Για τους Swing Shoes έγραψα για πρώτη φορά στο blog την 26η Νοεμβρίου (http://is.gd/iKtz7C). Πρόκειται για ένα ελληνικό γκρουπ… λάστιχο, το οποίον αρέσκεται να παίζει old timey μούζικα. Όχι πως αποφεύγονται και πιο σύγχρονα κομμάτια, αλλά, να, το παλαιό ρεπερτόριο είναι εκείνο που ενοποιείται (και ενοποιείται) μέσα από την ανοιχτή gypsy-jazz προσέγγισή τους.Γνωστοί στους παροικούντες τη ζωντανή αθηναϊκή σκηνή (μα και πέραν αυτής), τα τελευταία 4-5 χρόνια, οι Swing Shoes κυκλοφόρησαν πέρυσι το πρώτο τους CD υπό τον τίτλο “Ladies & Gents, Here’s The Swing Shoes” [Prominence Recordings]. Τo γκρουπ, που εμφανίζεται ως instro κουαρτέτο, ως κουαρτέτο με φωνή (Ειρήνη Δημοπούλου) κι ένα τύμπανο (Νίκος Ζωγράφος), ως κουαρτέτο με φωνή (Sugahspank!) και κρουστά (William Τριανταφύλλου, άλλως Oxocube), αλλά και ως… οκτέτο, με όλους μαζί επί σκηνής, διαπρέπει στη διευθέτηση ενός… αλλοπρόσαλλου ρεπερτορίου (Django, T. Rex, Muddy Waters, «Δεν σε θέλω πια»…), προβάλλοντας τη δύναμη της μουσικής, τη χαρά της συμμετοχής. Στη συζήτηση που ακολουθεί με τον μπασίστα του γκρουπ Πάνο Τομαρά, διευκρινίζονται ορισμένα ζητήματα, που αφορούν στην μπάντα. Φ.Τ. Μιλήστε μας λίγο για το ρεπερτόριό σας… Π.Τ. Το ρεπερτόριο, όπως ήδη θα έχετε διαπιστώσει είναι πολύ ευέλικτο. Ορχηστρικά του Django ή του Duke Ellington, ρεμπέτικα, παραδοσιακά ελληνικά και ξένα (π.χ. fado), αλλά ακόμη και… Black Sabbath, T. Rex ή ό,τι άλλο κάτσει. Η βάση μας είναι να περνάμε εμείς, πρώτα-πρώτα, καλά. Σ’ αυτήν την περίπτωση νομίζουμε πως θα περάσει καλά και ο θεατής (ακροατής). Φ.Τ. Πώς ξεκίνησε η φάση; Π.Τ. Ο κιθαρίστας Αντώνης Γουλιέλμος ήταν ο… πατέρας της ιδέας. Ο Γιώργος Κούτρας, που παίζει συχνά, εκτός από κιθάρα, μπάντζο και ντόμπρο, βρέθηκε, γρήγορα, κοντά του. Αργότερα μπήκα κι εγώ. Γνωριζόμασταν από παλιά με τον Αντώνη, από ροκ σχήματα, κι όταν μου είπε έλα να παίξουμε σουίνγκ τού είπα «τι εγώ;». «Πρώτη, πέμπτη», μου απάντησε. Μην κωλώνεις. Μετά προστέθηκε ο Ανδρέας Σιγαλός βιολί και ακόμη πιο μετά οι φωνές και τα τύμπανα. Η Ειρήνη Δημοπούλου σε πιο σουίνγκ στάνταρντ ρεπερτόριο μαζί με τον Νίκο Ζωγράφο και, βεβαίως, η Sugahspank! στα πιο blues. Φ.Τ. Κολλήσατε με τη Sugahspank!. Το λέω γιατί το κυρίαρχο στυλ της είναι… μαύρο και ηλεκτρικό. Π.Τ. Άκουσε ένα ντέμο μας, μέσω ενός κολλητού, και της άρεσε πολύ. Μάλιστα, το καλοκαίρι γράψαμε μαζί ολόκληρο άλμπουμ (όπως έχουμε γράψει και με την Ειρήνη Δημοπούλου), στο στούντιο του Θάνου Αμοργινού των (The) Earthbound. Με τους (The) Earthbound παίζω κι εγώ εξάλλου. Φ.Τ. Πώς είναι η σχέση σας με τη μουσική, από την πλευρά των ακουσμάτων; Π.Τ. Η μουσική είναι μία. Ή μάλλον δύο όπως έχει ειπωθεί κι άλλες φορές. Η καλή και η κακή. Το ζήτημα είναι να μην έχεις παρωπίδες και να σου δίνονται δυνατότητες ν’ ακούσεις· και να το εκμεταλλεύεσαι. Εγώ, ελληνικά τραγούδια δεν άκουγα παλιά. Ποτέ δεν φανταζόμουν πως θα έπαιζα το «Δεν σε θέλω πια», την «Καραγκούνα», το «Γιάννη μου το μαντήλι σου»… Αλλά, έτσι είναι. Κι ο βιολιστής μας, ακόμη, ο Ανδρέας Σιγαλός, είχε ακούσματα τζαζ και κλασικής. Κι αυτός δεν περίμενε πως θα έπαιζε τέτοια πράγματα. Φ.Τ. Πάντως, ο κόσμος έχω την αίσθηση ότι γουστάρει. Αυτές οι μουσικές είναι λαϊκές και όσοι κάπου της πετύχουν δε θα χάσουν την ευκαιρία να ευχαριστηθούν και να χορέψουν… Π.Τ. Ακριβώς. Θυμάμαι, κάποτε παίξαμε σ’ ένα χωριό, πάνω από τη Στούπα (παραλία της μεσσηνιακής Μάνης), στη μέση του πουθενά. Μας είχε φωνάξει ένας τύπος. Στην αρχή δεν υπήρχε ψυχή. Μετά τις 10 άρχισε να πλακώνουν κάτι Γερμανοί, και διάφοροι άλλοι που… άκουσαν και ήρθαν. Μετά από λίγο χόρευαν όλοι. Το ίδιο και στη Ζάκυνθο, μία άλλη φορά. Χόρευαν μπροστά μας οι πάντες. Οι μουσικές αυτές είναι… feel good και κυρίως χορευτικές. Το «μέτρημα» ποτέ δεν χάνεται. Φ.Τ. Έχω τρία κομμάτια που θέλω να τα σχολιάσετε…
1. DAVID GRISMAN “Santa Claus is coming to town” από το LP “Acoustic Christmas” [Rounder, 1983] Π.Τ. Μου άρεσε πολύ. Παίζει με τη ψυχή του. Apallachian, blues… τα πάντα. Θυμάμαι τον David Grisman, ως συνεργάτη του Jerry Garcia στο σάουντρακ της ταινίας Grateful Dawg. Απόλαυση. Παίζει φανταστικά, και στην ταινία δεν ήταν καθόλου κολλημένος. Το old-time το γουστάρω πολύ. Προέρχομαι από το rock, και το old-time είναι η βάση του. 2. LEO KOTTKE “Busted bicycle” από το LP “6 and 12-string Guitar” [Takoma, 1969] Π.Τ. Τον Kottke τον γουστάρει πολύ ο Γιώργος Κούτρας, ο άλλος κιθαρίστας μας. Φοβερή resonator(;) κιθάρα. Βέβαια το παίξιμο είναι λίγο τεχνικό στο συγκεκριμένο κομμάτι (καταλαβαίνετε πώς το λέω), αλλά η ηχογράφηση είναι απίστευτη (σ.σ. η παραγωγή είναι του John Fahey). Πολύ «ανοιχτή». Σπάνια επιτυγχάνονται σήμερα τέτοιες εγγραφές. Το άλμπουμ του, που έχω στο νου μου είναι το “Sixty Six Steps” με τον μπασίστα των Phish, τον Mike Gordon, από το 2005. 3. SPYROS PIPERAKIS y su CONJUNTO Mandolino από ένα ισπανικό 7ιντσο EP, υπό τον τίτλο “Viva Grecia!” [Fontana, 1962] Φ.Τ. Ο Σπύρος Πιπεράκης ήταν κιθαρίστας (ένας από τους πρώτους Έλληνες ηλεκτρικούς κιθαρίστες) στα σύνολα του Μάνου Χατζιδάκι ήδη από τα late fifties. Το Μαντολίνο είναι, φυσικά, η γνωστή σύνθεση τού Χατζιδάκι. Π.Τ. Τέτοια κομμάτια τα πουλάς τώρα (όπως λέμε) έξω, για exotica. Λυρικό. Θυμίζει κουβανέζικο. Τρομερή η μελωδία, αλλά και η αρμονία. Εξαιρετικό παίξιμο σε όλο το εύρος της κιθάρας. Σπουδαίες λαϊκές μουσικές. Όλες οι λαϊκές μουσικές έχουν συνάφεια μεταξύ τους και αυτό τις κάνει σπουδαιότερες.
