Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ black mamba

Τον φλαουτίστα Λεωνίδα Σαραντόπουλο τον γνωρίσαμε δισκογραφικώς μέσα από το #224 CD του Jazz & Τζαζ (11/2011) “Jazznow! New Music from Ionian University Jazz Program”. Εκεί ανθολογήθηκε η σύνθεσή τουNavarac”. Λίγους μήνες αργότερα μία άλλη σύνθεση του Σαραντόπουλου (“Africana”) έβλεπε και πάλι το φως μέσω του περιοδικού (#232-233) – και αναφέρομαι στο CD Petite Fleur Presents: Summer Jazz Flirt”, που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του ’12. Την ίδια δε περίοδο είχε τυπωθεί σε ανεξάρτητη παραγωγή και το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ τού καλού μουσικού, που είχε τίτλο Black Mamba [Ιδιωτική Έκδοση] και για το οποίον –έστω και καθυστερημένα– οφείλω να πω λίγα λόγια.
Κατ’ αρχάς εκείνο που βγαίνει πάνω απ’ όλα, ακόμη και με την πρώτη ακρόαση του CD, είναι πως ο Σαραντόπουλος είναι ένας ολοκληρωμένος μουσικός· κάτι που δεν οφείλεται απλώς και μόνον στις σπουδές του, στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο της Κέρκυρας, αλλά κυρίως στο ταλέντο του. Ένα ταλέντο που προβάλλει διάπλατα στο “Black Mamba” και που αφορά στον Σαραντόπουλο όχι μόνον ως φλαουτίστα, αλλά κυρίως ως συνθέτη και ενορχηστρωτή. Ο άνθρωπος, δηλαδή, έχει μιαν ολοκληρωμένη εικόνα του πώς πρέπει να ηχεί η μουσική που γράφει, πώς εκείνη (η μουσική) θα ανταποκρίνεται στα υψηλότερα αισθητικά στάνταρντ. Έχοντας το προσόν (ας το πω έτσι) να είναι φλαουτίστας, να χειρίζεται δηλαδή ένα όργανο το οποίο στο χώρο της ευρύτερης jazz έχει συνδεθεί με τις πιο cosmic και «πνευματικές» μορφές της, o Σαραντόπουλος μάς συστήνει έναν ήχο, που όσο και αν παραπέμπει σε θαυμάσια και ακριβοθώρητα άλμπουμ του παρελθόντος, είναι ολοκληρωτικώς δικός του. Οι συνθέσεις του, που οφείλουν πολλά βεβαίως στη συνολική μπάντα (εκτός του ιδίου και οι Ανδρέας Πολυζωγόπουλος τρομπέτα, Βασίλης Ρακόπουλος κιθάρες, Κωστής Χριστοδούλου fender rhodes, keyboards, Γιώργος Γεωργιάδης μπάσο, Βαγγέλης Κοτζάμπασης ντραμς, Μιχάλης Μπακάλης κρουστά), διακρίνονται για την τέλεια εκμετάλλευση του… χώρου και του χρόνου. Εννέα στον αριθμό, απλωμένες σε κάτι λιγότερο από 43 λεπτά, είναι δομημένες με μαστοριά και γνώση. Τίποτα δεν λειτουργεί ως αυτοσκοπός. Τίποτα δεν περισσεύει. Τίποτα δεν βρίσκεται σε λάθος θέση. Τα μελωδικά και τα ρυθμικά σχήματα, που αγκαλιάζουν την electro-jazz, το fusion και βεβαίως το world (με στόχευση στο afro) είναι σοφά κατανεμημένα. Η ευφράδεια των συνθέσεων είναι πασιφανής και η λειτουργικότητα του άλμπουμ άμεση. Τι άλλο να πει κανείς; Απλώς, ακούει και ξανακούει.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

ούτε στο Καζακστάν…

Χθες βράδυ με πήρε ένας φίλος τηλέφωνο… «Ρε, τι γίνεται με τον Τσίπρα; Πάει καλά ο άνθρωπος;». «Ξέρω ’γω μωρέ» του λέω. «Μπορεί να τον ‘έπιασε’ το αεροπλάνο, καθώς γυρνούσε από το Τέζας… και δεν έχει συνέλθει ακόμη».
Δηλαδή, εδώ έχουμε να κάνουμε πλέον με απίστευτες καταστάσεις. Υπάρχει μια κυβέρνηση από τη μια μεριά που διαλύεται από μόνη της, που μαζεύει τα κομμάτια της, που καταρρέει και από την άλλη μιαν αντιπολίτευση που παρακαλάει, κάνοντας ό,τι περνάει απ’ το χέρι της, να μην κυβερνήσει. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Δεν μπορεί να συμβαίνουν στην Ελλάδα μας… Καλά να μην έχουμε κυβέρνηση, αλλά να μην έχουμε ούτε αντιπολίτευση;

Υπάρχει λοιπόν, κατά πρώτον, η τρόικα, που κάνει ό,τι έκανε πάντα. Ζητάει μέτρα. Είτε μερεμετίζοντας τα παλιά, είτε επιβάλλοντας καινούρια… δεν έχει σημασία. Ζητάει. Αυτός είναι ο ρόλος της δηλαδή. Δανείζει κύριε. Άμα γουστάρεις, σου λέει. Αλλιώς, τράβα βρες αλλού. Κι ενώ πάντα βρίσκαμε τον τρόπο και παίρναμε τα φράγκα (πότε βάζοντας πλάτη ο κονφερασιέ, πότε ο μπαρμπαφώτης), τώρα που βγάλαμε/βγάζουμε τσάτρα-πάτρα «πρωτογενές πλεόνασμα» ξετσουτσουνιάσαμε και κάνουμε τους δύσκολους. «Όχι άλλα μέτρα», «ο Έλληνας δεν αντέχει», «θέλουμε ανάπτυξη» και διάφορες τέτοιες ψευτοπαλικαριές. Έχεις λοιπόν μια κυβέρνηση κολλημένη στα σχοινιά, παγιδευμένη από την ίδια την επικοινωνιακή τακτική της (αν και βασικά από την βουβή –ναι, βουβή– πίεση της κοινωνίας, για να λέμε τα πράγματα ως έχουν). Ένα το κρατούμενο.

Δύο. Φόρος ακινήτων. Οι άνθρωποι είναι άχρηστοι. Καλά, είναι γνωστό αυτό θα μου πείτε, αλλά πλέον το λέμε και το υπογράφουμε. Υπάρχει και βούλα. Δυο-τρία χρόνια τώρα μας έχουν πρήξει με το «χαράτσι». Ότι ήταν έκτακτο, αλλά αναγκαίο μέτρο. Ότι ήταν άδικο έτσι όπως εφαρμόστηκε και ότι θα το διορθώσουμε και τα λοιπά και τα λοιπά. Η ουσία, όμως, είναι πως κάθε φορά που το διορθώνουν το κάνουν και χειρότερο! (Μία είναι η βάση μιας δίκαιης διόρθωσης και δεν υπάρχει άλλη. Ένας φόρος, με αφορολόγητο, επί του συνόλου της περιουσίας). Αυτό έχει φέρει σε απόγνωση τον κόσμο, και τους βουλευτές της συμπολίτευσης στα κάγκελα. Οι άνθρωποι δεν τραβάνε άλλο. Δέκα-δέκα πάνε στου Στουρνάρα και κλαίγονται. Ιδίως οι επαρχιώτες. Κάνε κάτι του λένε, γιατί θα βγουν απ’ τα χωράφια και θα μας κυνηγάνε με τις φρέζες…

