Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

NICOLE MITCHELL, TOMEKA REID, MIKE REED ο ήχος του AACM σήμερα

Υπάρχει ακόμη ο AACM (Association for the Advancement of Creative Musicians); Υφίσταται ακόμη αυτή η «προχωρημένη» καλλιτεχνική κίνηση, που ξεκίνησε στο Σικάγο στα μέσα του ’60, και που συνδέθηκε με κορυφαίες προτάσεις-ηχογραφήσεις της jazz ιστορίας; Muhal Richard Abrams, Lester Bowie, Anthony Braxton, Joseph Jarman, Roscoe Mitchell, Wadada Leo Smith… για να θυμίσω μόνο μερικά ονόματα… Υπάρχει και παραϋπάρχει. Και μάλιστα κάτω από τη σκέπη του συνεχίζει να ηχογραφούνται (πάντα) ξεχωριστά άλμπουμ. Ένα τέτοιο έριξα τις τελευταίες μέρες στο player που αποκαλείται “Artifacts” [482 Music, 2015] και στο οποίο συμμετέχουν η φλαουτίστα, που χειρίζεται και ηλεκτρονικά, Nicole Mitchell, η τσελίστα Tomeka Reid και ο ντράμερ Mike Reed. Και οι τρεις με 20ετή τουλάχιστον παράδοση στις σκηνές και τις ηχογραφήσεις (εντός του AACM), εξακολουθούν να προάγουν εκείνο το ηχητικώς ασυμβίβαστο πνεύμα των sixties, προβάλλοντας, πάντα, εκείνο το υψηλό καλλιτεχνικό status, που μεταφέρει συγχρόνως στο μέσο (CD ή LP) και τα vibes της κοινωνίας. Τι ωραιότερο λοιπόν, για το trio, να τιμήσει τα 50 χρόνια του AACM, μ’ ένα… tribute, ας το πούμε έτσι, στην ιστορία της Κίνησης, μεταφέροντας στο τώρα ιστορικές ηχογραφήσεις;
Όλα τα tracks του “Artifacts” είναι versions και όλα είναι τόσο ουσιαστικά και εντυπωσιακά εκτελεσμένα, συναπαρτίζοντας όλα μαζί ένα από τα ωραιότερα jazz άλμπουμ, που άκουσα (εγώ τουλάχιστον) τους τελευταίους μήνες. Οι διασκευές λοιπόν αφορούν στα: “Composition 23B” του Anthony Braxton, “Jo Jar” του Roscoe Mitchell, “Bernice/ Days fly by with Ruby” των Fred Anderson και Jeff Parker, “The clowns” του Leroy Jenkins, “Have mercy on us” της Amina Claudine Myers, “B.K.” του Steve McCall (των Air), “I’ll be right here waiting” επίσης του McCall, “Munkt Munk” του Muhal Richard Abrams και “Light on the path” του Ed Wilkerson.
Οι τρεις μουσικοί βαθιά χωμένοι σ’ εκείνο που θα το αποκαλούσαμε χοντρικά ως… αβαντγκαρντίστικη jazz, με λαϊκό προφίλ και ανθρώπινο πρόσωπο, πραγματικά μεγαλουργούν! Τι να τους οδηγεί σ’ αυτό; Το «περίεργο» setting (φλάουτο, ηλεκτρονικά, τσέλο, ντραμς); Οι συνθέσεις αυτές καθ’ αυτές, που αποτελούν μνημεία της παραγωγής του AACM, ή εν τέλει οι δικές τους ξεχωριστές προσωπικότητες – η παιδεία και η καταγεγραμμένη εμπειρία τους, τόσα, χρόνια, στις σκηνές και τα στούντιο; Προφανώς, όλα τούτα μαζί και ταυτοχρόνως. Και το αποτέλεσμα; Τίποτα λιγότερο από ένα συναρπαστικό CD, που ακούγεται και απολαμβάνεται από την αρχή έως το τέλος του, δίχως ουδεμία «κοιλιά» και πάντα στο ίδιο υψηλό επίπεδο με τα έργα-εμβλήματα του στυλ.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ η λαϊκή φωνή που αξίζει ν’ ακούνε οι ροκάδες

Ακούω Παναγιώτη Μιχαλόπουλο (1924-1992) από πολύ μικρός – από παιδάκι. Για διάφορους λόγους. Πρώτον, υποθέτω, γιατί έμοιαζε πολύ μ’ έναν μπάρμπα μου, μ’ αυτό το τόσο χαρακτηριστικό μουστάκι «Ντούγκλας» (ή… ποντικοουρά όπως το λέγαμε εμείς περιπαικτικά). Δεύτερον, γιατί για κάποιο λόγο μού άρεσε εκείνο το κάπως λαδωμένο προς τα πίσω μαλλί του (με μπριγιαντίνη Pompeïa διαλυμένη σε μπριγιόλ να υποθέσω;) και τρίτον, επειδή τον άκουσα για πρώτη φορά σε μιαν εποχή (1973) όπου γινόταν χαμός με τον «Διαβολάκο». Θυμάμαι σαν τώρα το μικρό δισκάκι στα τζουκμπόξ, στις ψησταριές και τις ταβέρνες της γειτονιάς, να παίζει αδιαλείπτως. Έβαζαν και την πίσω πλευρά «Το βουνό με το βουνό δε σμίγει» του Χιώτη, αλλά η σκληρή και ακατέργαστη ζεμπεκιά του Κούλη Σκαρπέλη (ο «Διαβολάκος» ντε) ήταν ασυναγώνιστη. Η αρχοντική, βυζαντινή, «ξερή» φωνή τού μεσσήνιου τραγουδιστή έσκιζε τον αέρα και σφηνωνόταν για τα καλά στ’ αυτιά και στο μυαλό σου. Λαϊκό τραγούδι μεγατόνων, απ’ αυτά που δεν πρόκειται ποτέ να ξαναβγούν. 
Της πουτάνας γινόταν όμως και με άλλα δύο τραγούδια του Μιχαλόπουλου εκείνα τα χρόνια… στα τζουκμπόξ. Με το «Βαδίζω και παραμιλώ» (1972) του Γιάννη Παπαϊωάννου (πίσω πλευρά στο δισκάκι των… Κυκλάδων το «Φάληρο και Τζιτζιφιές» των Μιχαλόπουλου-Γκούτη) και βεβαίως με το «Μεσ’ της πόλης το χαμάμ» (1974), τη διασκευή των Μπουρνέλη-Μιχαλόπουλου στο κλασικό ρεμπέτικο του Ανέστη Δελιά (με άλλη πλευρά τον «Σταύρο», την αλλοπρόσαλλη διασκευή στο «Κάφτονε Σταύρο, κάφτονε» δηλαδή του Μάρκου Βαμβακάρη). Αυτά τα τραγούδια, μαζί με τον «Καπετανάκη» (Δεν ξανακάνω φυλακή κτλ.), που δεν τον θυμάμαι και πολύ από τότε, ήταν τα βασικά κομμάτια πάνω στα οποία στήθηκε ο όψιμος μύθος του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου – ενός τραγουδιστή, που είχε ήδη, τότε, μεγάλη, αλλά κάπως σκοτεινή ιστορία, αφού βρισκόταν στα πάλκα και τη δισκογραφία από τις αρχές του ’50.
Στη δεκαετία του ’70, με τα 45άρια αλλά και με τα LP (για να μην πω κυρίως με τα LP), η καριέρα του σπουδαίου τραγουδιστή θα απογειωθεί, αφού ο Μιχαλόπουλος ηχογραφούσε συνεχώς μεγάλους και μικρούς δίσκους. Ίσως, δε, ο καλύτερος απ’ αυτούς να ήταν ένα άλμπουμ που έκανε με τον Γιώργο Μητσάκη το 1976, που λεγόταν «Τα Σαΐνια» [Κυκλάδες LPKG24] και που περιείχε πολύ ωραία τραγούδια (του Μητσάκη) εμπνευσμένα τα περισσότερα από την Κατοχή (πληροφορίες λένε πως ο Μιχαλόπουλος είχε «ανεβεί στο βουνό» και πως ως αριστερός, αργότερα, είχε υποστεί διώξεις). 
Ο Παναγιώτης Μιχαλόπουλος είχε δύο γιούς τραγουδιστές, τον Σταύρο και τον Μάκη Μιχαλόπουλο, με τους οποίους μάλιστα έκανε κι ένα LP το 1974 – το «Στο Φάληρο που Πλένεσαι» [Κυκλάδες LPKG 11]. Δυστυχώς ο Σταύρος έφυγε από τη ζωή την επόμενη χρονιά (ήταν δεν ήταν 30 ετών), ενώ και για τον άλλο γιο του διάβασα σε διάφορα sites πως επέζησε αυτοκινητικού, αλλά τυφλός. Ο Μιχαλόπουλος σαν πονεμένος πατέρας που ήταν έκανε έναν πολύ «μαύρο» δίσκο με (α)μανέδες το 1977 [Κυκλάδες LPKG 52], όπου μπορεί κάποιος να τον ακούσει να τραγουδά πραγματικά συγκλονιστικά (δε λέω ψόφια λόγια) τα «Αν είχε ο χάρος δυο παιδιά», «Τέτοια πληγή που έχω», «Φωτιά θα βάλω μόνος μου» και άλλα ανάλογα – αν και είχε προηγηθεί σε δισκάκι ο σπαραχτικός «Πόνος του Μιχαλόπουλου». Και συνέχισε βεβαίως να τραγουδά σχεδόν μέχρι το θάνατό του, το 1992, έχοντας στους δίσκους του πάντα καλά τραγούδια να προτείνει – όπως το αν «Αν κυβερνούσαν οι τρελλοί» (Λ. Μπουρνέλης, Π. Μιχαλόπουλος, Π. Καπλάνογλου) από το LP «Τα καινούρια του/ ’87» [Άλφα]…
Πολύ μεγάλη και ιδιαίτερη φωνή, απίστευτα μάγκικες ερμηνείες και τραγούδια ανεπανάληπτα…

TENDTS ελληνικά breakbeats τώρα

Οι Tendts είναι δυο αδέλφια, όπως διαβάζουμε και στο discogs – ο Χρήστος και ο Φώτης Παπαδάκης. Δεν είναι πρωτοφανέρωτοι ως duo. Υπάρχουν εδώ και μερικά χρόνια, ενώ ηχογραφούν από το 2012 (βάσει, πάντα, των πληροφοριών του discogs). Προσωπικώς, έρχομαι για πρώτη φορά σ’ επαφή με τη μουσική τους, και τούτο συμβαίνει με αφορμή το LP τους “Cheap Poetry”, που κυκλοφορεί από την θεσσαλονικιώτικη εταιρεία Fair Weather Friends Records σε 300 κόπιες και 180άρι βινύλιο.
Θα πω κάτι για τους Tendts, και θα εξηγήσω γιατί το λέω. Στ’ αυτιά μου ακούγονται… παλιομοδίτικοι – και τούτος είναι ένας χαρακτηρισμός, που δεν μ’ αρέσει πολύ, και γι’ αυτό σπανίως τον χρησιμοποιώ. Προσέξτε τώρα. Ένα σημερινό συγκρότημα, που μπορεί να παίζει sixties garage punk δεν θα το πω παλιομοδίτικο, αλλά ένα συγκρότημα που παίζει, για παράδειγμα, μουσική 10ετίας ή 15ετίας θα το πω – και πάντα χωρίς να θέλω να το μειώσω. Τούτο συμβαίνει, πιθανώς, επειδή μερικά είδη είναι για μένα αιώνια και αγέραστα, ενώ άλλα μου φαίνονται, πώς να το πω, πιο… πεπερασμένα μέσα στα χρόνια (εκτός και αν αποδειχθεί στο μέλλον το αντίθετο).
Οι μουσικές των Tendts αφορούν στα χαμηλού τέμπο breakbeats, με τις μονότονες, «μικρές» και επαναλαμβανόμενες μελωδίες, που σε κάποιες λίγες σχετικώς περιπτώσεις τείνουν προς το house. Ηλεκτρονικό λοιπόν ως σύνολο το “Cheap Poetry” διακρίνεται γενικώς για την λεπτότητα και λιτότητά του, αφού εξυπηρετεί το σκοπό του με πολύ συγκεκριμένα μέσα. Μάλιστα μερικά κομμάτια, όπως π.χ. το “A night to remember” εμφανίζουν και μιαν αίσθηση περιβαλλοντικού «προχωρημένου», ενώ άλλα, όπως το “Our sun”, θα μπορούσε να διαπρέπουν σε chill-out συλλογές των αρχών των 00s.
Προσωπικώς, ακούω το “Cheap Poetry” σαν ένα φόρο τιμής στο ευρύτερο electro-lounge εκείνης της εποχής… και το γράφω τούτο, δίχως να έχω επ’ ουδενί λόγω την αίσθηση πως αδικώ το συγκρότημα.
Επαφή: www.fwfrecords.com

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

DIEUF-DIEUL de THIÈS μπάντα όχι αστεία

Για τους Dieuf-Dieul de Thiès, αυτό το συναρπαστικό afro γκρουπ από την πόλη Thiès της Σενεγάλης που ηχογράφησε στα early 80s, έχω γράψει και παλαιότερα. Η πρώτη φορά ήταν πρόπερσι (17/4/2013), όταν έφθασε στ’ αυτιά μου το πρώτο double LP τους “Aw Sa Yone Vol.1”, στην one of a kind εταιρεία του Αδαμάντιου Καφετζή, την Teranga Beat. Εκεί υπήρχε μια σύνδεση με τους περίφημους Guelewar. Ας θυμηθούμε τα σχετικά…
«Ενώ, λοιπόν, οι Guelewar (ένας από τους κιθαρίστες τους, ο Pape Seck, ακούγεται κι εδώ) διακρίθηκαν κυρίως για τη μίξη των τοπικών afro στοιχείων με το rock (μέσω μιας αισθητικής που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ακόμη και ψυχεδελική), οι Dieuf-Dieul de Thiès, χωρίς ν’ αλλάζουν διαδρομή (αναφερόμαστε στα «ίδια» μακρόπνοα κομμάτια, με τα μεζμερικά φωνητικά και τις ανεξάντλητες κρουστές ακολουθίες) και χωρίς να εγκαταλείπουν τα κιθαριστικά soli (υπάρχει και δεύτερη κιθάρα που κρατάει το ρυθμό), δίνουν χώρο στα σαξόφωνα (Pape Demba Diop τενόρο, Pape Cissé άλτο), προκειμένου να αναπτυχθούν οι (μελωδικοί) αυτοσχεδιασμοί, μετατοπίζοντας τα κομμάτια σε άλλες σφαίρες. Υπόδειγμα του τρόπου των Dieuf-Dieul de Thiès αποτελεί, ας πούμε, το δεκάλεπτο “Ndiguele”, το οποίο ξεκινά με τα πνευστά μπροστά (υπάρχει και τρομπέτα από τον Alioune Badara Diop), τον τραγουδιστή να πατά γερά πάνω στη ρυθμική βάση (υπάρχουν τρεις φωνές, οι Assane Camara, Bassirou Sarr και Gora Mbaye), τις κιθάρες να αναλαμβάνουν τα ηνία (το lead παίξιμο του Pape Seck θα μπορούσε να ήταν επηρεασμένο από λευκούς κιθαρίστες της πρωτοπορίας, αν υπήρχε ποτέ περίπτωση να τους γνώριζε) με τα σαξόφωνα ν’ ακολουθούν (soli με συγκρατημένη φρασεολογία, αλλά πολύ συναισθηματικά) και τα κρουστά (τέσσερις percussion players), μαζί με τις φωνές, να ολοκληρώνουν μέσα σ’ ένα εκστατικό πλαίσιο».
Τέσσερα επί πλέον κομμάτια από αυτό το session (Sangomar Night Club, Thiès, 19/1/1982) καταγράφονται στο νεώτερο 2LP “Aw Sa Yone Vol.2” [Teranga Beat, 2015], ώστε να συμπληρωθεί η εικόνα της συγκεκριμένης στιγμής. Ας τ’ ακούσουμε ένα-ένα…
To 12λεπτο “Am sa waye” είναι ένα πολυρυθμικό, χορευτικό φυσικά track, που συνδυάζει latin, afro και afro-latin-jazz στοιχεία, σε συνδυασμό με ωραία soli στο σαξόφωνο και κάποια κιθαριστικά breaks, που θα μπορούσε να φέρνουν στη μνήμη ακόμη και τις μέρες των Guelewar. Το δεύτερο track είναι μια θαυμάσια version στο “Rumba para parejas”, από το ρεπερτόριο της Celia Cruz και των Sonora Matancer, με το κομμάτι να ξεφεύγει από το κουβανικό πρότυπο, κινούμενο στο στυλ της Orchestra Baobab. Αναμφισβήτητα πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του 2LP, δείχνοντας τις μεγάλες δυνατότητες των Dieuf-Dieul de Thiès στη δημιουργία έντονων συναισθηματικών καταστάσεων εκ του μηδενός. Φοβερή… δραματική εκφορά-απόδοση, σ’ ένα ούτως ή άλλως θαυμάσιο τραγούδι. Το 11λεπτο “Jirim” είναι ένα mid-tempo track, που «απλώνεται» σιγά-σιγά, μέσα από ένα πρώτο «παράξενο» σόλο στην ηλεκτρική κιθάρα (Abdoulaye Camara), ένα δεύτερο συνεκτικό από το άλτο του Pape Cissé και την πάντα δυναμική ερμηνεία του τραγουδιστή. Το τέταρτο track είναι το “Sidy ndiaye”, ένα άπιαστο δυτικο-αφρικανικό blues βασικά, που διατηρεί όλο αυτό το… αποικιοκρατικό παράπονο της ευρείας περιοχής, με το τενόρο του Pape Demba Diop σκίζει καρδιές.
Τα τρία υπόλοιπα tracks του “Aw Sa Yone Vol.2” είναι ηχογραφημένα ένα χρόνο νωρίτερα (26/2/1981), πάντα στον ίδιο χώρο (Sangomar Night Club, Thiès) και πάντα από τον ίδιον άνθρωπο, τον Moussa Diallo. Είναι δε και τα τρία «άλλο πράγμα». Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στις συνθήκες της στιγμής, σ’ αυτό καθ’ αυτό το συγκεκριμένο υλικό ή στο γεγονός πως η line-up του γκρουπ ήταν κάπως διαφοροποιημένη. Στο session του ’82 στους Dieuf-Dieul de Thiès συμμετείχαν δεκατρείς μουσικοί, ενώ στο session του ’81 έντεκα, με τα κοινά πρόσωπα και στα δύο session να είναι έξι (ο κιθαρίστας Pape Seck, ο τραγουδιστής Bassirou Sarr, ο μπασίστας Doudou Leo Dior, o ντράμερ Cheikh Ndiaye, ο El Hadji Ngom στο sabar και πιθανώς ο τρομπετίστας Badu Diop – αν πρόκειται για τον Alioune Badara Diop του ’82).
Το 9λεπτο “Ariyo”, που ανοίγει το άλμπουμ είναι γρήγορο και δυναμικό track με το τενόρο του Ibrahima Cissé και την τρομπέτα του Badu Diop να παίζουν διαδοχικά soli, σαν σε κόντρα, με το ρυθμικό τμήμα να «γεμίζει» συνεχώς και με τον τραγουδιστή να αποδίδει μέσα στα γνωστά εκστατικά πλαίσια. Τα υπόλοιπα δύο κομμάτια που συμπληρώνουν το double LP, το 10λεπτο “Nianky” και το 12λεπτο “Raki” δεν είναι απλώς τα… φοβερότερα της έκδοσης, αλλά και δύο από τα πιο συναρπαστικά ανέκδοτα, που μας έχει δώσει όλα αυτά τα τελευταία χρόνια η Teranga Beat. Τo πρώτο είναι ένα γαμάτο up-tempo, που σε παρασύρει αυτοστιγμεί. Η μελωδική γραμμή είναι «σταλμένη», ενώ το ρυθμικό τμήμα, όντας ακαταπόνητο, τα χώνει μέχρι το άπειρο. Soli, breaks, φωνές, άπαντα λειτουργούν στην εντέλεια, σε μια σύνθεση που σφύζει από ένταση και αίσθημα. Τέτοια κομμάτια είναι αδιανόητο ακόμη και σήμερα να ηχογραφηθούν σε Δύση και Ανατολή, και όποιος θέλει ν’ ακούσει τι σημαίνει (ή, έστω, τι σήμαινε στα early eighties) πραγματικά σύγχρονη, ηλεκτρική, λαϊκή δυτικοαφρικανική μουσική δεν έχει παρά να «κολλήσει» στο “Nianky” – θα του φύγει το κεφάλι. Το τελειωτικό χτύπημα θα έρθει με το έσχατο “Raki”, ένα αργό, διδαχτικό track (τραγουδά ο Bassirou Sarr), που έχει να κάνει με τον τρόπο που ενδιαφέρεται ένας πατέρας για το παιδί του (όπως λέει ο ίδιος ο Sarr) στα κείμενα της έκδοσης. Το κομμάτι αυτό διατρέχεται από μιαν εσωτερική και κάπως υπνωτική γραμμή, λειτουργώντας ως πλατφόρμα βασικά για τα soli των πνευστών και βεβαίως τη φωνή του τραγουδιστή. Ανεπανάληπτο κομμάτι… και τα συγχαρητήριά μας στην Teranga Beat, που ξεθάβει από τα… βαθύτερα των βαθών τέτοια αριστουργήματα.
Το “Aw Sa Yone Vol.2” των Dieuf-Dieul de Thiès κυκλοφορεί σε CD και σε δύο εκδόσεις 2LP (η μία σε gatefold cover και η άλλη σε cover-εξαμερή αφίσα τριακοσίων αριθμημένων αντιτύπων).
Επαφή: www.terangabeat.com

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ τα αποτυχημένα τραγούδια του προέδρου της Ένωσης Κεντρώων από το 1972, που συνδέθηκαν, από το πουθενά, με τον Μάνο Χατζιδάκι και την αντίσταση κατά της χούντας!

Πρώτη φορά διάβασα για την ύπαρξη δίσκου του Βασίλη Λεβέντη, πριν χρόνια, σ’ ένα παλιό περιοδικό – μπορεί το… πιο επιπέδου «Φαντάζιο», αλλά μπορεί και η πιο λαϊκή «Βεντέτα». Ή ίσως και κάποιο τρίτο... Έχω φάει τον τόπο να το βρω, αλλά δεν το έχω κατορθώσει μέχρι τώρα. Ήταν ένα μονόστηλο, με τη φωτογραφία τού εξωφύλλου τού πρώτου single, συν κάποια λόγια…
Στο δίκτυο η πρώτη αναφορά στα τραγούδια του Λεβέντη πρέπει να έγινε το 2011 από το blog του δισκοπωλείου Plan 59, ενώ και στο LiFO.gr έγραψε τα σχετικά ο Αντώνης Μποσκοΐτης πριν ένα χρόνο περίπου (27/1/2015).
Στις 30 του περασμένου Αυγούστου (εντός της προεκλογικής περιόδου των βουλευτικών της 20ης Σεπτεμβρίου), όταν το όνομα του Λεβέντη άρχισε να παίζει στα media όλο και πιο πολύ, συνέβη κάτι που είναι εντυπωσιακό… χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Διάφορα μεγάλα να τα πούμε sites, που προφανώς είχαν εντοπίσει το κείμενο του Μποσκοΐτη στο LiFO.gr, άρχισαν να… ξεπατικώνονται (σε σχέση πάντα με τα τραγούδια τού προέδρου), χωρίς να προσθέτουν απολύτως τίποτα δικό τους.
Έτσι, το protothema.gr ανεβάζει σχετικό κείμενο την 30/8 στις 12:41, το iefimerida.gr την ίδια μέρα στις 13:09, το imerisia.gr στις 13:19, το enikos.gr στις 13:31, το zougla.gr στις 13:34, το star.gr στις 16:20, το gazzetta.gr στις 23:02, το antenna.gr στις 23:42 κ.ο.κ. Εν ολίγοις; O… (αντι)γράψας τού (αντι)γράψαντος, με αναπαραγωγή ανακριβειών και πρωτογενή πληροφορία ανύπαρκτη.

Πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα;  

SLIVOVITZ complex ιταλικό progressive

Το τέταρτο άλμπουμ των Ναπολιτάνων Slivovitz, και τρίτο δικό τους για την MoonJune, έχει τίτλο “All You Can Eat”, ηχογραφήθηκε το δίμηνο Μάιος-Ιούνιος του ’15 και κυκλοφόρησε πριν κανα μήνα. Κινείται στην παράδοση των προηγούμενων δύο –θα (ξανα)πούμε ποια είναι αυτή– και περιέχει δυνατά κομμάτια, όπως το “Passannante” για παράδειγμα.
Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα για τους Slivovitz (Derek Di Perri φυσαρμόνικα, Marcelo Giannini κιθάρες, Vincenzo Lamagna μπάσο, Salvatore Rainone ντραμς, Ciro Riccardi τρομπέτα, Pietro Santangelo τενόρο, άλτο, Riccardo Villari βιολί) εκείνο που τους χαρακτήριζε αρχικώς ήταν οι υπαινιγμοί από το progressive rock και folk-rock του ’70, σε συνδυασμό με κάποιες Zappa-ικές και Zorn-ικές τεχνικές στην κατάστρωση των ενορχηστρωτικών ιδεών. Αργότερα, στο “Bani Ahead” (2011) ας πούμε, πρόσθεσαν κι άλλα στοιχεία που είχαν να κάνουν με το Canterbury sound, το RIO, ακόμη και με τις μουσικές του Ennio Morricone, μεγεθύνοντας περαιτέρω τις gypsy/folk αναφορές τους. Τώρα, στο “All You Can Eat”, όσο και αν το πνεύμα των Arti + Mestieri πάντα θα ευλογεί, είναι διακριτές κι άλλες επιρροές από πιο complex συγκροτήματα, όπως τους Curved Air ας πούμε ή τους Carmen (του “Fandangos in Space”).
Σε γενικές γραμμές το αποτέλεσμα στο “All You Can Eat” είναι πιο βαρύ και πιο «δύστροπο», δίχως ποτέ να χάνεται η επαφή με το γλαφυρό και το ωραίο – Ιταλοί είναι οι άνθρωποι… Συνθέσεις, εξάλλου, όπως η έσχατη “Oblio” περικλείουν όλην εκείνη τη… μελωδική εξάρτηση της ιταλικής σκηνής, με τα σκληρά κιθαριστικά riffs να υπενθυμίζουν πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα rock συγκρότημα και με τους σαξοφωνισμούς του Santangelo να μας πηγαίνουν σε πιο καθαρές prog-rock αφηγήσεις, που ποτέ δεν απεμπολούν τη δύναμη και το αίσθημά τους. Ιδίως όταν ενσωματώνονται με τέχνη και με πάθος στην βασική αφήγηση.
Άψογο CD, από μια μπάντα που πατάει γερά στα πόδια της.
Επαφή: www.moonjune.com

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (1941-2016) σκέψεις και απόψεις

Από συζήτηση του Νίκου Παναγιωτόπουλου με τον Γιάννη Σολδάτο, έτσι όπως καταγράφεται στο βιβλίο με το σενάριο της ταινίας Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας [Νεφέλη, Αθήνα 1978;]
Δημήτρης Πουλικάκος - Όλγα Καρλάτου στο εξώφυλλο
Ο κινηματογράφος δεν είναι σκοποβολή για να έχει στόχους. 
Τι είναι λοιπόν ο κινηματογράφος;
Όταν γύριζα τα Χρώματα της Ίριδος προσπάθησα να καταλάβω αυτό ακριβώς. Τι νόημα έχει ο κινηματογράφος; Σήμερα νομίζω ότι έχω κάνει ένα βήμα πιο πέρα. Κατάλαβα πως ο κινηματογράφος είναι σαν τη ζωή. Έχει το νόημα που του δίνουμε. Εκείνο όμως που μένει ακόμα να βρούμε είναι: τι νόημα πρέπει να του δώσουμε, και δεν είναι από τα πιο εύκολα πράγματα. Πιστέψτε με!!
(Και για το σενάριο των Τεμπέληδων της Εύφορης Κοιλάδας;)
Το σενάριο αυτό είναι μια συμβολική απόπειρα αντιμετώπισης της κρίσης της σύγχρονης κοινωνίας με θέμα την οκνηρία και τη χαλαρότητα που έχει διαβρώσει όλες τις βαθμίδες, τα μέλη μιας αλληγορικά προσδιορισμένης οικογένειας, για την οποία η τεμπελιά όχι μόνο δεν θεωρείται ελάττωμα, αλλά αντίθετα καλλιεργείται σαν ένα φυτό, σπάνιο και πολύτιμο. Προχωρώντας βαθύτερα θίγει δομικά προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, αποκαλύπτοντας και τις ευθύνες κάθε κοινωνικού στρώματος.
(Ο καίριος προσανατολισμός είναι σαφώς πολιτικός…)
Αν δει κανείς έτσι το πράγμα πρέπει να δει ότι ο ύπνος, δηλαδή η τέλεια απραξία, εκφράζει στην ταινία την πιο δραστήρια τάξη της ιστορίας. Γιατί όχι; Είναι διασκεδαστικό σαν ιδέα, και είναι και σωστό: η δραστηριότητα της αστικής τάξης είναι μια τρύπα.
(Τι μπορεί να θέλει να πει ο Παναγιωτόπουλος μ’ αυτή την ταινία;)
Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας είναι μια πολιτική ταινία, που προτιμάει, από το ν’ ανεμίζει κόκκινες σημαίες, να βάλει μπροστά στις ευθύνες τους τούς θεατές, να τους στριμώξει, να μην τους δώσει το δικαίωμα για χειροκροτήματα. Όσο λιγότερο χειροκροτεί ο θεατής τόσο περισσότερο σκέφτεται. Άλλωστε, προσωπικά νομίζω πως δεν υπάρχουν περιθώρια για ενθουσιαστικές ταινίες, αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι. Οι λύσεις που προσφέρονται στις οθόνες του κινηματογράφου είναι σαν τα φιλμαρισμένα φρούτα. Έχουν καλύτερη όψη από τα πραγματικά, αλλά δεν τρώγονται.

DAVID BOWIE “LET’S DANCE” ένας χορευτικός ποταμός για τα χρόνια του ’80

Τι σημαίνει μεγαλώνω με τον David Bowie; Πολλά και διάφορα ίσως, αλλά κυρίως ν’ ακούς τα τραγούδια του σε πρώτο χρόνο. Να διαβάζεις στα περιοδικά για τον καινούριο δίσκο του, και να τον ακούς την ίδια ώρα στα ραδιόφωνα, τις τηλεοράσεις και τις… ντίσκο. Να συμμετέχεις δηλαδή σε κάτι κοινό, που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή. Να μοιράζεσαι μαζί με άλλους…
Στις αρχές του ’80, μπορεί να άκουγα το “The Rise And Fall Of Ziggy Stardust...”, για πολλούς λόγους, αλλά και γιατί μου άρεσε ο Κώστας Τουρνάς από πιτσιρίκι, μπορεί στα μέσα της δεκαετίας να είχα σκύψει με φόβο και πάθος στο “Aladdin Sane” και στο “Station to Station”, που παραμένει έκτοτε ίσως ο κορυφαίος για μένα Bowie-δίσκος, μπορεί λίγο πιο μετά να έδωσα προσοχή και στο r&b ξεκίνημά του, στα μέσα των sixties, με τους Davie Jones with the King Bees και τους Manish Boys, περνώντας και λίγο ξώφαλτσα είναι αλήθεια από τη σκληρή «τριλογία του Βερολίνου», όμως όλα αυτά ήταν προσωπικές διαδρομές, τις οποίες άνοιγα στο δικό μου κόσμο, και δεν ενδιέφεραν κανέναν άλλο.
Έτσι, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, τίποτα δεν επέδρασε εντός μου από το songbook του David Bowie όσο το υποτιμημένο (από κάποιους επαΐοντες) “Let’s Dance”, που το άκουσα όταν κυκλοφόρησε, την άνοιξη του ’83… και με το οποίο γινόταν παντού χαμός. Και με το LP εννοώ, αλλά κυρίως με το τραγούδι… που το χορεύαμε στις ντίσκο δυο και τρεις φορές κάθε βράδυ, μουσκεύοντας πουκάμισα και πίνοντας ό,τι να ’ναι…

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

όλοι… πανηγυρίζουμε για τη νίκη του Κυριάκου και το γιορτάζουμε αναλόγως…


DAVID BOWIE (1947-2016)

Δεν έχω κάτι έτοιμο ν’ ανεβάσω στη μνήμη του David Bowie, που πέθανε χθες 10 Ιανουαρίου στα 69 χρόνια του. Υπάρχουν διάφοροι αγαπημένοι δίσκοι του που θα ήθελα με πολύ χαρά να γράψω γι’ αυτούς, όπως το “Aladdin Sane” και κυρίως το “Station to Station”, αλλά θα είναι κάτι βιαστικό (αφού θα πρέπει να ανεβεί μέσα στη μέρα) και δεν θα με καλύπτει.
Αν σκεφτώ κάτι, πάντως, που να βγαίνει πιο εύκολα θα το πράξω…
Όποιος θέλει, βεβαίως, μπορεί να πει οτιδήποτε για τον David Bowie στα σχόλια…

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Ο ΕΞΑΝΔΡΑΠΟΔΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΟΛΩΝ ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΣΥΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ Μέρκελ - Σόιμπλε εναντίον Ελλήνων Βολεμένων… σημειώσατε 2

Ο κύβος ερρίφθη. Τα πάντα τέλειωσαν. Είναι ώρα να τα μαζεύουμε. Τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτό που ονομάζουμε ελληνικό κράτος, σε ό,τι αποκαλούμε πι χι «ελληνική διοίκηση».
Όταν το έχουν πάρει απόφαση μέχρι και οι Γερμανοί, η Μέρκελ με τον Σόιμπλε, πως πλέον σ’ αυτή την παράγκα δεν μπορεί ν’ αλλάξει απολύτως τίποτα –δεν μπορεί, δηλαδή, να ξεβολευτούν οι βολεμένοι– τότε δεν υπάρχει λόγος να το συζητάμε.
Να τους δώσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, τα σπίτια μας και ό,τι άλλο περιουσιακό στοιχείο μάς έχει απομείνει, προκειμένου να μπορέσουν να συντηρήσουν αυτό το ΤΕΡΑΣ, που δεν λέει να σταματήσει να εξαπλώνεται με τίποτα. Ένα blob, μια άμορφη μάζα, μια χλαπάτσα που καλύπτει ό,τι χώρο τής παρέχεται, κατακυριεύοντας τα πάντα. Τελευταίο επεισόδιο; H Δημόσια Επιχείρηση Ενεργειακών Επενδύσεων Α.Ε.» (Δ.ΕΠ.ΕΝ.Ε. Α.Ε.) με διευθύνοντα σύμβουλο σύζυγο βουλευτίνας του ΣΥΡΙΖΑ…
Αυτή η κυβέρνηση της λεγόμενης «αριστεράς», που τρέμει ανά πάσα ώρα και στιγμή να αυτοδιαλυθεί, ψάχνοντας το φιλί της ζωής στα ινδάλματα του πολιτικού trash των nineties, που κρέμεται τέλος πάντων από μια κλωστή η ύπαρξή της, είχε το θράσος να υποσχεθεί –μέσα σ’ αυτή τη διάλυση και την καθημερινή χλαπαταγή– αυξήσεις στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων και πάνω από 45 χιλιάδες προσλήψεις (μόνιμων και εποχικών) μέσα στο 2016!!

BАCИЛИC ПАΠΑКОНCТАНТИNУ τρύπια λόγια για τα κορόιδα…

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

ΤΑΚΗΣ ΜΠΑΡΜΠΑΓΑΛΑΣ αυγερινός – αποσπερίτης

Τον Τάκη Μπαρμπαγάλα τον ξέρουμε όλοι. Έτσι νομίζω. Και τον ξέρουμε από τα τέσσερα βασικά συγκροτήματα στα οποία έχει συμμετάσχει τα τελευταία 30 χρόνια. Τη Λευκή Συμφωνία, τους Red Mist, τους Will-O-The Wisp και τους Manticore’s Breath. Τώρα θα τον γνωρίσουμε ακόμη καλύτερα, έτσι (ξανα)νομίζω, από το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του που έχει τίτλο “Phosphorus-Hesperus” και που κυκλοφορεί από τις WOW Records και Missing Vinyl σε διάφορες μορφές βινυλίων και σε 665 συνολικώς αντίτυπα.
Τι κάνει το “Phosphorus - Hesperus”, ή επί το νεοελληνικότερον «Αυγερινός - Αποσπερίτης», ξεχωριστό; Το γεγονός πως ο κιθαρίστας και συνθέτης Μπαρμπαγάλας βρέθηκε, εδώ, σε εξαιρετική φόρμα, ξεπερνώντας εαυτόν. Αυτό το απλό.
Ο Μπαρμπαγάλας προτείνει ένα υλικό που σφραγίζεται βασικά από την πείρα και τη συνθετική… σωφροσύνη του, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί αυτά τα δύο μέσα από την ενασχόλησή του με το progressive – τα διδάγματα του οποίου δεν τα έχει απλώς κατανοήσει, αλλά και απλώσει βαθιά μεσ’ στη ψυχή του. Έτσι, εκείνο το οποίον βγαίνει προς τα έξω, κάθε φορά, σε κάθε σύνθεσή του, είναι το, στον ίδιο βαθμό, άψογο στη δομή του και επαρκέστατο στο συναισθηματικό φορτίο του. Και αυτό είναι το δύσκολο. Να γράψεις progressive rock, που να ρέει δίχως ζόρια, και ταυτοχρόνως να σε δονεί και να σε φτιάχνει.
Έχει δώσει κι άλλους ενδιαφέροντες ή και πολύ ενδιαφέροντες δίσκους ο Μπαρμπαγάλας (με τα γκρουπ εννοώ), δεν υπάρχει λόγος, κανένας τους όμως δεν φθάνει στο ύψος του “Phosphorus-Hesperus”. Έτσι φρονώ. Δεν είναι «καλά λόγια» και… εξυπηρέτηση προς τον Τάκη αυτό – με τον οποίον, αν και τον ξέρω φυσιογνωμικώς εδώ και πολλά χρόνια (από τα δισκάδικα πρώτα-πρώτα), έχω συζητήσει μαζί του μόνο μια φορά (για το Jazz & Τζαζ) πριν από μια δεκαετία και βάλε. Είναι η… ψυχρή εντύπωσή μου, έτσι όπως διαμορφώθηκε αυτή από το άκουσμα ενός… θερμού-θερμότατου άλμπουμ, που σε «πιάνει».
Κιθαριστικό progressive είναι το στυλ του Μπαρμπαγάλα στο “Phosphorus - Hesperus”, διανθισμένο με στοιχεία ψυχεδελικά όπως και γερμανικού rock (όχι kraut αναγκαστικώς), που μπορεί να άρχεται από τους Pink Floyd ας πούμε συναντώντας, όμως, στην πορεία το «βαρύ» των Τευτόνων και από ’κει τα πιο dreamy psych γκρουπ της ίδιας σκηνής. Μάλιστα, όλα τούτα συνυπάρχουν στην τελευταία 17λεπτη σύνθεση του άλμπουμ, που αποτελεί από μόνη της έναν ύμνο του σύγχρονου progressive (ελληνικού και όχι).
Ας αναφέρουμε και τα ονόματα των υπολοίπων μουσικών, αφού χωρίς αυτούς δεν νοείται «αποτέλεσμα». Έχουμε και λέμε λοιπόν (μερικοί είναι γνωστοί από τους Manticore’s Breath κ.ά.): Κώστας Κωστόπουλος ντραμς, κρουστά, Κώστας Παγώνας μπάσο, Κώστας Συνοδινός farfisa, Αμαλία Κουντούρη φλάουτο, Άγγελος Γερακίτης φωνή, Ειρήνη Μπαρμπαγάλα φωνή.
Συμπέρασμα. Θέλει κότσια, δυνατότητες (εσωτερικές και άλλες) να κάνεις ένα άλμπουμ σαν το “Phosphorus - Hesperus”. Ένα άλμπουμ, που ενώ πατάει στο παρελθόν, έχει αύρα και λόγο προσωπικό – και τούτο επειδή πατάει καλά, χωρίς να μετεωρίζεται.
Επαφή: στα καλά καταστήματα