Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020

LRK TRIO, NINA PEDERSEN νέα άλμπουμ στην νορβηγική Losen Records

LRK TRIO: Memory Moment [Losen Records, 2020]
Όπως έχουμε ξαναγράψει οι LRK Trio είναι Ρώσοι, από την Μόσχα, με μέλη τους Evgeny Lebedev (πιάνο, σύνθια), Anton Revnyuk (κοντραμπάσο, bass guitar, προγραμματισμός) και Ignat Kravtsov (ντραμς, κρουστά, μεταλλόφωνο, sampling pad δηλ. συσκευή που βγάζει «έτοιμα» κρουστά). Τα αρχικά γράμματα των επωνύμων τους, δηλαδή, δίνουν και την ονομασία στο σχήμα. Στο δισκορυχείον έχουμε γράψει reviews και για τα δύο προηγούμενα άλμπουμ των LRK Trio στην νορβηγική εταιρεία, το “If you Have a Dream” (2017) και το “Urban Dreamer” (2018), όπως και για την συνεργασία τους με την σαξοφωνίστρια Masha Art στο ακόμη πιο πρόσφατο CD “Anesthesia” [Losen, 2019]. Το πιο νέο άλμπουμ των LRK Trio αποκαλείται “Memory Moment”, ακούγονται σ’ αυτό, περαιτέρω, σοπράνο σαξόφωνο σ’ ένα track (Grech Piotrowski) και φωνές σ’ ένα άλλο ηχογραφημένες από το Ensemble Alyunoshka το 1987, ενώ και τα δέκα θέματα του άλμπουμ είναι πρωτότυπα, μοιρασμένα ανάμεσα στα τρία μέλη του γκρουπ.
Ακόμη και από το πρώτο άκουσμα τού “Memory Moment” είναι ολοφάνερο πως συγκροτήματα όπως οι e.s.t., για παράδειγμα. έχουν σφόδρα επηρεάσει του τρεις ρώσους παικταράδες. Αν και οι LRK Trio είναι πιο φωτεινοί και πιο λυρικοί από το σουηδικό συγκρότημα, στην πράξη είναι η ίδια η ανάγκη να ανακατευτούν πιανιστικές μελωδίες, με φυσικούς και τεχνητούς ρυθμούς (εννοώ ρυθμούς, που προκύπτουν από φυσικά και τεχνητά όργανα), η οποία (ανάγκη) τους ωθεί στο ίδιο πάνω-κάτω ηχητικό περιβάλλον. Κάπου, ανάμεσα, ενυπάρχει και η ψαγμένη pop, εκείνη της 4AD λόγου χάριν, ενώ τα ηλεκτρονικά, τα samples κ.λπ. συμβάλλουν και αυτά από την μεριά τους σε τούτο το δημιουργικό ανακάτεμα... φύσης και τεχνολογίας, πιάνοντας peak με το φερώνυμο και έκτο στη σειρά track (το 8λεπτο “Memory moment”), ενώ εντυπωσιακά ακούγεται και το αμέσως επόμενο κομμάτι, με τα ρωσικά φωνητικά, το 9λεπτο “Through the winter” (ένα ποιητικό, λυρικό ταξίδι, διανθισμένο και με νεορομαντικά στοιχεία, που δεν φείδεται όμως και πιο δυναμικών διαδρομών).
NINA PEDERSEN: Time is A Restless Thief [Losen Records, 2020]
Το “Time is A Restless Thief” είναι το τέταρτο προσωπικό άλμπουμ της τραγουδίστριας της jazz και τραγουδοποιού Nina Pedersen. Στο blog έχουμε γράψει ήδη για ένα προηγούμενο CD της, το “Eyes Wide Open” [Losen, 2017], τονίζοντας εκεί την πορεία της σε πολλά και διαφορετικά (αισθητικά) μέτωπα, όπως και μιαν «ιδέα» από Karin Krog, που μεταφέρει η φωνή της (κυρίως στις «τραβηγμένες» καταλήξεις). Το ότι η Krog έχει επηρεάσει την Pedersen είναι ηλίου φαεινότερον, όπως ενδεχομένως είναι φανερή και η επιρροή, στο “Time is A Restless Thief”, ορισμένων ενορχηστρωτών των άλμπουμ της Krog (όπως του Palle Mikkelborg). Τέλος πάντων... Αυτά δεν έχουν και τόσο σημασία. Έχουν κάποια, φυσικά, απλώς δεν έχουν τη μεγαλύτερη. Σημασία, εδώ, έχει αυτό καθ’ αυτό το CD τής Pedersen, οι συνθέσεις και τα τραγούδια του.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει εννέα tracks, τραγούδια βασικά, όλα σε μουσικές, στίχους και ερμηνείες από την Nina Pedersen – η οποία στο CD απλώς τραγουδάει, δίχως να παίζει κάποιο άλλο όργανο. Δίπλα της, τώρα, στέκεται μια πολύ δυνατή ομάδα βασικών παικτών (Pierpaolo Principato πιάνο, fender Rhodes, Marco Loddo κοντραμπάσο, Giampaolo Scatozza ντραμς, live electronics, Paolo Innarella φλάουτο, σαξόφωνα – ναι, κάπου στην Ρώμη είναι ηχογραφημένο το άλμπουμ, τον Σεπτέμβριο του 2019), η οποία με την αρωγή σε κάποια tracks ενός κουαρτέτου εγχόρδων (ενορχήστρωση Marco Tiso), προσθέτει στο “Time is A Restless Thief” μια «σοβαρότητα» ως άκουσμα.