Πρωτοέγραψα για την Amirani Records στο τεύχος 179 του Jazz & Τζαζ και στο blog τουλάχιστον δύο φορές ακόμη (http://is.gd/lrQAL5, http://is.gd/pll4uT). Δημιούργημα του σοπρανίστα Gianni Mimmo, η ιταλική εταιρία επιχειρεί στην εμπροσθοφυλακή της «σύγχρονης» μουσικής, προτείνοντας ενδιαφέροντα άλμπουμ. GIANNI LENOCI, GIANNI MIMMO – Reciprocal Uncles – Amirani AMRN022/ Long Song LSRCD117 – rec. 5/2009 Gianni Lenoci πιάνο (με κάθε τρόπο…), Gianni Mimmo σοπράνο σαξόφωνο. Δύο μουσικοί με σαφές στίγμα στην ευρωπαϊκή σκηνή, συνεργάζονται στο “Reciprocal Uncles” για πρώτη φορά(;), παρουσιάζοντας ένα ακόμη improv κόσμημα, με ξεκάθαρες αναφορές. Μεγαλωμένoι με τους ήχους των Steve Lacy, Roscoe Mitchell o Mimmo, και μ’ εκείνους των Mal Waldron, Paul Bley ο Lenoci (που, πάντως, έχει κάνει ένα solo piano άλμπουμ ερμηνεύοντας αποκλειστικώς Steve Lacy!), διακοσμούν τους ήχους των δασκάλων τους (δηλαδή τους δικούς τους) με εξω-μουσικά επιχρίσματα (τον Jackson Pollock αναφέρει ως άμεση επιρροή του ο Mimmo, την επαφή του με τη γλυπτική, την επικοινωνία του με contemporary dancers, multi-media artists και ποιητές προτάσσει ο Lenoci). Το αποτέλεσμα είναι μία δια-οργανική επικοινωνία, που προϋποθέτει φυσικά τις (υπάρχουσες) κοινές πλατφόρμες, προεκτείνοντας τα διδάγματά των προς την κατεύθυνση ενός avant πλαστικού πλαισίου, από το οποίο δεν απουσιάζουν ο λυρισμός και οι εσωτερικοί τόνοι. Να θυμήσω, μόνον, πως ο Gianni Lenoci έχει συνεργαστεί σε παραστάσεις και στη δισκογραφία με τον Σάκη Παπαδημητρίου και την Γεωργία Συλλαίου. Άκου, ας πούμε, το “Nosferatu A Monopoli” [Anakrousis, 2005]. BLASTULA – Scarnoduo – Amirani AMRN021 – rec. 10/2008 Το project κρουστά-φωνή δεν είναι καινούριο φυσικά. Όμως είναι από ’κείνα που, διαχρονικώς, θα μας θυμίζουν, το αρχαιοπρεπές του πράγματος. Την προσπάθεια δηλαδή να καταστεί εφικτή η επικοινωνία μέσω… κατανοητών ή μη βοκαλισμών και, βεβαίως, του τρόπου συσχέτισής των με τον πρώτον οργανικό ήχο. Οι Blastula είναι δύο λοιπόν. Ο Cristiano Calcagnile ντραμς, κρουστά, φωνή, glockenspiel, amplified metal sheet (το αφήνω αμετάφραστο) και η Monica Demuru φωνή, glockenspiel, mouth harmonica. Με λεκτικό υλικό δανεισμένο από την ποίηση (Antioco Casula ή Montanaru όπως έμεινε στην ιστορία, Vinicius De Moraes, Goethe…), τα παλαιά κείμενα (τον βαβυλωνιακό μύθο της Δημιουργίας Enuma Elis), την προφορική παράδοση και άλλα τινά, οι Calcagnile και Demuru δημιουργούν ένα υποβλητικό έργο-άκουσμα, καθόλου ερμητικό στην ανάπτυξή του, πλημμυρισμένο από τους… κανόνες της νέας αφήγησης. Στο δρόμο του Demetrio Stratos (…e nel profondo la regola), της Σαβίνας Γιαννάτου (Interludio: volonta e rappresentazione) και της Fatima Miranda. FIVE ROOMS – No Room for Doubt – Amirani AMRN020 – rec. 2/2008 Κουιντέτο είναι οι Five Rooms αποτελούμενοι εκ των Gianni Mimmo σοπράνο, Angelo Contini τρομπόνι, John Russell κιθάρα (από τις διακεκριμένες improv βρετανικές σχολές της Incus και της Emanem), Jean Michel Van Schouwburg φωνή και Andrea Serrapiglio τσέλο (σε δύο tracks χειρίζεται κοντραμπάσο ο Paolo Falascone). Τo “No Room for Doubt” είναι ένα ακόμη ιδιοσυγκρασιακό πόνημα της Amirani, ένα άλμπουμ που επιχειρεί να συνενώσει το extreme φωνητικό κλίμα του προηγούμενου CD ας πούμε, με περισσότερο κλασικές ελεύθερες πρακτικές. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που περιμένεις. Κατ’ αρχάς εκείνο που αντιλαμβάνεσαι, σχεδόν αμέσως, είναι η κατανομή των ρόλων. Το σοπράνο του Mimmo είναι το πιο περιγραφικό από τα όργανα, το τρομπόνι του Contini μοιάζει να εισβάλει από το πουθενά, η κιθάρα του Russell είναι το έναυσμα της εκρηκτικής ύλης, η φωνή του Schouwburg είναι το πιο ακραίο, όσο και ακροβατικό κομμάτι του puzzle, την ώρα που το τσέλο του Serrapiglio επιχειρεί να προσδώσει στο όλον πλέγμα τη λυρική του διάσταση. Δε γνωρίζω τι υποδηλώνει ο τίτλος. Αν όμως σημαίνει πως οι πέντε μουσικοί, που εμφανίζονται στο άλμπουμ, είναι σαν να βρίσκονται/παίζουν σε διαφορετικά δωμάτια, τότε η αλήθεια είναι κοντά. THOLLEM McDONAS, NICOLA GUAZZALOCA – Noble Art – Amirani AMRN019 – rec. 7/2007 «Στην ιστορία της jazz τα piano duets δεν είναι καθημερινή υπόθεση. Όλοι, πολλοί, κάποιοι, γνωρίζουμε τις συνεργασίες Duke Ellington-Billy Strayhorn, Hank Jones-Tommy Flanagan, Jaki Byard-Ran Blake (υπάρχουν κι άλλες...) και στην Ευρώπη των Stan Tracey-Keith Tippett, Marilyn Crispell-Georg Grawe ή ακόμη-ακόμη εκείνη του Chick Corea με τον Κύπριο Νικόλα Οικονόμου στο Μόναχο, το 1982. Σε κάθε περίπτωση αυτό που προαπαιτείται ή, εν πάση περιπτώσει, υπονοείται είναι η στενή φιλική σχέση των δύο πιανιστών, ενδεχομένως οι κοινές εμπειρίες, μα σίγουρα οι παρεμφερείς (όχι κατ’ ανάγκην ταυτόσημες) αισθητικές κατευθύνσεις· ο συνολικός ή μη τρόπος χρήσης του πιάνου, η μέθοδος μεταφοράς και προώθησης των συναισθημάτων. Πάνω σ’ αυτή τη βάση συνομολογούνται, εξάλλου, και τα καλύτερα των αποτελεσμάτων». Αυτό έγραφα παλαιότερα, για την πιανιστική επικοινωνία των Satoko Fujii και Mayra Melford… και αυτά θα υποστηρίξω και πάλι με αφορμή το “Noble Art” των πιανιστών Thollem McDonas και Nicola Guazzaloca. Ηχογραφημένοι ζωντανά, τον Ιούλιο του ’07, στην Bologna, οι δύο πιανίστες, μοιράζονται κανάλια (αριστερά ο McDonas, δεξιά ο Guazzaloca), αλλά κυρίως μοιράζονται αυτήν την αλληλοκάλυψη σύνθεσης και ελευθερίας, στην οποίαν (αλληλοκάλυψη) στηρίζεται το τελικό αποτέλεσμα. Ο διάλογος είναι σαφής, η δυναμική του παιξίματος σαφέστερη, και η απόπειρα των δύο μουσικών να ερευνήσουν το όποιο διάκενο εμφανίζεται ανάμεσά τους, ο μόνος τρόπος προκειμένου να καταστεί η μουσική τους απολύτως εναργής. FORGIVING JULY – Live at Novarajazz 2008 – Amirani AMRN018 – rec. 6/2008 Ζωντανά ηχογραφημένοι στο Novara Jazz Festival, τον Ιούνιο του ’08, οι Forgiving July είναι εκείνο το τρίο (Angelo Contini τρομπόνι, Gianni Mimmo σοπράνο σαξόφωνο, Stefano Pastor βιολί) που θα επιχειρήσει, όχι το ακατόρθωτο, αλλά, σε κάθε περίπτωση, το αρκούντως απαιτητικό και περιπετειώδες· να παρουσιάσει δηλαδή, ένα ακουστικό… chamber άκουσμα (Lyrical struggle), με ξεκάθαρες avant παρεκτροπές. Τα τρία όργανα ισομερώς κατανεμημένα (είτε σε solo, είτε ανά δύο ή ανά τρία, είτε σε διαλόγους), αναπαριστούν συγκεκριμένες συναισθηματικές δονήσεις, εκμεταλλευόμενοι, θα έλεγα, το αντηχητικό του κάστρου της Briona, αλλά και την ευρύτερη δυναμική του χώρου. (Φαντάζομαι το απείραχτο φυσικό περιβάλλον ενός ανοιχτού/κλειστού συστήματος, ενός κτίσματος που βρίσκεται στη φύση δηλαδή, και τον τρόπο που υποβάλλει τον εκπεμπόμενον ήχο).GIANNI LENOCI, CARLOS ZINGARO, MARCELLO MAGLIOCCHI – Serendipity – Amirani AMRN016 – rec. 6/2007 Ηχογραφημένο live στο Bari Jazz Festival τον Ιούνιο του ’07, το “Serendipity” μας επανενώνει μ’ έναν παλαιό μας γνώριμο, τον πορτογάλο βιολιστή Carlos Zingaro· εδώ, σε συνεργασία με τον… ολιστικό πιανίστα Gianni Lenoci και τον περκασιονίστα Marcello Magliocchi. Τι είναι όμως το “Serendipity”; Ως λέξη… ένα μυστήριο… και αμετάφραστη στις περισσότερες γλώσσες του κόσμου. Serendipity είναι… όταν ψάχνεις κάτι και, εν τέλει, αυτό που βρίσκεις είναι σημαντικότερο από εκείνο που έψαχνες. Ή, όπως εξηγούν με χιούμορ οι τρεις μουσικοί, serendipity… είναι να ψάχνεις βελόνα σε αχυρώνα και αντί γι’ αυτήν ν’ ανακαλύπτεις την κόρη του γαιοκτήμονα! Τι σχέση, τώρα, μπορεί να έχουν όλ’ αυτά με τη μουσική; Καμία απολύτως. Περιπετειώδη jazz ακούμε εδώ, παιγμένη με αναμφισβήτητη τέχνη από τους τρεις μουσικούς· με τον Lenoci όταν δρα «από μέσα» να είναι εντυπωσιακός και τον Zingaro να τον συναγωνίζεται σ’ ελευθερία και κίνηση. Επαφή:www.amiranirecords.com
Εκτιμώ το τραγουδοποιητικό ταλέντο του Μάρκου Δεληβοριά. Ακόμη νομίζω πως το δικό του “Night Flight” [Lyra, 2003] είναι ένα από τα ωραιότερα ελληνικά άλμπουμ της δεκαετίας που τελείωσε. Ενδιαφέρον ήταν και το “Your Mother’s Jacuzzi”, που είχε κυκλοφορήσει πριν από 3-4 χρόνια σε παραγωγή του Μανώλη Φάμελλου, όπως ενδιαφέρον είναι και το έσχατο πόνημά του, το άλμπουμ που κυκλοφόρησε κάτω από το όνομα Maria and the photo frame.Έχω την αίσθηση, ή, μάλλον, την πεποίθηση, πως ο Δεληβοριάς είναι ένας από τους ελάχιστους εγχώριους τραγουδοποιούς, που μπορεί να γράψουν αμερικανικά τραγούδια, τα οποία θα τα ζήλευαν και οι Αμερικανοί. Να πεις λοιπόν το “Maria and the photo frame” [Lyra, 2010] ένα κατά το μάλλον ακουστικό (χωρίς ν’ απουσιάζουν τα ρεύματα) americana άλμπουμ; To λες, είσαι 100% μέσα, και καθαρίζεις. Ο Δεληβοριάς, που έχει γράψει μουσική και στίχους (μικρές βοήθειες από τους Όλγα Μπακέλλα, Κώστα Παρίση) και στα 12 κομμάτια του CD, εμπιστεύεται για τo φωνητικό μέρος την καθαρή και ξάστερη φωνή της Μαρίας, και βεβαίως, μερικούς ανθρώπους (τους μουσικούς του) σε μπάσο, πιάνο, glockenspiel (στις κιθάρες ο ίδιος και ο Κώστας Παρίσης). Blues, country, desert rock, ακόμη και η jazz της… pop κατανάλωσης, άπαντα παρατάσσονται στα κομμάτια του Δεληβοριά, συμβάλλοντας προς όμορφα, ολοκληρωμένα τραγούδια (On strike, About my life, Girl talk…). Απλά πράγματα δηλαδή.
