Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

ο Βαγγέλης Αραγιάννης για το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025] (η φωτογραφία είναι δική του)

>>Ευχαριστώ τον Φώντα Τρούσα για τα πολύ καλά λόγια που γράφει στο καινούριο του βιβλίο «100 χρόνια ελληνική τζαζ» για μένα, για τα «22 Βήματα στη Σύγχρονη Τζαζ», για το Syros Jazz Festival αλλά και για το Jazz Library.
Μετά την πρώτη προσπάθεια, που είχε κάνει πριν χρόνια με την «Ελληνική Τζαζ Δισκογραφία 1961-2013», ήταν κατά κάποιον τρόπο αναμενόμενο ότι εκείνος ήταν αυτός που θα προχωρούσε και στην έκδοση ενός τέτοιου απαιτητικού και δύσκολου πονήματος.
Για το τι έχει συμβεί στη σκηνή της τζαζ στη χώρα μας τα τελευταία 30-40 χρόνια, με τη βοήθεια και του διαδικτύου, η πληροφορία λίγο-πολύ μπορεί να βρεθεί. Δεν είναι βέβαια αυτονόητο και ότι μπορεί κάποιος να κατανοήσει τα πράγματα, να τα βάλει στη σειρά και να τα αναπτύξει. Ο Φώντας Τρούσας είχε και τις γνώσεις και την εμπειρία αλλά και την κρίση για να το κάνει.
Όμως, όπως λέει και ο τίτλος του βιβλίου, κάνει κάτι πολύ παραπάνω από αυτό. Ξεκινά από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα με την εμφάνιση στην Αθήνα του Sydney Bechet το 1927 και της Josephine Baker το 1934, την ταινία «Περιπέτειαι του Βιλλάρ (1927) του Ζοζέφ Χεπ, την προβολή του “The Jazz Singer” του Al Jolson το 1930. Και στην πορεία, πέρα από όσα, πολύ αναλυτικά, γράφει για προσωπικότητες όπως ο Σάκης Παπαδημητρίου, ο Γιώργος Μπαράκος, ο Κώστας Γιαννουλόπουλος -το έργο των οποίων είναι αρκετά γνωστό σε όσους ασχολούνται με αυτή τη μουσική- έχουν ξεχωριστή αξία όσα εκτενώς γράφει για καλλιτέχνες που η προσφορά τους στην τζαζ δεν είναι εξίσου γνωστή ή δεν έχει εκτιμηθεί κατάλληλα, όπως ο Γιάννης Σπάρτακος, ο Μανώλης Μικέλης, ο Κώστας Καπνίσης, ο Κώστας Κλάββας, ο Γιώργος Θεοδοσιάδης και αρκετοί ακόμη.
Και τελικά η τεκμηριωμένη εξιστόρηση και σύνδεση όλων αυτών που συνέβησαν από το ξεκίνημα μέχρι σήμερα είναι εκείνο που κάνει το βιβλίο μοναδικό<< 

GIOVANNI DI DOMENICO – ALEX ZETHSON ένα improv split 2CD

Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα split 2CD, όπου το CD1 ανήκει στον Giovanni Di Domenico (grand piano, Hohner organetta, pipe organ, ηλεκτρονικά) και το CD2 στον επίσης πιανίστα Alex Zethson. Το CD του Di Domenico αποκαλείται “Edge Runner” (και αποτελείται από τα tracks “Edge runner”, “Carbaquists”, “The frenetic”), ενώ το CD του Zethson αποκαλείται “Noema” (και αποτελείται από το φερώνυμο track διάρκειας 44 λεπτών). Οπωσδήποτε δεν είναι κάτι καθημερινό και συνηθισμένο αυτό το split (σε μορφή double CD και με τύπωμα από την γνωστή μας defkaz RECORDS), και υποθέτω πως κάποια ηχητική συσχέτιση θα υπάρχει ανάμεσα στα δύο μέρη – δίχως τούτο να είναι απαραίτητο, τουλάχιστον υπό την έννοια της αισθητικής ταύτισης.
Ο Di Domenico (γνωστός αυτοσχεδιαστής-πειραματιστής, για τον οποίον έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο blog) «πιάνεται» ζωντανά ηχογραφημένος στις πόλεις Μπρυζ και Γάνδη του Βελγίου, τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο του 2023. Το πρώτο κομμάτι, το 18λεπτο, είναι πολύ έντονο, σχεδόν εκκωφαντικό, με το grand piano να ακούγεται διαρκώς σ’ ένα μίνιμαλ μοτίβο, κάπως σαν λούπα, και με τα υπόλοιπα όργανα να συμβάλλουν υπό τύπον noises. Το δεύτερο track είναι περισσότερο σκοτεινό και υποβλητικό. Δρα κάπως και σαν drone music, και υπό αυτή την έννοια μπορείς να αναζητήσεις επιρροές από κεντρική Ασία, άπω Ανατολή κ.λπ. Έχει κάτι το τελετουργικό σαν κομμάτι, λίγες και ανεπαίσθητες αλλαγές φυσικά, και οπωσδήποτε σε παρασύρει στον... κόσμο του. Στο έσχατο 7λεπτο track το άκουσμα είναι πιο... ευλαβικό, θρησκευτικό, επίσης με ενσωματωμένες στη ροή αλλαγές, ενώ «αγριεύει» λίγο πριν από το κλείσιμο μέσω θορυβωδών ηλεκτρονικών, που επιτείνουν την έκσταση. Γενικά, σαν άκουσμα, το “Edge Runner” έχει πολύ ενδιαφέρον – για να μην πω πως συναρπάζει.
Το “Noema” του Zethson είναι ηχογραφημένο στο Dudu loft, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024. Φυσικά το κομμάτι εμφανίζει αλλαγές μέσα σ’ αυτό το 44λεπτο της εξέλιξής του. Αλλαγές που είναι έντονες και όχι... μεταβατικές – δεν εισρέει, εννοώ, το ένα μέρος μέσα στο άλλο. Στο bandcamp υπάρχει μία πλήρης τεχνική περιγραφή των τεσσάρων μερών του “Noema”, κι εδώ αυτό που έχει νόημα να ειπωθεί είναι πως ο Zethson ακολουθεί ένα σχέδιο ηχητικής δράσης, μεταφέροντας τον ακροατή από το αρχικό υποβλητικό περιβάλλον, σε «τόπους» έντονης κρουστότητας, για να μεταπέσει η μουσική του σε περισσότερο λυρικές περιοχές (στο τρίτο μέρος), πριν επανέλθει σε κάτι βαθύ, έντονο και συνεχές στο τελευταίο.
Οπωσδήποτε (και για να επανέλθω σ’ ένα ζήτημα που θίχτηκε στην αρχή) ανάμεσα στα δύο CD τού “Edge RunnerNoema” δεν υπάρχουν πολλές ταυτίσεις, ούτε όμως και απόλυτες και αγεφύρωτες διαφορές.
(Ωραία σχεδιασμένη gatefold έκδοση τριακοσίων αντιτύπων).
Επαφή: https://defkaz.bandcamp.com/album/edge-runner-noema

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 694

6/1/2025
Επειδή το αποψινό επεισόδιο θα είναι το πιο ροκ όλων, και για να μη φανεί ότι μεροληπτώ έναντι του "Μπάλλου", επειδή η εποχή είναι η ίδια -είναι η μεγάλη εποχή τού "είμαι ένας Έλλην, που παίζει ροκ"- δεν γίνεται να μην ποστάρω κάτι και για "Το Βρώμικο Ψωμί"... Τηλεόραση ΣΚΑΪ, απόψε στις 23:00

6/1/2026
ξανά-ξανά-ξανά-ξανά-ξανά, ντιλεντέμ-λεντιλέμ, όι, όιντα, να να να ι-ο-ι, όι-όι-όι-όι-όι-όι, ένα-δύο-πα-πα, γιάπα ποπάτα πάπα πατάπα γιάπο πάπο παπό, σσσσσσσσσ, τωςς θάνα στύγκουμ μπρα βρώος βίτος κουμ στυγκά, α-ε-ώ-α-ε-η-ού, γκουχ-γκουχ-γκ-γκ-γκ-γκ... κτλ.
Κι όποιος δεν καταλαβαίνει δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει... 
Απόψε στις 23:00 στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ. 