Και νομίζω πως αυτή η λέξη, η «σοβαρότητα», είναι ό,τι πιο κεντρικό μπορείς να πεις, για να περιγράψεις και τούτη την τραγουδοποιητική προσπάθεια τής Pedersen, μιας καλλιτέχνιδας, που, όπως φαίνεται για μιαν ακόμη φορά, «το ’χει».
Επαφή: www.losenrecords.no

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ & B-MOVIES δύο 45άρια

Μέσα από την πολυποίκιλη συνεργασία τού Παύλου Παυλίδη και των B-Movies με την Inner Ear (καινούρια άλμπουμ, 45άρια, επανεκδόσεις) ξεπετάγονται ακόμη τέσσερα τραγούδια, μοιρασμένα σε δύο singles, που, όπως διαβάζουμε στο bandcamp, θα είναι και τα τελευταία της συνεργασίας του τραγουδοποιού με την πατρινή εταιρεία. Ας τ’ ακούσουμε...
ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ &
B-MOVIES: Η νέα βαρβαρότητα / Δεσποινίς [Inner Ear, 2020]
Ποιοι είναι οι B-Movies; Ας τους αναφέρουμε κι εδώ – αν και οι φίλοι τους θα τους γνωρίζουν. Αλέκος Βουλγαράκης κιθάρες, Ορέστης Μπενέκας πλήκτρα, λούπες, φωνητικά, Απόστολος Δεληγιάννης μπάσο και Δημήτρης Οικονόμου ντραμς. Φυσικά, ο Παύλος Παυλίδης τραγουδάει, ενώ στο πρώτο track, το «Η νέα βαρβαρότητα» ακούγεται να... ημι-τραγουδάει και ο Γιάννης Αγγελάκας (από τις εννέα στροφές του τραγουδιού ακούγεται στις έξι). Το κομμάτι αυτό ανήκει στην κλασική κιθαριστική pop-rock του Παυλίδη, τοποθετημένη πάνω σ’ ένα γρήγορο τέμπο και με στίχους που σχετίζονται με την... νέα βαρβαρότητα (όποια κι αν είναι αυτή) και βασικά με την αντιμετώπισή της, η οποία επιτυγχάνεται μέσω του... αναχωρητισμού («Θα ταξιδέψουμε λοιπόν μια μέρα μακριά / θα μείνουν άδεια τα κλουβιά που χτίσατε και οι παγίδες που μας στήσατε / θα διαλυθούν με τον καιρό από του χρόνου τη σκουριά / δε θα μας φτάνουν πια εδώ οι σφαίρες σας, είμαστε άγνωστα πολύχρωμα πουλιά»). Σαν τραγούδι, γενικώς, κυλάει καλά και εύκολα.
Η «Δεσποινίς», το flip-side, δεν διαφέρει και τόσο πολύ από το προηγούμενο. Κινείται σε μέσο τέμπο βεβαίως, αλλά έχει και αυτό πολλές (στιχουργικές) στροφές, αρκετές εκ των οποίων επίσης ημι-τραγουδιούνται ή περίπου απαγγέλλονται (πείτε το κι έτσι). Τα πλήκτρα κάνουν εδώ πιο αισθητή την παρουσία τους και γενικότερα σαν κομμάτι μου αρέσει περισσότερο από το προηγούμενο. Βεβαίως οι στίχοι του δεν είναι τόσο σαφείς (χωρίς να είναι... ποιητικοί), αλλά δεν τρέχει και τίποτα. Ο καθένας μας μπορεί να «βγάλει» από εδώ την δική του ιστορία – για την οποία ιστορία θα πω πως δεν είναι απαραίτητο να συμπίπτει με εκείνην του τραγουδοποιού.
ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ &
B-MOVIES: Απέναντι / Άφησα τον φόβο να φύγει [Inner Ear, 2020]
Σ’ αυτό το δεύτερο 45άρι η σύνθεση των B-Movies δεν είναι εντελώς ίδια με την προηγούμενη. Υπάρχουν οι τέσσερις (Βουλγαράκης, Μπενέκας, Δεληγιάννης, Οικονόμου), αλλά υπάρχει κι ένας πέμπτος, ο Χρήστος Λαϊνάς σε επιπλέον ηλεκτρικές κιθάρες, πλήκτρα και φωνή. Προφανώς πρόκειται για διαφορετικές sessions (εξάλλου το πρώτο δισκάκι είναι γραμμένο στο Studio Endless Summer, ενώ το δεύτερο στο Polytropon και στο Studio Endless Summer), ενώ και τα τραγούδια χοντρικώς είναι διαφορετικά. Το «Απέναντι» είναι γρήγορο, έχει πειραγμένα φωνητικά, θυμίζει παλαιό electro-punk και περισσότερο απ’ όλα (αφού έχει και ελληνικό στίχο) τις Κουμπότρυπες Α.Ε. από τα χρόνια του ’80. Εντάξει σαν ηχογράφηση, παραγωγή, είναι πιο γεμάτο, αλλά η βάση του τραγουδιού παραπέμπει εκεί. Καλό... γενικώς.
Στο δεύτερο κομμάτι, το «Άφησα τον φόβο να φύγει», υπάρχουν δύο επιπλέον μουσικοί, ο Φώτης Σιώτας σε βιολί, βιόλα (έχει λίγα μέτρα στην μέση και προς το τέλος του κομματιού) και ο Δημήτρης Λαϊνάς σε fender rhodes. Στην αρχή λόγω των εισαγωγικών φωνητικών έχεις την εντύπωση ότι θ’ ακούσεις τραγούδι, αλλά στην πορεία ακούς αυτή την εκφορά του στίχου δια της απαγγελίας, που, οπωσδήποτε, αδυνατίζει το όλον. Δεν ξέρω αν ο Αγγελάκας έχει επηρεάσει τον Παυλίδη σ’ αυτό (μάλλον), όμως νομίζω πως πρέπει να καταβάλλονται προσπάθειες ώστε τα τραγούδια να τραγουδιούνται και όχι να... σπηκάρονται, να ραπάρονται. Ενώ λοιπόν η μουσική είναι ενδιαφέρουσα (θα μπορούσε να σταθεί και μόνη της δηλαδή, δίχως τα λόγια), έρχονται οι στίχοι και σπρώχνουν το κομμάτι σε κάτι άλλο – που για μένα είναι κάπως αδιευκρίνιστο. Εντάξει, σαν ιδέα καλή είναι και δουλεύει ανά περιπτώσεις, αλλά κάπου διακρίνεται και μια κατάχρηση. Ίσως να είναι η εντύπωσή μου, αλλά νομίζω πως ως instro το κομμάτι θα ήταν ωραιότερο.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 300

20/10/2020
Πλησιάζει η 28η, κι έτσι για το έθιμο να πούμε, τέτοιες μέρες, ρίχνω μερικά εθνικοπατριωτικά και βλέπω. Τα περισσότερα τα έχω δει παλιά, ολόκληρα, οπότε τώρα τα πάω στο γρήγορο. Μια ταινία μιάμισης ώρας π.χ. θα μου φάει κανα 20λεπτο. Θυμάμαι πώς κυλάει, παραβλέπω τις σάλτσες και κεντράρω στην «ουσία».
Έτσι, είδα προχθές το «Στα Σύνορα της Προδοσίας» του Ντίμη Δαδήρα, από το 1968, με τον Κώστα Πρέκα σε ρόλο κομμουνιστή κατάσκοπου, που είχε βρεθεί στο «παραπέτασμα», από την εποχή του λεγόμενου «παιδομαζώματος» και που επανέρχεται στην Ελλάδα, χρόνια μετά, με αποστολή. Η ταινία είναι σφόδρα αντικομμουνιστική φυσικά, παραχαράσσοντας με γελοίο τρόπο την ιστορία και προπαγανδίζοντας το ψεύδος (σφοδρό παιδομάζωμα έκανε η Φρειδερίκη ως γνωστόν, με τις παιδουπόλεις της, όπως και ο... μπαρμπαΣάμ), αλλά αυτό θα ήταν το τελευταίο που θα μ’ ενοχλούσε. Για έργο τής χούντας λέμε...