Στο Jazz & Tζαζ που κυκλοφορεί… Συνέντευξη του κιθαρίστα των Speedometer Leigh Gracie στον Δημήτρη Κατσουρίνη, “Big Band Anima”, άρθρο για τρεις σύγχρονες big bands του Βαγγέλη Αραγιάννη, κείμενα του Κορνήλιου Διαμαντόπουλου για τον «Κήπο της Ρίλα» της Μάρθας Μαυροειδή, του Κλήμη Λεοντίδη για τους ολλανδούς progsters Supersister, του Γιάννη Μουγγολιά για τον Brad Mehldau και του Γιώργου Χαρωνίτη για την Esperanza Spalding (στο εξώφυλλο). Ακόμη Jazz & Λογοτεχνία από τον Σάκη Παπαδημητρίου, δισκοκριτικές, blues boom!, DVD, ενδοχωρικά, δισκορυχείον,πράξεις λόγιας μουσικής από τον Θωμά Ταμβάκο (Xenakis, works for piano)… Όσον αφορά στα... ημέτερα, jazz eye με κείμενα για την αυστριακή εταιρία JazzWerkstatt, τον φινλανδό saxman Juhani Aaltonen (ex-Tasavallan Presidentti, Wigwam κ.λπ.), τους Yeden, το συνάδελφο Κορνήλιο Διαμαντόπουλο και το νέο του CD, ένα θέμα για κάποιους έλληνες μουσικούς που δραστηριοποιούνται, τώρα, στο εξωτερικό, και, τέλος, κουβέντα με τον Αδαμάντιο Καφετζή της Teranga Beat, για τις μουσικές στη Σενεγάλη και την Γκάμπια στα sixties και τα seventies.Στο CD “Jazz Classics n’ Gershwin” η φωνή της Sarah Vaughan, από τα mid fifties, σε στάνταρντ και συνθέσεις του George Gershwin.
Την 30η Δεκεμβρίου ένας αναγνώστης, ο Bwana, έστειλε τα «χρόνια πολλά» του στο cbox και μαζί ένα κλιπάκι από ένα πασίγνωστο ελληνικό κομμάτι. Επρόκειτο για το «Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο» του Σταύρου Ζώρα, σε μία, όμως, παντελώς άγνωστη εκτέλεση. Θυμήθηκα, έτσι, το αγαπημένο μου Trio Latino και γράφω τώρα λίγα λόγια.Trio, ως γνωστόν, υπήρξαν πολλά στην Ελλάδα, ήδη από την δεκαετία του 1920, trio όμως όπως το Trio Latino, προσωπικώς, δεν έχω ξανακούσει. Το συγκρότημα, που ήταν σίγουρα φωνητικό –δεν είμαι βέβαιος, αν ήταν μόνο φωνητικό ή παραλλήλως με τα φωνητικά έπαιζαν και διάφορα όργανα– δεν εντάσσεται σε καμμία εμφανή ομάδα, από ’κείνες που παρεπιδημούσαν στην Ελλάδα, μετά τα μέσα των sixties. Οι άνθρωποι έμοιαζαν με… Βραζιλιάνους. Και οπωσδήποτε ακούγοντας κάποιος ένα δισκάκι τους από το 1966 –ένα 7ιντσο στην Polydor [ΕPHH 50 896], με τέσσερα τραγούδια– δεν γίνεται να μην ανακαλέσει στη μνήμη του (εφόσον υπάρχουν κάπου στη μνήμη του…) τους Terra Trio, τους Tamba Trio, τους 3 Morais, τους Cariocas και άλλα διάφορα βραζιλιάνικα σχήματα, που διέπρεπαν στην pop-οίηση της bossa, την ίδιαν εποχή. Με τη διαφορά, μόνον, ότι οι Trio Latino ήταν Έλληνες (ή μάλλον Ελληνοκύπριοι)· τα επώνυμά τους ήταν Δούκας, Ευθυμίου και Χαραλάμπους.
Το τεσσαράκι άνοιγε με το “Cantos de Selva” (τη μοναδική δική τους σύνθεση), ένα ευρηματικό track, με εντελώς exotica φωνητικά (αναπαρίστανται κραυγές ζώων και κρωξίματα πουλιών), διαρκές hammond, και ποικίλα κρουστά. Η συνέχεια, περισσότερο poppy, αφορούσε σε μιαν ωραία εκδοχή της “Aline” του Christophe (ο ένας τραγουδά lead, οι άλλοι δύο κάνουν φωνητικά), με το όργανο να συνοδεύει «πίσω», σε όλο το κομμάτι.Η δεύτερη πλευρά άνοιγε με το «Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο» του Ελληνορώσου Σταύρου Ζώρα, ένα από τα πρώτα τραγούδια στην Ελλάδα, που συνδύασαν τους μοντέρνους ρυθμούς με την ελληνική γλώσσα (πριν ακόμη και από τους Olympians). Η εκδοχή του Trio Latino με τα... σου-μπι-ντου-μπι-ντου-ντου-μπι-ντου, την εν γένει bossa-νοποίηση και το hammond break είναι χάρμα ώτων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τελευταίο κομμάτι του EP, που δεν είναι άλλο από το “Bang bang” του Sonny Bono (και της Cher). Κι εδώ το hammond είναι άψογο, όπως και τα φωνητικά, που είναι πρώτης τάξεως. Μάλιστα, οι Trio Latino, ο lead τραγουδιστής τους δηλαδή, αντικαθιστά και το “she” με “he” (“I was five and she was six” κ.λπ., αντί για “I was five and he was six”), φέρνοντας τα στιχάκια στα ανδρικά μέτρα.Υ.Γ. Ψάχνοντας, στο δίκτυο, βρήκα μία συνέντευξη του Πασχάλη στον Γιάννη Πετρίδη, στο περιοδικό Επίκαιρα, την 2/7/1971 (http://is.gd/kuAs0). Ένα απόσπασμα:
«Εκείνη την εποχή (σ.σ. Olympians, 1966)είχαμε υπογράψει και για τα πνευματικά δικαιώματα του ‘Τρόπου’ και της ‘Συγγνώμης’, τα οποία χειριζόταν ο Ζακ Μεναχέμ. Μάλιστα, μας είχε πει ότι θα προωθούσε τα τραγούδια στο εξωτερικό και ότι υπήρχε η πιθανότητα να τραγουδήσει τη ‘Συγγνώμη’ ο Frank Sinatra. Μας ζήτησε το 50% των συνθετικών δικαιωμάτων. Του το δώσαμε, και περιμέναμε τον Frank Sinatra να τραγουδήσει τη ‘Συγγνώμη’. Φυσικά αυτό δεν έγινε ποτέ, αλλά ο Ζακ Μεναχέμ έδωσε και τον ‘Τρόπο’ και τη ‘Συγγνώμη’ σ’ ένα κυπριακό συγκρότημα· νομίζω τους λέγανε Trio Latino».
Στα τέλη των 90s περνούσα την «ιαπωνική» μου φάση. Θυμάμαι πως για ένα-δυο χρόνια αγόραζα μόνον (ή, μάλλον, κυρίως) ιαπωνικά LP και CD, από κάθε χώρο του μουσικού επιστητού, ιδίως όμως από τα seventies (ανάμεσα και κάποια sixties και κάποια eighties). Όχι δηλαδή πως περίμενα το... 1999 για ν’ ακούσω τους Taj Mahal Travellers, τους Brast Burn και τον Magical Power Mako (τους ήξερα από τα… μέσα της δεκαετίας), αλλά τότε πρωτοπήρα γραμμή από τα έργα του J.A. Caesar, των Tokyo Kid Brothers και διαφόρων άλλων. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, θυμάμαι και την αφορμή. Ήταν ένα κείμενο του Alan Cummings, στο Wire (issue 186, August 99), στη σειρά “the primer”, το οποίο επιγραφόταν “Japanese Psychedelia”. Τίτλος παραπλανητικός, κατά βάση, αλλά ό,τι έπρεπε για να τσιμπήσεις, να διαβάσεις και να φύγεις… Δε θυμάμαι αν σ’ εκείνο το κείμενο υπήρχε κάποιαν αναφορά στο όνομα τού «μυθικού» improv κιθαριστή Masayuki Takayanagi (1932-1991) – έξι χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του ’05, ο Alan Cummings πάλι, στο τεύχος 261 του Wire, θα έπιανε την jazz-side της… ψυχεδέλειας, στο κείμενό του “Once upon a time in Shinjuku”, με εκτενή αναφορά στον παίκτη –, όμως είναι σίγουρο πως, από τότε (το '99), έψαχνα ν’ ακούσω τις πενιές τού Jojo, κατορθώνοντας μέσα στην επόμενη δεκαετία να συγκεντρώσω κάποιες από τις δουλειές του. Μία ήταν το Complete ‘La Grima’… Η πλήρης παρουσία δηλαδή του Takayanagi και των New Direction for The Art στο Genyasai festival, στo χωριό Sanrizuka, ανατολικά του Tokyo, που εκδόθηκε, για πρώτη φορά σε (ιαπωνικό) CD, το 2007 από την doubtmusic [dmh-113]. Για να δούμε περί τίνος πρόκειται.Όλα συνδέονται με μια σειρά λαϊκών αγώνων, που ξεκίνησαν ήδη από τα μέσα των sixties, αναφορικώς με την δημιουργία του νέου διεθνούς αεροδρομίου του Tokyo, του Narita Kokusai Kuko, στην πόλη Narita (ανατολικώς της ιαπωνικής πρωτεύουσας, αλλά μέσα στο μητροπολιτικό Tokyo). Από το 1966 μέχρι το 1983 (οι Ιάπωνες ξέρουν να επιμένουν), το αριστερό κίνημα Sanrizuka-Shibayama Rengo Kuko Hantai Domei, που αντιτιθόταν στη δημιουργία του αεροδρομίου, για λόγους πολιτικο-κοινωνικούς (ξερίζωμα των αγροτών, των χωριών/κωμοπόλεων Sanrizuka και Shibayama, με σκοπό τη δημιουργία ενός «ψυχροπολεμικού» αεροδρομίου, που θα μπορούσε να το χρησιμοποιούσαν οι Αμερικανοί και για τον ανεφοδιασμό του μετώπου στην Ινδοκίνα), θα προβεί σε μια σειρά δυναμικών αγώνων, από τους οποίους δεν θα μπορούσε να απουσιάζει (όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις) η μουσική και το τραγούδι. Έτσι, το τριήμερο 14-16 Αυγούστου 1971 θα συγκεντρωθούν στην Sanrizuka χιλιάδες ταγμένοι στην υπόθεση, στους οποίους θα συμπαραστέκονταν μερικοί από τους πιο underground (ας τους πούμε έτσι) καλλιτέχνες της εποχής (δες κι εδώ http://is.gd/kqJ7S). Οι… αναρχοαυτόνομοι Zuno Keisatsu, οι Blues Creation, οι DEW, οι Lost Aaraaff (του Keiji Haino), το trio του free saxman Mototeru Takagi, το τρίο του free κιθαριστή Shun Ochiai, ο Masayuki Takayanagi με το συγκρότημά του κ.ά. Το τριήμερο καλύφθηκε δισκογραφικώς στην εποχή του (1971), στο διπλό βινύλιο “Genya” [TV Man Union GNS–1001-2], το οποίον επανεκδόθηκε με το γνωστό «απίστευτο» ιαπωνικό τρόπο το 2003, για να επακολουθήσει 4 χρόνια αργότερα η παρουσίαση ολόκληρου του “La grima”, του 42λεπτου set των Masayuki Takayanagi κιθάρα, Kenji Mori σαξόφωνα, Hiroshi Yamazaki κρουστά. Εκείνο, λοιπόν, που ακούγεται στο Complete 'La Grima' είναι, απλώς, η «ελεύθερη» αντίληψη ενός εντελώς προχωρημένου κιθαριστή (καμμία μελωδική ανάπτυξη, κανένας ρυθμικός κανών, καμμία αίσθηση αρμονίας), και μάλιστα σε συνδυασμό μ’ ένα το ίδιο «στον κόσμο» του σχήμα συνοδείας (τρόπος του λέγειν "συνοδείας", γιατί κανείς δεν συνόδευε κανέναν)· o καθείς εκ των τριών παίζει σε τέτοια ένταση, ώστε είναι λογικό να υποθέσεις πως… δεν ακούει τους άλλους δύο. Κάτι «δυτικό», που να μου έρχεται στο νου; Δύσκολο να πεις. Δεν ξέρω. Ίσως, ένας... αχαρακτήριστος συνδυασμός AMM και Spontaneous Music Ensemble, αν, και πάλι, λίγα λέω.