6/1/2026
>>Στο φύλλο του Ριζοσπάστη της 22ας Μαΐου 1979 υπάρχει άρθρο υπό τον τίτλο «Περιοδεία του B.B. King στην ΕΣΣΔ» και πιο κάτω κάποια λόγια του «βασιλιά», σαν κι αυτά: «Δεν περίμενα τόσους μουσικούς να παίζουν τζαζ με τόσο συναίσθημα (σ.σ. στη Σοβιετική Ένωση προφανώς)»<<
[«100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ», Όγδοο, 2025, υποκεφάλαιο 8.8 «Τζαζ και Αριστερά» σελ.221-224]

5/1/2026
Απόψε στις 23:00, στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ, θα προβληθεί το δεύτερο επεισόδιο της σειράς «Long Play», που είναι αφιερωμένη στην δισκογραφία του Διονύση Σαββόπουλου.
Το αποψινό επεισόδιο αναφέρεται στο «Περιβόλι του Τρελλού», ενώ θα ακολουθήσουν τις επόμενες τέσσερις ημέρες και τα υπόλοιπα τέσσερα επεισόδια (την ίδια πάντα ώρα).
Η σειρά αυτή είναι πολύ σημαντική, είναι ένα ντοκουμέντο, καθώς καταγράφει τον Σαββόπουλο (τις σκέψεις του για τις εποχές που έζησε και δημιούργησε, το ίδιο του το έργο, την κοινωνία και την πολιτική) λίγο πριν φύγει από τη ζωή.
Στη σειρά υπάρχει εκπληκτική εικαστική δουλειά από τον βασικό συνεργάτη και φίλο του Σαββόπουλου, τον Αλέξη Κυριτσόπουλο, όπως και από την τεχνική ομάδα, που θα έδινε κίνηση στα σκίτσα του.
Ευχαριστώ πολύ την κ. Ελένη Καλέση, που μου έδωσε τη δυνατότητα να πάρω μέρος σ’ αυτό το πρόγραμμα, βοηθώντας στον τομέα του αρχείου, και επικοινωνώντας για ουσιαστικά ζητήματα, πρώτα και κύρια με τον αείμνηστο Διονύση Σαββόπουλο, αλλά, στην πορεία, και με τον ζωγράφο Αλέξη Κυριτσόπουλο, τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα, την Ειρήνη Δράκου από την παραγωγή και τον σκηνοθέτη της σειράς Αντρέα Λουκάκο. Τους ευχαριστώ πολύ όλους.

4/1/2026
>>1. O Φώντας Τρούσας γράφει για τα «100 χρόνια Ελληνική Jazz». Από την εποχή που η τζάζ επικρατούσε στο μουσικό θέατρο και στο ελαφρό τραγούδι μέχρι και στις μέρες μας.<<
Ευχαριστώ πολύ τον Νίκο Μουρατίδη για την αναφορά και την προτίμηση στο βιβλίο μου - και βεβαίως για τη φωτογραφία.
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid0mooWXkmJRgKzsha5gcZXbF5CF9qyGEg7coN3XxUsNKqwE2HcJimEPrXZsvMSmBLpl&id=100002612006949&locale=el_GR

3/1/2026
έχουν πάθει μεγάλη νίλα με τον τράμπα οι φιλελέδες - δεν ξέρουν πότε να χειροκροτήσουν και πότε να κόψουν τα χέρια τους

3/1/2026
ήδη παρατηρείται έλλειψη μπουρούχας στην πιάτσα, μετά από τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών που εξαπέλυσε ο τράμπας - εν τω μεταξύ όσοι πέθαναν πέθαναν από τα ναρκωτικά στην αμερική, από αύριο θα πεθαίνουν όλοι από ευτυχία

3/1/2026
Παλιά ακούγαμε ελληνικά συγκροτήματα, που τραγουδούσαν στ’ αγγλικά, αλλά καταλαβαίναμε πως ήταν ελληνικά από χιλιόμετρα – ενώ τώρα όλοι σχεδόν οι αγγλόφωνοι τραγουδάνε σαν... λόρδοι.
Το να λες σε κάποιον έλληνα τραγουδιστή ότι δεν τον ξεχωρίζεις από Εγγλέζο δεν ξέρω αν πρέπει να μετράει ως κομπλιμέντο ή ως μομφή τελικά...
[πριν από το Elementary - άξια τέκνα της αδούλωτης ράτσας...]
https://www.youtube.com/watch?v=DDjpnnadhgg

2/1/2026
Για την ελληνική δισκογραφία είναι, ασυζητητί, μία από τις επανεκδόσεις της χρονιάς (εξάλλου πόσοι παλιοί δίσκοι ξαναβγήκαν;). Το μοναδικό LP των Carma από το 1985 ξανατυπώθηκε, μετά από 40 χρόνια, από το Όγδοο. Αυτό το LP του ελληνικού ροκ εγώ το εκτιμώ πολύ από τότε που βγήκε, και θα εξηγήσω αναλυτικά το «γιατί», όταν θα γράψω τα σχετικά. 
Κάποτε το “Carma” πουλιόταν πάνω από 200 ευρώ. Τώρα, για το πιο φτηνό ορίτζιναλ στο discogs θες 90 ευρώ, ενώ η πρόσφατη reissue κοστίζει το ¼ της τιμής του (23,90 ευρώ). Αξίζει και συμφέρει.

BILIANA VOUTCHKOVA / GIORGOS VAROUTAS ένα πειραματικό άλμπουμ με νόημα

Ο Γιώργος Βαρουτάς (Giorgos Varoutas) είναι ένας καλός, γνωστός μουσικός (κιθαρίστας) και ακόμη improviser κ.λπ., που τον έχουμε συνδέσει με παραγωγές της Underflow βασικά – αν κι έχει γράψει και γι’ άλλα labels, όπως την περιώνυμη Recommended Records. Μέλος των Skraut, των Vault of Blossom Ropes κ.λπ. ο Βαρουτάς δεν σταματά να μας εκπλήσσει με τους δίσκους στους οποίους συμμετέχει και ενίοτε υπογράφει, ως βασικό όνομα. Να, όπως συμβαίνει με το παρόν “Little Sae”, ένα άλμπουμ συνεργασίας του με την βουλγάρα βιολίστρια-βοκαλίστρια Biliana Voutchkova (που ξεκίνησε από την κλασική μουσική, για να επεκταθεί, με τα χρόνια, σε πιο contemporary και πειραματικά πεδία). Πειραματικό είναι και το Little Sae, η συνεργασία, δηλαδή, της Voutchkova με τον Βαρουτά, που ηχογραφήθηκε στο Underflow, τον Δεκέμβριο του ’24 και που μετατρέπεται τώρα (2025) σε CD.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει επτά κομμάτια, τα οποία, όμως, ακούγονται «σαν ένα». Εννοώ πως υπάρχει μία ροή στο ακρόαμα, που δεν επιδέχεται λογικές
track list, καθώς το ύφος δεν αλλάζει από κομμάτι σε κομμάτι, ούτε διαφοροποιούνται τα tracks σε σχέση με τα λόγια τους (βασικά αυτό που υπάρχει εδώ είναι ο άναρθρος λόγος και όχι το τραγούδι με τη γνωστή και δημοφιλή έννοια), ούτε σε σχέση με το setting ή ό,τι άλλο. Αυτά που ακούς, καθ’ όλη την εξέλιξη του “Little Sae”, είναι το βιολί, την αλλόκοτη φωνή και τους βοκαλισμούς της Voutchkova από τη μια μεριά, και το live sound processing του Βαρουτά (διάβαζε: electronics, noises, effects κ.λπ.) από την άλλη. Ο κανόνας είναι αυτός, γιατί η εξαίρεση υπάρχει προς το τέλος του ακροάματος, όταν το “Arcadia nova” αποκτά χαρακτηριστικά μινιμαλιστικής synth music (που δεν αποκλείει το βιολί, το οποίο ηχεί εν παραλλήλω).
Αυτού του τύπου οι «ακραίες» ηχογραφήσεις κρίνονται, κυρίως, από το αν κατορθώνουν να μεταφέρουν στον δίσκο, την αμεσότητα και την έκρηξη του live (καθότι το live, ή εν πάση περιπτώσει η ζωντανή στιγμή είναι εκείνη που περικλείει το παν του πειράματος). Αν λοιπόν ο δίσκος καταφέρνει να σε κρατήσει, να μην σε κουράζει, κατά τη διάρκεια της ακρόασης, διατηρώντας καθ’ όλη την εξέλιξή του το αναπάντεχο και την έκπληξη σε πρώτο πλάνο, τότε δεν μπορείς παρά να τον αποκαλέσεις επιτυχημένο.
Προσωπικά, άκουσα δύο φορές σερί το “Little Sae”, δίχως να αντιληφθώ πότε πέρασε η ώρα...
Επαφή: https://underflowrecords.bandcamp.com/album/little-sae

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ο Γιάννης Μουγγολιάς και ο Γιάννης Ν. Μπασκόζος για το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» στο σάιτ «ο αναγνώστης»