Στην αρχή, λοιπόν, της ταινίας εμφανίζεται ένας κομισάριος του κόμματος, που μοιάζει με τον Χίτλερ, μα και με τον χρυσαυγίτη Παππά (αλλά ασ’ τον αυτόνανε) – κάτι που δεν είναι τυχαίο. Έτσι λέω. Πρέπει να υπήρχε από τότε, σε κάποιες «σκεπτόμενες» κεφαλές της χούντας, η άποψη πως κομμουνισμός και ναζισμός ήταν το ένα και το αυτό (όσα λένε σήμερα οι φιλελέδες δηλαδή), οπότε αν ένας ηγετίσκος κομμουνιστής «έφερνε» οπτικά του Χίτλερ το μήνυμα περνούσε.
Η ταινία, ενώ θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια συμπαθητική κατασκοπική περιπέτεια, αν ο σεναρίστας ήταν πιο σοβαρός, κρατούσε κάποια προσχήματα, και δεν υλοποιούσε σενάριο του... ΓΕΣ και του ΔΙΣ, στην πράξη είναι μία χλαπάτσα, που θυμίζει τελείως ΚΛΑΚ ΦΙΛΜΣ, πασπαλισμένη με κιλά... ντοματόζουμου, για τους διάφορους σκοτωμούς – που συμβαίνουν εντελώς αψυχολόγητα από τους κομμουνιστές, οι οποίοι παρουσιάζονται ως αχρείοι, τέρατα ανηθικότητας και εγκληματικά κατακάθια.
Η μόνη σκηνή που με εξίταρε λίγο, και γι’ αυτό την είδα 2-3 φορές, είναι η φάση με το ελικόπτερο του στρατού, που κυνηγάει πάνω στα βουνά, σε κάτι εκτάσεις με χαμηλή βλάστηση, τον κομμουνιστή πράκτορα Πρέκα. Θυμήθηκα έτσι και το εκπληκτικό «Figures in a Landscape», του Joseph Losey από το 1970, την ταινία με τις πιο συναρπαστικές σκηνές καταδίωξης ανθρώπων από ελικόπτερο που έχω δει ποτέ στο σινεμά.
Φυσικά, δεν υπάρχει σύγκριση με τη συγκεκριμένη σκηνή από «Τα Σύνορα της Προδοσίας». Νύχτα με τη μέρα. Το χουντικό ΓΕΣ μπορεί να παραχωρούσε αφειδώς υλικό, αλλά οι δικοί μας νταϊρέκτορες, ακόμη κι αν είχαν ικανότητες (όπως είχαν κάποιοι), προδίδονταν εξ αρχής λόγω έλλειψης τεχνικών μέσων και ανάλογης εμπειρίας.
Όλα τα ’χε η Μαριωρή, ο φερετζές τής έλειπε...

20/10/2020
«Οι κακοί δημιουργοί έχουν ανάγκη από κακούς κριτικούς για να υπάρξουν. Γιατί, αυτοί είναι που θα δημιουργήσουν την τεχνητή αισθητική "υπεραξία", που τόσο την έχουν ανάγκη οι κακοί δημιουργοί για να αισθανθούν δημιουργοί. Τούτη η άποψη επιβεβαιώνεται από το απλό γεγονός πως ο δημιουργός αντιλαμβάνεται σαν "καλή κριτική" την ευνοϊκή γι’ αυτόν κριτική. Στην πραγματικότητα δεν είναι η κριτική αυτή που το ενδιαφέρει, αλλά η εύνοια και η προστασία. Έχουμε εδώ έναν ανάπηρο, που εκλιπαρεί τη φιλανθρωπία μας και που γίνεται έξω φρενών κάθε φορά που δεν θα φανούμε αρκούντως φιλάνθρωποι.
Ο καλός δημιουργός, που έχει συνείδηση της αξίας του, που δεν περιμένει να του χαρίσει άλλος τούτη την αξία, και που περιορίζεται στο να χαίρεται απλά από το γεγονός πως είναι ένας χρήσιμος κοινωνικά άνθρωπος, δεν θα οργιστεί ποτέ από μια δυσμενή γι’ αυτόν κριτική, κυρίως όταν είναι γραμμένη από έναν όχι ιδιαίτερα έγκυρο και έντιμο άνθρωπο. Αντίθετα, ο κακός δημιουργός θα χαρεί από μια ευνοϊκή κριτική, και θα αδιαφορήσει πλήρως για το ήθος και την εγκυρότητα του γράφοντος, διότι αυτό που τον ενδιαφέρει δεν είναι η κρίση, αλλά η εύνοια»
.
Βασίλης Ραφαηλίδης
[Πολιτιστική, τεύχος 1, Ιανουάριος 1984]

19/10/2020
Πολύ καλό το νέο άλμπουμ από το Παιδί Τραύμα, αλλά όλα αυτά που διαβάζουμε περί... αληθινής ιστορίας από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και περί απορρήτου εγγράφου πολυσέλιδης απολογίας παρανοϊκού εγκληματία, με τα σχετικά δήθεν-πειστήρια να είναι τυπωμένα στο ένθετο (στην πράξη είναι παραποιημένα κάποιων άλλων αληθινών), είναι όλα ψέματα.