Αν και δεν γνωρίζω τι ακριβώς σημαίνει μία δήλωση συμπαράστασης, όταν κάποιος χάνει τη δουλειά του – μην καταντήσουμε σαν τους πολιτικούς, που είναι όλο ωραία λόγια, όταν οδηγούν, με τα έργα τους, τα πράγματα προς την αντίθετη κατεύθυνση – θα πρέπει να πω, από την αρχή, πως το κλείσιμο ενός περιοδικού, όπως και το κλείσιμο ενός μπακάλικου, ή ενός μανάβικου, είναι το ίδιο οδυνηρό· πρώτα-πρώτα, για τους ανθρώπους που εργάζονταν εκεί, και οι οποίοι, ξαφνικά, έρχονται μπροστά σ' ένα πρόβλημα επιβίωσης. (Γιατί, για κάποιους θα σημαίνει και αυτό). Το ζήτημα το οποίον πρέπει να απαντηθεί άμεσα (αν και δεν είναι εύκολο) είναι γιατί έκλεισε το Δίφωνο. Δεν ήταν κερδοφόρο; Ήταν, αλλά όχι στο βαθμό που επιθυμούσαν τ’ αφεντικά του; Κι αν δεν ήταν κερδοφόρο, γιατί δεν ήταν; Μήπως, γιατί δεν το στήριξε η διαφημιστική αγορά; Μήπως γιατί δεν το στήριξε το αναγνωστικό κοινό; Μήπως, γιατί δεν φρόντισε, ως περιοδικό, να ανταποκριθεί στα καλλιτεχνικά-κοινωνικά κελεύσματα του καιρού; Μήπως, γιατί χάθηκε από τις σελίδες του ο κριτικός, ανατρεπτικός λόγος, αφήνοντας άπειρο χώρο στο λιβάνισμα και την «εξυπηρέτηση»; Μήπως, γιατί εξελίχθηκε σ’ έναν διαφημιστικό έντυπο των δισκογραφικών εταιριών των ιδιοκτητών του; Όπως κι αν έχει, προσωπικώς, συμπαρατάσσομαι με τους εργαζομένους όσον αφορά στην καταβολή των δεδουλευμένων τους, ακόμη, δε, και σε μία προοπτική, ανοίγματος του περιοδικού από τους ίδιους. Άλλο αυτό και άλλο οι υπερβολές που διάβασα στο blog τους (http://e-difono.blogspot.com/). Είναι δυνατόν να γράφει ο Γιώργος Χρονάς πως «ένα περιοδικό που περιγράφει τη μουσική με λέξεις είναι πιο σπουδαίο απ’ την ίδια τη μουσική» ή εκείνο που λέει η Λένα Πλάτωνος «φιμώνεται το στόμα μας!», ή το άλλο που λέει ο Πέτρος Βαγιόπουλος «το κλείσιμο του Διφώνου είναι το τελειωτικό χτύπημα στην ελληνική μουσική σκηνή»; Αν λείψουν οι υπερβολές, για να μην πω οι κουταμάρες κι ακουστώ κακός, τότε όλοι θα βοηθηθούν, ώστε να δουν με καθαρό μάτι την πραγματικότητα. Προσωπικώς, θα κινηθώ προς αυτή την κατεύθυνση.
Δεν μπορεί να χαρακτηρίσεις με μια λέξη το Δίφωνο. Στα 15 χρόνια της παρουσίας του στα περίπτερα «κατέβηκε» όλα τα σκαλιά της «εξέλιξης». Από ένα καλό περιοδικό στην αρχή, μετετράπη σ’ ένα μέτριο περιοδικό στη συνέχεια, για να εξελιχθεί σ’ ένα κακό περιοδικό προς τα τελευταία χρόνια. Κι αυτό γιατί επιχείρησε να ισορροπήσει πάνω σε μιαν ασυμβατότητα. Όταν η Εταιρία Γενικών Εκδόσεων παράγει περισσότερα από τα μισά CD, που κυκλοφορούν κάθε χρόνο στην Ελλάδα, είναι ποτέ δυνατόν οι άνθρωποι-δημοσιογράφοι-μουσικογράφοι, που λαμβάνουν αυτά τα CD στα χέρια τους, καλούμενοι να τα υπερασπιστούν (μέσα από κριτικές, συνεντεύξεις, ρεπορτάζ ή θέματα), να δρουν ελεύθερα και κυρίως, ανεπηρέαστοι από το προφανές; Να στηρίζουν δηλαδή, ακρίτως, τις επιλογές της Εταιρίας; Γίνονται αυτά τα πράγματα; Και μάλιστα χωρίς, την ίδιαν ώρα, να ξεπουλάς τη βάση, πάνω στην οποία θα πρέπει να στηρίζεται κάθε δημοσιογραφικό οικοδόμημα; (Εννοώ, φυσικά, ΤΗΝ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑ). Υπήρξα αναγνώστης του Διφώνου. Απόδειξη; Τα καμμιά 70αριά περιοδικά που έχω ακόμη, σκεπασμένα σ’ ένα dexion. Παρ’ ολίγον, δε, να υπάρξω και συντάκτης του, αν αποδεχόμουν την πρόταση της Άννας Βλαβιανού, πριν από 14 χρόνια. Αλλά δεν… Παρακολούθησα τη διαδρομή του από κοντά στην αρχή, από κάποιαν απόσταση στη συνέχεια, εγκαταλείποντάς το στην πορεία. Όπως κάνω πάντα, αγοράζω τα περιοδικά για κάποιες «πένες». (Δεν είναι δυνατόν, ποτέ, ένα περιοδικό να μας καλύπτει εξ ολοκλήρου). Έτσι, και στο Δίφωνο, υπήρξαν συντάκτες τα γραπτά των οποίων μ’ ενδιέφεραν, ασχέτως αν, συχνά, διαφωνούσα ή… τρωγόμουν (θυμάμαι εκείνα του Παπαδάκη, αργότερα του Βάκη, και κάποιων ακόμη που δεν μου έρχονται τώρα στο μυαλό), έριχνα ματιές στ’ αφιερώματα, που ορισμένες φορές (ιδίως στα πρώτα χρόνια) ήταν πολύ καλά, είχα βγει από τα ρούχα μου με κείμενα του Νοταρά, τσεκάριζα τον Ζήλο, διάβαζα, πάντα, τα κείμενα του Δρυγιαννάκη (στη δεύτερη εποχή) κ.λπ., κ.λπ.
Το χάλι για μένα ξεκίνησε όταν το περιοδικό παραγέμισε με «προσφορές», αυξάνοντας την τιμή του. Όλο αυτό το διάστημα το αγόρασα μόνο μία φορά. Όταν έδωσε σε DVD, πρόπερσι νομίζω, το «Αλδεβαράν» του Ανδρέα Θωμόπουλου. Δυστυχώς, όμως, η κόπια μου αποδείχτηκε… ακατάλληλη προς βρώσιν. Δεν έπαιζε πουθενά (ούτε σε PC, ούτε σε 2-3 players). Εν τέλει, είδα το «Αλδεβαράν» (το άντεξα δηλαδή…) πριν από 3 μήνες. Anyway. Παρά ταύτα, κάποια, ακόμη, από τα πιο πρόσφατα τεύχη του έπεσαν στα χέρια μου... Το περιοδικό δεν διαβαζόταν. Πηγμένο στις συνεντεύξεις, τις ανούσιες παρουσιάσεις, τα ανύπαρκτα ή υποτυπώδη αφιερώματα και την υπόλοιπη (γνωστή σε περιοδικά) αδιάφορη ύλη. Όπως έχω ξαναγράψει οι συνεντεύξεις, για μένα, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό δηλαδή (γιατί υπάρχουν κι εξαιρέσεις), δεν αποτελούν «ύλη». Είναι, συχνάκις, η εύκολη λύση. Ανοίγεις ένα κασετόφωνο κι όποιον πάρει ο χάρος. Ανακυκλώνονται οι ίδιες ερωτήσεις, προβάλλονται οι ίδιες αδιάφορες απαντήσεις. Το θέμα είναι το ζουμί. Μένει τίποτα; Όσο και να στύψεις δεν βγάζεις μισό ποτήρι. Λέγε-λέγε λοιπόν, από τη μια μεριά, και δισκοπαρουσιάσεις της μητρικής Εταιρίας από την άλλη. Πώς να προχωρήσει το πράγμα; O κόσμος βαριέται. Αντιλαμβάνεται το «τι παίζει» και στο τέλος σιχαίνεται. Μακάρι το Δίφωνο να περάσει στα χέρια κάποιων συντακτών. Σε ποια, τι, πώς… είναι θέματα που θα τα λύσουν οι ίδιοι. Μακάρι να εντοπιστεί και ο στόχος δηλαδή. Ένα περιοδικό 100 σελίδων ουσιαστικού/κριτικού και ελεύθερου λόγου γύρω από την ελληνική μουσική και το τραγούδι, με ανοιχτά τα ώτα στα νέα ρεύματα, με ταυτόχρονη απόσυρση των «δεινοσαύρων» (που δεν παράγουν) στις πίσω σελίδες (όχι στα εξώφυλλα, προς θεού), και με μία καλή προσφορά (αν είναι εφικτό) μπορεί να αποτελέσει δέλεαρ και για τη διαφημιστική αγορά (που μετράει τα δικά της φραγκοδίφραγκα) και για τους αναγνώστες. Τα κέρδη μπορεί να είναι μικρά. Ok. Αλλά τα κέρδη ενδιαφέρουν μόνον τους επιχειρηματίες. Έτσι δεν είναι; Δεν ενδιαφέρουν, υποθέτω, ένα ενδεχόμενο νέο μοντέλο διαχείρισης, και πολύ περισσότερο δεν ενδιαφέρουν τους αναγνώστες. Θετική δύναμη λοιπόν, αλλά με εξονυχιστική κατόπτευση της πραγματικότητας, δηλαδή εκείνου που αληθώς παίζει (όπως οφείλουμε να κάνουμε όλοι μας) και, το κυριότερο, χωρίς τα σοβαρά λάθη του παρελθόντος.