Φώντας Τρούσας «100 χρόνια ελληνική τζαζ» (εκδ. όγδοο)
του Γιάννη Μουγγολιά
>>Λίγες μέρες πριν τη δύση του 2025 κυκλοφόρησε το περίπου 450 σελίδων πόνημα του γνωστού μουσικοκριτικού, συντάκτη για θέματα μουσικής και όχι μόνο και συγγραφέα Φώντα Τρούσα, που αποτελεί το τέταρτο βιβλίο του και δεύτερό του μέσα στο 2025 μετά το «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ΄60 (μία αντι-ανάγνωση)» επίσης από τις εκδόσεις Όγδοο. Ο Φώντας Τρούσας αφιέρωσε το βιβλίο του στη μνήμη του Γιώργου Χαρωνίτη που μέσα στην ίδια χρονιά έφυγε από κοντά μας, στενού συνεργάτη του για πολλά χρόνια στο περιοδικό Jazz&Τζαζ, η ιστορία του οποίου κατέχει τον δικό της σεβαστό χώρο στις σελίδες του βιβλίου.
Ο συγγραφέας συγκεντρώνει εδώ κείμενά του γραμμένα στο παρελθόν στο «Jazz&Τζαζ», στο blog του «δισκορυχείον» και στο lifo.gr, πλήρως επικαιροποιημένα εμπλουτισμένα με νέα στοιχεία ενώ γράφει και νέα πρωτότυπα κείμενα που δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Ο Φώντας Τρούσας σε αυτόν τον πλήρη οδηγό του για την ελληνική τζαζ προχωρά με συστηματικό, τεκμηριωμένο και ολοκληρωμένο τρόπο στην κατάθεση ενός συναρπαστικού πορτρέτου της όπως διαμορφώθηκε από τους καιρούς του μουσικού θεάτρου και του ελαφρού τραγουδιού μέχρι τις ημέρες μας και τη σύγχρονη και αυτοσχεδιαστική τζαζ μέσα από την παράθεση πλήθους πληροφοριών, συμβάντων, συναυλιακών και δισκογραφικών δράσεων, καθοριστικών σταθμών, εξεχόντων δημιουργών που άφησαν καίριο αποτύπωμα, επιδιώκοντας ένα ομολογουμένως εντυπωσιακό οδοιπορικό στην ιστορία της ελληνικής τζαζ. Ο συγγραφέας ωστόσο αποδεικνύοντας και εδώ τη γνωστή πληρότητα που διακρίνει τη μεθοδολογία και τα αποτελέσματα της ερευνητικής του δουλειάς, επεκτείνει τα χρονικά όρια της ελληνικής τζαζ προς τα πίσω, αρκετά πριν από τις παραδεκτές έως σήμερα απόψεις περί γέννησης της τζαζ ανιχνεύοντάς τα έναν αιώνα πριν. Σε πολύ πρόωρες παραστάσεις του μουσικού θεάτρου και επιθεωρήσεις όπως τις «Τζαζ Μπαντ» (1928) των Συλβίου και Λαίλιου Καρακάση, «Ο Νέγρος» (1928) του Ι. Κομνηνού, «Τζαζ» (1938-39) του Marcel Pagnol καθώς και τις απαρχές των ζωντανών εμφανίσεων τζαζ καλλιτεχνών στην Ελλάδα όπως του Sidney Bechet στην Αθήνα το 1927. Εμφανίσεις που συνεχίστηκαν με την έλευση στο Παλλάς της Αθήνας της θρυλικής μαύρης αρτίστας Josephine Baker και της 14μελούς τζαζ ορχήστρας Baker Boys τον Φεβρουάριο του 1934 στην πρώτη μεγάλη τζαζ συναυλία επί ελληνικού εδάφους. Για τα πρώτα χρόνια της τζαζ στην Ελλάδα ο αναγνώστης για παράδειγμα μαθαίνει για την ίδρυση το 1946, αμέσως μετά την Κατοχή της Ρυθμικής Λέσχης στην Αθήνα από λάτρεις της τζαζ, μιας λέσχης βραχύβιας που έκλεισε τον κύκλο ζωής της το 1951 όταν τα νεώτερα μέλη της κλήθηκαν να υπηρετήσουν τη θητεία τους.
Στην χρονική μετατόπιση των απαρχών και της ελληνικής τζαζ δισκογραφίας προς τα πίσω, πολύ πιο πίσω από το 1979 που μέχρι πριν κάποια χρόνια λογιζόταν ως το δισκογραφικό βάπτισμα του πυρός του είδους με την έκδοση τoυ δίσκου «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» των Σάκη Παπαδημητρίου και Φλώρου Φλωρίδη και του ομώνυμου δίσκου των Sphinx, βρίσκουμε την τζαζ διαδρομή του Μίμη Πλέσσα στις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70 (δισκογραφικό αποτύπωμα: «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda»-1965), τις πορείες μουσικών και συνθετών όπως οι Γιάννης Σπάρτακος, Μανώλης Μικέλης, Νίκυ Γιάκοβλεκ, Κώστας Καπνίσης, Λεβ, Γεράσιμος Λαβράνος, Γιώργος Μουζάκης, Κώστας Κλάββας, Γιώργος Θεοδοσιάδης τραγουδιστών όπως οι Τζίμης Μακούλης, Τώνης Μαρούδας, Ρένα Βλαχοπούλου, Μαίρη Λω έχοντας και σημαντικά τζαζ στοιχεία στο έργο τους.
Ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός πολύ ενδιαφερόντων θεμάτων όπως «Η τζαζ στη Σοβιετική Ένωση ως προϊόν του “ελεύθερου κόσμου” και η σχετική προπαγάνδα στην Ελλάδα της εποχής», οι ιστορικές τζαζ συναυλίες του Dizzy Gillespie (Θέατρο Κοτοπούλη, 1956), Louis Armstrong (αίθουσα Ορφεύς, 1959), Red Nichols and His Five Pennies (Θέατρο Κεντρικόν, 1960), Frank Sinatra (Ηρώδειο, 1962), Stan Getz (Θέατρο Λυκαβηττού/Στοά Αττάλου, 1967), «Οι Τάσος Χαλκιάς και Benny Goodman στη Νέα Υόρκη στο μέσο του 60», «Ο Δημήτρης Μητρόπουλος και η σχέση του με την τζαζ», «Oliver Nelson-Μίκης Θεοδωράκης, Νάνα Μούσχουρη-Quincy Jones», οι αναφορές σε τέσσερις σημαντικές περιπτώσεις-ερμηνευτές του ελαφρού και τζαζ τραγουδιού (Φώτη Δήμα, Τζένη Βάνου, Μαίρη Μόντ και Γιάννη Βογιατζή) σε ειδικά κεφάλαια, «Θεσσαλονίκη και τζαζ» με στοιχεία της ιστορίας αλλά και της προϊστορίας της τζαζ στη συμπρωτεύουσα, τον ρόλο του Σάκη Παπαδημητρίου, κεφαλαιώδους μορφής του χώρου στην Ελλάδα και όχι μόνο, για τη γνωριμία του κοινού με την τζαζ μέσω της Λέσχης Τζαζ και Ποπ από το 1973, θυγατρικής της Μακεδονικής Καλλιτεχνικής Εταιρείας Τέχνη (ίδρυση: 1951), του συγκροτήματος της Λέσχης Jo-Ba-Sa (Γιάννης Καμπούρογλου, Βασίλης “Basil” Οικονομόπουλος, Σάκης Παπαδημητρίου), των βιβλίων του, των γραπτών του στη θρυλική «Διαγώνιο» του Ντίνου Χριστιανόπουλου, των ραδιοφωνικών του εκπομπών από τα προγράμματα της ελληνικής ραδιοφωνίας και γενικότερα της πολυποίκιλης και πληθωρικής δραστηριότητάς του που εκτεινόταν πέραν της ιδιότητας του μουσικού αγγίζοντας κάθε πτυχή υποστήριξης και ενθάρρυνσης της τζαζ. Σε κάθε περίπτωση η προσωπικότητα του Σάκη Παπαδημητρίου διαπερνά πολλές και διαφορετικές σελίδες του βιβλίου και δικαίως αφού η προσφορά του στην ελληνική τζαζ είναι ανεκτίμητη. Σε αυτό το τμήμα του βιβλίου ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η αναφορά του συγγραφέα στη διάλεξη «Μια υπεράσπιση της τζαζ» που έδωσε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος το 1953 στο εντευκτήριο της Αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών χαρακτηρίζοντας ο ίδιος την τζαζ «πανούκλα-το λιγότερο. Πανούκλα για τους πάντες» σε κείμενό του στο περιοδικό «Θεσσαλονικέων Πόλις».
Στο βιβλίο δεν θα μπορούσαν να λείπουν στο κεφάλαιο της δεκαετίας ΄70 κεφάλαια για τον Γιώργο Μπαράκο και το ιστορικό του κλαμπ στην Αθήνα, τον κιθαρίστα Αποστόλη Άνθιμο με σημαντική δράση στην Πολωνία, τον Γερμανό κοντραμπασίστα και αυτοσχεδιαστή Peter Kowald και τις περιπέτειές του στη χώρα μας κ.α. και στο κεφάλαιο της δεκαετίας του ΄80 εκτός των Ελλήνων μουσικών που κυριάρχησαν τότε οι διοργανώσεις σημαντικών τζαζ φεστιβάλ όπως “Praxis Jazz” του Κώστα Γιαννουλόπουλου, Διεθνές Φεστιβάλ Τζαζ και Αυτοσχεδιαζόμενης Μουσικής του Δήμου Θεσσαλονίκης με σημαντική ανάμειξη του Φλώρου Φλωρίδη στον καλλιτεχνικό σχεδιασμό, η συνεισφορά του Θάνου Μικρούτσικου στην προώθηση της τζαζ, τα ιστορικά live του Keith Jarrett στον Λυκαβηττό, της Sun Ra Arkestra στο Θέατρο Ορφέας στην Αθήνα και του Miles Davis στον Λυκαβηττό.
Όσο περνούν τα χρόνια τα ονόματα των Ελλήνων μουσικών της τζαζ πληθαίνουν και καλύπτονται με επάρκεια και ξεχωριστή φροντίδα από τον συγγραφέα. Υπάρχουν ειδικά κεφάλαια για τους Ανδρέα Γεωργίου, Γιώργο Μεταξά, Θοδωρή Ρέλλο, Γιώργο Κοντραφούρη, Πέτρο Λούκα Χαλκιά και το πρότζεκτ «Έλληνες & Ινδοί», Σάκη Παπαδημητρίου-Φλώρο Φλωρίδη, Κυριάκο Σφέτσα, Μιχάλη Σιγανίδη, Χρήστο Γερμένογλου, Πέτρο Κλαμπάνη, Τάνια Γιαννούλη.
Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει λεπτομερής κατάλογος δισκογραφίας της ελληνικής τζαζ από τα 1960ς έως σήμερα.
Μια πολύ σημαντική έκδοση που ανεξάρτητα του πλούτου της πληροφορίας που παρέχει, αξίζει να την αντιμετωπίσει ο αναγνώστης με ιδιαίτερη προσοχή λαμβάνοντας υπόψη του τις προθέσεις του συγγραφέα. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δανείζομαι κι αντιγράφω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του προλογικού του σημειώματος, ενδεικτικού των προθέσεων αυτών:
«Σέβομαι όλους τους μουσικούς της ελληνικής τζαζ, παλαιότερους και νεότερους, γιατί έχουν κοπιάσει για να φθάσουν εκεί που έφθασαν. Πολλά χρόνια σπουδών, σε ωδεία και πανεπιστήμια (αυτό ισχύει περισσότερο για τις νεότερες γενιές), άπειρες ώρες σε πάλκα και στούντιο, συνεχής επιμόρφωση σε πολλές διαστάσεις, ώστε να εξελιχθούν και σαν συνθέτες, και σαν αυτοσχεδιαστές, και βεβαίως σαν οργανοπαίκτες. Και σαν ολοκληρωμένες προσωπικότητες πάνω απ΄ όλα – να μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό. Τους αξίζουν τα καλύτερα! Γι΄ αυτούς, εξάλλου, γράφω εδώ μέσα (ζώντες και τεθνεώτες), και βεβαίως για όλους εμάς, που ενδιαφερόμαστε για την ιστορία τους, παρακολουθώντας την πορεία και την εξέλιξη των νεότερων…
…Το βιβλίο αυτό, ανάμεσα σε ό,τι άλλο, επιθυμεί να δώσει επιπρόσθετη αξία στους αληθινούς μουσικούς και όχι στα υποκατάστατα της τεχνητής νοημοσύνης. Σ΄ εκείνους που μελετούν νυχθημερόν τα όργανά τους και που αντιλαμβάνονται το τι σημαίνει μια μουσική πράξη στο πάλκο ή το στούντιο – και οι μουσικοί της τζαζ είναι τέτοιοι».<<
https://www.oanagnostis.gr/elliniki-tzaz-protochronia-vivlio-toys-kalyteroys-diskoys-2025/
20 non fiction που δεν “συχνάζουν” σε λίστες
του Γιάννη Ν. Μπασκόζου
>>Ο Φώντας Τρούσας στο βιβλίο του 100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ (όγδοο) αποτίνει φόρο τιμής σε όλους όσοι συνέβαλαν στο ρεύμα της ελληνικής τζαζ. Η μελέτη του ενδελεχής με πολλά ντοκουμέντα και αναφορές    ξεκινάει από την μπουάτ Κιβωτό της Άμυ και του Μίνωα Αργυράκη, περνάει από όλους τους μεγάλους συνθέτες της πρώιμης τζαζ Λαβράνο, Πλέσσα, Σπάρτακο, Μικέλη κ.ά.  και φτάνει στην εποχή του Μπαράκου, στον αυτοσχεδιαστή και θεωρητικό Σάκη Παπαδημητρίου έως τον Μιχάλη Σιγανίδη και τα σημερινά τζαζ σύνολα ενώ υπάρχει αναφορά σε ιστορικά περιοδικά της τζαζ και στη σχετική δισκογραφία. Βιβλίο-ποταμός για όλους τους μουσικόφιλους.<<
https://www.oanagnostis.gr/20-non-fiction-poy-quot-sychnazoyn-quot-se/