Τρία. ΕΡΤ. Η απίστευτη διαχείριση του θέματος, το πραξικόπημα του καλοκαιριού, κατέληξε εκεί όπου κατέληξε. Στην εισβολή των ΜΑΤ στο ραδιομέγαρο. Αναπόφευκτο. Καθότι η χοντρή πρώτη μαλακία θα διορθωνόταν μόνο με μια δεύτερη (βαρύτερη ή ελαφρότερη δεν έχει σημασία). Βγαίνουν οι ΔΗΜΑΡίτες την προηγούμενη και λένε… ok, έπεσαν οι μάσκες με την ΕΡΤ το καλοκαίρι, αλλά δεν γ@μ!έται... τώρα έχουμε ΔΤ και θα στέλνουμε κι εμείς τους δικούς μας εκεί πέρα, ώστε να λένε ό,τι θένε. (Μη χάσουν τα παιδιά το επικοινωνιακό μετερίζι της ΔΤ, προς Θεού!). Έρχεται κι η τρόικα και λέει. Ή θα μπορούσε να πει (επίσης δεν έχει σημασία). Τι θα γίνει ρε παλληκάρια με την ΕΡΤ; Για τελειώνετε εκεί πέρα, γιατί παρατράβηξε το πράγμα. Παίρνετε και την προεδρία σ’ ένα μήνα. Δεν μπορεί να έχετε δύο «κρατικές» τηλεοράσεις. Λήξτε το. Έτσι όπως σκατά τα κάνατε, δεν υπάρχει άλλη λύση. Έχουμε σοβαρότερα θέματα για ν’ ασχοληθούμε. Και μπαίνουν μέσα οι χωροφύλακες. Κι ενώ τα ΜΑΤ έπρεπε να είχαν μπει στην ΕΡΤ από το καλοκαίρι (με βάση τη λογική της συγκυβέρνησης δηλαδή), έτσι όπως πήγαινε το πράγμα μπορεί και να έμπαιναν ανήμερα (τής επετείου) του Πολυτεχνείου! Είχε δίκιο ο Άδωνις λοιπόν, όταν από τις στέπες της Ασίας τηλεγραφούσε... «επιτέλους!». Δεν έχουμε κυβέρνηση κύριοι… Πέντε μήνες κωλοβάρεμα πάει πολύ… 

Κι ενώ κάπως έτσι είναι τα πράγματα, με την συγκυβέρνηση να την βγάζει-δεν τη βγάζει μέχρι αύριο, έρχεται ο Τσίπρας και της δίνει το φιλί της ζωής. Πρόταση μομφής, λέει. Ξέρετε τώρα τι είναι η πρόταση μομφής. Ένα τερτίπι είναι, ώστε, επί της ουσίας, να βγαίνει από τη δύσκολη θέση η εκάστοτε εξουσία. Να κερδίζει χρόνο. Απόδειξη δε αυτού είναι το γεγονός πως ποτέ δεν έχει πέσει (στη χώρα μας τουλάχιστον τις τελευταίες δεκαετίες) κυβέρνηση από πρόταση μομφής (έτσι νομίζω δηλαδή). Απεναντίας, πρόκειται για μιαν ευκαιρία επανασυσπείρωσης τής πλειοψηφίας. Οπωσδήποτε για ένα φιλί της ζωής. Σώζεις τον καρδιακό προς στιγμήν. Και λέω «προς στιγμήν» γιατί, δεν υπάρχει περίπτωση, από την καρδιά του θα πάει… Εκεί λοιπόν όπου αναμένεις την πτώση των ΣαμαροΒενιζέλων από τα «μέσα» –θες για τα μέτρα που θα κληθεί να πάρουν, θες για το χαράτσι, θες για τους πλειστηριασμούς (α ναι, είναι κι αυτοί, τους ξέχασα), θες για την ΕΡΤ, θες για τόσα και για τόσα– εσύ αγαπητέ Αλέξη τους πετάς τη σανίδα σωτηρίας. Γιατί, αν είναι να μην καταψηφιστεί η συγκυβέρνηση την Κυριακή, πώς είναι δυνατόν να καταψηφιστεί την Δευτέρα ή την Τρίτη; Θέλω μιαν απάντηση...

Δύο τινά λοιπόν υφίστανται. Ή ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταλαβαίνει τι του γίνεται, ή δεν γουστάρει να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά. Τρίτο δεν υπάρχει. Αν υπάρξει, θα βρεθώ στην… πολύ δύσκολη θέση (μετά χαράς δηλαδή!) να κατεβάσω την ανάρτηση την Κυριακή το βράδυ…

