την κοσμοθεωρία του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Δηλαδή αυτά που λέει για συμπαντική αρμονία και φως, ή οι αναφορές του στην αρχαιότητα, οι μεταφυσικές αγωνίες του κ.λπ. έχουν πηγή τον Βαγγέλη (με τον οποίον ήταν και συνεργάτες και φίλοι ως γνωστόν). Ο Βαγγέλης, βεβαίως, όλα αυτά τα έκανε μουσική, που είναι πολυ-ερμήνευτη από τη φύση της, αφού δεν έχει λόγια. Ο καθείς, εννοώ, μπορεί ν’ ακούει μουσική του Βαγγέλη και να φαντασιώνεται από γαλαξίες, πλανήτες και κομήτες, μέχρι τον Πυθαγόρα, τον Ιουστινιανό και τον Περικλή Γιαννόπουλο.
Το γεγονός ότι ο Βαγγέλης δεν έδινε συνεντεύξεις, και στις λίγες συνεντεύξεις του ήταν πολύ προσεκτικός, όταν μιλούσε γι’ αυτά τα θέματα (γιατί ήξερε ότι θα μπορούσε να τον πάρουν «στο ψιλό» διάφοροι καλοθελητές του καλλιτεχνικού κουτσομπολιού), έδρασε προστατευτικά για κείνον μέσα στις δεκαετίες. Η αποχή του από τα μίντια, εννοώ, έδρασε πάνω του ως προστιθέμενη αξία.
Αντίθετα με τον Σμαραγδή, ο οποίος επιχειρεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα, με αποτέλεσμα να γίνεται βορά, σ’ ένα μέρος του κινηματογραφικού σιναφιού, και αντικείμενο κοροϊδίας. Είναι δύσκολος ο ρόλος του. Πρέπει να βγει και να υποστηρίξει την ταινία του (όπως το έκανε ο Οικονομίδης όλο τον προηγούμενο μήνα), αλλά κάθε φορά που θα βγαίνει θα είναι σαν να ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά, που του έχουν ήδη ανάψει.
Εγώ, πάντως, θα γούσταρα να κάνει ο Σμαραγδής μια ταινία για τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Αλλά θα ήθελα να έχει κάτι από την χωροχρονική άρθρωση του «Παπαδιαμάντη» του, εκεί όπου ο Βασίλης Διαμαντόπουλος εμφανιζόταν πότε ως ο ηθοποιός Διαμαντόπουλος (στην ταινία εννοώ), πότε ως ρόλος (με τις όποιες πολιτικές επεκτάσεις του), και ποτέ ως αληθινό ιστορικό πρόσωπο. Ο Σμαραγδής ήταν φανερά επηρεασμένος από τις ταινίες του Ούγγρου István Szabó, έχοντας αντιληφθεί στην ολότητά της τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο προσωπικό, το πολιτικό και το ιστορικό (και την εφάρμοσε εκεί όπως κανένας άλλος έλληνας σκηνοθέτης).
Η φόρμα παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στις βιογραφικές ταινίες – αλλιώς είναι σαν να διαβάζεις γραμμικό σινερομάντζο. Αν, όμως, οι ταινίες έχουν φόρμα θα τις κατατάξουν στις σινεφίλ, πιθανώς να σαρώσουν και σε τίποτα ειδικά φεστιβάλ, αλλά θα τις δουν, τελικά, τρεις κι ο κούκος. Προφανώς το ξέρει αυτό ο Σμαραγδής...

29/12/2025
Όποιοι αφελείς νομίζουν ότι γενικώς «η μουσική ενώνει» ζούνε στον κόσμο τους. Η μουσική δεν παράγεται εν κενώ, για να μείνει εκεί (στο κενό). Αναπτύσσεται μέσα στην κοινωνία και αποκτά πολιτικό περιεχόμενο θετικό ή αρνητικό ανάλογα με το πώς χρησιμοποιείται, τι σκοπούς και τι προπαγάνδες θετικές ή αρνητικές εξυπηρετεί. Γενικά χρειάζεται πολλή προσοχή μ’ αυτά τα θέματα, καθότι οι επιδιώξεις του καθενός δεν είναι πάντα φανερές, ούτε αθώες. Δεν μπορεί κάποιος να τραγουδάει φερ’ ειπείν το «Ξύπνα μεγάλε Κωνσταντίνε», ή το «Με τους Βρετανούς εμείς / έχουμε κοινά σημεία / το συναίσθημα τιμής / και ψυχή στην τρικυμία / Σκώτο αυτοί, εμείς Τσολιά / ένα σκοπό τη Λευτεριά / Γιώργο οι δυο μας βασιλιά / ζήτω το ουίσκι και η ρετσίνα» και να ισχυρίζεται πως το κάνει για να μας... ενώσει.
Μπορεί αυτά να τα έχουν εξηγήσει και οι της Φρανκφούρτης από πιο παλιά, αλλά εγώ θυμάμαι τώρα τον Chris Cutler, στα 80s, να λέει αυτά τα πολύ σοφά λόγια…

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

NEXUS plays Dolphy

Ιταλική μπάντα της avant-jazz, που υφίσταται από τα early 80s, έχοντας περάσει από διάφορα στάδια, οι Nexus εμφανίστηκαν ξανά πέρυσι μ’ ένα πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ, το οποίον αποκαλείται Plays Dolphy [RED Records / AN Music, 2024]. Ποιοι αποτελούν, σήμερα, τους Nexus; Σημειώστε ονόματα: Daniele Cavallanti τενόρο σαξόφωνο, Tiziano Tononi ντραμς, Achille Succi άλτο & μπάσο κλαρίνα, Emanuele Parrini βιολί, Alessandro Castelli τρομπόνι, Luca Gusella βιμπράφωνο και Andrea Grossi μπάσο. Λέμε λοιπόν για ένα σεπτέτο που επιχειρεί, εδώ, σ’ ένα διαφορετικό tribute στον Dolphy (1928-1964) – διαφορετικό εξαιτίας, κυρίως, των ευφάνταστων ενορχηστρώσεων των Cavallanti και Tononi (δύο εκ των παλαιοτέρων μελών του γκρουπ).
Υπάρχουν έξι συνθέσεις του Dolphy, που διασκευάζονται εδώ (“Hat and beard”, “245”, “Lotsa potsa”, “Serene”, “Straight up & down”, “Out to lunch”), όπως και το “Jitterbug waltz” του Fats Waller (που είχε τιμήσει, φυσικά, ο Dolphy) και οι οποίες  ακούγονται πολύ «γεμάτες», με εντυπωσιακά περάσματα, breaks και soli απ’ όλα σχεδόν τα όργανα (ακόμη και από τα ντραμς), με τα δύο γιγαντιαία tracks, το 13λεπτο “245” και το 11λεπτο “Jitterbug waltz”, απλώς, να ενθουσιάζουν. Αν και κατά βάση το ίδιο ισχύει για κάθε κομμάτι τούτου του άκρως εντυπωσιακού CD (άκου π.χ. το άφθαστο “Lotsa potsa”), που δείχνει και το εύρος της συνθετικής ποιότητας του Dolphy, αλλά και της ικανότητας των Ιταλών να επιτυγχάνουν τα μέγιστα και μάλιστα πάνω σ’ ένα άκρως απαιτητικό ρεπερτόριο. Έξοχο άλμπουμ, που δεν θυμάμαι να το είδα σε λίστες με τα best του ’24. 