Για το άλμπουμ «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda» [Philips, 1965] έγραψα για πρώτη φορά στο Jazz & Τζαζ τον Δεκέμβριο του 1996, στο Δισκορυχείον του τεύχους 45. Εκείνο το κείμενο είχε ως εξής:
«Η σχέση του Μίμη Πλέσσα με την jazz είναι παλαιά και πιθανώς γνωστή σε αρκετούς από σας. Πολυπράγμων ο ίδιος και βεβαίως πολυγραφότατος, μ’ έναν τεράστιο όγκο υλικού αταξινόμητο και ακυκλοφόρητο από χρόνια, ασχολήθηκε με κάθε μουσικό είδος στη διάρκεια της 50χρονης καριέρας του. Τελείως τηλεγραφικά θα έλεγα, εδώ, πως αν κάποια δικά του soundtracks πέρναγαν στην από ’κει όχθη του Ατλαντικού πιθανώς, σήμερα, να μιλούσε όλος ο κόσμος γι’ αυτόν. Εν πάση περιπτώσει. Το συγκεκριμένο άλμπουμ βρίσκει τον Μίμη Πλέσσα να πειραματίζεται με την Philicorda, ένα ηλεκτρικό μουσικό όργανο της Philips που επιχειρούσε να πλασαριστεί δίπλα στο hammond. Οι δυνατότητες του οργάνου αυτού, για την εποχή στην οποία αναφερόμαστε, ήταν επαναστατικές· κάτι που ο Πλέσσας φαίνεται να το αντιλήφθηκε από την αρχή, μεταγράφοντας ουσιαστικά επτά δικές του συνθέσεις – και από μία των Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Κλάββα, Γιαννίδη και Καπνίση – προσαρμόζοντάς τες στις ανάγκες της Philicorda. Το όλον αποτέλεσμα είχε μιαν αίσθηση πρωτοτυπίας. Πρόκειται για ένα jazz άλμπουμ, έξω βεβαίως από τις επαναστατικές καινοτομίες της εποχής, αλλά μέσα σ’ αυτό που κατανοούμε όλοι μας ως jazz feeling. Θα έλεγα δε πως ορισμένα κομμάτια («Εδώ τελειώνει ο ουρανός», «Αν σ’ αρνηθώ») ακούγονται χωρίς ίχνος σκόνης ακόμη και σήμερα. Ο δίσκος, στην εποχή του, ξεχάστηκε πολύ γρήγορα και ποτέ δεν κυκλοφόρησε ξανά. Παραμένει δυστυχώς καλά κρυμμένος ακόμη, αφού και η καταιγίδα της CD-κυκλοφορίας των τελευταίων χρόνων τον έχει για τα καλά λησμονήσει. Να αναφέρω μόνο τα ονόματα των μουσικών που συμπράττουν. Γιάννης Κανελλίδης και Γιάννης Ιωάννου μαντολίνο, Βασίλης Παναγιωτόπουλος τρομπέτα, Γιάννης Σχίζας τρομπόνι, Andrea Ortega σαξόφωνο, Ρήγας Σαριτζιώτης βαρύτονο και τενόρο σαξόφωνο, Νίκος Γκίνος άλτο σαξόφωνο, Τίτος Καλλίρης κιθάρα, Βασίλης Τεκνετζόγλου τύμπανα, Μίμης Πλέσσας philicorda».
Το κείμενο –εννοώ η γνωστοποίηση του δίσκου– είχε κάνει εντύπωση, τότε, σε γνωστούς και φίλους (υποθέτω και στους αναγνώστες), κάτι που με είχε «αναγκάσει» να αντιγράφω κασέτες νυχθημερόν. Εκείνο πάντως που δεν περίμενα ήταν όχι να φθάσει στ’ αυτιά του Μίμη Πλέσσα το δημοσίευμα –κάτι όσο να 'ναι πιθανόν–, αλλά την πρωτοβουλία του ιδίου να μου στείλει ένα ευχαριστήριο fax, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό στο τεύχος 48, τον Μάρτιο του 1997. Είχε έτσι ακριβώς...
Περιοδικό Jazz & Τζαζ κον Φώντα Τρούσα Αγαπητέ φίλε Από σύμπτωση, καθυστερημένα, διάβασα στο τεύχος Δεκεμβρίου το «Δισκορυχείο» σας. Με ευχάριστη έκπληξη συνειδητοποίησα από τα γραφόμενά σας πως και αυτή η παραπεταμένη παραγωγή έπιασε τόπο. Θα πρέπει να σας πω πως επρόκειτο για μία δική μου πρωτοβουλία. Ηχογραφικά φιλοξενήθηκε στο στούντιο της Finos – Χίου 53 – με ηχολήπτη τον αξέχαστο φίλο Μικέ Δαμαλά. Η φωτογραφία του εξωφύλλου τραβήχτηκε στην αυλή της Finos από την Άννα-Μαρία Αντίππα, σύζυγο του αξέχαστου Νίκου Αντίππα, που τότε ήταν διευθυντής της Philips. Ευτυχώς οι μήτρες σώζονται στο αρχείο μου. Είναι μία από τις σπάνιες φορές που η ευαισθησία του γράφοντος ξεπερνάει την κριτική διάθεση και με γέμισε συγκίνηση. Πόσο θά’θελα η μουσική σας σκαπάνη να ανασύρει κάποια στιγμή δύο LP της EMI με τίτλο «40 Χρόνια Jazz», που είναι η ζωντανή ηχογράφηση της συναυλίας που, με έλληνες σολίστες, έδωσα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στα πλαίσια των εκδηλώσεων της «Έκφρασης 81», έναν δίσκο της Minos «Το Κουαρτέτο του Μίμη Πλέσσα και 6 Σολίστες» και τέλος της CBS το «Από Ανατολή σε Δύση». Να είστε σίγουρος πως από δω και μπρος θα σας διαβάζω από τους πρώτους. Φιλικά Μίμης Πλέσσας
Έπρεπε να περάσουν οκτώ χρόνια από τότε μέχρι να φθάσουμε στο τεύχος 148-149 (Ιούλιος-Αύγουστος 2005), για να γίνει ένα δικό μου όνειρο πραγματικότητα. Να κυκλοφορήσουν, δηλαδή, δέκα tracks από το «Ο Μίμης Πλέσσας παίζει Philicorda», ως “Rare Jazz Grooves” από το Jazz & Tζαζ. Δυο-τρεις μήνες νωρίτερα (πρέπει να ήταν Απρίλιος του ’05) τέσσερις άνθρωποι από το περιοδικό, η Γιούλη, ο Στέφανος, ο Γιώργος Χαρωνίτης κι εγώ είχαμε επισκεφθεί τον Μίμη Πλέσσα στο σπίτι του, στην Καλλιτεχνούπολη, με σκοπό τη διευθέτηση όλων των λεπτομερειών, ώστε να έμπαινε σ’ ένα δρόμο εκείνη η αναπαραγωγή. Ήταν ένα ωραίο ανοιξιάτικο απόγευμα, που είχε περάσει με καφέδες και συζήτηση.
Είχα πολλά να ρωτήσω τον κύριο Πλέσσα σε σχέση με το παλαιότερο υλικό του, που προσωπικώς μ’ ενδιέφερε. Κυρίως, για τις jazz κινηματογραφικές του ηχογραφήσεις, όπως και για τα τραγούδια του, που είχαν γίνει γνωστά στο εξωτερικό (Βέλγιο, Φινλανδία, π.Σοβιετική Ένωση, Πολωνία…) στα χρόνια του ’60, μαθαίνοντας (τότε) πως μεγάλο μέρος της cine-jazz δουλειάς του ετοιμαζόταν να κυκλοφορήσει από κάποιο label του Γιαννίκου (μια και ο Μίμης Πλέσσας, τακτικότατος, διέθετε όλα, ή σχεδόν όλα, τα original masters). Και όντως ένα διπλό CD στη Legend (μέρος μιας ευρύτερης σειράς), υπό τον τίτλο “Film Noir” με τις μουσικές από τα φιλμ «Πυρετός στην Άσφαλτο», «Ορατότης Μηδέν», «Έγκλημα στα Παρασκήνια», «Κατάχρηση Εξουσίας», «Εφιάλτης» και κάτι ακόμη, κυκλοφόρησε στα καταστήματα τέσσερα χρόνια αργότερα (2009). Είχα ρωτήσει, επίσης, τον κύριο Πλέσσα, για το holy grail της ελληνικής jazz, το “Greece Goes Modern”, το πρώτο νούμερο της Pan-Vox, από το 1967 – ίσως, το πιο σπάνιο LP της ελληνικής δισκογραφίας – αλλά, δυστυχώς, και απ’ ό,τι μου είχε πει, τα master tapes του ήταν (και είναι) παντελώς χαμένα. Ακόμη, είχαμε κάνει κουβέντα για το ηλεκτρονικό του υλικό, το οποίον (εξ όσων δύναμαι να γνωρίζω) υπάρχει, εν σπέρματι, σε κάτι μικρο-εκδόσεις· κάποιο, ας πούμε, είχε βγει ως promo μ' ένα τεχνικο-επιστημονικό περιοδικό, την Τεχνική Εκλογή, το 1968. Εν πάση περιπτώσει. Εκείνο το οποίον έλεγα πάντα για την περίπτωση του Μίμη Πλέσσα, κι εξακολουθώ να το ισχυρίζομαι, είναι τούτο.
Πάντα νέος καλλιτέχνης, ανακαλύψτε τον.
Για τα «Χέρια» θέλω να ετοιμάσω ξεχωριστό post. Και θα το κάνω. Ακούμε λοιπόν τη σύνθεση του Κώστα Καπνίση, σε έξοχη bossa nova, βραβευμένη στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου (της Θεσσαλονίκης), το 1962. Κομμάτι βγαλμένο μέσα από την "Philicorda".
Άντε κι ένα τρίτο στη σειρά… funky post, αυτή τη φορά για τους Βρετανούς Speedometer. Προσωπικώς, για το γκρουπ έμαθα το κάτι παραπάνω από τη συνέντευξη που παραχώρησε ο κιθαρίστας τους Leigh Gracie στον Δημήτρη Κατσουρίνη κι η οποία (συνέντευξη) θα δημοσιευτεί στο επόμενο τεύχος του Jazz & Τζαζ (κυκλοφορεί σε λίγες μέρες). Ας κάνω, όμως, κι εδώ γνωστή την ύπαρξη του έσχατου CD τους, που έχει τίτλο “The Shakedown” [Freestyle FSRCD082, 2010] και που δικαιολογεί απολύτως εκείνο το οποίον πιστεύουν, πρώτα-πρώτα, οι φίλοι τους: οι Speedometer είναι η κορυφαία, σήμερα, brit funk-soul μπάντα. Ακούγοντας, ας πούμε, πώς παίζουν, πώς «απλώνουν» και πώς πυροδοτούν τα ορχηστρικά τους “La nueva manera” και “Orisha”, αντιλαμβάνεσαι αμέσως πως τούτοι εδώ οι άνθρωποι είναι «ταγμένοι» εξ ολοκλήρου. Εξαίρετα γυναικεία φωνητικά από τη Natasha Watts, την Ria Currie (στη φωτογραφία), την κυρία Martha High (από... James Brown μεριά), άψογα παιξίματα, μεστές πρωτότυπες συνθέσεις, πλήρης γνώση και μελέτη της ιστορίας. Το λιγότερο; Μία απολύτως διασκεδαστική μπάντα. Το περισσότερο; Εδώ θα είμαστε να τα ξαναπούμε…
Ακούγοντας το ορχηστρικό “Tea legs” των Transatlantics θυμήθηκα ένα από τα πιο αγαπημένα μου funky θέματα. Το “Argument’s” του Charles Hilton Brown από το LP “Owed To Myself”, που πρωτοέδωσε η ιταλική Ampex [30200-SD] το 1974 και το οποίον επανεξέδωσε σε βινύλιο η Schema [SCEB 907], το 2000. (Αν προσέξετε, η εισαγωγή από το “Argument’s” «επαναλαμβάνεται» στο “Tea legs” μετά το 33ο δευτερόλεπτο και ξανά πιο κάτω, όπως και στο τέλος). Όλο το άλμπουμ τού Brown «λέει», αλλά το συγκεκριμένο κομμάτι «ξεφεύγει». Έχει δε ένα από τα ωραιότερα soli στο Fender Rhodes, που έχω ποτέ ακούσει (δεν παραβλέπω την τρομπέτα). Το απίστευτο είναι πως στο back cover αναφέρεται πως οι ενορχηστρώσεις έχουν γίνει από τον Charles Hilton Brown (το όνομα του οποίου δεν το έχω συναντήσει κάπου αλλού) και τους Assagai(!), τους οποίους – όπως γράφει ο ίδιος ο Brown – συνάντησε σε μια περιοδεία του στο Λονδίνο, αποφασίζοντας, έτσι, να ενώσει σ’ ένα σώμα τη soul (που προφανώς γούσταρε ο ίδιος) με το afro rock. (Φυσικά, δεν ήταν ο πρώτος, που θα επιχειρούσε κάτι τέτοιο, αλλά δεν έχει σημασία).Κοιτάζοντας, δε, τα ονόματα που εμφανίζονται στο άλμπουμ παραξενεύτηκα για δεύτερη φορά καθότι δεν αναγνώρισα κανένα από τα μέλη των Assagai στη line-up (τι διάβολο, παρέδωσαν τις ενορχηστρώσεις και εξαφανίστηκαν;), απεναντίας είδα σ’ αυτήν (τη line-up) τον κονγκέρο Ayinde Folarin, ο οποίος συμμετείχε και στο “Afreaka!” των Demon Fuzz. Οι υπόλοιποι που παίζουν είναι οι: Roy Edwards τρομπέτα, τρομπόνι, Frederick Mathias άλτο, τενόρο, Kirk Redding τενόρο, Gabriel George ντραμς, David Ganpot μπάσο, Keith Ganpot κιθάρες, Peter Nelson πλήκτρα, ενώ ειδικώς στο “Argument’s” τραγουδούσε ο μπασίστας David Ganpot και όχι ο Charles Hilton Brown. Και κάτι ακόμη, που έχει τη σημασία του. Το "Argument's" ανήκει, συνθετικώς, σε κάποιον A. Rutherford. Όπως διαπίστωσα, με λίγο ψάξιμο στο δίκτυο, πρόκειται για τον σκωτσέζο ενορχηστρωτή (βασικά) Antony Rutherford Mimms, ο οποίος ως Tony Mimms έκανε μεγάλη καριέρα στην Ιταλία, στα sixties και τα seventies. Σ' ένα άλμπουμ του μάλιστα στην RCA Italiana (1970) που διαθέτω, και το οποίον είναι γεμάτο με διασκευές (Proud Mary, Midnight cowboy, Come together, Something, Marakesh Express...), τον συνοδεύουν οι Γάλλοι (με καριέρα στην Ιταλία) Pyranas, οι οποίοι συνόδευαν επίσης τον Rocky Roberts και άλλους διαφόρους.