O TREE μια... αυτοσχεδιαστική αγάπη για το δέντρο

Μπορεί να έχουμε, εδώ, ένα παράξενο ολλανδικό τρίο (Wiek Hijmans ηλεκτρικές, ακουστικές κιθάρες, Bart Soeters bass guitar, ηλεκτρικό κοντραμπάσο, Mees Siderius βιμπράφωνο, ντραμς), αλλά δεν είναι καθόλου παράξενο το concept της δουλειάς του, ούτε βεβαίως και η ονομασία του (που σχετίζεται με το concept του).
Λέμε, λοιπόν, για ένα σχήμα που αποκαλείται O Tree (Ω Δέντρο), και που ηχογραφεί και τυπώνει ένα CD, το οποίον τιτλοφορείται Thy Love is Endless (Η αγάπη σου είναι ατελείωτη) [Erasmus Park Records, 2025]. Προφανώς οι Ολλανδοί αναγνωρίζουν στο δέντρο μια πηγή ζωής, χοντρικά από τις ελάχιστες που μας έχουν απομείνει (όλων εμάς των κατοίκων των πόλεων τουλάχιστον), κι έχοντας αυτήν ακριβώς τη συνεισφορά του δέντρου κατά νου, σχηματίζουν ένα άλμπουμ έντεκα κομματιών οι τίτλοι των οποίων είναι οι λέξεις τής φράσης... thy leaves they burn in vain but thy(2) love is endless.
Καλά και ωραία είναι όλα τούτα, αλλά εξ ίσου καλά και ωραία είναι και αυτά που ακούμε στο “Thy Love is Endless”, ένα άλμπουμ προχωρημένης jazz, που κινείται ενίοτε στα όρια του improv, πλαισιωμένο, όμως, και από πολλά ροκ στοιχεία, έως και ευρύτερα πειραματικά, progressive [στο 10λεπτο “Thy (2)”], μέχρι και blues (στο “Love” και ιδίως στο “Is”).
Σίγουρα, μία ενδιαφέρουσα περίπτωση συγκροτήματος, κάπως... ελεύθερου, αλλά ταυτοχρόνως πηγαίου και ουσιαστικού.
Επαφή: www.toondist.nl, www.otree.live

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

το βιβλίο “Black Power” του Θανάση Μήνα για την ιστορία των αφροαμερικανικών κινημάτων – από το Black Power των 60s και ό,τι προηγήθηκε, μέχρι το Black Lives Matter