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ! 

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

τα καλύτερα ελληνικά άλμπουμ, που κυκλοφόρησαν το 1975 (πενήντα χρόνια πριν) – γιατί το 1975 υπήρξε ένα έτος «σταθμός» για την εγχώρια δισκογραφία;

Μια περιγραφή του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου
Το 1975 ήταν το πρώτο έτος της μεταπολίτευσης. Ήδη από τον Αύγουστο του ’74 η δισκογραφία βρίσκεται σε μια νέα φάση, βασικά λόγω της επανόδου του Μίκη Θεοδωράκη στη χώρα, μετά από την πτώση της δικτατορίας – ένα γεγονός που, από την αρχή, καθίσταται κομβικό. Εννοώ πως ο Θεοδωράκης με τις δράσεις του, πολιτικές και πολιτιστικές, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το κλίμα της δισκογραφίας, συμπαρασύροντας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μεγάλο μέρος του εντεχνολαϊκού τραγουδιού.
Το πολιτικό τραγούδι ή το τραγούδι με πολιτικά μηνύματα, αν θέλετε, μοιάζει κυρίαρχο και το 1975. Και ήταν πολύ λογικό αυτό. Και φυσικά ήταν αναμενόμενη και η ποιότητα των αναλόγων εκδόσεων, αφού οι «έντεχνοι» συνθέτες μας περνούσαν τότε την καλύτερη φάση τους. Όταν είσαι στην τέταρτη δεκαετία της ζωής σου (από τα 30 έως τα 40) είναι λογικό η δημιουργικότητά σου να πιάνει κορυφή.
Το 1975 ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν 36 ετών, το ίδιο και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Δήμος Μούτσης ήταν 37, ο Χρήστος Λεοντής 35, ο Μάνος Λοΐζος 38, ο Χριστόδουλος Χάλαρης μόλις 29, ο Διονύσης Σαββόπουλος λίγο μεγαλύτερος στα 31, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στα 32, στους 40άρηδες ανήκαν ο Σταύρος Κουγιουμτζής (43) και ο Γιάννης Σπανός (41), ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις που ήταν πλέον 50άρηδες θεωρούνταν μάλλον «μεγάλοι», για τα μέτρα της εποχής. Υπήρχε λοιπόν αυτό το φοβερό ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της σύνθεσης, που προδιέγραφε και την υψηλή ποιότητα των ηχογραφημάτων.
Υπάρχει μία αναθεωρητική αντίληψη, που κυκλοφορεί εσχάτως και που εν ολίγοις λέει πως μετά από τη δικτατορία έπεσε η δημιουργικότητα στο τραγούδι (ας μην πω τώρα κάτι για τις άλλες Τέχνες), γιατί η έντονη πολιτικοποίηση της μεταπολίτευσης πήγε πίσω την έμπνευση των συνθετών, περιορίζοντάς την σε συγκεκριμένα μοτίβα κ.λπ.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως όσοι τα λένε αυτά θεωρούν πως η πολιτικοποίηση στα τραγουδιστικά ήθη, η οποία επιβλήθηκε κατ’ αυτούς από την παραδοσιακή αριστερά («ορθόδοξη» ή «αναθεωρητική») και τους αριστεριστές (ασχέτως αν στην πραγματικότητα ήταν ανάγκη και απαίτηση του κόσμου όλο αυτό), εμπόδισε το τραγούδι να ανεβεί πιο ψηλά, και πως η πιο σκληρή προληπτική λογοκρισία, επί δικτατορίας, «υποβοηθούσε» κατά μίαν έννοια το ταλέντο και την έμπνευση των συνθετών, εξαναγκάζοντάς τους να εφευρίσκουν πιο ποιητικούς τρόπους, για να πουν όσα ήθελαν να πουν, και όχι να καταφεύγουν στις... λαϊκίστικες ευκολίες (που τους παρείχε η ελευθερία της μεταπολίτευσης). Αυτή η αφ’ υψηλού κριτική, που υποκρύπτει κι ένα κάποιο, μικρό ή μεγαλύτερο, «ξέπλυμα» της δικτατορίας (έστω και από σπόντα), κεφαλαιώνεται στη νόθα πεποίθηση, των ιδίων κέντρων, πως η αποκαλούμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» κατέστρεψε, δήθεν, τη χώρα.
Το 1975 υπήρξε μια χρονιά «σταθμός» για το ελληνικό τραγούδι, όταν μάλιστα στη Δύση είχαν διαψευστεί όλα τα οράματα των late sixties, για μια άλλου τύπου, εναλλακτική κοινωνία – με τους χίπις είτε να κουρεύονται, να φοράνε γραβάτες, και να ενσωματώνονται στο σύστημα, συμβάλλοντας τα μάλα στη συντηρητική αναδίπλωση, είτε να αυτο-απομονώνονται σε διάφορες θρησκευτικές και παραθρησκευτικές σέχτες, στην άκρη του πουθενά, και πάντως μακριά από την κοινωνία, προκειμένου να σώσουν την ψυχή τους.
Έτσι, όταν ο Φώτης Τερζάκης έγραφε στο βιβλίο του «Οι Αντίποδες του ’60» [Πρίσμα, 1992] πως «από το 1974 και μετά, χρονολογία όπου συμβατικά προσδιορίζουμε την έναρξη της κρίσης και αυτού του μοντέλου (σ.σ. του μεταπολεμικού καπιταλισμού), το κοινωνικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 αποδυναμώθηκε σοβαρά» ήξερα πως αυτό που έγραφε δεν συμπεριλάμβανε αναγκαστικά και την ελληνική περίπτωση.
Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση, το 1973-74, σήμανε το τέλος της «ουτοπίας» στη Δύση (μπορεί να υπήρχαν κι άλλοι επιμέρους ή κατά τόπους λόγοι, αλλά το σήμα τότε έπεσε). Ο άνθρωπος προσανατολίστηκε στο πώς να επιβιώσει στη δύσκολη πια καθημερινότητα των ανατιμήσεων και της νέας φτώχειας, συσπειρώθηκε γύρω από την οικογένειά του, έγινε περισσότερο φιλοτομαριστής και βασικά οπισθοχώρησε σε όνειρα και κατακτήσεις. Ενταφίασε την «ουτοπία» και μαζί το μοναδικό της σάουντρακ, που ήταν, φυσικά, το ροκ. Αυτά έξω. Εδώ, όμως, τι;
Το ροκ, στην Ελλάδα, το είχε ήδη τοποθετήσει στο περιθώριο η ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1973, όπως το έχουμε πει πολλές φορές, ενώ το πρώτο εξάμηνο του ’74, επί χούντας Ιωαννίδη, το ροκ θα βρισκόταν, πραγματικά, στα αζήτητα. Όπως στα αζήτητα θα βρισκόταν, για άλλους λόγους, στη Δύση. Χοντρικά, το 1975 στην Ελλάδα, δεν υπήρχε κανένας λόγος για ν’ ακούει κάποιος ροκ (ελληνικό ή ξένο).
Έτσι, αν στη μουσική Δύση δεν θα συνέβαινε απολύτως τίποτα, το 1975, γιατί η κοινωνία είχε επιστρέψει ξανά φοβισμένη στο καβούκι της –αν μου ζητούσαν να ονοματίσω τη χειρότερη χρονιά στη μουσική ιστορία της Δύσης, από την εμφάνιση των Beatles και μετά, θα έδειχνα, ασυζητητί, το ’75–, στην Ελλάδα η ευρεία Αριστερά, μαζί με το εντεχνολαϊκό, το πολιτικό, το σατιρικό και το αντάρτικο τραγούδι της, εξακολουθούσε να κρατάει ψηλά τη σημαία, να αντιστέκεται στα γήπεδα, στους δρόμους και στα... λημέρια της Πλάκας, δίχως να θεωρεί τίποτα δεδομένο, συνεχίζοντας να οραματίζεται και να ελπίζει.
Το λέω, γιατί σχεδόν αμέσως μετά από τους πανηγυρισμούς της πολιτικής αλλαγής, τον Ιούλη του ’74, όλα θα επανατοποθετούνταν, ξανά από την αρχή, στο καθημερινό πεδίο, αφού οτιδήποτε θα ξέφευγε της νέας κοινοβουλευτικής νομιμότητας αντιμετωπιζόταν από το «καραμανλικό» κράτος με βία. Μαρτυρούν γι’ αυτό τα γεγονότα της εποχής, τα οποία άλλοτε επιχειρούσε να περιγράψει το τραγούδι (πάντα με τη δαμόκλειο σπάθη της προληπτικής λογοκρισίας επάνω του), αλλά και ο κινηματογράφος, που μπορούσε (στο μη ελεγχόμενο, αυστηρά, από το κράτος κομμάτι του) να ξεφύγει. Δες τις ταινίες «Αγώνας» (1975) της Ομάδας των Έξι (Θόδωρος Μαραγκός, Φοίβος Οικονομίδης κ.ά.), «Μαντούδι ’76» (1977) του Γιώργου Αντωνόπουλου, «Παιδεία» (1977) του Γιάννη Τυπάλδου, «Ο Αγώνας των Τυφλών» (1977) της Μαρίας Χατζημιχάλη-Παπαλιού, «Αντίσταση» (1977) της Μαρίας Καραβέλα κ.λπ., οι οποίες περιέγραφαν αδρά το αγωνιστικό πνεύμα της πρώιμης μεταπολίτευσης (των μεγάλων απεργιών, των δομικών προβλημάτων του κράτους, που παρέμεναν ανέπαφα παρά την πολιτική αλλαγή, της προβολής της ιστορίας ως δύναμη αφετηρίας νέων αγώνων κ.λπ.), γνωρίζοντας, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, σοβαρά εμπόδια στη διανομή τους και βεβαίως απαγορεύσεις. Το τι συνέβη στην πορεία θα είχε ένα ενδιαφέρον να περιγραφεί, έστω και με κάποιες επικεφαλίδες, αλλά εδώ το θέμα μας είναι το μουσικό 1975 και το βάρος, στη συνέχεια του άρθρου, δεν μπορεί παρά να πέσει στους δίσκους και τα τραγούδια εκείνου του έτους.

Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/ta-kalytera-ellinika-almpoym-poy-kykloforisan-1975

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 692

29/12/2025
Όλα όσα έχω γράψει για τον Γεράσιμο Λαβράνο, την τελευταία 20ετία (μαζί και κάποιες νέες πληροφορίες), θα τα βρείτε στο «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025], στην πιο καλή τους θέση. Καθότι μόνον εδώ γίνεται η σύνδεση με όλα τα πριν και με όλα τα μετά. Στις σελίδες 89-101 του νέου βιβλίου...

28/12/2025
Στις ταινίες με Βέγγο και Μανέλη νομίζω πως ήταν πιο πειστικοί οι χίπιδες...
Brigitte Bardot & Sacha Distel - La Bise Aux Hippies (1967)
https://www.youtube.com/watch?v=ONw3w3kdQ4I&list=RDONw3w3kdQ4I&start_radio=1

28/12/2025
Αφού «όλοι» βρίζετε τον Γιάννη Σμαραγδή, ας τον επαινέσω εγώ για κάτι. Ο Σμαραγδής δεν είχε βάλει μόνο «μηδέν» (κακό) στο «Woodstock», αλλά είχε βάλει «μηδέν» (κακό) και στο «Φράουλες και Αίμα», το οποίο εκθείαζε η φιλοχουντική εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος» (που μάλλον θα εκθείαζε και το «Woodstock», αν κρίνω από το γεγονός πως 3 στα 4 «αστέρια» τού είχαν δώσει η συντηρητική «Απογευματινή» και η φιλοχουντική «Νέα Πολιτεία»).
Όποιοι-ες έχουν ξεσκονίσει το «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία και Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60» σίγουρα θα έχουν αντιληφθεί τι παιζόταν τότε μ’ αυτά τα θέματα...

28/12/2025
Ο Κώστας Γιαννουλόπουλος (1948-1997) είναι ένα πρόσωπο που δεν γινόταν, προφανώς, να απουσιάσει από το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025]. Στο βιβλίο καλύπτονται όλες οι βασικές τζαζ δραστηριότητές του, στα σέβεντις και τα έιτις κυρίως, και αναφέρομαι στο περιοδικό «ΤΖΑΖ», στο φεστιβάλ Praxis, στην δισκογραφική εταιρεία Praxis, στα βιβλία του με τις δισκογραφίες, ενώ υπάρχουν αναφορές στο σχετικώς άγνωστο περιοδικό του «Δισκογραφία», στο βιβλίο του με την ανθολόγηση οπτικής ποίησης και σε άλλα διάφορα. Θα βρει πολύ υλικό όποιος-α διαβάσει προσεκτικά το βιβλίο.
Όχι, για τον Jazz FM δεν γράφω τίποτα ιδιαίτερο πέραν αυτού... «πονεμένη ιστορία, για την οποία δεν υπάρχει λόγος να πω κάτι περισσότερο». Και δεν θα πω ούτε τώρα (είπα κάποτε κι έγινα κακός). Δεν ήταν η πιο σημαντική διάσταση του Γιαννουλόπουλου ο Jazz FM.