Η Αυστραλία προσφέρει soul και funk συγκροτήματα σε ρυθμόν υπαγορεύσεως. Οι Transatlantics (από την Αδελαΐδα) είναι το νέο φρούτο από την «πράσινη ήπειρο» και το “The Transatlantics” [UK. Freestyle FSRCD080, 2010] το πρώτο τους CD· ένα απολαυστικό άλμπουμ, που θέλει να ακούγεται κοντά στα κλασικά (της Stax era π.χ.), αλλά που καταφέρνει ν’ ανατρέψει το αναμενόμενο με την groovy ορμητικότητα και τις – φάρμακο για κάθε πόνο – afro και afrobeat αναφορές του. Οι Randall “Country” Ridge Jnr. κιθάρα, Kyra Schwarz τρομπόνι, Kevin van der Zwaag ντραμς, Chris Weber τρομπέτα, Tara Lynch φωνή, Jon “Sugarcane” Hunt βαρύτονο, Ross McHenry μπάσο και Kahil Nayton κιθάρες δεν καταφέρνουν μόνο να τιθασεύσουν εκείνα που αγαπούν, αλλά και να παρουσιάσουν ένα μαύρο υβρίδιο, ένα από τα αποτελεσματικότερα που ακούγονται τριγύρω. Δεν είναι μόνον τα ορχηστρικά τους “Tea legs” και “Talk like that”, που με άξονα τις «κοφτερές» κιθάρες και τα γεμίσματα των πνευστών, σμπαραλιάζουν το σύμπαν, είναι και η τραγουδίστριά τους Tara Lynch, που διατηρεί πάλευκη και μελαψή (ερμηνευτική) ομορφιά σε ίσες δόσεις.
Επειδή τη δεκαετία του ’80 την έζησα από κοντά (ας μιλώ για τη μουσική παραγωγή της καλύτερα), μου φαίνεται σαν χθες. Δεν έχω, με άλλα λόγια, την αίσθηση της 20ετίας, πόσω μάλλον της 30ετίας. Έτσι, κάθε φορά που ακούω κάτι σε σχέση με κάποιαν «αναβίωση» συγκροτήματος, σε σχέση με κάποιαν «επανέκδοση» κ.ο.κ. παραξενεύομαι. Δεν συνειδητοποιώ αμέσως πως κάποιοι, όταν οι Metro Decay και οι Χωρίς Περιδέραιο έκαναν καριέρα, ήσαν αγέννητοι. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τους μεγαλύτερούς μας. Φίλος κοντά στα 60 μού περιέγραφε τις προάλλες «λεπτομέρειες» για ένα live των Adam’s Boys στην Πάτρα, πριν από 45 χρόνια, σαν να ήταν… προχθές. Έτσι, όταν πήρα ένα e-mail από τον Νίκο Βελιώτη χθες το απόγευμα, σχετικώς με την επαναδραστηριοποίηση των In Trance 95, δεν έπεσα απ’ τα σύννεφα· παρ’ ότι έχουν περάσει 23 χρόνια από τότε που «γεννήθηκαν». Αυτό ακριβώς το e-mail, που είναι σαν δελτίο Τύπου (άρα, πιθανώς, να το διαβάσετε και αλλού) θέλησα να το αναδημοσιεύσω στο Δισκορυχείον, παίρνοντας την άδεια από το Νίκο Βελιώτη, επειδή είναι και λεπτομερέστατο και καλογραμμένο. Εξάλλου, οι In Trance 95 ήταν ένα από τα καλύτερα electro σχήματα, που παρήγαγε ποτέ η ελληνική σκηνή. Το συγκρότημα δημιουργήθηκε στην Αθήνα από τον Alex Μαχαίρα και τον Νίκο Βελιώτη τον Μάιο του 1988. Μετά από μια περίοδο πειραματισμού με αναλογικά synths, drum machines, tapes και ραδιόφωνα στο δικό τους υπόγειο στούντιο, που ονόμασαν Airdawn, κυκλοφόρησαν το πρώτο τους single “Desire to desire/ Brazilia”, τον Δεκέμβριο του 1988. Στις 3 Ιανουαρίου του 1989 έκαναν την πρώτη συναυλία τους στο An Club, ενώ στο ίδιο χρονικό διάστημα γυρίστηκε το video clip για το “Desire to desire”. Το υψηλό κόστος του βίντεο, τους εμπόδισε να κυκλοφορήσουν τη νέα τους ηχογραφημένη δουλειά “Presidente”, που επρόκειτο να είναι το επόμενό τους single, τον Φεβρουάριο, ενώ την ίδια περίοδο το ντουέτο συνεχίζει να δουλεύει μια σειρά από καινούρια κομμάτια, τα οποία παρουσίασαν live (πολλά απ’ αυτά παρέμειναν ακυκλοφόρητα). Στις αρχές του καλοκαιριού του ίδιου έτους, έρχεται το δεύτερό τους 7ιντσο “21st C.E.T./ Temptation two”, στο οποίο χώρεσαν και τα δυο κομμάτια σε μια πλευρά, καθώς μοιράστηκαν την κυκλοφορία με τους Dada Data. Αυτό το split single τούς έφερε όμως σ’ επαφή με τον Coti K., μέλος των Dada Data τότε, ο οποίος θα παίξει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ήχου τους, σε κάθε επόμενη κυκλοφορία τους. Τέλη του 1989 οι In Trance 95 κάνουν την πρώτη και τελευταία τους εμφάνιση στη κρατική τηλεόραση, παρουσιάζοντας τρία κομμάτια από τη σκηνή του Ρόδον club. Το πρώτο τους ολοκληρωμένο άλμπουμ “Code of Obsession” ακολουθεί τον Ιούλιο του 1990, με τη μία πλευρά στις 33 και την άλλη στις 45 στροφές. Τον Σεπτέμβριο του 1991 κυκλοφόρησαν το 12inch 4-track “Warm Nights Driving On Wet Streets” ως το πρώτο δείγμα του νέου τους concept άλμπουμ “Radio Telescope Mysteries”, που τελικά κυκλοφόρησε αποσπασματικά σε μελλοντικές εκδόσεις. Το άλμπουμ γράφτηκε και ηχογραφήθηκε κατά τη διάρκεια μακρόχρονων sessions, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1991. Το 1992 δύο ακόμη τραγούδια από το άλμπουμ, τα “Energi-ya” και “The lesser water snake” βρέθηκαν σε δυο αντίστοιχες συλλογές (“Random Relations Vol.1”, “Crash - A Tribute to JG Ballard”), ενώ την ίδια περίοδο o Νίκος Βελιώτης ξεκινάει σόλο καριέρα, συμμετέχοντας ταυτόχρονα σε άλλα projects. Ο Γιώργος Γεράνιος τον αντικαθιστά στη σκηνή και οι In Trance 95 συνεχίζουν με μια σειρά ζωντανών εμφανίσεων. Επιστρέφουν στο στούντιο τρία χρόνια αργότερα για να ηχογραφήσουν το “Overcast”, στο οποίο συμμετείχε και ο Coti. Ο Nίκος Βελιώτης ήταν επίσης παρών στο στούντιο και συνέβαλε με μια νέα εκτέλεση του “Lacerta”, κομμάτι από το πρώτο τους album, εξ ολοκλήρου ηχογραφημένο στο τσέλο. Οι δύο αυτές ηχογραφήσεις μαζί με 6 κομμάτια του «χαμένου» άλμπουμ από το 1992 έγινε το υλικό για δύο EP, τα “Ocean” και “Overcast”, που κυκλοφόρησαν το 1995. Το 1996 το συγκρότημα εμφανίζεται στο Rock of Gods, για τελευταία φορά προτού εξαφανιστεί. Τον Δεκέμβριο του 2006 έγινε η πρώτη προσπάθεια επιστροφής, όταν ο Alex και ο Γιώργος, σαν ITNF και με την προσθήκη της Magdalena Sverlander στα synths έκαναν την πρώτη συναυλία τους μετά από 10 χρόνια, ανοίγοντας για τους Plaid στην αθηναϊκή τους εμφάνιση. Η οριστική επανασύνδεση των In Trance 95 με την αρχική line-up και όνομα ήρθε σχεδόν τρία χρόνια αργότερα, όταν ο ex-Depeche Mode Alan Wilder τούς κάλεσε να ανοίξουν την συναυλία τού τωρινού του σχήματος Recoil, στην Αθήνα, στις 10 Απρίλη 2010. Το συγκεκριμένο live έφερε ξανά μαζί τον Alex και τον Νίκο στο στούντιο, την ίδια περίοδο, όταν η νεοϋορκέζικη εταιρία Minimal Wave πρότεινε στο γκρουπ να κυκλοφορήσει μια συλλογή με τα πρώιμα tapes τους, διαλεγμένα από την Veronica Vasicka, DJ και ιδιοκτήτρια της εταιρίας. Ταυτόχρονα με την επεξεργασία του υλικού, το ντουέτο αποφάσισε να δοκιμάσει και κάποιες καινούριες ιδέες. Το αποτέλεσμα ήταν ένα καινούριο ολοκληρωμένο άλμπουμ, το “Abovearth”, το οποίο ενθουσίασε τη νέα τους εταιρία, που αποφάσισε να το κυκλοφορήσει σχεδόν ταυτόχρονα με τη συλλογή “Cities Of Steel & Neon”. Και τα δυο άλμπουμ είναι έτοιμα για να βγουν μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2011 και ήδη οι In Trance 95 πειραματίζονται σε ολοκαίνουριο υλικό, ενώ μόλις τώρα τελείωσαν και το πρώτο τους video clip ύστερα από πολλά χρόνια, για το κομμάτι “Wave (Are we alone)”. In Trance 95 είναι σήμερα οι: Alex A Machairas vocals, CS01 synth, monotron, synsonics, Nik J Veliotis CS01 synth, effects, el.guitar, tapes, vocals, Magdalena M Sverlander CS01 synth, Anna Athanasouli CS01 synth.Δισκογραφία 1. Desire to desire/ Brazilia – 7", Wipe Out WOR013 – 15/12/1988 2. 21st C.E.T. – 7", Wipe Out WOR016 – 12/06/1989 3. Code Of Obsession – LP, Wipe Out WOR029 – 09/07/1990 4. Warm Nights Driving On Wet Streets – 12", Elfish ELF02 – 10/09/1991 5. Radio Telescope Mysteries – LP, Elfish/ unofficial ELF05 – 1992 6. Ocean – EP, Indivisible IDV01 – 1995 7. Overcast – EP, Indivisible IDV03 – 1995 8. Abovearth – Minimal Wave? – 2011 9. Cities Of Steel And Neon – Minimal Wave? – 2011 Οι In Trance 95 ξεκινούν το 2011 με συναυλία στο Bios στις 20 Ιανουαρίου, στην οποία θα παρουσιάσουν ένα πλήρες σετ, που θα περιλαμβάνει το ολοκαίνουριο άλμπουμ τους “Abovearth”, καθώς και την συλλογή “Cities Of Steel And Neon”, που αποτελείται από 8 early tapes συν το πρώτο τους single “Desire to desire/ Brazilia”. Και τα δυο άλμπουμ πρόκειται να κυκλοφορήσουν από τη νεοϋορκέζικη Minimal Wave μέσα στους πρώτους μήνες του 2011.