Την αγάπη του Θανάση Μήνα για τη μαύρη μουσική (το αισθητικό και το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της) την έχω κατά νου περισσότερο από μια 15ετία, πρώτα και κύρια μέσω της σχετικής αρθρογραφίας του στο περιοδικό «Jazz & Tζαζ» της τελευταίας φάσης του. Τα θυμάμαι ακόμη, αλλά έψαξα και τα βρήκα κιόλας, τα κείμενά του για τον παραγωγό του r&b και της soul, από την Νέα Ορλεάνη των 50s-60s, Cosimo Matassa [τεύχος #241, Απρ. 2013], για τις ανθολογίες της εταιρείας Soul JazzLovers Rock”, οι οποίες πραγματεύονταν την επέλαση της reggae στη Βρετανία των 70s [τεύχος #234, Σεπτ. 2012], για την Arhoolie Records, μία κορυφαία ετικέτα από το χώρο της αμερικανικής λαϊκής μουσικής [τεύχος #217, Απρ. 2011], για τον Charley Patton, τον ηγήτορα του blues του Δέλτα [τεύχος #215, Φεβ. 2011], για το δισκογραφικό και όχι μόνο Black Power, με αφορμή το βιβλίο τού Pat Thomas Listen Whitey: The Sights and Sounds of Black Power 1965-1975” και μιας σχετικής συλλογής της εταιρείας Light In the Attic [τεύχος #232/233, Ιούλ. 2012] και άλλα διάφορα. Και κάπως έτσι, “Black Power” δηλαδή, αποκαλείται και το πρόσφατο (δεύτερο) βιβλίο του Θανάση Μήνα, που κυκλοφορεί τώρα από τις εκδόσεις Πόλις.
Το βιβλίο αναπτύσσεται σε 372 σελίδες, διαθέτει οκτώ κεφάλαια, δύο εισαγωγές, επίλογο και δύο παραρτήματα. Είναι ένα βιβλίο προσεγμένο αισθητικά, με πολλές σημειώσεις (418), που παρατίθενται κάπως σαν βιβλιογραφία, σχεδόν κάτω από κάθε σελίδα του. Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, φαίνεται πως ο συγγραφέας το έχει ψάξει γερά το θέμα του, και από διάφορες πλευρές, κάτι που δημιουργεί μία πρώτη ισχυρή θετική εντύπωση για το ανάγνωσμά του. Όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του “Black Power”:
«Το βιβλίο αυτό παρακολουθεί τα αφροαμερικανικά κινήματα από τους πρώτους υπέρμαχους της κατάργησης της δουλείας, τους λεγόμενους Abolitionists, στο Black Power των 60’s και, από εκεί, έως το πρόσφατο Black Lives Matter. Το “κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα” δεν είναι ενιαίο· είναι ένα πολυπλόκαμο άθροισμα κινημάτων, που διακρίνονται μεταξύ τους ανάλογα με την ιδεολογία, τις πρακτικές, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και τους επιμέρους στόχους που βάζουν στο τραπέζι της συζήτησης. Το βιβλίο εστιάζει στις προσωπικότητες που τέθηκαν στην εμπροσθοφυλακή αυτών των κινημάτων. Όχι κατ’ ανάγκην επειδή ήταν χαρισματικές· οι μεμονωμένες προσωπικότητες λειτουργούν περισσότερο ως οδοδείκτες, ως συμβολικοί αντιπρόσωποι των συλλογικών αγώνων ενός καταπιεσμένου λαού».
Το πρώτο κεφάλαιο αποκαλείται «Mississippi Goddam: Εμφύλιος, Ανασυγκρότηση, Μεγάλη Ύφεση (1860-1939)» (σελ.27-82) και από αυτό αντιλαμβάνεσαι αμέσως τον τρόπο που «δουλεύει» ο Μήνας. Υπάρχουν τα βασικά ιστορικά στοιχεία και επιπλέον οι αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα της μαύρης κοινωνίας, διανόησης και καλλιτεχνίας, τα οποία, το ένα μετά το άλλο, παίρνουν τη θέση τους στην αφήγηση. Έτσι λοιπόν, μέσα απ’ αυτές τις μεγάλες ιστορικές περιόδους (Εμφύλιος, Ανασυγκρότηση, Μεγάλη Ύφεση), αναδεικνύονται o συγγραφέας Frederick Douglas και η ακτιβίστρια-συγγραφέας Ida B. Wells, ο κοινωνιολόγος, συγγραφέας, παναφρικανιστής W.E.B. Du Bois και ο πολιτικός ακτιβιστής Marcus Garvey, ο bluesman Robert Johnson και η blueswoman Bessie Smith, ο «πατριάρχης της αφροαμερικανικής αστυνομικής λογοτεχνίας» Chester Himes, o τραγουδιστής ηθοποιός Paul Robeson, ο ποιητής-συγγραφέας Langston Hughes, ο πρωτοπυγμάχος Joe Louis και άλλοι διάφοροι. Στο βιβλίο εξετάζεται, συνοπτικά, το έργο όλων αυτών, οι διασυνδέσεις τους και βεβαίως η προσφορά τους στη μαύρη χειραφέτηση.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, το «Strange Fruit: Μποϊκοτάζ και πικετοφορίες κατά του φυλετικού διαχωρισμού (1940-1959)» (σελ.83-100), πρωταγωνιστεί, όπως όλες και όλοι αντιλαμβάνονται η Billie Holiday, λόγω του θρυλικού τραγουδιού “Strange fruit” (που περιγράφει μια σκηνή λιντσαρίσματος), ενώ γίνεται λόγος για την νομικό-εργατολόγο Pauli Murray και διαφόρους άλλους συνδικαλιστές-ακτιβιστές, συγγραφείς, αθλητές κ.λπ. (A. Philip Randolph, Ralph Ellison, Bill Russell, Emmett Till, Rosa Parks κ.ά.), που θα έφερναν τον αγώνα για τα δικαιώματα της μαύρης φυλής, όχι χωρίς προσωπικές συνέπειες, σ’ ένα μπροστινό επίπεδο.
Στο κεφάλαιο 3, που επιγράφεται «A Change Is Gonna Come: Ο δρ Martin Luther King (1929-1968)» (σελ.101-127), πρωταγωνιστεί φυσικά ο πάστορας από την Ατλάντα της Georgia και διακεκριμένος πολιτικός ακτιβιστής Martin Luther King Jr. Ο Μήνας εξετάζει, συνοπτικά, όλη τη διαδρομή τού King, που προπαγάνδιζε τη μη-βίαιη δράση και διαμαρτυρία, κάτι που θα βοηθούσε, όπως ο ίδιος πίστευε, στην «εκτεταμένη κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης του αγώνα για την ισότητα των μαύρων και το δικαίωμα ψήφου». Στο κεφάλαιο εξετάζεται ακόμη η συνύπαρξή του με την τραγουδίστρια των γκόσπελ Mahalia Jackson, οι συνθήκες που προηγήθηκαν της δολοφονίας του, μα και ό,τι επακολούθησε σε σχέση με την απόδοση ευθυνών και την καταδίκη «του ενός» (James Earl Ray), που υποτίθεται ότι έδρασε μεμονωμένα κ.λπ.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/biblio-black-power-toy-thanasi-mina-gia-tin-istoria-ton-afroamerikanikon-kinimaton

BOBBY WATSON perpetual groove

Το “Perpetual Groove” [RED Records / AN Music, 2025] του αμερικανού άλτο & σοπράνο σαξοφωνίστα Bobby Watson (γενν. 1953) κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε LP το 1984 κάτω από τον τίτλο “Perpetual Groove / Bobby Watson Live in Europe”, για να επανεκδοθεί σαράντα ένα χρόνια αργότερα, δηλαδή σήμερα, σε CD, με το ίδιο ακριβώς track list και καλό ήχο. Λέμε για ένα live από το Scimmie του Μιλάνου (7 & 8 Δεκεμβρίου 1983), που είχε φέρει κοντά τους Bobby Watson άλτο, σοπράνο, Piero Bassini πιάνο, Attilio Zanchi μπάσο και Giampiero Prina ντραμς, μουσικούς με τη δική τους ιστορία ο καθένας, που θα βρίσκονταν εδώ σε φάση... υστερίας.  
Το σετ, επειδή θα ηχογραφείτο μάλλον, είναι έτσι φτιαγμένο ώστε να αποπνέει πάθος, δύναμη και ατελείωτη ζωντάνια, με τους τέσσερις οργανοπαίκτες να παίζουν με τρομερή ένταση και, κυρίως, δίχως να κατεβάζουν ποτέ ταχύτητα. Όλα τα κομμάτια, που ακούγονται εδώ, είναι αποτυπωμένα στο κόκκινο, με τους μουσικούς να «πετάνε», προτείνοντας ένα... παραληρηματικό πρόγραμμα, βασισμένο σε κλασικά κομμάτια (το “Cherokee” του Ray Noble, το “Mr. P.C.” του John Coltrane, το “Oleo” του Sonny Rollins, το “Bluenboogie” των Dizzy Gillespie / Frank Paparelli – μαζί και το σόλο άλτο “Perpetual groove” του Watson), παρουσιασμένα, όμως, μέσω ασύλληπτων ταχυτήτων. Τι να πει κανείς; Ακούει απλώς αποσβολωμένος.