28/12/2025
Στη μνήμη του Τζων Ρόμπερτσον, του καλύτερου αριστερού εξτρέμ των βρετανικών γηπέδων...
https://www.youtube.com/watch?v=EO5VRoBnEx0

27/12/2025
Δεν ήρθα σε επαφή με κανέναν μουσικό ή οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο του χώρου, ενόσω έγραφα και ετοίμαζα το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025]. Κανέναν και καμία δεν ενημέρωσα για το περιεχόμενο του βιβλίου. Ούτε όταν κυκλοφόρησε αυτό γνωστοποίησα στα πρόσωπα που αναφέρονται εντός ότι... ξέρεις, γράφω και για σένα μέσα... προκειμένου να τους δελεάσω, για να το αγοράσουν.
Τι να πω και σε ποιους, όταν έχω γράψει τα τελευταία 30 χρόνια για όλα τα πρόσωπα της ελληνικής τζαζ και μια, και δυο, και τρεις, και... δεκατρείς φορές; Όταν έχω αναφερθεί στις δουλειές τους μέσα από συνεχή άρθρα, αφιερώματα, κριτικές κτλ.;
Για να το πω με λόγια απλά. Θεωρώ κάπως σαν μια υποχρέωση όλων των μουσικών απέναντί μου να σπεύσουν και να αγοράσουν το βιβλίο. Γιατί, γι’ αυτούς γράφω μέσα. Να κάνουν κι αυτοί κάτι για μένα, μετά από τόσα χρόνια, και για την ιστορία της μουσικής που αγαπάνε φυσικά. Εγώ έτσι το βλέπω, και αν το βλέπω λάθος ας μου το πούνε...
Από την κάπως πιο νέα γενιά των μουσικών της ελληνικής τζαζ έχω γράψει στο βιβλίο ξεχωριστά κεφάλαια για την πιανίστρια Τάνια Γιαννούλη και τον κοντραμπασίστα Πέτρο Κλαμπάνη – δύο μουσικούς, δηλαδή, που πρωταγωνιστούν αυτή τη στιγμή, μέσα από τις δράσεις τους, και στο εξωτερικό και όχι μόνον εδώ. Δεν τους ενημέρωσα ούτε όταν ετοίμαζα το βιβλίο, ούτε όταν κυκλοφόρησε πως θα βρουν πολλά, μέσα, για τους εαυτούς τους. Έπραξαν από μόνοι τους εκείνο που έπρεπε να πράξουν. Αγόρασαν το βιβλίο, έγραψαν τα λόγια τους, και δημοσίευσαν ή μου έστειλαν φωτογραφίες του. Τους ευχαριστώ πολύ και τους δύο. Δεν είναι μόνον άξιοι μουσικοί, αλλά εκτιμούν και αυτά που γίνονται, στο χώρο τους, γενικότερα και τα υποστηρίζουν.
ΤΑΝΙΑ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗ
Ο Φώντας Τρούσας έχει κάνει μια ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ δουλειά στο τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο «100 χρόνια ελληνική τζαζ» (εκδόσεις όγδοο) το οποίο ξεπερνά κατά πολύ την απλή καταγραφή. Ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ για αυτό το πόνημα που έλειπε από την ελληνική βιβλιογραφία κι ένα μεγάλο ευχαριστώ για το γεγονός ότι έχει αφιερώσει ένα κεφάλαιο σε μένα και τη μουσική μου, με τις κριτικές και των πέντε προσωπικών μου δίσκων στην Rattle, αλλά και μια συζήτηση μας που δημοσιεύτηκε στην LIFO το μακρινό 2015.
ΠΕΤΡΟΣ ΚΛΑΜΠΑΝΗΣ
Ευχαριστώ πάρα πολύ για την εκτενή αναφορά! Ανυπομονώ να το διαβάσω.
[η αριστερή φωτογραφία είναι της Τ. Γιαννούλη και η δεξιά του Π. Κλαμπάνη]

26/12/2025
Δεν πρόκειται να κάνω λίστα με τα "καλύτερα" για το 2025. Θα πω, όμως, πως τον πιο γήινο δίσκο της χρονιάς τον έβγαλε ο Buddy Guy – ένα απίστευτο double LP, φτιαγμένο από έναν 89χρονο!
Αν έχουμε 30 ή 40 χρόνια μπροστά μας να ζήσουμε, όλοι εμείς οι 50άρηδες-60άρηδες τέλος πάντων, ίσως να φθάσουμε κι εμείς σε κάτι τόσο υψηλό στα 90 μας (ο καθένας στον τομέα του).
Αυτό είναι το μήνυμα του Ain't Done With The Blues. Ζωή σε όλες και όλους!