Στο τεύχος Μαΐου 2009 του Jazz & Τζαζ έγραψα για πρώτη φορά για την Studio Dan, μία σύγχρονη 18μελή έως και 20μελή αυστριακή big μπάντα, η οποία συνδυάζει κλασικά τζαζικά, κλασικά-κλασικά και σύγχρονα, avant, ηλεκτρονικά στοιχεία. Τότε, είχαμε ως πρόγευση το CD-single “Nu Song #2” (διάρκεια 24:18), το οποίο μάς εισήγαγε στον ηχητικό κόσμο της Studio Dan, ένα τζαζικό υβρίδιο, με έντονη την παρουσία του ηλεκτρονικού στοιχείου. Ακόμη και ο... απρόσεκτος ακροατής εύκολα θα διαπίστωνε τη ζαπική συνείδηση της ομάδας, η οποία εμφαινόταν όχι μόνο στις γραμμές των πνευστών και στο επαπειλούμενο fusion, αλλά ακόμη και σ’ αυτό ακριβώς το όνομά της· Studio Dan. Πώς λέμε “Studio Tan”; Μάλιστα, αν παρατηρούσε κάποιος την πινακοθήκη των οργάνων στο περιλάλητο... θείο έργο, θα διαπίστωνε ουκ ολίγες ομοιότητες με αυτήν των Αυστριακών, οι οποίοι, προσέτι, δεν υπολείπονταν σε χιούμορ (υπολείπονταν δηλαδή, αλλά ο τρόπος του λέγειν...) και σε γενικότερες παραδοξότητες. Έγραφα, τότε, πως αναμένουμε το ολοκληρωμένο CD των Studio Dan, προκειμένου να πούμε κάτι παραπάνω...Νάτο λοιπόν το “Creatures & other stuff” [Studio Dan/JazzWerkstaat, 2009] έστω και με λίγη καθυστέρηση, ένα διπλό δισκάκι (το “Creatures” διάρκειας 57:10 και το “other stuff” διάρκειας 44:53), ικανό να δείξει και να αποδείξει το εύρος της αυστριακής σκηνής, τη διάθεσή της, αν θέλετε, να περιγράψει τη σύγχρονη jazz πραγματικότητα, με όρους παρελθόντος και παρόντος. Εννοώ πως σκιαγραφείται το κάποτε, όχι ακριβώς το σουινγκάτο, αλλά εκείνο το περισσότερο funky της δεκαετίας του ’70, το ανακατεμένο με rock ή ethnic υπαινιγμούς (στο “Im Zwergenland” είναι σαν ν’ ακούμε την Jazz Orkestar της Ραδιοτηλεόρασης του Βελιγραδίου, σε συνδυασμό με κάποιο rock-ethnic γκρουπ από την ίδια mid seventies εποχή – ύστερους Guru Guru ας πούμε). Υπάρχουν, φυσικά, και οι περισσότερο πειραματικές στιγμές, εκεί όπου οι Studio Dan μετατρέπονται σ’ ένα improv-avant σχήμα (Kafig III), όπως και οι επεκτάσεις προς electro κατευθύνσεις, όταν οι… κάλπικοι turntablism-οί, ανακατεύονται με χιπχοπάδικα breaks και ζαπικές εκπλήξεις (Opulent 7.90E). Στο έσχατο κομμάτι του πρώτου CD (Nu song #2), απλώς υπενθυμίζεται πως όλα ήταν ένα παιγνίδι, πριν καταλήξουμε σ’ ένα εξουθενωτικό μπιγκ-μπαντικό blues. Στο δεύτερο CD, το “Other stuff”, τα αρχικά κιθαριστικά, μεταλλικά riffs στο “Dogfood” δεν σηματοδοτούν κάτι συγκεκριμένο, καθώς εκείνο που ακούμε είναι ένα κλασικό α λα Zappa συνονθύλευμα, πλημμυρισμένο στις ανατροπές. Στο “I will never ever remember you again” οι Studio Dan μοιάζει να είναι επηρεασμένοι από τον Cage, όσον αφορά στον αρχικό πιανιστικό σχεδιασμό, ενώ στα μικρά σε διάρκεια “Kampf der hauptlinge” και “Miniaturi” ο ανατρεπτικός διάκοσμος του Giacinto Scelsi, με τις αλλαγές στα timbre και τον δυναμισμό στην ενορχήστρωση, είναι ό,τι πρέπει πριν το “Many light passages”, μία από τις πιο συναισθηματικές συνθέσεις του πακέτου. Το χιούμορ, οι περιπαικτικοί ήχοι, οι σιωπές, οι φανφάρες και το ηχητικό αλαλούμ είναι εμφανή στο “Too many chefs in a kitchen”, λίγο πριν κλείσει το άλμπουμ με το θρηνητικό “Gemeiner opal”. Σε χώρες με συγκεκριμένη και καλλιεργημένη μουσική παράδοση (κλασική, σύγχρονη, avant, jazz) όπως η Αυστρία, συγκροτήματα, μπάντες δηλαδή όπως οι Studio Dan, απλώς επιβεβαιώνουν το προφανές. Τίποτα δεν μπορεί να συμβεί (να έρθει και να μείνει δηλαδή) άνευ παιδείας και συνεχών ευκαιριών, τις οποίες μπορεί να παράσχει ένα οργανωμένο και με στόχους καλλιτεχνικό-επιχειρηματικό κύκλωμα.Studio Dan είναι οι: Daniel Riegler διεύθυνση ορχήστρας, Gunde Jach-Micko βιολί, Martina Engel βιόλα, Julia Purgina βιόλα, Maiken Beer φωνητικά, Bernd Satzinger κοντραμπάσο, Herbert Mayr κοντραμπάσο, Theresia Melichar όμποε, Astrid Bauer όμποε, Maria Gstattner μπασούν, Clemens Salesny reeds, Wolfgang Schiftner reeds, Martin Eberle τρομπέτα, φλούγκελχορν, Philip Yaeger τούμπα, Peter Rom κιθάρες, Clemens Wenger πιάνο, Margit Schoberleitner κρουστά, Leo Riegler ηλεκτρονικά, φωνή, Tibor Kovesdi ηλεκτρικό μπάσο, κύμβαλα, Wolfgang Kendl ντραμς. Επαφή: studiodan@mur.at, www.riegler.mur.at Επειδή δεν βρήκα κάτι από το εν λόγω έργο, μεταφέρω, εδώ, την άποψή τους για ένα κομμάτι-έμβλημα της… πάντα σύγχρονης μουσικής. Ο ήχος και η ερασιτεχνική λήψη δεν αποτυπώνουν όπως πρέπει το παίξιμο της Studio Dan στο “Peaches en Regalia” του «θείου». Παρ’ όλα αυτά τσιτώστε, όσο γίνεται…
Για τη reggae, το επαναστατικό-κοινωνικό της πνεύμα και τη συμβολή του στην αυτοσυνείδηση των Τζαμαϊκανών δεν χρειάζεται να πω κάτι, μια και έχουν γραφεί (και μεταφραστεί) πολλά και στην Ελλάδα. Πέραν όμως του μηνύματος, το οποίο δεν μπορεί παρά να αφορά, πρωτίστως, στους ίδιους τους Τζαμαϊκανούς, υπάρχει ο ήχος, το off-beat, τα στουντιακά επινοήματα, το dub, οι επί μέρους μεταμορφώσεις του πρώτου ήχου μέσα στα χρόνια, το ska, το rocksteady, το dancehall, το raga, ακόμη και το dubstep και όλα τα υπόλοιπα – τα κύτταρα, δηλαδή, μέσω των οποίων αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε η ίδια η dance culture. Δεν ήταν τα μόνα. Ok. Ήταν (και είναι) όμως τα κύρια στοιχεία στο βασικό οπλοστάσιο μουσικών τε και παραγωγών, που έβλεπαν (και βλέπουν), μονίμως, τη ρυθμική σκηνή σε συνάρτηση με τις ηχητικές καινοτομίες στο νησί (και βεβαίως στη Βρετανία) και οι οποίοι επέκτειναν τη συγκεκριμένη ηχο-κουλτούρα σε κάθε μουσικό χώρο. Τι εξανάγκασε, φερ’ ειπείν, τους krautrockers Can να ασχοληθούν με την reggae στο “Flow Motion”; Τα λόγια των τραγουδιών του Marley και του Tosh; Δεν νομίζω. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνον. Ήταν, κυρίως, η διάθεση του Holger Czukay να υπερβεί το μύνημα, μελετώντας εργαστηριακώς τα ρυθμικά patterns, φέρνοντάς τα ακόμη πιο κοντά στην pop αφήγηση. Πολλοί, ακόμη και λευκοί(!), εξοργισμένοι θα διαφωνήσουν. Θα υπεραμυνθούν της μαύρης καθαρότητας. Της συνείδησης. Της ράτσας. Ακόμη κι αν σέβονται τους Can ή τον Σουηδό Peps Persson – «τον ξέρει η μάνα του;» θα μου πείτε – του “Droppen Urholkar Stenen” [Sonet, 1976], ενός από τα πιο ενδιαφέροντα λευκά reggae άλμπουμ που ηχογραφήθηκαν τότε στην Ευρώπη, πάλι θά’χουν να λένε για τον τρόπο που εξελίχθηκε η φάση, για το πώς φθάσαμε από την roots, στον Manu Chao, και από την pop-reggae στους… Locomondo. Σκεφθείται όμως και το εξής. Εντάξει με το (τζαμαϊκανικό) μήνυμα. Τι γίνεται όμως μ’ εκείνες τις γκρουπάρες, τους Skatalites, τους Sound Dimension και τόσες άλλες, που ήταν ορχήστρες κυρίως· ορχήστρες για χορό και για διασκέδαση; Εκεί, το μήνυμα ακολουθούσε άλλη διαδρομή.Για πέντε σχεδόν δεκαετίες οι Skatalites τροφοδοτούν τα πλατώ και τις ψυχές όσων τους ακολουθούν με αληθινά, ευφρόσυνα vibes. Το δικό τους ska εξακολουθεί να φέρνει στα ώτα των φίλων τους, εκείνο το άπιαστο ηχόχρωμα των ημερών της ανεξαρτησίας, τότε, όταν όλα άλλαζαν ή νόμιζαν (εκείνοι και όποιοι άλλοι) πως άλλαζαν. Ηχογραφημένοι στο Byron Bay της Αυστραλίας(!), το 2006, οι Skatalites με το “On the Right Track” [AIM, 2007] δείχνουν τον τρόπο, μέσω του οποίου η ηλικία (τουλάχιστον) εκμηδενίζεται μπροστά στο στόχο. Τη μουσική... καλοπέραση, που θα γεμίσει πρώτα τις ψυχές και, από ’κει και πέρα... ό,τι ήθελε προκύψει. Με τρία ιστορικά μέλη όρθια και στις επάλξεις, τον ντράμερ Lloyd Knibb, τον αλτίστα Lester Sterling και την τραγουδίστρια Doreen Shaffer, οι Skatalites (οι τρεις προηγούμενοι, έξι ακόμη, συν τρεις φίλοι τους, με πρώτον ανάμεσα τον τενορίστα Cedric Brooks) ξέρουν να απαιτούν το μέγιστο, έχοντας έτοιμες τις πλατφόμες των δυνατών ορχηστρικών “Divine conception”, “June Rose”, “One armed bandit” και “Marguerita’s lament” (ανάμεσα σε άλλα), ίνα μεταφέρουν κλίμα και αίσθηση του ’60. Θα τους ξαναδούμε στην Ελλάδα; Πιθανώς. Είθε...