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

ΦΡΕΝΙΤΙΣ μουσική Βαγγέλης Παπαθανασίου

Την ταινία Φρενίτις, σε σκηνοθεσία Τζαν Κρίστιαν (Γιάννης Χριστοδούλου), την είχα δει για πρώτη φορά στην τηλεόραση στη δεκαετία του ’80 (την είδα και πιο πρόσφατα, μισή…), ίσως επειδή μου θύμιζε, λόγω τίτλου, το Frenzy (1972) του Alfred Hitchcock, αλλά και γιατί επρόκειτο για παλαιά ελληνική παραγωγή, «άγνωστη» και με… τραβηχτικό τίτλο. Εξ όσων μπορώ να θυμηθώ η ταινία δεν έλεγε τίποτα ιδιαίτερο παρ’ όλες τις καλές προθέσεις του σκηνοθέτη (αστυνομικό θρίλερ, με κάποια επιφανειακά στοιχεία… φυσικού τρόμου), τους καλούς ηθοποιούς (Γιάννης Βόγλης, Άγγελος Αντωνόπουλος, Αλέξης Δαμιανός, Τασσώ Καββαδία…), αλλά και την ιδιαίτερη μουσική του… Βαγγέλη Παπαναστασίου (ένα, ας το πω, πρώιμο ηλεκτρονικό soundtrack με «πειραγμένους» ήχους από όργανο).
Αυτό το… Βαγγέλης Παπαναστασίου μού είχε κάνει εντύπωση τότε (καθότι το επώνυμο ήταν άγνωστο), παρά το γεγονός ότι το μυαλό όλων μας θα πήγαινε κατ’ ευθείαν στον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Πουθενά όμως κάποια γραπτή πηγή, που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο. Κάποια πληροφορία.
Εκείνη την εποχή (αναφέρομαι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80), η μονή γραπτή αναφορά για το Φρενίτις ήταν τελικώς ο… εισπρακτικός κατάλογος των ελληνικών ταινιών, έτσι όπως εκείνος αποτυπωνόταν στο βιβλίο του Γιάννη Σολδάτου Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου [Δ Έκδοση, Αθήνα, Αιγόκερως 1984]. Στην περίοδο 1971-72 το Φρενίτις είχε κόψει 5670 εισιτήρια κι είχε έλθει 89ο σε εισπράξεις μεταξύ των 90 ταινιών της περιόδου! Δεν ξέρω αν ήταν χειρότερο από άλλες σαχλαμάρες του τότε κινηματογράφου μας, ή αν προβλήθηκε στις αίθουσες το καλοκαίρι του ’72 (και το είδαν οι… τρεις κι ο κούκος) προκειμένου να επωφεληθεί από το Frenzy του Hitchcock, που έβγαινε την ίδιαν εποχή. Αν και το πιο πιθανόν είναι να δεινοπάθησε στη διανομή, ως ανεξάρτητη παραγωγή.
Η αλήθεια πάντως είναι πως είχα παραξενευτεί με την χρονολόγηση του Φρενίτις.
Βλέποντάς το δεν μου θύμιζε φιλμ του ’71-’72, αλλά αρκετά παλαιότερο· ας πούμε των μέσων του ’60. Δεν ήταν μόνον η εικόνα των ηθοποιών –πιο νέοι και με άλλη κώμη, δηλ. καμμία σχέση με το πώς ήταν οι ίδιοι, με τις φαβορίτες και τα… μαλλιά τους, το 1971–, ήταν και το ωραίο τραγούδι που απέδιδε στην ταινία η Αλέκα Κανελλίδου, το οποίον, ως ήχος, θύμιζε κατ’ ευθείαν mid-sixties. Το… “I remember the day” έφερνε στο νου –αυτό το είπα αργότερα– το 45άρι “The more I see you/ Stranger” [Philips 6140], που είχε κυκλοφορήσει υπό το όνομα της Κανελλίδου το 1967 (το “Stranger” ήταν σύνθεση του Βαγγέλη Παπαθανασίου, που διηύθυνε και τα δύο τραγούδια του single, σε στίχους Νίκου Μαστοράκη).
Τι συνέβαινε λοιπόν με το Φρενίτις του Τζαν Κρίστιαν; Πότε είχε γυριστεί; Ήταν όντως ο Παπαθανασίου ο συνθέτης της μουσικής, ή μήπως εκείνος ο… ανύπαρκτος Παπαναστασίου;
Την απάντηση δεν την βρήκα ποτέ στο internet –ακόμη και σήμερα τα σχετικά sites αναπαράγουν απλώς το… ευκόλως εννοούμενο–, αλλά σ’ ένα τεύχος των Μοντέρνων Ρυθμών, που έπεσε στα χέρια μου, πριν μερικά χρόνια, όταν επανεκδόθηκαν τα πρώτα 100 τεύχη τού γνωστού περιοδικού των sixties από τον όμιλο Γιαννίκου.
Στο τεύχος 68 (16/11/1966) η Χριστίνα Λυκιαρδοπούλου γράφει στη στήλη της Ο Κόσμος της Σκηνής Και… Της Οθόνης:
«Είδα την δοκιμαστική προβολή της ταινίας ‘Frenzy’, ελληνοαμερικανικής παραγωγής, με μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Η ταινία αυτή που προβάλλεται ήδη στους αμερικανικούς κινηματογράφους με μεγάλη επιτυχία, θα παιχθεί και στην Αθήνα πολύ σύντομα…».
Βεβαίως, το πόσο μεγάλη επιτυχία είχε η ταινία στους αμερικανικούς κινηματογράφους καλύτερα ας το αφήσουμε, ενώ και το «πολύ σύντομα» κράτησε εν τέλει 5-6 χρόνια.
Η ταινία κατατάσσεται στις παραγωγές που προβλήθηκαν την σεζόν 1971-72 (πάτωσε όπως είπαμε στις εισπράξεις), ενώ και ο imdb.com την χρονολογεί (λανθασμένα) από το 1971. Βεβαίως οι… κολέκτορες του Vangelis στο διαδίκτυο την αναφέρουν ως ταινία του 1966, ενώ κάποιοι απ’ αυτούς(;) φαίνεται πως προχώρησαν τα πιο πρόσφατα χρόνια και στην κυκλοφορία ενός πειρατικού OST(!) αποκόβοντας δώδεκα θέματα από το φιλμ, παρουσιάζοντας, σε silver screen CD να υποθέσω, 19 λεπτά μουσικής. Καραμπινάτη πειρατεία για προφανείς (εισπρακτικούς) λόγους (λόγω… Vangelis), και παρά το γεγονός ότι ο Παπαθανασίου διαχώρισε από νωρίς τη σχέση του με το φιλμ, αφού ακόμη και στους τίτλους του αναφέρθηκε με άλλο επώνυμο. (Γενικώς, ο Παπαθανασίου είναι από τους έλληνες συνθέτες που έχουν υποφέρει από την πειρατεία – κάτι που, εν πάση περιπτώσει, ξεκινά από παλαιά, δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Επ’ αυτού ετοιμάζω κι ένα άλλο κειμενάκι με… φανταστικό ενδιαφέρον, για το προσεχές διάστημα).
Για να επανέλθω στην ταινία… Το ξαναλέω, το έργο δεν έλεγε τίποτα ιδιαίτερο, με το σενάριο των Νίκου Φώσκολου - Διονύση Τζεφρόνη, να είναι… προδικασμένο. Η υπόθεση, με λίγα λόγια, όπως την αντιγράφω από το site της Ταινιοθήκης της Ελλάδας:
«Μια γυναίκα (Κάθριν Μίτσελ) δολοφονεί τον ανάπηρο σύζυγό της (Αλέξης Δαμιανός). Ειδοποιεί τον αδερφό του (Άγγελος Αντωνόπουλος), αλλά συνειδητοποιεί ότι έχει κατά λάθος ομολογήσει το έγκλημά της σε έναν άγνωστο (Κώστας Κούρτης), ο οποίος την εκβιάζει. Τον συναντάει τελικά και τον δολοφονεί και αυτόν, όμως ο γιατρός της και ο αδερφός του συζύγου της, της λένε ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει συμβεί, αφού ο άντρας της έχει πεθάνει εδώ και 8 μήνες. Ένας αστυνομικός της Ιντερπόλ (Γιάννης Βόγλης) επιμένει ωστόσο ότι έχει διαπραχθεί φόνος, και τελικά αποκαλύπτει τον αληθινό ένοχο που δεν είναι άλλος από τον αδερφό του θύματος».
Στο Φρενίτις υπήρχαν μια-δυο αλλόκοτες σκηνές, ή μάλλον πλάνα, που μύριζαν κάτι λίγο από ταινία τρόμου, κυρίως λόγω της επιβλητικής και υπονομευτικής παρουσίας τής Καββαδία, την ώρα που όλοι οι υπόλοιποι ρόλοι έμοιαζαν από πλευράς σεναρίου αστήρικτοι. Ίσως να συνέτεινε προς αυτό και το φωνητικό ντουμπλάζ που δεν το δέχεσαι με τίποτα (ακόμη και όταν είναι επιτυχημένο – στο Φρενίτις δεν ήταν), από τη στιγμή που γνωρίζεις το αληθινό ηχόχρωμα της φωνής ενός ηθοποιού. Είναι γελοίο δηλαδή, πώς να το πω αλλιώς, ν’ ακούς τον Αλέξη Δαμιανό με τη φωνή κάποιου άλλου. Η ενδιαφέρουσα μουσική του Παπαθανασίου (ενδιαφέρουσα όσον αφορά στην… εφετζίδικη χρήση του hammond) και φυσικά το τραγούδι με την Κανελλίδου είναι ό,τι αξίζει να θυμάται κανείς από το εν λόγω φιλμ.
Ο Ελληνοαμερικανός(;) Τζαν Κρίστιαν είχε κάνει κι άλλες ταινίες στην Ελλάδα, και απ’ όσες έχω δει η πιο… ενδιαφέρουσα ήταν Το Κρυφό Σπίτι της Αγγέλας (σπίτι, όπως λέμε… σπίτι) από το 1972, το οποίον είχε κυκλοφορήσει στα eighties και σε VHS. Στους τίτλους αρχής τής ταινίας ακουγόταν μάλιστα το «Είμαστε εμείς» των Blue Birds (τραγούδι από το μοναδικό LP τους εκείνης της χρονιάς)...

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

απεργίες-κοροϊδίες

Το θυμάμαι σαν τώρα. Ήμουν μεγάλο παιδί εξάλλου. Πήγαινα στην Πρώτη Λυκείου. Ήταν η σχολική χρονιά 1980-81. Ήταν πριν τα Χριστούγεννα… Αλλά μας βρήκε και το Νέον Έτος… Ήταν η μεγάλη απεργία των καθηγητών, που πρέπει να ξεκίνησε στις αρχές Δεκεμβρίου του 1980, για να κρατήσει έως τα μέσα(;) Γενάρη του 1981 (κυβέρνηση Ράλλη, να υπενθυμίσω). Αν αφαιρέσεις τις διακοπές, μιλάμε για περίπου 40 μέρες απεργία, όχι αστεία. Τα σχολεία; Το σχολείο μου; Σχεδόν κλειστό. Ένας μόνον καθηγητής δεν απεργούσε (το έπραττε επί μονίμου βάσεως), για λόγους που ήταν αδιευκρίνιστοι σ’ εμένα τότε (όλοι, στις παρέες, τον αποκαλούσαμε «φασίστα-απεργοσπάστη») και τους οποίους προσδιόρισα (τους λόγους) με μεγαλύτερη σαφήνεια αργότερα. Όταν πια είχα τελειώσει το σχολείο. Ο άνθρωπος εκείνος ήταν εξαρτημένος από τα… Μαθηματικά. Κόβεις 40 μέρες την πρέζα από τον πρεζάκια, άνευ τι; Κάπως έτσι ήταν κι εκείνος. Η «πρέζα» του ήταν τα Μαθηματικά. Το «αξίωμα του κιβωτισμού», οι «αλγεβρικές δομές» και η «θεωρία αριθμών». Ματαίως περίμενε ο άνθρωπος να μπει κανας χέστης, κανας σπασίκλας μαθητής στην τάξη, προκειμένου να παραδώσει. «Και γιατί να έμπαινε;», θα μου πείτε, αφού ακόμη και ο απουσιολόγος (η αφεντομουτσουνάρα μου) συμπαραστεκόταν «απεργώντας». Κάθομαι τώρα και το σκέφτομαι. Πώς άντεξαν εκείνοι οι άνθρωποι, οι καθηγητές εκείνης της εποχής, 40 μέρες απεργία; Έλα ντε;
Τον Σεπτέμβρη που μας πέρασε συνάντησα, τυχαίως, στο δρόμο έναν παλιό καθηγητή μου, με τον οποίον πάντα τα βρίσκαμε στα πολιτικά, έχοντας μια κουβέντα παραπάνω. Βιάστηκα να φέρω τη συζήτηση στην τότε απεργία (παίρνοντας αφορμή από την νεώτερη, που ξεκινούσε στην αρχή της φετινής σχολικής χρονιάς). «Καλά» του είπα, «μα πώς αντέξατε;». «Σαράντα μέρες φασολάδα» μου απάντησε. «Μετά συγχωρήσεως, είχε γίνει ο κώλος μας χωνί…». Απ’ όλους τους καθηγητές τού Λυκείου μου ιδιαίτερα φροντιστήρια –ήταν εξακριβωμένο αυτό– έκανε μόνον ένας (εκείνος που δεν απεργούσε). Όλοι οι υπόλοιποι προσπαθούσαν να ζήσουν με τον μισθό τους. Τα κατάφερναν, δεν τα κατάφερναν… δεν ξέρω. Τώρα, προκηρύσσει η ΟΛΜΕ μιαν εβδομάδα απεργία και σε τρεις ημέρες η συμμετοχή είναι 30%. Στις πέντε έχει τελειώσει το παστόψαρο…
Εντάξει, οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Η κοινωνία έχει αλλάξει. Οι υποχρεώσεις που μπορεί να έχει μία ομάδα εργαζομένων (καθηγητές ή ό,τι άλλοι) φούσκωσαν ιλιγγιωδώς μέσα στην 30ετία. Αλλά είναι αυτή δικαιολογία; Δεν είναι. Δεν ευσταθεί. Οι 1,5 εκατομμύριο άνεργοι τι να πουν; Πώς την βγάζουν καθαρή; Αυτοί δεν βρίσκονται σε «απεργία» και μάλιστα διαρκείας; Όταν κάποιος είναι απολυμένος και δεν έχει δουλειά ένα χρόνο, πώς επιβιώνει; Δεν έχει υποχρεώσεις εκείνος; Παιδιά, σκυλιά, κάρτες, δάνεια, χαράτσια και όλα τα υπόλοιπα σκατά; Δεν μπορεί κάποιος, ένας καθηγητής, ένας δάσκαλος, ένας δημόσιος υπάλληλος βρε παιδί μου να κάτσει ένα μήνα σπίτι του, δίχως να δουλέψει; Να στερηθεί 1000, 1200, 1500 ευρώ; Τι κατάντια είν’ αυτή; Τι ξεφτίλα; Πώς καταντήσαμε έτσι; Τι κάνουν όλες αυτές οι συνδικαλιστικές οργανώσεις; Ποιος είναι ο ρόλος τους; Τι παριστάνουν; (Μην μου απαντήσετε – ρητορικές οι ερωτήσεις). Περιμένουν όλοι με την μονοήμερη απεργία της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ να λύσουν τα προβλήματά τους; Μήπως περιμένουν να έχουν και με το μέρος τους τούς ιδιωτικούς υπαλλήλους των «τρεις κι εξήντα», μήπως έχουν το θράσος να προσδοκούν και την συμπαράσταση των ανέργων (οι μονίμως «απεργούντες», το ξαναλέω);
Έριξα μια ματιά στα αποτελέσματα των εκλογών της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος (ΔΟΕ) της 25/6/2013. Η τρόικα, η συγκυβέρνηση, το ΠAΣOΚ και η ΝΔ (πάρτε όποιους θέλετε) έχουν διαλύσει τους μισθούς των δασκάλων και παρά ταύτα  βρίσκεται ένα 28% που ψηφίζει ΔΑΚΕ (ΝΔ) κι ένα 23% που ψηφίζει Δημοκρατική Συνεργασία (ΠAΣOΚ). Δηλαδή η… συγκυβέρνηση στους δασκάλους λαμβάνει 51%!! Αλλά και στους καθηγητές (ΟΛΜΕ), στις αντίστοιχες εφετινές εκλογές… λίγο χειρότερα. Το 23,7% ψήφισε ΔΑΚΕ και το 10,1% ΠΑΣΚΕ. Δηλαδή ένα 34% των καθηγητών... ρίχνει στην κάλπη συγκυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ που έφθασε το 29% μαζί με την εξωκοινοβουλευτική αριστερά που ξεπέρασε το 17% ήταν εκείνοι που όρισαν κατ’ ουσίαν την απεργία στην αρχή της σχολικής χρονιάς. Παραμύθια. Σε μια βδομάδα είχαν βάλει, όλοι, τα κεφάλια μέσα (και με δίχως επιστράτευση). Ξέρετε τι λέει… ο απέξω, ο ιδιωτικός υπάλληλος, ο άνεργος; Άμα ο πρώτος καθαρός μισθός του δασκάλου είναι 660 ευρώ και, παρά ταύτα, το 51% εκείνων ψηφίζουν (ΠAΣOΚ-ΝΔ), τότε ας πάνε τον μισθό τού πρωτοδιόριστου στα 200 ευρώ μπας και ξυπνήσουν.
Αμφιβάλλω-αν-και-τότε…

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

δύο CD της Puzzlemusik

Καινούριο ελληνικό συγκρότημα (καινούριο στην δισκογραφία, καθότι υφίστανται από το 2009), οι Playground Theory είναι μία τριμελής μπάντα (Δημήτρης Νέγκας synths, πιάνο, στίχοι, Μάρσια Ισραηλίδη φωνή, στίχοι, synths, πιάνο, Βαγγέλης Κατσουλάκης ντραμς) με κάπως… 80s ήχο. Και εννοώ –για να μην παρεξηγηθώ– πως δεν πρόκειται για ένα σχήμα που επιθυμεί να αναπαράγει, γραμμή προς γραμμή, μία ηχητική φόρμα 25ετίας (με διάθεση απλώς νοσταλγική), αλλά για μια σύγχρονη μπάντα που μεταχειρίζεται τα σύνθια, ας πούμε, περισσότερο από τις κιθάρες (αν και τούτες δεν απουσιάζουν).
Τα τραγούδια των Playground Theory έχουν ενδιαφέρον. Με στίχους απλούς και ολιγόλογους (στην αγγλική) που περιστρέφονται γύρω από σύγχρονα (προσωπικά) αδιέξοδα και με μουσικές που κατακρατούν κάτι από την romance συγκροτημάτων όπως οι Cocteau Twins ή οι δικοί μας Film Noir της ιδίας εποχής, οι Playground Theory οικοδομούν έναν τραγουδιστικό κόσμο, ο οποίος παίρνει χρώματα και από έτερα όργανα (μπάσο, κιθάρα), αλλά βασικά από το τσέλο της Βαρβάρας Τσότρα (με τα μέρη του να είναι γραμμένα –πλην ενός track– από τον Χρήστο Αλεξόπουλο). Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι άξιο λόγου. Κυρίως γιατί αυτό το ρομαντικό «κάλυμμα», που είναι ευδιάκριτο όχι μόνο στα αργά κομμάτια, μα ακόμη και στα up-tempo, ξέρει να το «υφαίνει» με αποδοτικό τρόπο η τραγουδίστρια του γκρουπ Μάρσια Ισραηλίδη. Με φωνή λοιπόν που διαπερνά σχεδόν όλες τις συνθέσεις τού “Speaking of Secrets” (2013) χαρακτηρίζοντάς τες, με καλο-επεξεργασμένες μελωδίες που αποδίδονται κυρίως από τα πλήκτρα (σύνθια και πιάνο) και εν τέλει με όμορφα τραγούδια όπως το “Toes tense”, το “Desire” ή το “Sunshine” (ιδίως αυτό), οι Playground Theory προτείνουν ένα 40λεπτης διάρκειας άλμπουμ, που έχει πράγματα να πει, φανερώνοντας (και αυτό) το «βάθος» της ελληνικής σκηνής.
Πέντε χρόνια μετά το “Heaven for Dogs” [Run Devil Run, 2008], οι Jane Doe (από τη Θεσσαλονίκη;) επανέρχονται μ’ ένα επόμενο ολοκληρωμένο άλμπουμ, που φιλοδοξεί, αυτή τη φορά, να μην περάσει απαρατήρητο. Και θα είναι πολύ κρίμα δηλαδή αν συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί, εδώ, έχουμε να κάνουμε με μια μπάντα με ξεκάθαρο δικό της ήχο, με πολύ αξιόλογα τραγούδια και βασικά με πλήρη γνώση τού που ακριβώς βρίσκεται και που πατάει. Οι Jane Doe είναι βασικά εξαμελείς (Stratos Doe ντραμς, κρουστά, Dionisis Doe μπάσο, Nikos Doe κιθάρες, Moss Doe στίχοι, Alkis Doe κιθάρες, Antonis Doe κιθάρες), αλλά στην πορεία προστίθενται στο ηχητικό πλάνο τους κι άλλες κιθάρες, μπάσο και κρουστά, μα ακόμη και πιάνο, τσέλο, βιολί και τρομπέτα. Τα τραγούδια τους, έτσι όπως παρατάσσονται στο The Enormous Head of King Splendid(2013), είναι στιβαρά (τρίλεπτης και τετράλεπτης, κυρίως, διάρκειας – υπάρχουν και μεγαλύτερα στο χρόνο) και είναι κάπως δύσκολο να τα χαρακτηρίσεις με μια λέξη. Είναι, μοιάζουν, κυρίως «αμερικανικά» –αν και δεν απουσιάζουν τα ευρωπαϊκά ρομαντικά στοιχεία–, άλλα διαθέτουν μία «πάνκικη» διάσταση, άλλα όμως είναι πιο λυρικά, σχεδόν «δωματίου». Τι τα ενοποιεί; Βασικά η ηχογράφηση και η μίξη του Νικόδημου Τριαρίδη, ο οποίος προσθέτει στα... μέλη του γκρουπ ένα ακόμη – το στούντιο. (Το “Hate song”, για παράδειγμα, είναι ένα πολύ καλό δείγμα της δουλειάς τού Τριαρίδη). Κάτι που ξεχωρίζει, περαιτέρω, στα κομμάτια των Jane Doe είναι η στιχουργική τους δεινότητα. Αν και δεν αναγράφεται στο booklet (το διάβασα σ’ ένα δελτίο Τύπου) να πω πως τα τραγούδια τους είναι εμπνευσμένα από ποικίλα λογοτεχνικά κείμενα (βιβλία των Ray Bradbury, Joseph Conrad, Tom Robbins, Boris Vian, Haruki Murakami κ.ά.), καθοδηγούμενα έτσι σε υπαρξιακές και φιλοσοφικές ατραπούς.
Δεν ξέρω αν αποτελεί πρόβλημα η μεγάλη διάρκεια τού “The Enormous Head of King Splendid” (ξεπερνά την μία ώρα)· κάπου το διάβασα αυτό. Δεν το αντιλήφθηκα. Τα κομμάτια των Joe Doe είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Και καθώς το άλμπουμ κυλά, νοιώθεις όλο και περισσότερο την εσωτερική δομή και ορμή του, απολαμβάνοντας tracks καθ’ όλη την διαδρομή του· όπως το “Killing innocence” π.χ. που είναι δωδέκατο στη σειρά. Δεν έκαναν κατάχρηση χρόνου οι Θεσσαλονικείς(;). Τον άξιζαν και με το παραπάνω.
Επαφή: puzzlemusik@gmail.com

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

η latin jazz του WAYNE WALLACE

Χαίρομαι, γιατί μετά από 3-4 χρόνια «ξανασυναντώ» –και μάλιστα εις διπλούν– τον αφροαμερικανό τρομπονίστα, συνθέτη και ενορχηστρωτή Wayne Wallace. Το τελευταίο CD του που είχε φθάσει στα χέρια μου, και για το οποίον είχα γράψει λόγια θερμά (και) εδώ στο δισκορυχείον (31/3/2010) ήταν το “¡Bien Bien!” [Patois, 2009], ένα έξοχο latin jazz άλμπουμ, με ήχο πηγαίο και καθαρό… σαν τον παλιό καλό καιρό. Το 2013-14 φαίνεται πως είναι/θα είναι η χρονιά του Wayne Wallace, ο οποίος τόσο μ’ ένα καινούριο προσωπικό CD, όσο και μ’ ένα ευρύτερο/ μεγαλεπήβολο μουσικο-κινηματογραφικό project, που αφορά στην salsa και την latin jazz σκηνή της Bay Area, θα βρεθεί στην πρώτη γραμμή του σχετικού ενδιαφέροντος. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…
Το Wayne Wallace Latin Jazz Quintet στο Latin Jazz/ Jazz Latin [Patois, 2013] είναι το προσωπικό σχήμα του Wayne Wallace, αποτελούμενο από τον ίδιο στο τρομπόνι, τον Murray Low στο πιάνο, τον David Belove στο μπάσο, τον Colin Douglas στα trap drums και τον Michael Spiro στα κρουστά (από την εποχή του “¡Bien Bien!” δηλαδή το μόνο καινούριο όνομα είναι εκείνο του ντράμερ Douglas, ο οποίος αντικατέστησε τον Paul Van Wageningen που πέθανε πέρυσι). Όμως δεν είναι μόνον αυτό/αυτοί, καθότι αν προσμετρηθούν και οι special guests (ένας τρομπετίστας, ένας τενορίστας, δύο φλαουτίστες, τρεις βιολιστές, ένας τιμπαλίστας, τρεις τραγουδιστές) τότε το πράγμα φουσκώνει πολύ, και καθώς γίνεται επικίνδυνο η χορευτική πανδαισία αγγίζει τα ύψη. Και τούτο γιατί ο Wallace δεν είναι απλώς ένας δυνατός συνθέτης (και δεινός εκτελεστής), που μπορεί να οικειοποιείται songo, cha-cha-cha και rumba ρυθμούς, προτείνοντας τα δικά του latin και latin jazz διαμάντια, αλλά ακόμη κι ένας ιδιαίτερος διασκευαστής, υπό την μπαγκέτα του οποίου διαπλάθονται λατινικώς συνθέσεις των Mercer και Duke Ellington, του Coleman Hawkins, του Thelonious Monk, μα ακόμη και του John Coltrane. Να για παράδειγμα το “Giant steps”, που μετατρέπεται σε merengue, πριν εκτοξευθεί στο αχανές μέσω ενός 12/8 κρουστού groove, πάνω στο οποίο απλώνει φοβερό σόλο ο Masura Koga στο τενόρο σαξόφωνο. Απίθανο και το “Things aint what they used to be” των Mercer Ellington/ Ted Persons, που αποκτά έναν blues-καραϊβικό χαρακτήρα, με την τρομπέτα, το τρομπόνι, το βιολί, το φλάουτο και τα φωνητικά να προσφέρουν στο κομμάτι έναν διαφορετικό αέρα. Τα δε τρία κομμάτια στη σειρά που ολοκληρώνουν το άλμπουμ (άπαντα συνθέσεις του Wallace, με το ένα καλύτερο από τ’ άλλο) αποτελούν και το επιστέγασμα της προσπάθειας τού άσσου τρομπονίστα να παρουσιάσει τη δική του latin jazz άποψη, διατηρώντας το πνεύμα και το χρώμα των μεγάλων ορχηστρών του ’70. Ιδίως στο έσχατο “Pasando el tiempo” το πάθος και ο λυρισμός της ορχήστρας (με προεξάρχοντες την 17χρονη φλαουτίστα Elena Pinderhughes και τον πιανίστα Murray Low) είναι ανομολόγητα.
Η latin μουσική (και δεν εννοώ, σώνει και καλά, το latin rock) αναπτυσσόταν ιδιαιτέρως στη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ (και όχι μόνο στην Ανατολική) ήδη από τη δεκαετία του ’50. Κυρίως στην San Francisco Bay Area, που αποτέλεσε ορμητήριο για τον Cal Tjader, αλλά και για διαφόρους άλλους οργανοπαίκτες που στάθηκαν δίπλα στον διακεκριμένο βιμπραφωνίστα εκείνα τα παλαιά χρόνια (Bayardo Velarde, Armando Peraza, Mongo Santamaria, Willie Bobo κ.ά.). Να υπενθυμίσω, εδώ, πως ένα από τα άλμπουμ-εμβλήματα της latin jazz στα fifties, το περίφημο “Mambo with Tjader” του Cal Tjaders Modern Mambo Quintet, κυκλοφόρησε το 1954 στην Fantasy του San Francisco, και πως δίπλα στον Tjader είχαν συνταχθεί οι Edgard Rosales congas, Manuel Duran πιάνο, Carlos Duran μπάσο και Bayardo Velarde timbales. Γεννημένος εκείνη περίπου την εποχή (1952) στην ίδια πόλη, ο Wayne Wallace μεγάλωσε, έζησε και ζει με την latin μουσική, επιχειρώντας να προβάλλει όχι μόνο το σύγχρονο πρόσωπό της αλλά και την ιστορία του ήχου που αγαπάει μέσα από ποικίλες κυκλοφορίες της δικής του εταιρείας Patois Records. Προσφάτως, ο Wallace συνεργάστηκε με την Rita Hargrave, μία φανατική salsera και «ψυχή» πίσω από το ντοκυμαντέρ The Last Mambo, επιμελούμενος το σχετικό soundtrack. Κάπως έτσι προέκυψε το 2CD Salsa de la Bahia/ A Collection of SF Bay Area Salsa and Latin Jazz, Vol.1” [Patois, 2013] το οποίον περιλαμβάνει 22 κομμάτια συνολικώς της latin αφρόκρεμας της περιοχής. Με πρωτότυπα θέματα, που γράφτηκαν ειδικώς για το εν λόγω project (“Cante, clave y candela” με τους Estrellas De La Bahia –μέσα και ο Benny Velarde, μέσα και ο Pete Escovedo, μέσα και ο Wayne Wallace–, “Ponme a gozar” με τους The John Santos Sextet, “Rumba para Paul” πάλι με τους Estrellas εις μνήμην του ντράμερ Paul Van Wageningen) και βεβαίως με tracks προηγουμένων κυκλοφοριών από «ονόματα» της περιοχής (Anthony Blea y Su Charanga, Avance, Louie Romero y Su Grupo Mazacote, Orquesta la Moderna Tradición…), το “Salsa de la Bahia” είναι ένα… θανατηφόρο 2CD, με μεράκι επιμελημένο σε κάθε λεπτομέρειά του (triple-folded digipak cover, συν 24σέλιδο booklet). Αναμένεται και το σχετικό DVD την άνοιξη του ’14…
Επαφή: www.patoisrecords.com

FIAT 124 SPECIAL T vs OPEL REKORD αν μιλάμε για καταδίωξη, αν μιλάμε γι’ αυτοκίνητα…

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

τρία γκρουπ ελληνικής (ή περίπου) τζαζ

Για τον σαξοφωνίστα (τενόρο, άλτο) Δημήτρη Παντελιά έχω γράψει και παλαιότερα με αφορμή το CD του “The Room Upstairs”, που είχε ηχογραφηθεί στην Κολωνία τον Ιούνιο του 2006. Τώρα, έχω και ακούω ένα νεότερο ολλανδικής παραγωγής CD υπό τον τίτλο The Weaver [Cantina] που είναι γραμμένο σ’ ένα στούντιο της Ρίγα της Λετονίας τον Σεπτέμβριο του 2012. Σ’ αυτό ο Παντελιάς μάς παρουσιάζει τις πιο καινούριες συνθέσεις του μέσω του Spiral Vortex Trio, το οποίο συναποτελούν ο κοντραμπασίστας Marcel Kroemker και ο ντράμερ (traps drums) Artis Orubs.
Τα κομμάτια, που είναι όλα πρωτότυπα (συνθέσεις του έλληνα σαξοφωνίστα) είναι γραμμένα… για τον ίδιον (με την καλή έννοια το λέω αυτό). Όχι πως υποτιμώ το rhythm section που κάνει όντως ωραία δουλειά –τόσο ο μπασίστας που κρατάει με αποτελεσματικότητα το ρόλο του (και στο παίξιμο με δοξάρι), όσο και ο ντράμερ που αναδεικνύει το συγκεκριμένο kit σ’ έναν δεύτερο πρωταγωνιστή–, αλλά είναι ο Παντελιάς βασικά (και οι συνθέσεις του) που έχουν τον πρώτο λόγο. Συνθέσεις που κινούνται συχνά είτε σ’ ένα μετα-bop περιβάλλον, είτε σε πιο contemporary πλαίσια και που προβάλλουν άλλοτε τη δύναμη και τη διαύγειά τους (τo up-tempoQ” φερ’ ειπείν είναι από τα tracks που κερδίζουν με άνεση τις εντυπώσεις) και άλλοτε τον μπαλαντικό λυρισμό τους (π.χ. το “Afternoon”, ίσως το ωραιότερο κομμάτι του “The Weaver”). Πλήρες 55λεπτο άλμπουμ, που απευθύνεται σε ακραιφνείς τζαζόφιλους.
Οι O3 είναι ένα καινούριο ελληνικό jazz trio, το οποίον οσονούπω θα έχει έτοιμη και την πρώτη δισκογραφική δουλειά του. Αποτελούμενοι από τους Γιώργο “The Goat” Σταυρουλάκη κιθάρα, Μιχάλη Ευδαίμων μπάσο και Δημήτρη Κλώνη ντραμς, οι O3 είναι ένα σχήμα που κινείται σε όλη την ηλεκτρική γκάμα της σύγχρονης jazz, με αναφορές στους Scott Henderson, Allan Holdsworth, John Scofield, Kurt Rosenwinkel κ.ά., κιθαρίστες δηλαδή που έχουν επηρεάσει τον Σταυρουλάκη και κατ’ επέκταση ολάκερο το σχήμα. Θα έχουμε την ευκαιρία να πούμε και στο μέλλον περισσότερα για τη δουλειά τους (όταν θα φθάσει στα χέρια μου), αλλά, για την ώρα, εκείνο που προέχει να σημειωθεί είναι η παρουσία και η βράβευση του Σταυρουλάκη στο jazz festival Master Jam 2013, που οργανώθηκε στην Οδησσό της Ουκρανίας, στο διάστημα 5-8 Ιουνίου. Ο έλληνας μουσικός διέπρεψε στην κατηγορία «κιθάρα», εκεί όπου μοιράστηκε το πρώτο βραβείο με τον Ισραηλινό Meir Ben Michael.
Για περισσότερες πληροφορίες… www.o3jazzband.com
Όπως διαβάζω στο cover του CD-R: «Το Strovili Quintet ξεκίνησε από τον κιθαρίστα Γιάννη Χούλη το 2010. Τα μέλη, φίλοι από το παρελθόν αποφάσισαν να δημιουργήσουν κάτι καινούριο βασιζόμενοι στην ισχυρή μουσική επικοινωνία τους. Με αφορμή τις απαιτητικές συνθέσεις που προέκυψαν, όλοι οι μουσικοί από κοινού διαμόρφωσαν έναν ήχο που έχει επιρροές από την jazz, folk, rock, ethnic, τους ελληνικούς ήχους και ρυθμούς και τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Η πρώτη μεγάλη τους συναυλία ήταν στο Φεστιβάλ της Κυπαρισσίας το καλοκαίρι του 2010, ενώ από το 2011 δραστηριοποιούνται σε συναυλιακούς χώρους της Αθήνας όπου συνεχίζουν τις εμφανίσεις τους. Παράλληλα είναι σε διαδικασία ηχογράφησης της πρώτης τους δισκογραφικής δουλειάς». Τo καλογραμμένο demo των Strovili περιέχει δύο συνθέσεις τους, διάρκειας 7:43 και 5:03 αντιστοίχως. Και οι δύο, δε, είναι πολύ καλές, με στοιχεία απ’ όλα αυτά που περιγράφουν οι ίδιοι παραπάνω. Μάλιστα το «Ναξιώτικο» του Γιάννη Κινινή (χειρίζεται ο ίδιος φλάουτο) θα μπορούσε να είναι «οδηγός» για μία πιο ολοκληρωμένη δουλειά… Θα δούμε… Strovili στο παρόν CD-R είναι οι: Γιάννης Χούλης κιθάρες, τζουράς, Γιάννης Κινηνής σαξόφωνο, φλάουτο, Δημήτρης Χιώτης κρητική λύρα, στάμνα, Χρυσόστομος Μπουκάλης κοντραμπάσο, Γιάννης Ηλιάκης ντραμς, κρουστά, synth και Αθηνά Χιώτη φωνητικά.

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

DAVID BUCHBINDER’S ODESSA/HAVANA

Μοιάζει παράξενο εκ πρώτης. Υπάρχει κάτι που να συνδέει ηχητικώς την Οδησσό με την Αβάνα; Αν και όπως αντιλαμβάνεστε δεν είναι τούτο απαραίτητο, ώστε κάθε φορά να αιτιολογείται κι ένα ανάλογο fusion. Πολλά είναι εκείνα που μπορεί να συμβαίνουν (κι έχουν συμβεί) απλώς στις συνειδήσεις και το μυαλό εμπνευσμένων μουσικών, με τα αποτελέσματα να είναι εκθαμβωτικά ανά περιπτώσεις. Υπάρχει τίποτα, ας πούμε, που να συνδέει τα ρεμπέτικα με τα blues; Τίποτα απολύτως. Και όμως ακόμη και σ’ αυτό το αποκομμένο fusion έχουν υπάρξει ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Στην περίπτωση, βεβαίως, του δευτέρου μέρους του project Odessa/Havana που έχει τίτλοWalk to The Sea [Tzadik, 2013] και το οποίον οδηγεί ο τρομπετίστας/ φλουγκελχορνίστας David Buchbinder η σύνδεση και το «ανακάτεμα» (αν αυτό είναι ένα ζητούμενο – γιατί το κυριότερο ζητούμενο είναι ό,τι φθάνει στ’ αυτιά μας) δεν είναι άμοιρα μιας ιστορικής διαδρομής· της διαδρομής των λαών από την Ιβηρική Χερσόνησο (Άραβες, Γύφτοι, Σεφαραδίτες, λοιποί Βορειοαφρικανοί, τυπικοί Ισπανόφωνοι) προς κάθε γωνιά του κόσμου.
Χονδρικώς, το klezmer της Οδησσού και το mambo της Αβάνας επικοινωνούν μέσω των συνθέσεων του Buchbinder (βασικά) και του συμπαραστάτη του, εδώ, κουβανού πιανίστα Hilario Durán (μία ακόμη μορφή της κουβανικής μουσικής, συνεργάτης των Arturo Sandoval, Dizzy Gillespie, Michel Legrand και δεκάδων άλλων), παράγοντας μοναδικές ηχητικές εκπλήξεις. Και τούτο, γιατί οι κανόνες της μείξης εβραϊκών και κουβανικών στοιχείων διαμορφώνονται μέσω ενός τζαζ τρόπου ανάλυσης και αφήγησης, που παρέχει τις πρέπουσες ελευθερίες προκειμένου και η επικοινωνία να γίνεται εφικτή και, κυρίως, τα αποτελέσματά της να είναι υψηλού αισθητικού επιπέδου. Συνθέσεις, λοιπόν, που όχι απλώς ρέουν, αλλά συνεπαίρνουν με τη φαντασία και το πάθος των παιξιμάτων (η κορυφαία “Aventura Judia”), αυθεντικά παραδοσιακά άσματα (το νοσταλγικό “Conja”, που θα μπορούσε να είναι ένα καθαρό balkan track) ή σύγχρονα τραγούδια που μας μεταφέρουν (π.χ. εμάς, τους έλληνες ακροατές) σε οικεία και αγαπημένα ηχοχρώματα (ακούγοντας το “Laroza una” δεν γίνεται να μην ανακαλέσουμε στη μνήμη μας τα σεφαραδίτικα της Σαβίνας Γιαννάτου). Γενικώς ένα άλμπουμ, ένα σύνολο εννέα κομματιών με παμπάλαια αφετηρία, αλλά και μ’ ένα απολύτως σύγχρονο και ελκυστικό ένδυμα. Μια ζωντανή, περιπετειώδης μουσική αποδιδόμενη από ένα σύνολο δεκατεσσάρων οργανοπαικτών (ανάμεσά τους και ο συμπατριώτης μας ουτίστας Demetrios Petsalakis) με δυσεύρετη ηθική προσήλωση.
Επαφή: www.odessahavana.com

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

PAUL ROLAND νέο άλμπουμ

Δεν ξέρω πόσα χρόνια έχει να κυκλοφορήσει ελληνικό βινύλιο του Paul Roland –από την εποχή του “Masque” [DIDI Music, 1990];– εκείνο που ξέρω είναι πως ο βρετανός μουσικός είναι ένας διαχρονικός αγαπημένος του ελληνικού κοινού, με ουκ ολίγες ζωντανές εμφανίσεις στην ημετέρα. (Προσωπικώς τον έχω δει ακόμη και σε φεστιβάλ της ΚΝΕ, στα τέλη των 80s ή τις αρχές των 90s – δεν θυμάμαι ακριβώς). Ένας καλλιτέχνης, εν πάση περιπτώσει, που λατρεύτηκε από τον (σχετικό) κόσμο και τον Τύπο, στο δεύτερο μισό, βασικά, της δεκαετίας του ’80. Χρόνια μετά, κι ενώ κάποιοι από τους πολλούς έλληνες φίλους του μπορεί να έχασαν στην πορεία «επεισόδια», ο Paul Roland ξανασκοράρει στην Ελλάδα μ’ ένα εξαιρετικό LP, που τιτλοφορείται Bates Motel(το 69Watt, το νεοσυσταθέν παράλληλο label της Anazitisi Records, έκοψε τριακόσια 180άρια βινύλια και τα πακετάρισε σε ωραία deluxe συσκευασία). Paul Roland λοιπόν και ξανά στο δρόμο τα… τέρατα της οθόνης, μαζί με όλο το υπόλοιπο βικτωριανό αμπαλάζ του ρομαντικού τραγουδοποιού. Πριν συνεχίσω, γράφοντας για το “Bates Motel”, είναι καλό να παραθέσω ένα απόσπασμα μιας συνέντευξης του Roland στον φίλο και συνεργάτη στο Jazz & Τζαζ Αντώνη Φράγκο, η οποία είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi (#181) τον Απρίλιο του 1988. Έχει νόημα… κυρίως για τους νεότερους αναγνώστες/ακροατές, οι οποίοι τώρα μπορεί να έρχονται, για πρώτη φορά, σ’ επαφή με τα τραγούδια του Βρετανού. Έλεγε ο Paul Roland
«Ο τρόμος για μένα, τουλάχιστον το είδος του τρόμου με το οποίο ασχολούμαι, δεν είναι παρά παραμύθια για ενήλικες(…). Όλος αυτός ο ρομαντισμός που καλύπτει την αποσύνθεση με ενθουσιάζει σαν ιδέα. Ο τρόμος δεν είναι βγαλμένα μάτια, κομμένα κεφάλια, αίμα και χυμένα σπλάχνα. Είναι η ‘ρομαντικοποιημένη’ φρίκη, είναι η ομίχλη του Λονδίνου, είναι η ατμόσφαιρα. Στα τραγούδια μου βάζω πολλούς να δολοφονούνται ή να πεθαίνουν. Είναι κάτι σαν μαύρη κωμωδία, κάτι καθαρά αγγλικό, πολύ καθαρό, χωρίς αίματα και τέτοια. Κάποτε η Hammer Films έβγαζε τέτοια θρίλερ και σήμερα (σ.σ. το 1988) αυτά που βγαίνουν δεν έχουν πολύ αίμα. Είναι πιο πολύ σουρεαλιστικά, όπως το ‘Eraserhead’, που πλησίαζε αρκετά τις πρώτες ταινίες τρόμου της Universal, τον Φρανκεστάιν κ.λπ. Ταινίες δηλαδή που βασίζονταν στην ατμόσφαιρα.(…) Αν έβλεπα έναν πραγματικό θάνατο θα πάθαινα πλάκα. Είναι ψυχολογικό. Αντιμετωπίζεις αυτές τις καταστάσεις εκ του ασφαλούς, δεν σε αφορούν άμεσα. Αυτό είναι οι ταινίες τρόμου. Μια πρόβα για τον θάνατο, όπως λένε.(…) Ο χώρος παίζει επίσης μεγάλο ρόλο στον τρόμο, όπως και η περίοδος. Εμένα προσωπικά με συναρπάζει η Βικτωριανή εποχή και η εποχή του Εδουάρδου, εποχές με φοβερή παραγωγή παραμυθιών, ιδιαίτερα στην κεντρική Ευρώπη. Με ενθουσιάζουν τόποι όπως το Βερολίνο, έχω γράψει μάλιστα κι ένα τραγούδι σχετικά. Η πλάκα είναι ότι όταν αργότερα πήγα στο Βερολίνο το βρήκα απογοητευτικό. Σκέφτομαι μερικές φορές ότι αν είχα πάει σε μέρη που υποτίθεται ότι διαδραματίζονται κάποια τραγούδια μου, δεν θα είχα γράψει ποτέ αυτά τα τραγούδια. Το ρομαντικό μου όραμα θα είχε γίνει κομμάτια».
Ο καιρός μπορεί να πέρασε, όμως ο Paul Roland βασικά δεν άλλαξε. Μπορεί μουσικώς να πειραματίστηκε εντόνως με τις acoustic-folk φόρμες, φθάνοντας έως το barock (φέρνοντας στο νου, μερικές φορές, έναν άλλον μεγάλο συμπατριώτη του ρομαντικό, τον Donovan), όμως το rock, το gothic, ο ηλεκτρισμός δεν έπαυσε ποτέ να τον συγκινεί και να τον ενδιαφέρει. Και ναι, το “Bates Motel” είναι ένα καθαρό rock άλμπουμ (για τα δεδομένα του Roland), ανεξαρτήτως των όποιων acoustic parts. Και βεβαίως, και για ακόμη μία φορά, από την πινακοθήκη του δεν μπορεί ν’ απουσιάζουν οι αγαπημένες αναφορές του στις ταινίες τρόμου... τα teenage zombies, το μοτέλ του Norman Bates (αυτό που βλέπουμε στο εξώφυλλο, βεβαίως, είναι το σπίτι της μαμάς…), το Νησί του Διαβόλου (προφανώς δεν εννοεί τη… Μύκονο του Νίκου Μαστοράκη) ή οι κόρες του Fu Manchu. Κι εκεί επάνω ο Paul Roland αρχίζει να υφαίνει μια σειρά ασυνήθιστων τραγουδιών, που βρίθουν παγωμένων μινόρε μελωδιών (στα καλύτερα απ’ αυτά), βεβαίως των έρρινων κλασικών φωνητικών του και φυσικά της απαραίτητης coolness, που σε οδηγεί κατ’ ευθείαν σε «άλλους κόσμους». Ένα τέτοιο ασυνήθιστο τραγούδι (ένα…) από την πρώτη πλευρά του LP είναι το “The wailing well” (επηρεασμένο από μία ιστορία φαντασμάτων του M.R. James), το οποίον αναπτύσσεται μ’ έναν «παγωμένο» τρόπο, μέσω μιας ελικοειδούς ανατολίτικης μελωδίας. Καταπληκτικό! (Μου θύμισε Moffs και Tom Kazas…). Ποιος μπορεί, όμως, ν’ αντισταθεί στο γκαραζοψυχεδελικό “Tortured by the daughter of Fu Manchu”, στην… προσευχή “Promised land” ή και στο φερώνυμο με τον τίτλο του άλμπουμ “Bates Motel” έναν gothic σπαρακτικό ύμνο, ακραίας δυστοπικής αφήγησης, που σε καθηλώνει από την πρώτη στροφή: I was rolling west on Route 66/ just outside of Fairville, no more than a couple of clicks/ when the sky turned blacker than a biblical plague/ and the night descended like the Axemans blade.
Ο Paul Roland 34 χρόνια μετά την εμφάνισή του στη δισκογραφία έχει/βρίσκει τη δύναμη να μαγεύει το κοινό του, όπως τον παλαιό καλό καιρό, παρουσιάζοντας μια σειρά τραγουδιών, κάποια εκ των οποίων τα επεξεργαζόταν ήδη από τα τέλη του ’80. Μάλιστα, με βάση αυτά τα τραγούδια, προετοιμαζόταν και μιαν (ανέλπιστη) συνεργασία με την Nico, τον Sterling Morrison και την Maureen Tucker, η οποία τελικώς δεν ευοδώθηκε για τεχνικούς και ανωτέρας βίας λόγους. Τώρα, τα κομμάτια εκείνα ανασύρονται, βελτιώνονται και ολοκληρώνονται, και μαζί με κάποια άλλα που προέκυψαν στην πορεία συναποτελούν το υλικό του “Bates Motel” – ένα άλμπουμ, το οποίο, στην βινυλιακή μορφή του, τυπώνεται και διανέμεται ολούθε από μιαν ελληνική εταιρεία. Γιατί κι αυτό έχει νόημα...