26/12/2025
>>Γιορτινή Αθήνα: η θλιβερή μας πόλη Η πόλη στολίζεται με λαμπιόνια επαρχιώτικου πανηγυριού και κακόγουστες γιρλάντες που κρέμονται πάνω από τη βρομιά, την αστεγία, τα βανδαλισμένα κτίρια<<
Δεν ξέρω γιατί κάποιοι, πολλοί, λίγοι, δεν έχω νούμερα, βρίζουν την Αθήνα. Δηλαδή τους άρεσε καλύτερα η πενταβρώμικη Αθήνα του ’50 και του ’60 (με τους σκουπιδιάρηδες όρθιους πάνω στα σκουπιδιάρικα και με χύμα τα σκουπίδια στις καρότσες των φορτηγών – άσε στους δρόμους); Μήπως τους άρεσε καλύτερα η Αθήνα του ’70 και του ’80, που δεν μπορούσες να ανασάνεις όταν έκοβες το νέφος με το μαχαίρι; Μήπως τους άρεσε η Αθήνα των «μεγάλων έργων» του ’90 και του 2000, με τη λαμαρινοποίηση της πόλης και με τη σκόνη να μας πνίγει, ή μήπως τους άρεσε η Αθήνα των φασιστών και των παρακρατικών που καίγανε και κατέστρεφαν επί μνημονίων;
Εντάξει, σαν μεγάλη πόλη, έχει η Αθήνα κάποια προβλήματα, αλλά μπορούν να επιλυθούν σε μεγάλο βαθμό αν υπάρχει βούληση.
Το σημαντικότερο πρόβλημα της Αθήνας είναι τα παρκαρισμένα στους δρόμους αυτοκίνητα. Από κει ξεκινάει το κακό. Οι βιομηχανίες και οι αντιπροσωπείες τους πουλάνε συνεχώς αμάξια δίχως αύριο, χωρίς να νοιάζονται πού θα παρκάρουν. Αν κάθε δήμος δεν φτιάξει δέκα μεγάλα πάρκιν, όπου μ’ ένα συμβολικό αντίτιμο θα παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους οι κάτοικοι δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα. Οι δρόμοι πρέπει να είναι άδειοι (κατά το δυνατόν) από τα παρκαρισμένα των κατοίκων, ώστε να μπορεί να γίνει μια σωστή διευθέτηση και στα πεζοδρόμια και στις ράμπες και στις γωνίες των δρόμων κ.λπ.
Αν θέλω να πάω ας πούμε από του Ζωγράφου στη Νέα Σμύρνη (κοντινοί σχετικά δήμοι που, τους ενώνει μία λεωφόρος, αλλά δεν συνδέονται με αστική συγκοινωνία!) να πρέπει να βρω αμέσως να παρκάρω εκεί κι όχι να γυρίζω μια ώρα, επιβαρύνοντας την κυκλοφορία. Στους δρόμους θα πρέπει να παρκάρουν μόνον όσοι έχουν δουλειά.
Το ξαναλέω, και με αφορμή τους νέους σταθμούς του Μετρό, πως αν δεν γίνουν πολλά δημοτικά πάρκιν, για τους κατοίκους των δήμων, το πρόβλημα όχι απλώς θα χειροτερεύσει, αλλά θα εκραγεί. Μπορώ να προτείνω και 2-3 ακόμη λύσεις, γενικότερα, αλλά δεν έχω σκοπό να γράψω άρθρο εδώ πέρα.
Αν αγαπάνε την Αθήνα αυτοί που μπορούν να παίρνουν αποφάσεις και να κάνουν πράματα ας τα κάνουν. Είναι πολύ συγκεκριμένα. Και χοντρικά τα ξέρουμε όλοι. Στην πόλη ζούμε, όχι στα σύννεφα. Οι γκρίνιες στα μίντια είναι μόνο για εκτόνωση και για τα λάικ.
Α και όσον αφορά για τα λαμπιόνια, τις γιρλάντες κτλ. χεστήκαμε κι η βάρκα γέρνει. Μια χαρά είναι η... αθηναϊκή επαρχία μας. Ας ασχοληθούμε με τίποτα σοβαρότερο λέω εγώ. Εκτός και αν έχετε λύσει όλα τα προβλήματά σας και το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι πια η ρημάδα η αισθητική.

25/12/2025
Μουσική, χωρίς κουμπιά, μπλιμπλίκια, ποτενσιόμετρα, εφφέ, σάμπλ, ωτοτιούν, κονσόλες και άλλα τέτοια αχρείαστα στην τελική...
[εκτιμώ κάθε δισκοθήκη, που έχει βινύλια ή και CD του μάγου George Harmonica Smith]
https://www.youtube.com/watch?v=EstcToU4ygE&list=RDEstcToU4ygE&start_radio=1

25/12/2025
Κατάφεραν να κάνουν τους απόβλητους, τους χασικλήδες και τους τύπου τέροριστ, χίπιδες αλητόβιους συμπαθείς, γιατί οι γονείς, η κοινωνία των γέρων εννοώ, έτσι όπως συμπεριφερόταν σε όλο το φιλμ, ήταν για κλάματα.
[με διαφορά η καλύτερη ελληνική ταινία για τα Χριστούγεννα – και δεν προβοκάρω]

24/12/2025
Αφού σ' ένα άρθρο για τον Κοινούση έγραψα για rhythm n' blues και για zydeco, να και ο... Κοινούσης της Λουιζιάνας... [καλά να περνάτε - και με το καλό η αυριανή και η μεθαυριανή]
https://www.youtube.com/watch?v=AddZ2Ss01d4&list=RDAddZ2Ss01d4&start_radio=1

24/12/2025
Ζαλώθηκε το ακορντεόν του, πήρε και 200 βιβλία με παραμύθια και πήγε να πει τα κάλαντα στα άρρωστα παιδιά, στο Νοσοκομείο Παίδων... κάποτε στα σέβεντις.

23/12/2025
Αυτό το άκουγα τ' απόγεμα, και το βάζω κι εδώ, επειδή υπάρχει τόσο φοβερό ροκ από εκείνη την εποχή, που θέλουμε τρεις ζωές για να το ακούσουμε... Ο Anderson είχε τραγουδήσει και στο Woodstock, όταν ήταν στους Keef Hartley Band. Τον Chris Rea σας τον χαρίζω...
https://www.youtube.com/watch?v=pcfAXcDnjzU&list=RDpcfAXcDnjzU&start_radio=1

23/12/2025
Γιατί θα πρέπει να κάνω ποστ για τον Chris Rea, την Ντόρα Γιαννακοπούλου και τον Mick Abrahams; Για να θυμηθώ τρεις μουσικές απώλειες των τελευταίων ημερών - αν και είμαι σίγουρος πως θα υπάρχουν κι άλλες. Κάπου βαριέσαι με όλο αυτό το θανατικό, και όπως έλεγε κι η γιαγιά μου, που είχε θάψει άντρα και πέντε παιδιά... οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Αφήνω δε το γεγονός πως οι περισσότεροι που γράφουνε γι' αυτά, στα κυρίαρχα μίντια, δεν έχουν ούτε καν μια τυπική σχέση με τη μουσική (και γράφουν, όπως θα γράφανε για καταδύσεις ή για ορειβασία).
Chris Rea δεν άκουγα ποτέ, ούτε αγόρασα ποτέ δίσκο του. Eξάλλου γιατί να αγοράσεις ροκ δίσκο μετά το 1973-74; Έστω και σοφτ. Δεν υπήρχε ούτε υπάρχει λόγος (γέλιο). Μου φαινόταν πάντα αδιάφορος. Μπλαζέ. Και το τραγούδι του για τα Χριστούγεννα του κιλού... Μπορεί να ήταν καλός παίκτης, αλλά τα κομμάτια του ήταν για να σε πάρει ο ύπνος. Ο JJ Cale ήταν 10 κλάσεις ανώτερος.
Η Γιαννακοπούλου μου την έσπαγε λίγο σα φωνή, μ’ αυτό το λιγωτικό ηχόχρωμα, αλλά όπως και να το κάνεις σφράγισε έναν από τους 2-3 πιο σημαντικούς δίσκους του Μίκη, τις «Μικρές Κυκλάδες».
Για δε τον Mick Abrahams, τον πρώτο κιθαρίστα των Jethro Tull, τον ακούω εδώ και 40 χρόνια, και βασικά μέσα από τα 2 άλμπουμ των Blodwyn Pig. Μπλουζ-άρης ήταν ο άνθρωπος (πολύ καλός), που την έκανε από τους Jethro, γιατί μετά το ’68 παράτησαν (οι Jethro) το blues και πήγαν γι’ άλλα. Εκείνος πίστευε πως το blues είχε ψωμί, για κάποια ακόμη χρόνια, κάτι που θα το αποδείκνυε με μερικά επιπλέον ωραία τραγούδια. Ένα το έχω στα σχόλια...
-----------------------
update
ευχαριστώ όλες και όλους για τα σχόλια τα like και τα dislike. έκλεισα τα σχόλια, γιατί όταν πέφτουν βροχή, δεν προλαβαίνω να τα δω και να απαντήσω, κάπως μπερδεύονται, χάνονται κ.λπ. Εξάλλου μπαίνουν συνεχώς νέα ερωτήματα και ανοίγονται νέα ζητήματα, για τα οποία θα πρέπει κανείς να γράφει ώρες, για να εξηγεί. Το έχω ξαναπεί, ελάτε σε παρουσιάσεις των βιβλίων μου ή να μαζευτούμε σε κάποιο καφενείο, για να συζητήσουμε σαν άνθρωποι. Είναι μ@λακία να συζητάμε γράφοντας.

WIDOW PIT ελληνικό σκληρό ροκ (ένα από τα καλύτερα της χρονιάς, για τη δική μας σκηνή)

Οι Widow Pit είναι Αθηναίοι και αποτελούνται από τους Nikolas Kalogirou φωνή, Petros Michopoulos κιθάρες, Alessandro Castagneri μπάσο, φωνητικά και Thanos Tampakopoulos ντραμς. Σαν γκρουπ υπάρχουν περισσότερο από μια δεκαετία, αλλά μόλις τώρα έχουν να προτείνουν έναν ολοκληρωμένο δίσκο [Sound Effect Records, 2025] με επτά κομμάτια (όλα δικά τους, γραμμένα από τα μέλη του συγκροτήματος).
Το ύφος των Widow Pit είναι το σκληρό ροκ. Προσωπικά στα κομμάτια τους ακούω υπαινιγμούς από Stray, Budgie, Hawkwind, Led Zep, Black Sabbath κ.λπ., βρετανικά ονόματα δηλαδή, που διέπρεψαν στα 70s βασικά, με τους Widow Pit να πατάνε πολύ γερά πάνω σ’ εκείνα τα χνάρια, χαράζοντας σήμερα τα δικά τους.
Το πρώτο που οφείλεις να πεις για τους Widow Pit είναι πως οι άνθρωποι αυτοί ξέρουν να γράφουν τραγούδια – δεν υποκρίνονται τους τραγουδοποιούς. Όλα τα κομμάτια τους είναι πολύ καλά, στιβαρά και δεμένα, διαθέτοντας όλα τα... κομφόρ (doomy ή άλλα). Φαίνεται, θέλω να πω, και η προϊστορία τους στο χώρο, καθώς έχουν υπάρξει μέλη άλλων σχημάτων (Lokruz, Selefice, Devil Flower Mantis...), αλλά και το ταλέντο τους.
Κομμάτια σαν το “Eyes on fire”, για παράδειγμα, θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις έως και «πρότυπο» σε σχέση με το σημερινό... ψυχεδελικότροπο σκληρό ροκ, ενώ και οι «δυναμίτες» σαν το “Night is my girl” ή σαν το “Dust and decay”, κάνουν τις μεμβράνες των woofers να υποφέρουν. Προσωπικά δεν άκουσα ούτε ένα μέτριο κομμάτι στο “Widow Pit” (που διαθέτει και ωραία «σαμπαθικά» tracks σαν το “Madonna”, με το distortion να σκοτώνει), με το έσχατο “Where silence reigns” να θερίζει.
Πολύ καλός δίσκος γενικώς, και για το είδος του... δισκάρα!
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/widow-pit

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

THE BIRCH / HUM νέο γερμανικό rock, αλλά με late 60s-early 70s αναφορές

THE BIRCH: Vicious Minds [Tonzonen Records, 2025]
Νέα γερμανική μπάντα από την πόλη Quedlinburg, οι Birch έκαναν ένα ντεμπούτο άλμπουμ με πολλές late sixties αναφορές. Ψυχεδελικές να τις πούμε; Κάτι τέτοιο. Κατ’ αρχάς λέμε για ένα τρίο, το οποίο αποτελούν οι Lucas Habenreich κιθάρες, φωνή, Santiago Garcia Echeverri μπάσο και Volker Blath ντραμς, και το οποίο, κατά τόπους, επεκτείνεται σε κουαρτέτο λόγω της παρουσίας του Pablo Manresa στα πλήκτρα (αν και οι βασικές ηχογραφήσεις έγιναν κάπου στο Miami Beach, στη Florida, τα keyboards γράφτηκαν στην πόλη Elche της Ισπανίας).
Οι Birch κινούνται σε κάπως σκληρές φόρμες, φέρνοντας στη μνήμη συγκροτήματα της πρώιμης σκηνής του Michigan (Detroit και περίχωρα), όπως ας πούμε τους Frost του Dick Wagner, τον πρώιμο Bob Seger, τους Amboy Dukes του Ted Nudget, τους SRC και τους Third Power. Αυτό είναι το ύφος των Γερμανών, από ’κει προέρχονται οι επιρροές τους, και κάπως έτσι δημιουργούν τις δικές τους hard driving καταστάσεις (κάπως σαν τους... παππούδες τους από τα σίξτις). Το ζήτημα είναι αν το κάνουν καλά, αυτό, οι Birch, και επί τούτου μόνο θετικά μπορείς να αποφανθείς για το γερμανικό γκρουπ, που έχει δουλέψει πολύ καλά τις επιρροές του, παραδίδοντας μια δισκογραφική ροκ έκπληξη – με μόλις επτά πολύ καλά κομμάτια καταγραμμένα στις δύο πλευρές του βινυλίου (τέσσερα και τρία).
LP και digital λοιπόν, από ένα σχήμα που δεν μασάει... και για το οποίο το μόνο που μπορεί να ευχηθείς είναι να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο.
Επαφή: www.tonzonen.de
HUM: Three [Tonzonen Records, 2025]
Οι HUM είναι Γερμανοί, προέρχονται από την Φρανκφούρτη του Μάιν και είναι τριπλέτα (Martin μπάσο, φωνή, noises, Floh ντραμς, εφφέ και Harri κιθάρα, φωνή, samples). Σαν σχήμα οι HUM υπάρχουν από το 2019, με το “Three” να αποτελεί μάλλον το δεύτερο άλμπουμ τους, και όχι το τρίτο, ένα βαρύ, hard, stoner ηχογράφημα, που εμπεριέχει όμως και κάποιες... ψυχεδελικότητες (“Burning air”) ή και πειραματισμούς (“March of the lost souls”), που το κάνουν να ξεχωρίζει.
Βασικά, όμως, εκείνο που υπερισχύει είναι το βαρύ ροκ... και κομμάτια σαν το “Underground”, για παράδειγμα, δεν γίνεται να μην φέρνουν στη μνήμα μας τους Βρετανούς Three Man Army, από τα early 70s, και LP σαν το “Mahesha”. Έτσι, και παρά το γεγονός πως το stoner κυριαρχεί στο “Three”, οι κιθάρες δεν υπάρχουν μόνο για να δίνουν τη ρυθμική μάχη, προβάλλοντας αλλεπάλληλα riffs, μα και για να σολάρουν όταν και όπως πρέπει.
Με καλές ιδέες, καλές συνθέσεις, δυνατά παιξίματα και σωστά vocals (ακόμη και όταν είναι «πειραγμένα»), οι HUM κάνουν ένα ωραίο άλμπουμ, επιχειρώντας να μετατοπίσουν το stoner σε περισσότερο early seventies περιοχές. Καλό είναι αυτό... δεν το συζητάμε.
Επαφή: www.tonzonen.de

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

μερικά από τα κορυφαία τζαζ άλμπουμ της χρονιάς ανήκουν στην ιταλική RED Records – οι Gerry Mulligan, Gato Barbieri, Nexus, Bobby Watson και Kai Winding σε top ηχογραφήσεις

Η ιταλική RED Records (στην Ελλάδα από την AN Music) είναι μια τζαζ εταιρία με πολύ μεγάλη ιστορία. Το 2026 συμπληρώνει 50 χρόνια συνεχούς δράσης, έχοντας δημιουργήσει έναν ζηλευτό κατάλογο τον οποίον ελάχιστες, εν ζωή, τζαζ εταιρείες μπορούν να πλησιάσουν. Η RED εξακολουθεί να τυπώνει και στις μέρες μας βινύλια και CD όλων των ειδών, ηχογραφώντας καινούρια σέσιον, επανεκδίδοντας δίσκους της από τα σέβεντις ή τα έιτις, και βγάζοντας στην επιφάνεια ανέκδοτες ηχογραφήσεις απ’ όλες τις δεκαετίες. Με άλλα λόγια κυκλώνει το πράγμα από παντού.
GERRY MULLIGAN: Nocturne [RED Records, 2025]
«Κομμένο» και σε διπλό βινύλιο με δώδεκα tracks, το παρόν 2CD (με τα δεκατρία tracks) απαθανατίζει τον μεγάλο βαρύτονο-σαξοφωνίστα της jazz Gerry Mulligan (1927-1996) σ’ ένα θαυμάσιο live, της τελευταίας δημιουργικής φάσης του (όπως θα αποδεικνυόταν), που συνέβη στην Μπολόνια τον Απρίλιο του 1992. Δίπλα στον Mulligan θα βρίσκονταν οι Harold Danko πιάνο, Dean Johnson μπάσο και Ron Vincent ντραμς, δημιουργώντας όλοι τους ένα κουαρτέτο, ίσως κάπως περιστασιακό, αλλά με μεγάλες δυνατότητες. Αυτό φαίνεται από τούτην εδώ την καταγραφή, που είναι αρκετά καλά επεξεργασμένη ώστε να μπορεί να ανταγωνιστεί επί ίσοις όροις μερικές από τις κορυφαίες στιγμές του Mulligan από τα 90s και μετά (και βασικά το άλμπουμ “Lonesome Boulevard” στην A&M από το 1990, όπως και τα υπόλοιπα στην Telarc Jazz).
Το ρεπερτόριο αποτελείται, βασικά, από συνθέσεις του ιδίου του Mulligan (ανάμεσα στα δεκατρία tracks υπάρχει το “My funny Valentine” και το “Take theAtrain”), που πιάνουν όλη την διαδρομή του (από τα fifties έως τα nineties) και οι οποίες αποδίδονται με μεγάλο κέφι απ’ όλο το κουαρτέτο – και βεβαίως από τον Mulligan, που ξέρει πάντα να διαμορφώνει το γενικότερο περιβάλλον, προβάλλοντας αυτόν τον τόσο μοναδικό ήχο του στο βαρύτονο σαξόφωνο, μοιράζοντας, όμως, το «παιγνίδι» και προς τους συνοδοιπόρους του, οι οποίοι είναι το ίδιο εντυπωσιακοί μ’ εκείνον. Τούτο το διαπιστώνεις σε πλείστα όσα tracks, όπως στο “Line for Lyons” από το CD1 ή στο “Midas lives” από το CD2, με τον πιανίστα Danko και τον κοντραμπασίστα Johnson, να κλέβουν ανά στιγμές τις εντυπώσεις.
Μια αρκετά καλή, και από τεχνικής πλευράς, παραγωγή της RED, με μόνο τα ενθουσιώδη χειροκροτήματα να σου υπενθυμίζουν, στο τέλος κάθε track, πως πρόκειται για live.
GATO BARBIERI: Standards Lost and Found 2 [RED Records, 2025]
Πέρυσι (2024) είχε κυκλοφορήσει το “Standards Lost and Found 1” του μεγάλου Gato Barbieri (1932-2016) κι εφέτος είναι έτοιμο και το “Standards Lost and Found 2” («κομμένο» τόσο σε CD, όσο και σε 2LP). Περί τίνος ακριβώς πρόκειται; Μα για μια σειρά ηχογραφήσεων του θρύλου αργεντινού τενορίστα από την άνοιξη του 1968, στην Ρώμη – οπότε αντιλαμβάνεστε για τι περίπου συζητάμε.
Ο Barbieri ζούσε στην Ιταλία στο διάστημα 1962-1965, είχε κάνει πολλές ηχογραφήσεις εκεί (οι πρωτότυπες κυκλοφορίες είναι άπιαστα collectors items), ενώ επέστρεφε, τακτικά, προκειμένου να δει τους παλιούς φίλους του και να ξανασυνεργαστεί μαζί τους. Κάτι τέτοιο συμβαίνει με το παρόν “Standards Lost and Found 2”, στο οποίο τον συναντάμε να συνεργάζεται με τους Franco DAndrea πιάνο, Giovanni Tomasso μπάσο και Pepito Pignatelli ντραμς (όλοι τους πολύ γνωστοί ιταλοί μουσικοί της τζαζ, με τους δύο πρώτους να συμμετείχαν στα 70s και στο γκρουπ Perigeo).
Σ’ αυτό το ρωμαϊκό σετ ο Barbieri διασκευάζει Ornette Coleman (“Jayne”, “When will the blues leave?”), Charlie Parker (“Anthropology”), Ahmad Jamal (“New rhumba”) και Thelonious Monk (“’round about midnight”, “Epistrophy”), αποδίδοντας και δύο δικά του κομμάτια, τα “Gato blues” και “In search of the mystery” (γνωστό αυτό από τον δίσκο του στην ESP-Disk’ το 1967), προβάλλοντας αυτόν τον τραχύ και θρασύ ήχο του στο τενόρο, που δεν τρυπάει μόνο τ’ αυτιά, αλλά και τις καρδιές μας.
Φοβερή εγγραφή (για τα δεδομένα της εποχής – και το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τότε) και βεβαίως έκδοση, απολύτως απαραίτητη για τους fans της πρώτης «άγριας» φάσης του μεγάλου Αργεντινού.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/merika-apo-ta-koryfaia-tzaz-almpoym-tis-hronias-anikoyn-stin-italiki-red-records

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

HARPER TRIO το δεύτερο άλμπουμ τους

Μετά από το προπέρσινο “Passing By” (2023), το Harper Trio, δηλαδή η Maria-Christina Harper ηλεκτρική & ακουστική άρπα, εφφέ, φωνή, συνθέσεις, η Josephine Davies σοπράνο & τενόρο σαξόφωνα φωνή και ο Evan Jenkins ντραμς, φωνή, επανέρχονται στην δισκογραφία μέσω ενός CD/LP, που αποκαλείται Dialogue of Thoughts [Little Yellow Man Records, 2025]. 
Αν κάτι διαφοροποιεί αυτή την κυκλοφορία του Harper Trio από την προηγούμενή του τούτο έχει να κάνει, κατά πρώτον, με τις φωνές που ακούγονται σε δύο tracks, στο “Inner thoughts” και στο “Moving on (Intro)”, και ακόμη με μία αρχαιοπρέπεια που διέπει το άκουσμα (όχι μόνον όσον αφορά τον λεκτικό τομέα, μα και τις συνθέσεις). Αυτή η αρχαιοπρέπεια έχει (και) ελληνικές ρίζες, υπό την έννοια πως σε διάφορες συνθέσεις καταγράφονται vibes αρχαιοελληνικής μουσικής (ό,τι, εν πάση περιπτώσει, θεωρείται πως ηχεί αρχαιοπρεπώς μέσα στα χρόνια), όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με όλο το βασικό υπόστρωμα στο “In between dreams” (μα και σε άλλα tracks, όπως στο εισαγωγικό “Quiet mind” κ.λπ.).
Έτσι, οι συνθέσεις της Harper, στο “Dialogue of Thoughts”, αποκτούν ακόμη πιο έντονα spiritual χαρακτηριστικά, χωρίς πάντως να... αποδοκιμάζονται και οι πιο ζωηρές στιγμές (σαν την “Walk”) ή κι εκείνες των πιο ροκ αποχρώσεων ακόμη-ακόμη, όπως συμβαίνει με την περίπτωση του “Madness while trying to meditate”.
Βεβαίως τα πιο αργά και πνευματικά κομμάτια (“Ephemeral now”, “In between dreams”) είναι πιο κοντά σ’ αυτό το διαλογιστικό ηχητικό οικοδόμημα στο οποίο αρέσκεται, καταφανώς, το Harper Trio, ενώ και τα «πιο μεσαία» tracks, σαν το “Sometime in Cairo” (τουλάχιστον έτσι εξελίσσεται), διεκδικούν, με άνεση, την προσοχή μας, με την ωραία ανάπτυξή τους και με τον πάντα δημιουργικό συνδυασμό της άρπας, με το σαξόφωνο και τα ντραμς.
Το “Dialogue of Thoughts” έχει ύφος και χρώμα, προβάλλοντας άποψη γύρω από το πώς μπορεί να ηχεί μία, σε κάθε περίπτωση, σημερινή spiritual jazz και αυτό αναμφισβήτητα σημαίνει πολλά (και για την ανάλογη βρετανική σκηνή, που έχει και μια τέτοια πολύ σοβαρή διάσταση να επιδείξει).
Επαφή: www.littleyellowmanrecords.com

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

MAD VANTAGE είναι η SOLUNE που έχει ελληνική καταγωγή

Πίσω από τους Αυστραλούς Mad Vantage από την Μελβούρνη κρύβεται βασικά η συνθέτρια SOLUNE (Selene Messinis είναι το κανονικό όνομά της, που υπονοεί ελληνική καταγωγή), η οποία στο LP, CD και digital Minutiae.” [Art As Catharsis, 2025] χειρίζεται σύνθια και πιάνο. Δίπλα στην SOLUNE στέκονται ακόμη οι Kumar Shome κιθάρες, Matt Hayes μπάσο και Tim Cox ντραμς... και βεβαίως όλοι αυτοί είναι υπεύθυνοι για τις αποδόσεις των συνθέσεων, οι οποίες είναι κάπως περίεργες. Θα μπορούσε να τις αποκαλέσεις ακόμη και «ζαππικές», με μίαν early 80s αίσθηση περισσότερο, υπό την έννοια πως εδώ υπάρχουν έντονες κιθάρες και βαριά keyboards, με παράλληλες επιρροές από το math rock των King Crimson, το fusion γενικότερα και το ευρύτερο late 70s progressive.
Αν και η εποχή στην οποίαν αναφέρονται οι συνθέσεις της SOLUNE είναι... μυστήρια, υπό την έννοια πως πολλά καταγραμμένα από εκείνα τα χρόνια θεωρούνται κάπως «δευτερότερα» (και πολλές φορές αδίκως υποτιμημένα), στην πράξη, και όπως εδώ διεκπεραιώνονται όλοι αυτοί οι υπαινιγμοί, μέσα από τα συγκεκριμένα tracks, δεν γίνεται να μην εξάρεις το ταλέντο της SOLUNE στην δημιουργία αυτών των εντελώς complex συνθέσεων, που φανερώνουν και ταλέντο και βαθιά ενασχόληση με τη σύγχρονη μουσική (και όχι μόνο με το synth-rock).
Ασυζητητί ένα παράξενο, αλλά ταυτοχρόνως και πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ από μία συνθέτρια με τσαγανό, που αξίζει να συγκρατήσουμε το όνομά της και να την παρακολουθήσουμε και στο μέλλον.
Επαφή: https://madvantage.bandcamp.com/album/minutiae