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΡΑΦΟΥΡΗΣ και «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ»

Τώρα εγώ να πω τι για τον γίγαντα Γιώργο Κοντραφούρη, για το ταλέντο του, την παιδεία του, τον χαρακτήρα του.
Τον Γιώργο τον παρακολουθώ 40 χρόνια, από τότε που έπαιζε ακόμη ροκ. Τον είδα για πρώτη φορά –πρέπει να ήταν 1989-90– στην Κρεπερί της Πάτρας, στην οδό Φιλοποίμενος, με τον Τάκη Πατερέλη και τελευταία φορά πέρυσι στον Παρνασσό.
Έχω γράψει πάμπολλες φορές για τον Κοντραφούρη, σε έντυπα και σάιτ, και φυσικά δεν γινόταν να μην τον τιμήσω και στο «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025] με ξεχωριστό κεφάλαιο (σελ.289-295).
Το τι και το πόσο έχει προσφέρει στην ελληνική τζαζ, στην τζαζ, και στη μουσική γενικότερα ο Γιώργος Κοντραφούρης για μένα είναι ανυπολόγιστο.
Τον ευχαριστώ πολύ για όσα λέει για τα βιβλία μου...
>>Οπότε πάω στην Αίγινα αγοράζω μουσικά βιβλία. Τα τελευταία 3-4 χρόνια παρακολουθώ τα βιβλία του Φώντα Τρούσα (ευχαριστήθηκα πολύ με το "Ραντεβού στο Κύτταρο"). Συμπλήρωσα τη συλλογή με το τελευταίο του βιβλίο "100 χρόνια ελληνική τζαζ" που είναι και τέλειο δώρο για τις γιορτές και όχι μόνο! Καλή χρονιά με πολλή μουσική!<<
https://www.facebook.com/100044013523095/posts/1565068341636935/?rdid=nDko0jKHjztEpQl6#

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

HEADQUAKE ένα ελληνικό συγκρότημα, με ιστορικές ρίζες, στο νέο άλμπουμ του

Γιατί να μην το αποκαλέσεις ένα συγκρότημα «ιστορικό», όταν σχηματίστηκε στα early 90s, όταν μέλος του ήταν ο αείμνηστος Κώστας Ποθουλάκης (των Villa 21), κρατώντας σταθερή διαδρομή κι έχοντας ηχογραφήσει τέσσερις δίσκους μέσα στις δεκαετίες; Για τους Headquake ο λόγος λοιπόν – με την αφορμή να μας τη δίνει το πιο νέο LP τους, που αποκαλείται “The Weight of Forever” (2025) και που κυκλοφορεί τώρα από την Sound Effect Records.
Σήμερα Headquake είναι ο Kostas Dallas φωνή, cowbell, ο Thanasis Banasios κιθάρα, φωνητικά (έχει παίξει με τους Ρώσους Tracktor Bowling), ο Gabriel Remoundos (από Jesus Toy, Vibratore Bizarro, Diesel Cindy) και ο Babis Dallidis ντραμς (από Villa 21 και Creep Records). Με άλλα λόγια, μουσικοί με εμπειρίες, που τώρα βρίσκονται και πάλι μαζί, για να γράψουν τούτο το βαρύ και σκληρό LP, που στέκεται κλάσεις πάνω από το τυπικό stoner.
Και τα επτά τραγούδια του “The Weight of Forever” είναι πολύ καλά, με το άλμπουμ να «σε πιάνει» από την αρχή, και να σε κρατάει δέσμιό του μέχρι το τέλος, δίχως ποτέ να υποστέλλεται η σημαία και δίχως ποτέ να κατακάθεται η σκόνη. Πόσο μάλλον όταν τραγούδι με τραγούδι το άλμπουμ ανεβαίνει συνεχώς, για να πιάσει κορυφή στην Side B πρώτα με το “Release me” και έπειτα με το έσχατο “Lives collide”, που αμφότερα είναι «δυναμίτες». Κιθάρα, μπάσο, ντραμς και φωνή έχουμε εδώ, αλλά ο τρόπος και η πληρότητα με την οποία εμφανίζονται οι Headquake είναι... αποστομωτική. Το συγκρότημα όχι απλώς «τα σπάει», αλλά ξοδεύει και όλο το είναι του για να μας πείσει πως τίποτα δεν θα μπορέσει να αναμετρηθεί ποτέ, στο επίπεδο της δύναμης, του πάθους, του θορύβου, της έντασης και της έκστασης, με το αγνό και πούρο σκληρό ροκ (με τα όποια υπο-ονόματα αποκτά, αυτό, μέσα στα χρόνια).  
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/the-weight-of-forever

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 693

1/1/2026
Γράφοντας το «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025] σκέφτηκα κάποια στιγμή πως το βιβλίο θα άξιζε να το ανοίξω με κάποιο ελληνικό ποίημα (που να έχει μια σχέση με την τζαζ φυσικά). Και βασικά παλιό ποίημα, γιατί τα νέα... είναι νέα, και τα βρίσκεις πιο εύκολα. Δεν μ' αρέσουν, εννοώ, ούτε τα εύκολα, ούτε τα προφανή. Πολλοί μπορεί να είναι υποψιασμένοι τώρα, αλλά στα σίξτις και τα σέβεντις; Μετράει πιο πολύ αυτό...
Επέλεξα λοιπόν –και όσοι-ες έχουν αγοράσει ήδη το βιβλίο θα το έχουν δει– ένα απόσπασμα από το ποίημα «Jazz» του Νίκου Σπάνια από το 1971, σημαδεύοντας το σημείο που αναφέρεται στον Louis Armstrong.
Κάποια στιγμή πέρασε από τη μυαλό μου και ο «Ντομινίκ» του Μάνου Χατζιδάκι από τη συλλογή του «Μυθολογία» του 1966, στο οποίο αναφέρει τον Thelonious Monk, όπως και κάποια άλλα ποιήματα (άλλων ποιητών) στην πορεία. Τελικά, θα επέλεγα τον Σπάνια.
Από πού έμαθε ο Χατζιδάκις τον Monk; Κατά πάσα πιθανότητα από τον Μίνω Αργυράκη, και όσοι-ες πάνε στη σελίδα 49 του βιβλίου μου θα δούνε γιατί το υποστηρίζω αυτό.
Σκανάρω δύο στροφές από τον «Ντομινίκ» του Μάνου Χατζιδάκι.

1/1/2026
Καλό κουράγιο Βούλγαροι... Κάντε και καμιά ολυμπιάδα να ρεφάρετε...

1/1/2026
Μου ξανάρχονται ένα-ένα χρόνια δοξασμένα
Να 'τανε το 31 να 'ρθει μια στιγμή

31/12/2025
H εργατική τάξη πάει στον παράδεισο. Το είπανε οι Lennon-McCartney το 1964 - εγώ τους πιστεύω.
[καλή χρονιά σε όλες και όλους]

 

31/12/2025
Θέλω ταινίες για τον Ζαχαριάδη, τον Άρη, το δίδυμο Φαλάτσι-Παναγούλης, για το τριήμερο του Πολυτεχνείου και ριμέικ του Παπαφλέσσα και του Αστραπόγιαννου...

30
/12/2025
Τον Γενάρη του 2016 –πέρασαν ήδη 10 χρόνια– μετά από πρόταση του Μιχάλη Μιχαήλ ετοίμασα μια σειρά κειμένων για το φολκ, στο LiFO. gr. Τέσσερα κείμενα έγραψα εγώ (για το ελληνικό φολκ και φολκ-ροκ, για το αμερικάνικο φολκ, το βρετανικό φολκ και το άσιντ-φολκ), ενώ βοήθησε και η Μαρία Παππά συμπληρώνοντας για τη σύγχρονη φολκ. Δεν έχω προλάβει να τα διαβάσω ξανά αυτά τα κείμενα –που ανέβηκαν και πάλι, σήμερα– αλλά είμαι σίγουρος πως εξακολουθούν να λένε πράγματα...
https://www.lifo.gr/topics/ta-panta-gia-ti-moysiki-folk

29/12/2025
Τον «Καποδίστρια» δεν ενδιαφέρομαι να τον δω (δηλαδή δεν μ’ ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου και ο Καποδίστριας ως ιστορικό πρόσωπο, καθώς έχω περιορίσει τα ενδιαφέροντά μου σε πολύ συγκεκριμένα ζητήματα), αλλά είδα τις τελευταίες μέρες κάτι συνεντεύξεις του Σμαραγδή στο YouTube και για μένα είναι το ίδιο. Δηλαδή μπορώ να μιλήσω για κάποια θέματα, που έχουν νόημα (για μένα), δίχως να έχω δει την ταινία.
Ο Σμαραγδής είναι φοβερά επηρεασμένος από την κοσμοθεωρία του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Δηλαδή αυτά που λέει για συμπαντική αρμονία και φως, ή οι αναφορές του στην αρχαιότητα, οι μεταφυσικές αγωνίες του κ.λπ. έχουν πηγή τον Βαγγέλη (με τον οποίον ήταν και συνεργάτες και φίλοι ως γνωστόν). Ο Βαγγέλης, βεβαίως, όλα αυτά τα έκανε μουσική, που είναι πολυ-ερμήνευτη από τη φύση της, αφού δεν έχει λόγια. Ο καθείς, εννοώ, μπορεί ν’ ακούει μουσική του Βαγγέλη και να φαντασιώνεται από γαλαξίες, πλανήτες και κομήτες, μέχρι τον Πυθαγόρα, τον Ιουστινιανό και τον Περικλή Γιαννόπουλο.
Το γεγονός ότι ο Βαγγέλης δεν έδινε συνεντεύξεις, και στις λίγες συνεντεύξεις του ήταν πολύ προσεκτικός, όταν μιλούσε γι’ αυτά τα θέματα (γιατί ήξερε ότι θα μπορούσε να τον πάρουν «στο ψιλό» διάφοροι καλοθελητές του καλλιτεχνικού κουτσομπολιού), έδρασε προστατευτικά για κείνον μέσα στις δεκαετίες. Η αποχή του από τα μίντια, εννοώ, έδρασε πάνω του ως προστιθέμενη αξία.
Αντίθετα με τον Σμαραγδή, ο οποίος επιχειρεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα, με αποτέλεσμα να γίνεται βορά, σ’ ένα μέρος του κινηματογραφικού σιναφιού, και αντικείμενο κοροϊδίας. Είναι δύσκολος ο ρόλος του. Πρέπει να βγει και να υποστηρίξει την ταινία του (όπως το έκανε ο Οικονομίδης όλο τον προηγούμενο μήνα), αλλά κάθε φορά που θα βγαίνει θα είναι σαν να ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά, που του έχουν ήδη ανάψει.
Εγώ, πάντως, θα γούσταρα να κάνει ο Σμαραγδής μια ταινία για τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Αλλά θα ήθελα να έχει κάτι από την χωροχρονική άρθρωση του «Παπαδιαμάντη» του, εκεί όπου ο Βασίλης Διαμαντόπουλος εμφανιζόταν πότε ως ο ηθοποιός Διαμαντόπουλος (στην ταινία εννοώ), πότε ως ρόλος (με τις όποιες πολιτικές επεκτάσεις του), και ποτέ ως αληθινό ιστορικό πρόσωπο. Ο Σμαραγδής ήταν φανερά επηρεασμένος από τις ταινίες του Ούγγρου István Szabó, έχοντας αντιληφθεί στην ολότητά της τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο προσωπικό, το πολιτικό και το ιστορικό (και την εφάρμοσε εκεί όπως κανένας άλλος έλληνας σκηνοθέτης).
Η φόρμα παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στις βιογραφικές ταινίες – αλλιώς είναι σαν να διαβάζεις γραμμικό σινερομάντζο. Αν, όμως, οι ταινίες έχουν φόρμα θα τις κατατάξουν στις σινεφίλ, πιθανώς να σαρώσουν και σε τίποτα ειδικά φεστιβάλ, αλλά θα τις δουν, τελικά, τρεις κι ο κούκος. Προφανώς το ξέρει αυτό ο Σμαραγδής...

29/12/2025
Όποιοι αφελείς νομίζουν ότι γενικώς «η μουσική ενώνει» ζούνε στον κόσμο τους. Η μουσική δεν παράγεται εν κενώ, για να μείνει εκεί (στο κενό). Αναπτύσσεται μέσα στην κοινωνία και αποκτά πολιτικό περιεχόμενο θετικό ή αρνητικό ανάλογα με το πώς χρησιμοποιείται, τι σκοπούς και τι προπαγάνδες θετικές ή αρνητικές εξυπηρετεί. Γενικά χρειάζεται πολλή προσοχή μ’ αυτά τα θέματα, καθότι οι επιδιώξεις του καθενός δεν είναι πάντα φανερές, ούτε αθώες. Δεν μπορεί κάποιος να τραγουδάει φερ’ ειπείν το «Ξύπνα μεγάλε Κωνσταντίνε», ή το «Με τους Βρετανούς εμείς / έχουμε κοινά σημεία / το συναίσθημα τιμής / και ψυχή στην τρικυμία / Σκώτο αυτοί, εμείς Τσολιά / ένα σκοπό τη Λευτεριά / Γιώργο οι δυο μας βασιλιά / ζήτω το ουίσκι και η ρετσίνα» και να ισχυρίζεται πως το κάνει για να μας... ενώσει.
Μπορεί αυτά να τα έχουν εξηγήσει και οι της Φρανκφούρτης από πιο παλιά, αλλά εγώ θυμάμαι τώρα τον Chris Cutler, στα 80s, να λέει αυτά τα πολύ σοφά λόγια…

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

NEXUS plays Dolphy

Ιταλική μπάντα της avant-jazz, που υφίσταται από τα early 80s, έχοντας περάσει από διάφορα στάδια, οι Nexus εμφανίστηκαν ξανά πέρυσι μ’ ένα πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ, το οποίον αποκαλείται Plays Dolphy [RED Records / AN Music, 2024]. Ποιοι αποτελούν, σήμερα, τους Nexus; Σημειώστε ονόματα: Daniele Cavallanti τενόρο σαξόφωνο, Tiziano Tononi ντραμς, Achille Succi άλτο & μπάσο κλαρίνα, Emanuele Parrini βιολί, Alessandro Castelli τρομπόνι, Luca Gusella βιμπράφωνο και Andrea Grossi μπάσο. Λέμε λοιπόν για ένα σεπτέτο που επιχειρεί, εδώ, σ’ ένα διαφορετικό tribute στον Dolphy (1928-1964) – διαφορετικό εξαιτίας, κυρίως, των ευφάνταστων ενορχηστρώσεων των Cavallanti και Tononi (δύο εκ των παλαιοτέρων μελών του γκρουπ).
Υπάρχουν έξι συνθέσεις του Dolphy, που διασκευάζονται εδώ (“Hat and beard”, “245”, “Lotsa potsa”, “Serene”, “Straight up & down”, “Out to lunch”), όπως και το “Jitterbug waltz” του Fats Waller (που είχε τιμήσει, φυσικά, ο Dolphy) και οι οποίες  ακούγονται πολύ «γεμάτες», με εντυπωσιακά περάσματα, breaks και soli απ’ όλα σχεδόν τα όργανα (ακόμη και από τα ντραμς), με τα δύο γιγαντιαία tracks, το 13λεπτο “245” και το 11λεπτο “Jitterbug waltz”, απλώς, να ενθουσιάζουν. Αν και κατά βάση το ίδιο ισχύει για κάθε κομμάτι τούτου του άκρως εντυπωσιακού CD (άκου π.χ. το άφθαστο “Lotsa potsa”), που δείχνει και το εύρος της συνθετικής ποιότητας του Dolphy, αλλά και της ικανότητας των Ιταλών να επιτυγχάνουν τα μέγιστα και μάλιστα πάνω σ’ ένα άκρως απαιτητικό ρεπερτόριο. Έξοχο άλμπουμ, που δεν θυμάμαι να το είδα σε λίστες με τα best του ’24. 

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ! 

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

τα καλύτερα ελληνικά άλμπουμ, που κυκλοφόρησαν το 1975 (πενήντα χρόνια πριν) – γιατί το 1975 υπήρξε ένα έτος «σταθμός» για την εγχώρια δισκογραφία;

Μια περιγραφή του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου
Το 1975 ήταν το πρώτο έτος της μεταπολίτευσης. Ήδη από τον Αύγουστο του ’74 η δισκογραφία βρίσκεται σε μια νέα φάση, βασικά λόγω της επανόδου του Μίκη Θεοδωράκη στη χώρα, μετά από την πτώση της δικτατορίας – ένα γεγονός που, από την αρχή, καθίσταται κομβικό. Εννοώ πως ο Θεοδωράκης με τις δράσεις του, πολιτικές και πολιτιστικές, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και το κλίμα της δισκογραφίας, συμπαρασύροντας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο μεγάλο μέρος του εντεχνολαϊκού τραγουδιού.
Το πολιτικό τραγούδι ή το τραγούδι με πολιτικά μηνύματα, αν θέλετε, μοιάζει κυρίαρχο και το 1975. Και ήταν πολύ λογικό αυτό. Και φυσικά ήταν αναμενόμενη και η ποιότητα των αναλόγων εκδόσεων, αφού οι «έντεχνοι» συνθέτες μας περνούσαν τότε την καλύτερη φάση τους. Όταν είσαι στην τέταρτη δεκαετία της ζωής σου (από τα 30 έως τα 40) είναι λογικό η δημιουργικότητά σου να πιάνει κορυφή.
Το 1975 ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν 36 ετών, το ίδιο και ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Δήμος Μούτσης ήταν 37, ο Χρήστος Λεοντής 35, ο Μάνος Λοΐζος 38, ο Χριστόδουλος Χάλαρης μόλις 29, ο Διονύσης Σαββόπουλος λίγο μεγαλύτερος στα 31, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης στα 32, στους 40άρηδες ανήκαν ο Σταύρος Κουγιουμτζής (43) και ο Γιάννης Σπανός (41), ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις που ήταν πλέον 50άρηδες θεωρούνταν μάλλον «μεγάλοι», για τα μέτρα της εποχής. Υπήρχε λοιπόν αυτό το φοβερό ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της σύνθεσης, που προδιέγραφε και την υψηλή ποιότητα των ηχογραφημάτων.
Υπάρχει μία αναθεωρητική αντίληψη, που κυκλοφορεί εσχάτως και που εν ολίγοις λέει πως μετά από τη δικτατορία έπεσε η δημιουργικότητα στο τραγούδι (ας μην πω τώρα κάτι για τις άλλες Τέχνες), γιατί η έντονη πολιτικοποίηση της μεταπολίτευσης πήγε πίσω την έμπνευση των συνθετών, περιορίζοντάς την σε συγκεκριμένα μοτίβα κ.λπ.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως όσοι τα λένε αυτά θεωρούν πως η πολιτικοποίηση στα τραγουδιστικά ήθη, η οποία επιβλήθηκε κατ’ αυτούς από την παραδοσιακή αριστερά («ορθόδοξη» ή «αναθεωρητική») και τους αριστεριστές (ασχέτως αν στην πραγματικότητα ήταν ανάγκη και απαίτηση του κόσμου όλο αυτό), εμπόδισε το τραγούδι να ανεβεί πιο ψηλά, και πως η πιο σκληρή προληπτική λογοκρισία, επί δικτατορίας, «υποβοηθούσε» κατά μίαν έννοια το ταλέντο και την έμπνευση των συνθετών, εξαναγκάζοντάς τους να εφευρίσκουν πιο ποιητικούς τρόπους, για να πουν όσα ήθελαν να πουν, και όχι να καταφεύγουν στις... λαϊκίστικες ευκολίες (που τους παρείχε η ελευθερία της μεταπολίτευσης). Αυτή η αφ’ υψηλού κριτική, που υποκρύπτει κι ένα κάποιο, μικρό ή μεγαλύτερο, «ξέπλυμα» της δικτατορίας (έστω και από σπόντα), κεφαλαιώνεται στη νόθα πεποίθηση, των ιδίων κέντρων, πως η αποκαλούμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» κατέστρεψε, δήθεν, τη χώρα.
Το 1975 υπήρξε μια χρονιά «σταθμός» για το ελληνικό τραγούδι, όταν μάλιστα στη Δύση είχαν διαψευστεί όλα τα οράματα των late sixties, για μια άλλου τύπου, εναλλακτική κοινωνία – με τους χίπις είτε να κουρεύονται, να φοράνε γραβάτες, και να ενσωματώνονται στο σύστημα, συμβάλλοντας τα μάλα στη συντηρητική αναδίπλωση, είτε να αυτο-απομονώνονται σε διάφορες θρησκευτικές και παραθρησκευτικές σέχτες, στην άκρη του πουθενά, και πάντως μακριά από την κοινωνία, προκειμένου να σώσουν την ψυχή τους.
Έτσι, όταν ο Φώτης Τερζάκης έγραφε στο βιβλίο του «Οι Αντίποδες του ’60» [Πρίσμα, 1992] πως «από το 1974 και μετά, χρονολογία όπου συμβατικά προσδιορίζουμε την έναρξη της κρίσης και αυτού του μοντέλου (σ.σ. του μεταπολεμικού καπιταλισμού), το κοινωνικό κίνημα της δεκαετίας του ’60 αποδυναμώθηκε σοβαρά» ήξερα πως αυτό που έγραφε δεν συμπεριλάμβανε αναγκαστικά και την ελληνική περίπτωση.
Η πρώτη πετρελαϊκή κρίση, το 1973-74, σήμανε το τέλος της «ουτοπίας» στη Δύση (μπορεί να υπήρχαν κι άλλοι επιμέρους ή κατά τόπους λόγοι, αλλά το σήμα τότε έπεσε). Ο άνθρωπος προσανατολίστηκε στο πώς να επιβιώσει στη δύσκολη πια καθημερινότητα των ανατιμήσεων και της νέας φτώχειας, συσπειρώθηκε γύρω από την οικογένειά του, έγινε περισσότερο φιλοτομαριστής και βασικά οπισθοχώρησε σε όνειρα και κατακτήσεις. Ενταφίασε την «ουτοπία» και μαζί το μοναδικό της σάουντρακ, που ήταν, φυσικά, το ροκ. Αυτά έξω. Εδώ, όμως, τι;
Το ροκ, στην Ελλάδα, το είχε ήδη τοποθετήσει στο περιθώριο η ανάπτυξη του φοιτητικού κινήματος, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1973, όπως το έχουμε πει πολλές φορές, ενώ το πρώτο εξάμηνο του ’74, επί χούντας Ιωαννίδη, το ροκ θα βρισκόταν, πραγματικά, στα αζήτητα. Όπως στα αζήτητα θα βρισκόταν, για άλλους λόγους, στη Δύση. Χοντρικά, το 1975 στην Ελλάδα, δεν υπήρχε κανένας λόγος για ν’ ακούει κάποιος ροκ (ελληνικό ή ξένο).
Έτσι, αν στη μουσική Δύση δεν θα συνέβαινε απολύτως τίποτα, το 1975, γιατί η κοινωνία είχε επιστρέψει ξανά φοβισμένη στο καβούκι της –αν μου ζητούσαν να ονοματίσω τη χειρότερη χρονιά στη μουσική ιστορία της Δύσης, από την εμφάνιση των Beatles και μετά, θα έδειχνα, ασυζητητί, το ’75–, στην Ελλάδα η ευρεία Αριστερά, μαζί με το εντεχνολαϊκό, το πολιτικό, το σατιρικό και το αντάρτικο τραγούδι της, εξακολουθούσε να κρατάει ψηλά τη σημαία, να αντιστέκεται στα γήπεδα, στους δρόμους και στα... λημέρια της Πλάκας, δίχως να θεωρεί τίποτα δεδομένο, συνεχίζοντας να οραματίζεται και να ελπίζει.
Το λέω, γιατί σχεδόν αμέσως μετά από τους πανηγυρισμούς της πολιτικής αλλαγής, τον Ιούλη του ’74, όλα θα επανατοποθετούνταν, ξανά από την αρχή, στο καθημερινό πεδίο, αφού οτιδήποτε θα ξέφευγε της νέας κοινοβουλευτικής νομιμότητας αντιμετωπιζόταν από το «καραμανλικό» κράτος με βία. Μαρτυρούν γι’ αυτό τα γεγονότα της εποχής, τα οποία άλλοτε επιχειρούσε να περιγράψει το τραγούδι (πάντα με τη δαμόκλειο σπάθη της προληπτικής λογοκρισίας επάνω του), αλλά και ο κινηματογράφος, που μπορούσε (στο μη ελεγχόμενο, αυστηρά, από το κράτος κομμάτι του) να ξεφύγει. Δες τις ταινίες «Αγώνας» (1975) της Ομάδας των Έξι (Θόδωρος Μαραγκός, Φοίβος Οικονομίδης κ.ά.), «Μαντούδι ’76» (1977) του Γιώργου Αντωνόπουλου, «Παιδεία» (1977) του Γιάννη Τυπάλδου, «Ο Αγώνας των Τυφλών» (1977) της Μαρίας Χατζημιχάλη-Παπαλιού, «Αντίσταση» (1977) της Μαρίας Καραβέλα κ.λπ., οι οποίες περιέγραφαν αδρά το αγωνιστικό πνεύμα της πρώιμης μεταπολίτευσης (των μεγάλων απεργιών, των δομικών προβλημάτων του κράτους, που παρέμεναν ανέπαφα παρά την πολιτική αλλαγή, της προβολής της ιστορίας ως δύναμη αφετηρίας νέων αγώνων κ.λπ.), γνωρίζοντας, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο, σοβαρά εμπόδια στη διανομή τους και βεβαίως απαγορεύσεις. Το τι συνέβη στην πορεία θα είχε ένα ενδιαφέρον να περιγραφεί, έστω και με κάποιες επικεφαλίδες, αλλά εδώ το θέμα μας είναι το μουσικό 1975 και το βάρος, στη συνέχεια του άρθρου, δεν μπορεί παρά να πέσει στους δίσκους και τα τραγούδια εκείνου του έτους.

Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/ta-kalytera-ellinika-almpoym-poy-kykloforisan-1975