Ένα σπαρταριστό κομμάτι του ήχου της Τζαμάικα, την τετραετία 1967-1970, ήταν κατ’ ουσίαν ο ήχος των Sound Dimension. In-house μπάντα του Studio 1, οι Sound Dimension πήραν τη σκυτάλη από τους Skatalites, όσον αφορά στα βαθειά soul vibes, τα οποία, προϊόντος του χρόνου, θα μεταλλάσσονταν σε rock και funky, δίχως ποτέ να χάσουν το groovy στυλ τους. Σαν πολλά δεν τά’παμε; Και όμως. Το άλμπουμ “Mojo Rocksteady Beat” [Soul Jazz, 2007] είναι απολύτως περιγραφικό της ζούρλας που έδερνε αυτό το σούπερ-γκρουπ, με την παροιμιώδη οργανοπαικτική τόλμη και την pop ανεξαργύρωτη συνείδηση. Έχοντας συνοδέψει κάθε ένα από τα top ονόματα της εποχής (The Heptones, Alton Ellis, Ken Boothe, Marcia Griffiths κ.ά.), στο ενδιάμεσο των sessions, οι Sound Dimension εύρισκαν την ευκαιρία να γράψουν τα δικά τους θέματα, τα οποία και εξέδιδαν στις... Dodd ετικέτες Bamboo, Coxsone και φυσικά, Studio 1. Με τον τρομπονίστα Vin “Don Drummond Jr” Gordon (σήμερα στους Skatalites) σε απίστευτο κέφι, τον σαξοφωνίστα Deadly Headley Bennett να κρατά τις jazz ισορροπίες, τον κιθαρίστα Eric “Rickenbacker” Frater να φαζάρει με ψιλο-garage διάθεση (“Park view”) και τους οργανίστες Jackie Mittoo, Richard Ace και Robbie Lyn (ποιος παίζει που δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο) με διαβολεμένη όρεξη, το “Mojo Rocksteady Beat” CD έρχεται να πλασαριστεί δίπλα στο προηγούμενο “Jamaica Soul Shake Vol 1” [Soul Jazz, 2006], κλείνοντας ένα κεφάλαιο. Fish are jumping… το Γενάρη.
Η Heartbeat συμπλήρωσε το 2007 το ψηφιδωτό... Bob Marley and the Wailers, μ’ ένα ακόμη άλμπουμ, το οποίον έρχεται να πάρει θέση ανάμεσα στα όσα προηγούμενα. Το “Another Dance - Rarities from Studio One” είναι ό,τι ακριβώς λέει ο τίτλος. Σπάνιες εγγραφές του γκρουπ από την τριετία 1964-1966, που έγιναν για λογαρισμό του Clement “Sir Coxsone” Dodd και οι οποίες κυκλοφόρησαν ως 45άρια σε ετικέτες Coxsone, Studio 1, Supreme, Tabernacle και Wincox. Το υλικό είναι σπάνιο, ούτως ή άλλως· και υπό την έννοια ότι κανένα από τα 18 θέματα του CD δεν έχει χρησιμοποιηθεί στις πάμπολλες προηγούμενες εκδόσεις της Heartbeat, που επιχειρούν να καταγράψουν τα πρώτα έτη της «μαρλεϊκής» περιπέτειας. Τι φαίνεται κι εδώ; Πολλά και διάφορα. Ας πούμε το χρυσό τάλαντο του Marley σε κομματάρες όπως το “One love” και το “Love won’t be mine this way” (ακούγεται η αυθεντική εκδοχή του single από το 1964, με το jazzy σόλο στο σαξόφωνο από τον Rolando Alphonso). Ακόμη, η μεγάλη επιρροή που άσκησαν στην μπάντα οι Impressions του Curtis Mayfield (η version του “Another dance” απλώς επιβεβαιώνει το προφανές), αλλά και η ευρύτερη doo-wop, gospel, soul και r&b αμερικανική παράδοση. Όσον αφορά στην έκδοση; Θα πρέπει να σημειώσω πως πολλές από τις εγγραφές «ξύνουν». Είναι όμως δύσκολο να εντοπιστούν κάπου καθαρότερες, δίχως να είναι «πειραγμένες».Το “Satta Massagana” [Hearbeat, 2006] των Abyssinians είναι ένα από τα κλασικά 70s roots reggae άλμπουμ (πρωτοκυκλοφόρησε το 1976), αφού περιέχει δύο από τους «ύμνους» εκείνων των χρόνων, το φερώνυμο θέμα και το “Declaration of rights”. Φυσικά, όλο το άλμπουμ είναι εξαιρετικό – θα έλεγα δε πως είναι ένα από τα ωραιότερα εκείνης της ιστορικής εποχής. Οι Abyssinians σχηματίστηκαν το 1968 προς ’69, ως ένα τυπικό vocal trio, αποτελούμενο από τους Bernard Collins lead, μπάσο αρμονικά φωνητικά, Donald Manning lead, μπάσο, τενόρο αρμονικά φωνητικά και Lynford Manning lead, τενόρο αρμονικά φωνητικά, ερμηνεύοντας από την αρχή roots υλικό (το “Jerusalem” γραμμένο το 1969 για το Studio 1, ακούγεται και στο παρόν CD ως bonus), προσανατολισμένο στα θρησκευτικά-κοινωνικά rastafarian πιστεύω. Γράφοντας εξαίρετα δικά τους τραγούδια, οι Abyssinians είχαν την τύχη να «ερμηνευτούν» από τους καλύτερους session μουσικούς των τζαμαϊκανικών στούντιο (Robbie Shakespeare μπάσο, Sly Dunbar ντραμς, Micky Chung κιθάρες, Clive Hunt φλάουτο, Geoffrey Chung hammond κ.ά.), γεγονός που προσθέτει στο “Satta Massagana” ακόμη περισσότερα credits. Απίθανο, ολοκληρωμένο άλμπουμ αποτελούμενο από 14 tracks, το ένα καλύτερο από τ’ άλλο.Δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποίαν τυπώνεται ένα CD των Heptones από την Heartbeat. Παρ’ όλα αυτά η αμερικανική εταιρία βρίσκει τον τρόπο να προσφέρει, κάθε φορά, και κάτι διαφορετικό, παίζοντας με τα stereo mixes και τα previously unreleased σε compact disc, κτυπώντας, κυρίως, τις πόρτες των fans και των συλλεκτών. Στο “Sweet Talking” (2007) ανθολογούνται κομμάτια της περιόδου 1967-1971, όλα ηχογραφημένα στο Studio 1 από τους Leroy Sibbles, Barrington “Barry” Llewelyn και Earl Morgan και βεβαίως, τους άσσους μουσικούς που τους συνόδευαν. Το κορυφαίο ίσως, μα, σίγουρα, το πιο δημοφιλές trio της rocksteady era, οι Heptones άφησαν έξοχα τραγούδια, όπως π.χ. το “Gunmen coming to town” (δεν υπάρχει εδώ – ακούγεται π.χ. στο CD τής Trojan “Meaning of Life” από το 1999) ή το “How can I leave you”, ένα δυνατό θέμα αγάπης με καθημερινά λόγια, το οποίο, ευτυχώς, απολαμβάνουμε στο “Sweet Talking”. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, που υπήρξε, για κάποια χρόνια, η βασική πηγή έμπνευσης του γκρουπ (γιατί στα mid-seventies θα μιλούσαμε πια για τους... cool rastas Heptones), κινούνται τα περισσότερα από τα κομμάτια του CD μας, όπως τα “One love”, “Every day and every night” και “It’s like heaven”, δίχως να είναι αυτός ο κανόνας. (Η πιο συναρπαστική στιγμή του άλμπουμ είναι, πάντως, το extended mix του “Message from a Blackman” – ένα groovy «ντανσικό», με φωνητική προσέγγιση για σεμινάριο).Για τον Bunny Wailer να πω τι; Ότι υπήρξε στέλεχος των κλασικών Wailers – ένα από τα τελευταία ζώντα μέλη τους; Ίσως είναι λίγο (λέμε τώρα), μπροστά σε μια καριέρα που εξακολουθεί να εμπνέει πλήθος νέων fans, οι οποίοι αναγνωρίζουν στον κύριο Bunny Livingston, μία ιδιαίτερη αίσθηση τραγουδοποιίας τόσο στο στιχουργικό κομμάτι, με τις βαθειές rastafarian ιδέες και το κοινωνικό roots περιεχόμενο, όσο και στο καθαρώς μουσικό, με τις πάντα μοντέρνες ρυθμικές ιδέες, οι οποίες τον έφεραν, κάποτε, στην εμπροσθοφυλακή του dancehall, ου μην και της τζαμαϊκανικής disco. Το άλμπουμ “Rock N’ Groove” [Tafari/Me & My Records], που ξανακούω τώρα, κυκλοφόρησε το 1980, σε μιαν εποχή «αλλαγής» στον πολιτικό χάρτη του νησιού (μετά, δηλαδή, τη νίκη του Εργατικού Κόμματος υπό τον Edward Seaga, στις εκλογές του Οκτωβρίου εκείνου του έτους), και αναπτέρωσης του ηθικού – ως συνήθως συμβαίνει – των μέσων και χαμηλώτερων στρωμάτων, για μία άρδην καλυτέρευση του βίου. Ο Wailer, εισπράττοντας τον «άνεμο της αλλαγής» προσφέρει ένα αισιόδοξο άλμπουμ, έντονης χορευτικότητας (dancehall θα το πουν τότε), εκεί όπου κομμάτια σαν τα “Cool runnings” και “Dance rock” μοιάζουν ακριβώς αυτό – εκτονωτικά ενός μπαφιάσματος... το οποίο θα το διαδεχόταν ένα άλλο. ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ - ΕΤΣΙ Ή ΑΛΛΙΩΣ - ΕΛΗΦΘΗ. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ.