Τετάρτη 7 Ιουλίου 2021

FEELING OF PRESENCE, NEUMATIC PARLO, CAPTAIN KICKARSE AND THE AWESOMES, ONE ARM, PHURPA & QUEEN ELEPHANTINE νέα ροκ συγκροτήματα από Γερμανία, Αυστραλία, Γαλλία και Ρωσία που κινούνται σε progressive και «ψυχεδελικές» περιοχές

FEELING OF PRESENCE: Of Lost Illusion [Tonzonen Records, 2021]
Μπάντα του ενός ή μπάντα κανονική; Σε κάθε περίπτωση οι Γερμανοί (από την Bayreuth) Feeling of Presence έχουν τώρα ένα άλμπουμ στη γύρα, το οποίον αποκαλείται “Of Lost Illusion”. Όλα τα κομμάτια (και τα έξι) τα έχει γράψει ο Andreas Hack, ο οποίος παίζει επίσης όλα τα όργανα (κιθάρες ηλεκτρικές και ακουστικές, μπάσο, πλήκτρα...), με την Nerissa Schwartz να χειρίζεται e-harp και mellotron, και με τον Wolfgang Ostermann να παίζει ντραμς. Επίσης να πούμε πως το mastering έχει γίνει από τον γνωστό τοις πάσι Eroc, και πως ολάκερο το άλμπουμ είναι instrumental.
Είναι πολύ συνηθισμένος στην εποχής μας ο όρος
instrumental rock. Και μάλιστα είναι και αισθητικά προσδιορισμένος, έχοντας να κάνει, χονδρικώς, με ήχους post-rock, progressive rock, ambient rock ή και... σάουντρακ μη υπαρκτών ταινιών.
Όλα αυτά τα επιμέρους ανιχνεύονται στα passages των Feeling of Presence, με τις έξι συνθέσεις τού LP/CD να κυλούν, μέσα σ’ ένα πυκνό πλαίσιο, δίχως χάσματα και παρεκκλίσεις.
Οι Feeling of Presence είναι σίγουροι, δηλαδή, για τον ήχο τους, που εμφανίζει και επικά στοιχεία, μα ταυτοχρόνως (στο ίδιο track) και λυρικά (“A weird form of darkness”) – και είναι αυτό ένα από τα πολύ βασικά γνωρίσματα τούτων των σύγχρονων instrumental groups, το ανακάτεμα δηλαδή έπος και λυρισμού.
Υπάρχουν, όμως, και θέματα που ξεφεύγουν προς το καλύτερο από αυτήν την “post” οπτική και ένα απ’ αυτά –και ίσως το ωραιότερο του άλμπουμ– να είναι το “Fluorescent detail”. Ένα θαυμάσιο prog-rock instrumental, που θα μπορούσε να κάνει εντύπωση και στα seventies.
Γενικώς μια ωραία και ευχάριστη δουλειά από τους Feeling of Presence, που δείχνουν χαρακτήρα σίγουρης και ψαγμένης μπάντας.
Επαφή: www.tonzonen.de
NEUMATIC PARLO: Random Toaster [Unique Records]
Πέρυσι είχαμε γράψει για τους Neumatic Parlo από το Ντίσελντορφ, με αφορμή το παρθενικό τους CD/EP “All Purpose Slicer”. Τώρα, έχουμε στο player μια δεύτερη επίσης συντομευμένη κυκλοφορία τους, ένα ακόμη mini-CD με πέντε tracks, το οποίον αποκαλείται “Random Toaster”.
Να πούμε πως Neumatic Parlo παραμένουν οι Simon Hartmann κιθάρες, Justin Jansen ντραμς, Frederick Oltersdorf μπάσο, Luis Wedekind συνθεσάιζερ και Vincent Göttler φωνή, κιθάρες και πως το “Random Toaster” είναι πολύ καλό, με πιο σίγουρα τραγούδια από το “All Purpose Slicer” – κάτι, βεβαίως, που δείχνει πως το γερμανικό συγκρότημα βρίσκεται σε άνοδο, με ακόμη καλύτερες προσλαμβάνουσες από το παρελθόν, που το βοηθούν να δώσει ορισμένα καταπληκτικά τραγούδια, όπως είναι το 5λεπτο “Ghost” για παράδειγμα.
Φυσικά και σ’ αυτήν την προσπάθειά τους οι Neumatic Parlo διατηρούν πολλά από τα pop-rock sixties στοιχεία τους, εμπλουτίζοντάς τα με πιο θορυβώδεις κιθάρες, έχοντας την ίδια φωνητική άνεση (τραγουδούν στην αγγλική) και βεβαίως μια ταχύτητα στις συνθέσεις τους, που τις κάνει να ακούγονται με ακόμη περισσότερη ευκολία.
Επιμέρους αναφορές απ’ όλα το σώμα τής... εκλεπτυσμένης pop υπάρχουν πάρα πολλές, εδώ, αλλά σημασία έχει, πρωτίστως, ο τρόπος αφομοίωσής τους από τους Γερμανούς, οι οποίοι αποδεικνύονται, για μια δεύτερη φορά, αρκετά μελετημένοι.
Και τα τέσσερα πρώτα κομμάτια τους είναι πολύ καλά (είπαμε πιο πάνω ποιο ξεχωρίζει), με το πέμπτο 10λεπτο “Airplane”, με την μακριά αργή «ψυχεδελική» εισαγωγή και την αναμενόμενη επιτάχυνση μετά το έκτο λεπτό (σαν ένας φανταστικός συνδυασμός The End και The Moody Blues) να κλείνει το “Random Toaster” μ’ έναν σίγουρα άξιο τρόπο.
Επαφή: https://uniquerecords1988.bandcamp.com/
CAPTAIN KICKARSE AND THE AWESOMES: Grim Repercussions [Bird’s Robe Records, 2014/2021]
Πριν λίγο καιρό (2 Ιουνίου) είχαμε γράψει, εδώ στο blog, για τα δεκάχρονα τής αυστραλιανής εταιρείας Bird’s Robe Records (https://diskoryxeion.blogspot.com/2021/06/birds-robe-records-10.html), παρουσιάζοντας τρία άλμπουμ της από το παρελθόν, που επανακυκλοφορούν τώρα σε CD. Για ένα τέταρτο άλμπουμ, του ίδιου καταλόγου, θα γράψουμε τώρα. Πρόκειται για το παρθενικό μιας μπάντας από το Σίδνεϋ, των Captain Kickarse and the Awesomes, που είχε τίτλο “Grim Repercussions” και που περιλαμβάνει εννέα instrumental tracks.
Έχουμε λοιπόν άλλη μία περίπτωση σύγχρονου instrumental γκρουπ εδώ, που κινείται προς «σκληρές», progressive ας τις πούμε, κατευθύνσεις.
Τρίο είναι οι Captain Kickarse and the Awesomes, αποτελούμενοι εκ των Phil McCourt κιθάρες, Alex Wilson μπάσο και Alex O’Toole ντραμς. Και κάπως ένα ροκ τρίο, τέτοιου τύπου δεν μπορεί παρά να κινείται προς το hard-prog – ένα ιδίωμα, που ήκμαζε στα early seventies, και που ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο χρόνια μετά, δεκαετίες μετά, μέσα από το stoner και τις παραφυάδες του.
Οι Captain Kickarse and the Awesomes έχουν οπωσδήποτε ιδέες –δεν υπάρχει αμφιβολία περί αυτού–, αλλά ακούγονται κάπως «μπερδεμένοι». Άλλοτε είναι πιο «κατανοητοί» και άλλοτε περισσότερο πειραματικοί (“A beard of bees”), ψάχνοντας να βρουν ρυθμικά υπόβαθρα, βασικά, προκειμένου να απλώσουν τα παιξίματά τους. Παιξίματα, που στηρίζονται στις ταχύτητες και στην ρυθμική κιθάρα, με τις πιο μελωδικές παρασπονδίες (άκου το 2λεπτο “Woven in with the violets”) να αποτελούν κάτι σαν «όαση» μέσα στον γενικότερο ορυμαγδό, που ανά σημεία διαθέτει και κάποιες κλασικές fusion προοπτικές.
Με την αίσθηση του jam να κυριαρχεί στα μεγαλύτερα στο χρόνο tracks, όπως στο 7λεπτο “Smallcastle” (από τα ωραιότερα του CD), στο 8λεπτο “The grapes” και κυρίως στο σχεδόν 13λεπτο “Grim Repercussions”, οι Captain Kickarse and the Awesomes είναι μια μπάντα, με πολλές και ενδιαφέρουσες στιγμές, μαζεμένες σχεδόν όλες σ’ αυτό το άλμπουμ τού 2014.
Επαφή: https://birdsrobe.bandcamp.com/album/grim-repercussions
ONE ARM: Mysore Pak [Atypeek Music, 2021]
Περίεργη γαλλική μπάντα, από το Παρίσι, οι One Arm έχουν ιστορία που χάνεται στις αρχές των 90s, όταν πρωτοσχηματίστηκαν ως μια καθαρά γυναικεία ομάδα. Από εκείνη την σύνθεση σήμερα παραμένουν στο γκρουπ η Laure (μπάσο, φωνή +) και η Marine (ντραμς +), ενώ έχουν προστεθεί ο Dilip (ντραμς +) και ο Rico (μπάσο +). Δύο άντρες και δύο γυναίκες λοιπόν, δύο μπασίστες και δύο ντράμερ, που χειρίζονται και άλλα όργανα (κιθάρες, πλήκτρα, ούτι, εφφέ κ.λπ. γι’ αυτό έχουμε προσθέσει το “+”) και που μαζί με κάποιους guests σε φωνές, μπάσο και πλήκτρα δημιουργούν αυτό το άλμπουμ, το “Mysore Pak”, που ήταν ηχογραφημένο χρόνια πριν, ως demo, και που τώρα (εκείνο το demo) επανεπεξεργάζεται, προκειμένου να κυκλοφορήσει σε CD και digipak.
Είναι παράξενος ο ήχος των One Arm – και σίγουρα όχι συνηθισμένος. Εν ολίγοις διαθέτει επιρροές από πολλές διαφορετικές δεκαετίες, από τα sixties έως τα nineties, θυμίζοντας άλλοτε γκρουπ του «ψαγμένου» rock, και άλλοτε μια πολύ ιδιαίτερη new wave μπάντα. Διαθέτουν πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία οι One Arm, ακόμη δε και ethnic (“Fiddle”), τα οποία εντάσσουν μέσα σ’ ένα γενικότερο σύμπλεγμα, που θα μπορούσε να θυμίζει από Natacha Atlas, μέχρι Cherry Bandora και Gaye Su Akyol. Φυσικά δεν είναι όλα τα κομμάτια έτσι – γιατί εδώ υπάρχει από απίθανη, σύγχρονη «ψυχεδελική ποπ» (“Real”) και εξαιρετικό new-wave rock (“City”), μέχρι electronic rock (“One arm”) και… “Hitch-raping”.
Ωραίοι!
Επαφή: www.atypeekmusic.com
PHURPA & QUEEN ELEPHANTINE: Ita Zor [Atypeek Music / 4iB Records / Misophonia Records]
Εντάξει, πρόκειται από αυτά τα ακούσματα, που θα τα χαρακτήριζες μοναδικά. Όχι γιατί δεν έχεις ξανακούσει κάτι ανάλογο ή περίπου ανάλογο, αλλά γιατί αυτό που παρουσιάζουν, στο “Ita Zor”, δύο καταξιωμένα και ανάδελφα σχήματα, οι Ρώσοι ιερουργοί Phurpa (υπό τον Alexey Tegin) και οι κοσμικοί ψυχεδελιστές (από Χονγκ-Κονγκ, με έδρα τώρα την Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ) Queen Elephantine (Indrayudh Shome, Samer Ghadry, Brett Zweiman, Nathanael Totushek, Ian Sims, Camden Healy, Floris Moerkamp, Buddy van Nieuwenhoven) είναι τόσο... εσωστρεφές και απόλυτο, ώστε να σε αναγκάζει να σκύψεις με ευλάβεια και με προσοχή στην κοινή συνομιλία τους.
Για τους Phurpa μπορεί να μην έχουμε ξαναγράψει στο blog, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως οι φίλοι τής out music δεν τους ξέρουν, και δεν έχουν υπ’ όψιν τους όλα εκείνα που πράττουν οι Ρώσοι τα τελευταία 15 χρόνια. Εν ολίγοις να πούμε πως η εν λόγω κολεκτίβα καταπιάνεται με την απόδοση τελετουργικών μουσικών της παλαιότερης βουδιστικής παράδοσης του Θιβέτ (Bon), χρησιμοποιώντας τοπικά όργανα και, βασικά, τεχνικές throat singing.
Στο “Ita Zor”, οι Phurpa, που διατηρούν πάντα το φωνητικό κομμάτι τής εγγραφής, συνεργάζονται με τους καταξιωμένους cosmic rockers Queen Elephantine, με το αποτέλεσμα να καταγράφεται σ’ αυτό το CD (συν digital και tape), που με άνεση εισχωρεί στο απαύγασμα της ritual kosmische musik.
Για τους οπαδούς των Kalacakra... και πολύ πιο πέρα.
Επαφή: www.atypeekmusic.com

Τρίτη 6 Ιουλίου 2021

o πάταγος της RAFFAELLA CARRÀ στην Ελλάδα, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70

Τεράστια πορεία και καριέρα για την Ιταλίδα τραγουδίστρια, show-woman και άλλα πολλά Raffaella Carrà ή Ραφαέλα Καρά, που έφυγε από τη ζωή στα 78 χρόνια της, κατά πρώτον σε χρονική έκταση – μιας και η Καρά εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην οθόνη το 1952 σε ηλικία εννέα ετών! Αν σκεφθούμε πως ηχογράφησε καινούρια τραγούδια το 2018 και πως ουσιαστικά δεν έλειψε ποτέ από τα φώτα, λέμε για μια καλλιτεχνική διαδρομή που αγγίζει τα 70 χρόνια! 
Με μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία ήδη από τις αρχές του ’70 η Ραφαέλα Καρά έγινε γνωστή στους πάντες μέσα από το τηλεοπτικό σόου τής RAI 1 “Canzonissima”, το οποίο παρουσίαζε εκείνη την εποχή, σπάζοντας τα κοντέρ ακροαματικότητας με τις τολμηρές εμφανίσεις και τις ανάλογες χορογραφίες της.
Ήταν θέμα χρόνου για την Ραφαέλα Καρά να περάσει την Αδριατική, σκάζοντας σαν βόμβα στην Ελλάδα λίγο μετά τα μέσα του ’70. Υπεύθυνος γι’ αυτό; Ο αείμνηστος παραγωγός Τάσος Φαληρέας (1940-2000), σοβαρός παράγοντας τότε της δισκογραφίας (δούλευε για την CBS) και με μάτι ανοιχτό στο εμπορικό κομμάτι της. Όπως είχε πει και ο ίδιος, σε μιαν αφήγησή του στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi (τεύχος #243, Ιούνιος 1993), με κάποια δόση δικαιολογημένης, ίσως, αυταρέσκειας:
«Εγώ ίδρυσα την CBS στην Ελλάδα με δύο Εβραίους. Ύστερα έφερα διευθυντή τον Ραμπίνοβιτς.(...) Ο Ραμπίνοβιτς με ενδιέφερε γιατί τον είχα γνωρίσει στον Τσιτσάνη και οι αντιδράσεις του, απέναντί του, μου άρεσαν. Είχα σχέδιο τότε να πάρω τον Τσιτσάνη κοντά μου, στην CBS.(…) Έτσι με τον Ραμπίνοβιτς ξεκινήσαμε καλά, του έδωσα την ιδέα της Ραφαέλλα Καρρά, που πούλησε τότε ούτε κι εγώ ξέρω πόσες χιλιάδες δίσκους».
Ναι, πούλησε πολύ τότε η Ραφαέλα Καρά, σπάζοντας τα ταμεία και εκτοξεύοντας όχι μόνον τις ακροαματικότητες, αλλά και τις αδρεναλίνες του αντρικού πληθυσμού της εποχής, με το αχαλίνωτο, για τα... χρηστά μέτρα και ήθη εκείνων των χρόνων, σόου της. Σόου, τα οποία παρήγαγε και μετέδιδε η κρατική τηλεόραση.
Το πρώτο LP τής Καρά, που τυπώνει η ελληνική CBS τότε ήταν το “Forte Forte Forte” (1976), που περιείχε και τις πρώτες πολύ μεγάλες επιτυχίες της στην χώρα μας, όπως ήταν το ομώνυμο τραγούδι και κυρίως το “A far l'amore comincia tu” – με τα τραγούδια να «κόβονται» και στις 45 στροφές, και με το δισκάκι να ακούγεται ανελλιπώς στα τζουκ-μποξ, μαζί με τα άλλα hits της περιόδου (ελληνικά και «ξένα»).
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/prosopa/apolies/o-patagos-tis-rafaela-kara-stin-ellada-sto-deytero-miso-tis-dekaetias-toy-70

Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

NATSUKI TAMURA ένα σόλο άλμπουμ από έναν master τρομπετίστα κ.λπ.

Στον ιάπωνα τρομπετίστα Natsuki Tamura έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο δισκορυχείον. Κατ’ αρχάς ο Tamura συνεργάζεται στενά με την σύζυγό του συνθέτρια, πιανίστρια και αυτοσχεδιάστρια Satoko Fujii, συμμετέχοντας μαζί της (και με άλλους) σε πάμπολλα projects, υπό ποικίλα ονόματα (Kaze, Amu, Mahobin, Kira Kira, Gato Libre κ.λπ.). Ως παλαιός μουσικός, που εμφανίζεται στην ιαπωνική σκηνή της jazz, από τα χρόνια του ’70 ήδη, ο Tamura έχει και πιο «ειδικές διαδρομές», όντας σε επαφή με ποικίλους μουσικούς και συγκροτήματα, όπως έχει και αυστηρώς προσωπική δισκογραφία. Solo projects εννοούμε. Για ένα τέτοιο άλμπουμ, το “Dragon Nat” (2013) είχαμε γράψει παλαιότερα στο blog.
Τώρα, εορτάζοντας τα 70 χρόνια του στη ζωή και τα 52 του στη σκηνή, ως επαγγελματίας τρομπετίστας, ο Natsuki Tamura έχει έτοιμο ένα νέο σόλο άλμπουμ, το οποίον αποκαλεί “Koki Solo” [Libra Records, 2021] – ένα εντελώς παράξενο και μοναδικό άλμπουμ των οκτώ tracks, για σόλο τρομπέτα, κρουστά, πιάνο και φωνή.
Δεν είμαστε σίγουροι αν έχει επιχειρήσει άλλη τέτοια ηχογράφηση στο παρελθόν ο Tamura –μάλλον όχι– και μάλλον το πράττει τώρα, για λόγους και... εορταστικούς, μα και για πιο πρακτικούς, που συνδέονται με τις καραντίνες, τις απομονώσεις και τα συναφή.
«Ντύνεται» λοιπόν τρομπετίστας –πάντα «ντυνόταν» έτσι εξάλλου– και ακόμη πιανίστας και percussion player, και ταυτοχρόνως και βοκαλίστας, έτοιμος να συνοδεύσει με παράξενα φωνητικά, το πιάνισμα και τα χτυπήματά του στα κρουστά (βασικά).
Για να μην υπάρχει παρεξήγηση να πούμε πως ο ιάπωνας μουσικός δεν είναι κάποιος ερασιτέχνης, των άλλων οργάνων, που δοκιμάζει τώρα ξαφνικά, στα 70 του, να αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορεί να τα καταφέρει στο πιάνο και τα κρουστά. Χειρίζεται πιάνο και κρουστά από πολύ παλιά, εδώ και δεκαετίες δηλαδή –το πιάνο ήταν αναγκαίο, για τα μουσικά σχολεία από τα οποία είχε περάσει, ενώ τα κρουστά προέκυψαν από ξαφνικές ανάγκες στα κλαμπ, όπως σημειώνει ο ίδιος στο ένθετο του CD–, κάτι το οποίον φαίνεται εξάλλου (και με το παραπάνω!) σε όσα καταγράφονται στο “Koki Solo”.
Ας πούμε λοιπόν πως στο εν λόγω άλμπουμ δεν υπάρχουν overdubs οργάνων και πως σε κάθε track ακούμε τον Tamura είτε ως τρομπετίστα, είτε ως πιανίστα, είτε ως «κρουστό» (συνήθως και με φωνητικά στις δύο τελευταίες περιπτώσεις).
Το άκουσμα είναι οπωσδήποτε ασύνηθες και ενίοτε μοναδικό.
Για τις τρομπετικές ικανότητες του ιάπωνα οργανοπαίκτη δεν χρειάζεται να (ξανα)γράψουμε κάτι, καθότι τα έχουμε πει πολλές φορές στο παρελθόν. Το παίξιμό του είναι τεράστιας γκάμας – προς κάθε διάσταση, και προς κάθε χαρακτήρα. Μπορεί να είναι βίαιο, μα και λυρικό. Μπορεί να στηρίζεται στην επεξεργασμένη μελωδία, μα και στον άκρατο πειραματισμό, με καινοφανή ηχοχρώματα, απροσδιόριστα timbre και άκρατη φαντασία. Μπορεί να είναι προφανές και κατόπιν εντελώς έξω από τα όρια.
Επίσης στα κρουστά θα μπορούσε, άνετα, να τον αποκαλέσεις βιρτουόζο και προφανώς αυτοδύναμο percussion player. Στο “Koko Solo” ο Tamura παίζει με... κουζινικά σκεύη! Κατσαρόλες και τηγάνια(!), τα οποία χτυπά με μπαγκέτες ή και με ό,τι άλλο – δεν μπορείς κάθε φορά να ξέρεις, αν δεν βλέπεις. Τα σόλο κρουστά tracks του CD (δηλαδή τα “Karugamo” και “Kamome”) είναι εντυπωσιακά. Τα κρουστά, ως γνωστόν, είναι σύμφυτα με την ιαπωνική μουσική και τελετουργική παράδοση και σ’ αυτή την μεγάλη παράδοση ανήκει-κινείται και ο Tamura.
Μα και το βασικό πιανιστικό track, το 10λεπτο “Bora” (πιανιστικό είναι και το 3λεπτο “Isoshigi”, που κλείνει το άλμπουμ) διατρέχεται από «κρουστή» αντίληψη. Υπάρχουν μικρά patterns μελωδιών, διαμορφωμένα από λίγες επαναλαμβανόμενες νότες, αλλά βασικά υπάρχουν «χτυπήματα», που σε συνδυασμό με τα φωνητικά, στα τρία τελευταία λεπτά, προσδίδουν στο άκουσμα μία trance διάσταση.
Φυσικά και τα «τρομπετικά» κομμάτια, που είναι τα περισσότερα, είναι εκπληκτικά, με το “Sagi” να δημιουργεί ένα υποβλητικό και μαζί ένα αδιανόητα... αποπνικτικό περιβάλλον, «σήμα κατατεθέν» τής εντελώς ιδιοσυγκρασιακής ρότας, στην οποίαν έχει αποφασίσει να κινείται, εδώ και δεκαετίες, τούτος ο εντελώς ξεχωριστός μουσικός.
Επαφή: www.natsukitamura.com

Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

ΖΑΝ ΒΑΣΙΛΗ ο τραγουδιστής στο καμπαρέ της Τρούμπας, στην ταινία «Καλώς ήλθε το δολλάριο» του Αλέκου Σακελλάριου – η πορεία του σε Γαλλία και Ελλάδα: τα τραγούδια, οι δίσκοι και οι ταινίες του

Η ταινία «Καλώς ήλθε το δολλάριο» (1967) σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου –στηριγμένη στην θεατρική κωμωδία των Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου «Ο 6ος Αμερικανικός Στόλος», που είχε ανεβεί την θεατρική σεζόν 1958-59 από τον θίασο του Μίμη Φωτόπουλου– είναι μία από τις πιο ευχάριστες και διασκεδαστικές ταινίες τού παλαιού ελληνικού κινηματογράφου (λειτουργώντας φυσικά μέσα από τα «σχήματα» της εποχής), και γι’ αυτό το λόγο την δείχνουν και την ξαναδείχνουν τα τηλεοπτικά κανάλια.
Την «υπόθεση» της ταινίας την ξέρουν όλοι.
Ένας λογιστής (Γιώργος Κωνσταντίνου) συντηρεί, με δυσκολίες, την οικογένειά του –την μητέρα του (Τζόλυ Γαρμπή) και τους δύο ακαμάτηδες αδελφούς του (Ορφέας Ζάχος, Αλέκος Τζανετάκος)–, αντιμετωπίζοντας σοβαρό οικονομικό πρόβλημα και μαζί μιαν επικείμενη έξωση, λόγω κατεδάφισης του νοικιασμένου σπιτιού τους. Φιλότιμος ων κι εργατικός δεν το βάζει κάτω και κάπως έτσι, σαν δεύτερη δουλειά, πηγαίνει να παραδώσει μαθήματα αγγλικών σε δύο κορίτσια (Νίκη Λινάρδου, Σάσα Καστούρα), που δουλεύουν σαν κονσοματρίς σ’ ένα καμπαρέ της Τρούμπας. Η περιοχή βρίσκεται σε αναβρασμό, λόγω της παρουσίας τού αμερικανικού στόλου στο λιμάνι του Πειραιά και όσοι ξέρουν αγγλικά βγάζουν μεροκάματο, εκτελώντας χρέη διερμηνέα. Ο λογιστής-καθηγητής πείθεται από τα αφεντικά τού καμπαρέ (Νίκος Φέρμας, Άννα Καλουτά) να αναλάβει κι άλλα καθήκοντα, καθώς γίνεται κράχτης και αυτός, αυξάνοντας το εισόδημά του και γνωρίζοντας τον έρωτα τής ζωής του στο πρόσωπο μιας... μαθήτριάς του (Νίκη Λινάρδου).
Η ταινία ήταν συμπαραγωγή της Άνζερβος και της
Orwo Hellas, ήταν έγχρωμη –όπως διαβάζουμε στους τίτλους τέλους της ήταν η πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία, η επεξεργασία της οποίας είχε γίνει καθ’ ολοκληρίαν σε εγχώρια κινηματογραφικά εργαστήρια–, ενώ είχε πάει σχετικά καλά και σε εισπράξεις, καθώς στην σεζόν 1967-68 είχε κόψει περίπου 165.000 εισιτήρια, στους κινηματογράφους πρώτης προβολής Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων (39η από τις 99 ταινίες της περιόδου).
Μουσική και τραγούδια στο «Καλώς ήλθε το δολλάριο» είχε γράψει ο Γιάννης Σπανός (το δεύτερο δικό του σάουντρακ σε ελληνική ταινία). Μουσικές εύθυμες και μοντέρνες βασικά (σέικ, στυλ παριζιάνικου καμπαρέ κ.λπ,), με τα τρία τραγούδια, σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου, να ακούγονται σχετικά νωρίς στην ταινία.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/zan-basili-o-tragoydistis-sto-kampare-tis-troympas-stin-tainia-kalos-ilthe-dollario

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

ONEPOINTWO η πιο νέα δουλειά του μουσικού από την Θεσσαλονίκη

Το τέταρτο δισκογράφημα του Onepointwo από την Θεσσαλονίκη, που μας απασχολεί στο δισκορυχείον είναι το mini-CD “Into the Zone” [Private Pressing, 2021], το οποίο, σε φυσική μορφή, είναι τυπωμένο σε 20 μόλις αριθμημένα αντίτυπα. Για το παρελθόν του μουσικού, μπορείτε να «χτυπήσετε» το όνομά του στο “search” του blog («αναζήτηση αυτού του ιστολογίου»), στη στήλη δεξιά, και να δείτε διάφορα...
Όπως έχουμε γράψει κι άλλες φορές, λοιπόν, ο
Onepointwo συνθέτει ηλεκτρονική μουσική – και δεν είναι λάθος να χρησιμοποιούμε αυτόν τον πεπαλαιωμένο όρο, για την δική του περίπτωση.
Οι αναφορές τού Onepointwo είναι seventies και eighties βασικά, διατηρώντας στο ηχητικό οπλοστάσιό του άλλοτε το feelling των Tangerine Dream, άλλοτε το feeling της εταιρείας Sky και γενικώς το feeling του γερμανικού ηλεκτρονισμού, χωρίς άλλες περιττές και ανέξοδες αναφορές.  
Και σ’ αυτό το επίπεδο, σ’ αυτή την κατεύθυνση, οι συνθέσεις του Onepointwo στέκονται αρκετά καλά, κινούνται αρκετά καλά, άλλοτε σε πιο μελωδικά πλαίσια, και άλλοτε σε περισσότερο «μπιτάτα», όπως συμβαίνει για παράδειγμα με το δεύτερο track του CD, που έχει τίτλο “Visionary movement” (οι τίτλοι των tracks δεν αναγράφονται στην έκδοση, αλλά τους βλέπουμε από το bandcamp) και είναι από τα ωραιότερα του “Into the Zone”.
Γενικώς το beat δεν αποφεύγεται στο άλμπουμ – ορισμένες φορές μάλιστα είναι και «βαρύ», όπως στο “Depths of Herat”, ένα track που ξεκινά αλλιώς και εξελίσσεται αλλιώς (περισσότερο cosmic, από ένα σημείο και μετά).
Το κλείσιμο, με το “The folding wave of time”, ένα πιο «απλωμένο» κομμάτι, με μελωδική εξέλιξη και «ροκ» παρεμβολές, σε στυλ progressive-electronic, δείχνει τα πολυποίκιλα ενδιαφέροντα του Onepointwo, μερικά εκ των οποίων αξίζει, περισσότερο, να καλλιεργηθούν.
Επαφή: https://onepointwo.bandcamp.com/album/into-the-zone

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 383

30/6/2021
«Σεξ και Αρχαιοκαπηλία» (1979). Ο Γιώργος Γκιντής σε αδιέξοδο...

30/6/2021
Πρόκειται περί ξεδιάντροπων και ακαμάτηδων, περί ευτελών και φαιδρών προσώπων, που νομίζουνε ότι οι πίνακες ζωγραφικής είναι κάτι σαν τα αγγούρια στη λαϊκή – τους πιάνουμε με ό,τι να’ναι, απ’ όπου να’ναι, με χέρια βρώμικα, ιδρωμένα κ.λπ. Τους πετάμε και κάτω άμα λάχει – έλα μωρέ τώρα, τι θα πάθουνε...
Θέλανε να δώσουνε και σώου μπροστά στις κάμερες, οι τυχάρπαστοι και οι αναλφάβητοι.
Άλλα έτσι είναι παντού, αυτοί, σε όλα τα επίπεδα.
Ξύνει ο άλλος τα @@ του και μετά μπορεί να πάει να βάλει τη μουράκλα του απίκο σ’ έναν πίνακα ή να τον πιάνει... για να δει πώς είναι. Αγροίκοι και απαίδευτοι καραγκιόζηδες. Από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο.

29/6/2021
Τι Αγγλίες και Γερμανίες μωρέ, εδώ έχουμε Λάρισα από τα μέσα του ’70.
Ο Μαντζουράκης ήταν πριν στον ΠΑΟΚ, ο Λέλης (καλός κεντρικός αμυντικός) είχε περάσει και από την ΑΕΚ, ενώ ο Μίλτος Σεϊταρίδης ήταν αδελφός του Δημήτρη Σεϊταρίδη (επίσης τότε στην ΑΕΛ) και μπάρμπας τού πιο γνωστού, στους νεότερους, Γιούρκα. Ο Σιαβάλας ήταν φυσικά ο τερματοφύλακας...

29/6/2021
Πού τους χάνεις, πού τους βρίσκεις... Τους έχουνε στήσει άγαλμα οι λουλουδούδες...

29/6/2021
Για όλα είπανε, μόνο για τις εκκλησίες δεν είπανε κουβέντα. Πώς θα ανάβουμε κεράκι, ρε μ@λ@κες, από 15 Ιουλίου και μετά;

28/6/2021
Mόνο τέτοια κομμάτια, τέτοιαν ώρα. Roxy Music…
https://www.youtube.com/watch?v=jMry1Xp8ECk

28/6/2021
Είναι αδικία να επιβραβεύονται με 150άρια οι ρεμπεσκέδες των κορωνοπάρτι και οι διαδηλωτές του πολυδολοφόνου, που όλη την άνοιξη μετέδιδαν την ίωση, όταν κάποια άλλα παιδιά δούλευαν σκληρά, τηρώντας όλα τα πρωτόκολλα.
150άρια μόνο στα καλά παιδιά... και όχι στην τσογλαναρία.
Πιερρακάκη λάβε τα μέτρα σου... (γέλιο)

28/6/2021
Φυσικά ο μπάρμπας θα ζητήσει πίσω και τα 150άρια του, και θα τα πάρει και με τόκο. Ο καιρός γαρ εγγύς...

28/6/2021
Ένα ρυθμ εν μπλουζ, για την ώρα. Κανείς δεν βάζει τέτοια κομμάτια, όπου και να πάμε. Τζέσσικα...
https://www.youtube.com/watch?v=qnq6r3RmJwc

27/6/2021
Είναι κρίμα να μην υπάρχει μια πραγματικά καλή ελληνική ταινία από τα σίξτις-σέβεντις με πρωταγωνίστρια την Καίτη Παπανίκα, για να δούμε μεσ' στη ζέστη...

27/6/2021
Μετά τον Frederic Rzewski, που πέθανε χθες στα 83 του, πάει κι ο Jon Hassell (χθες κι αυτός, στα 84), αμερικανός συνθέτης και τρομπετίστας
Μνημειώδες το “Fourth World Vol. 1 - Possible Musics” από το 1980, σε συνεργασία με τον Brian Eno, που ανακάτεψε «μουσικές του κόσμου», με ηλεκτρονικά, ambient και downtempo trance, δημιουργώντας «σχολή».
Εντάξει υπήρχαν και παλαιότερα τέτοια ηχογραφήματα, του Deuter π.χ., αλλά κάποια άλμπουμ, για κάποιες αιτίες, κάνουν περισσότερη εντύπωση – ίσως λόγω καταλληλότερου timing ή ειδικότερου promotion εξαιτίας κάποιων ονομάτων κ.λπ.
Θυμάμαι, έτσι, και την στήλη “Fourth World” με ανάλογες μουσικές (βασικά ήταν ένα δισέλιδο), που έγραφαν στο Jazz & Τζαζ, για χρόνια, οι συνεργάτες Λάμπρος Τσάμης και Χάρης Καλογερόπουλος...

οι MARK MASTERS ENSEMBLE με τους ART BARON και TIM HAGANS παίζουν την μουσική της BLANTON-WEBSTER BAND (1940-1942)

Ο Mark Masters δεν είναι τυχαίος μουσικός – είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι ένας από τους πιο σημαντικούς συνθέτες και ενορχηστρωτές της jazz, τις τελευταίες δυο-τρεις δεκαετίες. Αυτό το μαρτυρά πρωτίστως η δισκογραφία του, που απλώνεται όλη σχεδόν στην Capri Records (έχει την έδρα της στην Bailey του Κολοράντο) και στην οποία συναντάς ουκ ολίγα «διαμάντια». Μάλιστα, για κάποια απ’ αυτά έχουμε γράψει και στο δισκορυχείον, όπως για το άλμπουμ του “Night Talk / The Alec Wilder Songbook”, στο οποίον ο Mark Masters με το Ensemble του έσκυβαν στο έργο τού συνθέτη Alec Wilder, για το “Our Métier” (2018), όπου παρουσιάζονταν δικές του συνθέσεις, για το άλμπουμ “Blue Skylight” (2017), στο οποίο διασκευάζονταν συνθέσεις των Charles Mingus και Gerry Mulligan, ή ακόμη και για το “Everything You Did” από το 2013, με τις εξαίσιες versions στα τραγούδια των Steely Dan. Παρατηρούμε, λοιπόν, πως συχνά ο Mark Masters υλοποιεί tributes, αναδιαμορφώνοντας κλασικές συνθέσεις ή τραγούδια, από ένα μεγάλο κομμάτι της δημοφιλούς αμερικανικής μουσικής – κάτι το οποίον πράττει και στο πιο καινούριο CD του, που έχει τίτλο “Masters & Baron Meet Blanton & Webster” [CAPRI, 2021] .
Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; Μας το λέει η πλήρης περιγραφή του ονόματος του συνολικού γκρουπ, που μετέχει στην ηχογράφηση, ήτοι: The Mark Masters Ensemble featuring Art Baron and guest Tim Hagans, Plays the Music of the Blanton-Webster Band (1940-1942). Περί τίνος πρόκειται λοιπόν;
Κατ’ αρχάς για το γνωστό μας Mark Masters Ensemble, στο οποίο συμμετέχουν, ως έξτρα, ο τρομπονίστας Art Baron (τελευταίος τρομπονίστας στην μπάντα του Duke Ellington, το 1973) και ο διακεκριμένος σύγχρονος τρομπετίστας Tim Hagans. Αυτό το σχήμα των δεκατριών, εν συνόλω, μουσικών αποδίδει συνθέσεις των Duke Ellington (οκτώ), Billy Strayhorn (τρεις) και Juan Tizol (μία), που προέρχονται από το διάστημα 1940-42, όταν στην μπάντα του «Δούκα» συμμετείχαν οι πιονιέροι Jimmie Blanton (μπάσο) και Ben Webster (τενόρο σαξόφωνο). Έτσι αιτιολογείται ο τίτλος... οι Mark Masters Ensemble με Art Baron και Tim Hagans, που παίζουν την μουσική των Blanton-Webster Band. Μάλιστα, το 1986, είχε κυκλοφορήσει κι ένα 4πλό LP τού Duke Ellington, σε ετικέτα Bluebird, υπό τον τίτλο “The Blanton-Webster Band”, που σημαίνει πως η εν λόγω ονομασία είναι δόκιμη και όχι κάτι που «εφευρέθηκε» τώρα.
Έχουμε λοιπόν, για μιαν ακόμη φορά, ένα tribute άλμπουμ από το Mark Masters Ensemble, αφιερωμένο στη μνήμη τού Lee Konitz, που ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο του 2019, κάπου στην Glendale, στην Καλιφόρνια – ένα άλμπουμ, που σκύβει για μιαν ακόμη φορά στην μουσική των… masters, του Duke Ellington και των συνεργατών του, ιδωμένο τώρα από ένα σύγχρονο, σημερινό, σχήμα.
Έτσι, το πρώτο και αυτονόητο που οφείλει κάποιος να πει, ακούγοντας το “Masters & Baron Meet Blanton & Webster”, είναι πως εδώ έχουμε μια μουσική αθάνατη και διαρκώς ακμαία, έτοιμη να δεχθεί επάνω της νέα ενορχηστρωτικά «ενδύματα», τα οποία «ράβονται» με συνέπεια από τον Mark Masters, για να «φορεθούν» από μιαν ομάδα εξόχων μουσικών, γνωστών και λιγότερο γνωστών, που έχουν την μεγάλη παράδοση της jazz απλώς στο τσεπάκι τους.
Swinging και... Άγιος ο Θεός εδώ, λοιπόν, με μερικά από τα όσια και τα ιερά της jazz (“Ko-Ko”, “Take the ‘A’ train”, “Perdido” κ.λπ.) να αναπλάθονται και να αναζωογονούνται, μέσω μιας εξαιρετικής, συνολικώς, προσέγγισης, που ξέρει και να σέβεται και να δημιουργεί νέα δεδομένα.
Μεγάλο το βάρος στις πλάτες για τον μπασίστα Bruce Lett (που ξέρει να «σπρώχνει», πέρα από το ρυθμικό, και το μελωδικό υπόβαθρο των συνθέσεων, άκου π.χ. το παίξιμό του στο “Passion flower”) και καταπληκτικοί οι τρομπετίστες (Scott Englebright, Les Lovitt, Ron Stout, Tim Hagans) στο “What am I here for?”, που γενικά σαν version αποτελεί ένα από τα high-light του άλμπουμ.
Επαφή: www.caprirecords.com

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2021

SCOTT REEVES QUINTET μια εξαιρετική τζαζ κυκλοφορία με ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές αναφορές

Αναγνωρισμένος τρομπονίστας και φλουγκελχορνίστας (και άλλα διάφορα, όπως δάσκαλος της jazz και συγγραφέας βιβλίων για τον αυτοσχεδιασμό), ο Scott Reeves έχει καινούριο άλμπουμ να προτείνει, το οποίον αποκαλείται “The Alchemist” [Origin Records, 2021]. Αν και παλαιότερα είχαμε αναφερθεί στο CD του “Without a Trace” [Origin Revords, 2018], στο οποίο ο S. Reeves εμφανιζόταν με 17μελή τζαζ ορχήστρα, στην πιο νέα-παλαιά πρότασή του (θα εξηγήσουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτό), ο αμερικανός μουσικός εμφανίζεται με σχήμα κουιντέτου (συμπληρώνουν οι Russ Spiegel κιθάρα, Mike Holober πιάνο, fender rhodes, Howard Britz μπάσο και Andy Watson ντραμς). Και μάλιστα ένα κουιντέτο ηλεκτρικό, για να μην πούμε και... ηλεκτρονικό συνάμα, καθώς ο S. Reeves κάνει περαιτέρω χρήση pitch follower και ring modulator.
Το “The Alchemist” μπορεί να μην είναι καινούρια ηχογράφηση, όμως είναι παρεπόμενο της εποχής μας – και δη των καραντινών. Είναι γνωστό πως ο εγκλεισμός οδήγησε πολύ κόσμο συνολικότερα, και πολλούς μουσικούς ειδικότερα, να... ξεσκονίσουν αποθήκες, να ανατρέξουν σε παλαιά αρχεία, ξεθάβοντας από ’κει ξεχασμένο ή και υποτιμημένο, στον καιρό του, υλικό. Κάτι τέτοιο συνέβη και με τον Scott Reeves, ο οποίος φέρνει τώρα στο φως, μιαν εγγραφή του από το 2005, μια ζωντανή παρουσία του στο The City College of New York, από τον Μάιο εκείνης της χρονιάς, που ήταν για πολύ καιρό αγνοημένη.
Η άψογη προφανώς τεχνική κατάσταση εκείνης της εγγραφής, αλλά και το γενικότερο (μεγάλο) αισθητικό ενδιαφέρον της ήσαν λοιπόν αρκετά, ώστε να παρθεί η απόφαση για την άμεση CD-ποίησή της – πράγμα που συνέβη, μέσω τούτου του περιποιημένου all paper triple-folded άλμπουμ τής Origin.
Στο “The Alchemist” καταγράφονται έξι tracks, πέντε originals του Scott Reeves και μία version στο “All or nothing at all” τoυ Arthur Altman (ως τραγούδι, με στίχους του Jack Lawrence, είναι κλασικό μέσω του Frank Sinatra), με την οποίαν ολοκληρώνεται το άλμπουμ.
Ο S. Reeves είναι ένας συνθέτης και περαιτέρω οργανοπαίκτης, ο οποίος αρέσκεται στην «περιπέτεια». Το εισαγωγικό track “New bamboo” δίνει, λοιπόν, τον τόνο σε όλη την ηχογράφηση – καθώς πρόκειται για μια σύνθεση πλούσια, με έξοχη δουλειά από το fender και με πνευστά που ακολουθούν με άψογες αναπτύξεις, στην πορεία, τις οποίες καθορίζει ένα τέλειο ρυθμικό τμήμα. Με λίγα λόγια... μιαν εισαγωγή που μετράει! Στο “Shapeshifter”, που ακολουθεί, το μέσο-τέμπο αποδεικνύεται ιδανικό, ώστε να «πατήσει» επάνω του η ωραία μελωδία, που βρίσκει στο πιάνο τού Holober τον ιδανικό εκφραστή της. Φυσικά και ο Reeves με το τρομπόνι του δεν παραλείπει να δώσει ένα ωραίο σόλο, με πιάνο, κιθάρα και ηλεκτρονικές παρεμβολές να πηγαίνουν την σύνθεση κάπου αλλού από την μέση και μετά. Το “Without a trace” είναι μια «ριλαξάτη» μποσανόβα, κάπως ιδιαίτερη στη μελωδική ανάπτυξή της, αλλά πάντως μποσανόβα, με το φερώνυμο “The alchemist”, ένα δυναμικό hard bop, να κυριαρχεί εκεί στην μέση του άλμπουμ, με τον δυναμισμό και την αυτοπεποίθηση που βγάζει (και που πιστώνεται στον Reeves φυσικά). Στο προτελευταίο “Remembrances”, που είναι μια waltz-μπαλάντα, κιθάρα, πνευστά και πιάνο συνυπάρχουν αρμονικώς εννοείται, με το έσχατο “All or nothing at all” να «φανκάρει» και να σουινγκάρει με θέρμη, δίνοντας το πρέπον «τέλος» σ’ αυτό το έξτρα απολαυστικό CD, για το οποίον έπρεπε να περάσουν 16 χρόνια μέχρι να κυκλοφορήσει.
Επαφή: www.creativejazz.com