Το λέω, γιατί δεν είδα πουθενά να αναφέρεται αυτό...

19/10/2020
>>Επιστρέφοντας στην Αθήνα, μαθαίνω πως η ταινία απαγορεύτηκε ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΑ από την Επιτροπή Λογοκρισίας. Κάποιος μου λέει πως ενόχλησε το πλάνο στο Δουργούτι, με την Ακρόπολη στο βάθος. “Είναι… αντιτουριστικό” φέρεται να είπε ο αρχιλογοκριτής Αρβανίτης. Αχ τι μου ’κανες βρε Μάκη… Στην πραγματικότητα, ο Αρβανίτης ήταν έξαλλος που οι ξεσηκωμένοι διανοούμενοι και φοιτητές δεν του επέτρεψαν ν’ απαγορεύσει τη “Συνοικία το Όνειρο” του Αλεξανδράκη, που είχε γυριστεί σε μιαν άλλη παραγκούπολη, τον Ασύρματο. Και πήρε την εκδίκησή του απαγορεύοντας την ταινία μου.<<
Από την αφήγηση χθες, του Κώστα Φέρρη εδώ...
https://www.lifo.gr/articles/cinema_articles/299700/i-rempetoanaviosi-ston-elliniko-kinimatografo-ton-arxon-tis-dekaetias-toy-60
ΝΙΚΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ Ειδικού Επιμελητού Κινηματογραφίας Υπουργείου Βιομηχανίας / Τακτικού Μέλους Επιτροπής Ελέγχου Κινηματογραφικών Ταινιών «Ο Προληπτικός Έλεγχος και το Ακατάλληλον των Κινηματογραφικών Ταινιών» [Αθήναι, 1963]

19/10/2020
Μεγάλη απώλεια αυτή. Πέθανε ο Toshinori Kondo στα 72 του...
https://www.youtube.com/watch?v=4i-rZOk10Psb

18/10/2020
Φοβερό τραγούδι του Κατσαρού και του Πυθαγόρα, που το είπε πρώτος ο Νταλάρας το 1971, αλλά ο Άρης Σαν το λέει καλύτερα! Φωνάρα...
https://www.youtube.com/watch?v=XfLRI1T1g4I

ADAM BAŁDYCH / VINCENT COURTOIS / ROGIER TELDERMAN, “Magic Moments 13”, ULF WAKENIUS, MICHAEL WOLLNY νέες εκδόσεις της ACT Music + Vision Ι

ADAM BAŁDYCH / VINCENT COURTOIS / ROGIER TELDERMAN: Clouds [ACT Music + Vision, 2020]
Πολωνός ο βιολιστής Adam Bałdych, Γάλλος ο τσελίστας Vincent Courtois και Ολλανδός ο πιανίστας Rogier Telderman... σχετικώς κοντοχωριανοί θέλουμε να πούμε, με αρκετές κοινές παραστάσεις (κοινωνικές, αισθητικές), αλλά όχι και «ίδιοι». 
Βασικοί στην ACT οι δύο πρώτοι (Bałdych & Courtois), με πολλές και καλές δουλειές στο γερμανικό label, πρωτοεμφανιζόμενος ο τρίτος (Telderman), έχουν τον τρόπο να κερδίζουν ουσία και εντυπώσεις, τη βοηθεία μιας δουλειάς πυκνά μελωδικής, που κινείται στα όρια ενός εστέτ μελοδραματισμού και βεβαίως νεορομαντισμού. Έντεκα οι πρωτότυπες συνθέσεις (τέσσερις του Bałdych, τέσσερις του Courtois, δύο του Telderman, μία των Bałdych / Courtois) και πολύ περισσότερες οι διαφυγές που μπορεί να προσφέρει τούτο το πολύ περιποιημένο άλμπουμ, που δεν κρύβει φυσικά της «κλασικές» αναφορές του, και την μάλλον μικρή σχέση του με την jazz και τον αυτοσχεδιασμό γενικότερα – χωρίς, πάντως, η σχέση αυτή να είναι ανύπαρκτη. Υπάρχουν, θέλουμε να πούμε, συνθέσεις που εμπεριέχουν και jazz, στις πιο contemporary εκδοχές της (π.χ. το track “The beginning of a dream”), όπως υπάρχουν και κλασικά μελιστάλαχτα δημιουργήματα, όπως το “Work in progress” ή και συνθέσεις που επιχειρούν να συνδυάσουν και τα δύο (σαν την “And so”).
Ένα πολύ θελκτικό άλμπουμ είναι το “Clouds”, ένα άλμπουμ που καθορίζεται από τα εντυπωσιακά παιξίματα και από το πλήθος των μελωδικών επινοήσεων (που διανθίζονται ακόμη και με ανατολίτικα, παραδοσιακά στοιχεία – άκου το “In love in Hanoi”) τριών σπουδαίων οργανοπαικτών.
VARIOUS ARTISTS: Magic Moments 13 / Music in the Spirit of Jazz [ACT Music + Vision, 2020]
Τα “Magic Moments” είναι οι καλές συλλογές τής ACT Music + Vision, με υλικό κάθε φορά από την πλέον πρόσφατη παραγωγή της, που λειτουργούν άψογα και στο επίπεδο της γνωριμίας (για τους νέους θιασώτες του label), μα και στο επίπεδο της απόλαυσης γενικότερα, για πάσης φύσεως fans. Στο δισκορυχείον, και μετά από ένα μικρό ψάξιμο που επιχείρησα, βρήκα πως υπάρχουν κείμενα για τα “Magic Moments” #11, #10 και #5, οπότε σε αυτά τα τρία προσθέστε τώρα και το παρόν #13.
Στο CD, που συνοδεύεται πάντα από πολυσέλιδο booklet, με στοιχεία και φωτογραφίες, ανθολογούνται κομμάτια από τους Ulf Wakenius / Lars Danielsson / Magnus Öström, Wolfgang Haffner, Kadri Voorand & Mihkel Mälgand, Vincent Peirani & Emile Parisien, Jazzrausch Bigband, Adam Bałdych / Vincent Courtois / Rogier Telderman (το άλμπουμ, για το οποίο γράψαμε ακριβώς από πάνω), Viktoria Tolstoy & Joel Lyssarides, The Jakob Manz Project, Nils Landgren & Jan Lundgren, Solveig Slettahjell Quartet, Grégoire Maret / Romain Collin / Bill Frisell, Matthieu Saglio / Isabel Julve / Carles Benavent, Joachim Kühn & Mateusz Smoczyński, Majid Bekkas & Magic Spirit Quartet, Frank Woeste και NES. Συνολικώς δέκα έξι tracks, τα οποία καταδεικνύουν τις πολλές και διαφορετικές διαστάσεις της εταιρείας, που μπορεί ναι μεν να έχει την jazz σ’ ένα πρώτο πλάνο, αλλά κατά βάση συζητάμε για ένα απολύτως πολλυσυλεκτικό, όσον αφορά στα μουσικά είδη, label, μέσα στο οποίον, πέραν της jazz, χωράνε τα πάντα. Από την world music, το funk και τα σύγχρονα ρυθμικά χορευτικά μοτίβα, μέχρι τις κλασικές jazz ιμπρεσιονιστικές καταδείξεις, το βορειοευρωπαϊκό περιβάλλον και το μεσογειακό ταμπεραμέντο.
Για πολλά από τα άλμπουμ των προαναφερομένων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων έχουμε γράψει αναλυτικά reviews στο blog, ενώ για κάποια θα γράφουμε τώρα, και θα γράψουμε στο άμεσο μέλλον.
ULF WAKENIUS: Taste of Honey [ACT Music + Vision, 2020]
Το “Taste of Honey” πέραν από ένα άλμπουμ, το οποίον υπογράφουν τρεις διακεκριμένοι σουηδοί τζαζίστες, ο κιθαρίστας Ulf Wakenius και περαιτέρω ο μπασίστας-τσελίστας Lars Danielsson και ο ντράμερ Magnus Öström, είναι κι ένα tribute στον Paul McCartney (αυτό μπορεί να μην φαίνεται στο μπροστινό μέρος του εξωφύλλου, αλλά αναγράφεται ευκρινέστατα στο back cover).
Αναμενόμενο λοιπόν μεταξύ των δώδεκα tracks του CD να εμπεριέχονται τραγούδια του McCartney και από την φάση του με τους Beatles, μα και από εκείνην με τους Wings, και βεβαίως από την πιο προσωπική του. Τραγούδια πασίγνωστα, συντεθειμένα από τον ίδιον (μόνον του), από τον ίδιον και τον John Lennon από κοινού, ή απλώς γνωστά μας από το ρεπερτόριο των Beatles, σαν το εισαγωγικό “A taste of honey” του Bobby Scott ή το κλασικό “Bésame mucho” (Consuelo Velázquez). Τι υπάρχει ακόμη εδώ; Δύο πρωτότυπα, το “Yes to you” του Lars Danielsson και το “Our lives” του Ulf Wakenius, που έρχονται να συμπληρώσουν το όλον set με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
Η προσέγγιση των τριών Σουηδών είναι ευχάριστη-απολαυστική και όχι πάντα η αναμενόμενη (καλό αυτό!). Τις συνθέσεις, δηλαδή, δεν τις αναπαράγουν σημείο προς σημείο, αλλά επιχειρούν, με μέτρο πάντα, να διέλθουν μέσω αυτών, δίχως να «σπάζουν» τα βασικά μελωδικά μοτίβα, τις κυρίαρχες αρμονικές δομές. Βεβαίως το setting αυτό καθ’ αυτό βοηθάει και για μια πιο jazzy προσέγγιση... και όντως δηλαδή, αφού τόσο ο κιθαρίστας, όσο και το ρυθμικό τμήμα, έχουν έναν προσανατολισμό όχι pop αναγκαστικώς.
Με τις εισαγωγές των κομματιών να ξεχωρίζουν τόσο για την φαντασία, όσο για την σταδιακή προσαρμοστικότητά τους (μπαίνοντας στο κυρίως θέμα) σε ό,τι αναγνωρίζει ο κόσμος, και με εξαιρετικές αναπτύξεις στις βασικές μελωδίες, που πηγαίνουν τις versions κάπου άλλου, δίχως ποτέ να χάνεται ο στόχος, το “Taste of Honey” είναι ένα άλμπουμ που μόνον παίκτες κλάσεις, όπως είναι οι Wakenius, Danielsson και Öström, θα μπορούσε να επιτύχουν.
MICHAEL WOLLNY: Mondenkind [ACT Music + Vision, 2020]
Ο σημαντικός και ακόμη νέος (είναι 42 ετών) γερμανός πιανίστας Michael Wollny (που έχει εμφανισθεί και στην χώρα μας) είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της ACT. Έχει πολλά άλμπουμ εκεί, και προσωπικά (με διάφορα σχήματα), μα και συμμετοχές (πολλές) σε δίσκους άλλων, που έχουν γράψει μικρή ή μεγαλύτερη ιστορία.
Στο παρόν “Mondenkind” o Wollny (ηχογραφημένος σε κάποιο στούντιο του Βερολίνου, τον προηγούμενο Απρίλιο) στέκεται μπροστά απ’ το πιάνο του σ’ ένα piano-solo project. Αν και υπάρχει μία περίεργη συσχέτιση, στο booklet που συνοδεύει την έκδοση, του μόνου στο στούντιο πιανίστα, με την μοναξιά που μπορεί να ένοιωθε ο αμερικανός αστροναύτης Michael Collins, μέλος του πληρώματος του διαστημοπλοίου Apollo 11 (τον Ιούλιο του ’69), ο οποίος δεν προσεληνώθηκε, αλλά παρέμεινε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη περιμένοντας τους Armstrong και Aldrin να επιστρέψουν, το ηχητικό αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι υπεράνω κριτικής – με τον Michael Wollny να εμφανίζεται είτε στα δικά του tracks, είτε στις versions (Tori Amos, Rudolf Hindemith, Timber Timbre, Alban Berg, Sufjan Stevens), απλώς εντυπωσιακός. 
Άνετος πιανίστας, αβίαστος, που δεν εντυπωσιάζει με υπερβολές και σκέρτσα, και που έχει την ικανότητα να εκμεταλλεύεται το πιάνο «μέσα-έξω», παίρνοντας απ’ αυτό ό,τι επιμέρους ηχόχρωμα χρειάζεται, ο Wollny παραδίδει ένα ακόμη CD, που δεν μπορεί παρά να τον τοποθετεί εκεί όπου πραγματικά αξίζει. Στην κορυφή.
Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2020

KEITH JARRETT, TIGRAN MANSURIAN, DOMINIK WANIA, MATTHIEU BORDENAVE / PATRICE MORET / FLORIAN WEBER νέες ECM εκδόσεις Ι

KEITH JARRETT: Budapest Concert [ECM Records, 2020]
Το πιο καινούριο άλμπουμ (2LP, 2CD) του Keith Jarrett είναι γεγονός. Αποκαλείται “Budapest Concert”, είναι ηχογραφημένο στην Βουδαπέστη, στο Béla Bartók Concert Hall, στις 3 Ιουλίου 2016, και αποτελεί κατά μίαν έννοια συνέχεια του περυσινού “Munich 2016” [ECM Records, 2019], που είχε συμβεί-ηχογραφηθεί λίγες ημέρες αργότερα (16 Ιουλίου 2016). Και σ’ αυτό το ηχογράφημα ο Keith Jarrett κάθεται μπροστά από το πιάνο του (μόνος του στην σκηνή), προσφέροντας ένα ακόμη solo, ένα από τα πολλά, που κατά καιρούς μάς έχει δώσει. Πριν γράψουμε κάποια λόγια για το “Budapest Concert”, ας σχολιάσουμε κάτι, που, νομίζω, πως το έχουμε ξαναγράψει, αλλά δεν πειράζει να το επαναλάβουμε.
Να χρησιμοποιήσουμε την λέξη «ποτέ»; Ας την χρησιμοποιήσουμε... Ποτέ, λοιπόν, ο Manfred Eicher δεν κυκλοφορεί ένα live, αμέσως μετά την ηχογράφησή του. Το αφήνει να «κάτσει» μέσα του, να ωριμάσει. Προφανώς όλο αυτό το διάστημα ασχολείται διεξοδικώς με την εγγραφή, πριν να δώσει το ok, ώστε να γίνει ο δίσκος (CD ή βινύλιο). Το «ψάχνει». Επεξεργάζεται, διορθώνει, προβάρει... Πιθανώς, δηλαδή σίγουρα, να το ξανακοιτάζει μετά από κάποιο διάστημα, να ξαναδιορθώνει λεπτομέρειες, να προσθέτει ή να αφαιρεί «βάθη», να ξαναδοκιμάζει συχνότητες κ.λπ. Και κάπως έτσι κυλάει ο καιρός, περνούν τα χρόνια, έως ότου να γίνουν κοινωνοί τής εγγραφής οι απανταχού fans του «ήχου της ECM», όλος ο κόσμος.
Τέσσερα χρόνια μετά από την πραγματοποίησή του, λοιπόν, εκείνο το live στην Βουδαπέστη θα μετατραπεί σε κάτι χειροπιαστό, σ’ ένα άλμπουμ, το “Budapest Concert”, που έρχεται να πλασαριστεί δίπλα στα όσα σχετικά και σημαντικά έχει γράψει ο Keith Jarrett τα τελευταία χρόνια – αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους πιανίστες-συνθέτες-αυτοσχεδιαστές του καιρού μας.
Το πρώτο CD απαρτίζεται από τέσσερα tracks, τα οποία τιτλοφορούνται από “Part I” έως και “Part IV”. Σε αυτά ο Keith Jarrett φανερώνει, για μιαν ακόμη φορά, τα προφανή (για ’κείνον). Την τεράστια ικανότητά του στην δημιουργία μιας ηχητικής, μιας μουσικής αφηγηματικής γλώσσας, που να είναι απολύτως προσαρμοσμένη στην δική του ψυχοσύνθεση και στο δικό του σώμα. Αρκεί κάποιος να ακούσει, έστω και χωρίς να τον βλέπει, πώς χειρίζεται το πιάνο του –με τι καταιγιστικό και με «χωρίς ανάσα» τρόπο «τρέχουν» τα χέρια του στο κλαβιέ, πώς σιγοντάρει με άναρθρες κραυγές τις φάσεις των απαιτητικών σημείων ή της έκστασης–, προκειμένου ο καθένας μας να αντιληφθεί πως αυτός ο άνθρωπος πάλλεται, ψυχή τε και σώματι, κατά την διάρκεια κάθε κονσέρτου του. Εντάξει, όσοι έχουν δει live του Keith Jarrett μιλούν πάντα για μια κατάσταση μυσταγωγίας, όμως και αυτοί που έχουν ακούσει μόνον δίσκους του είναι πολύ πιθανόν, δηλαδή σίγουρο, πως θα πουν ακριβώς το ίδιο.
Κατά τα λοιπά δεν χρειάζεται να (ξανα)πούμε πως και από το “Budapest Concert” παρελαύνει όλη η ιστορία της jazz ή ακόμη και της δημοφιλούς μουσικής γενικότερα (“Part VII”), με το κονσέρτο να αποκτά ποικίλες διαστάσεις ενόσω κυλάει, καθώς προς το μέσον του γίνεται περισσότερο λυρικό, ρομαντικό, ιμπρεσιονιστικό κ.λπ. (καταπληκτικό το “Part VIII”), για να επανέλθει, για λίγο, στις αρχικές προχωρημένες φόρμες, πριν κλείσει μ’ ένα καθαρό blues (“Part XII”) και δύο πολύ συναισθηματικά στάνταρντ (“It’s a lonesome old town”, “Answer me, my love”), που είναι ό,τι πρέπει για να ξεσηκώσουν την αίθουσα. Και το πράττουν!
Μαγικό άκουσμα, με τους θεατές, σε φάση έκστασης, να αποθεώνουν μετά από κάθε track!
TIGRAN MANSURIAN: Con Anima [ECM New Series, 2020]
Στη γνωστή μας ECM New Series, με τα σύγχρονα κλασικά ή κλασικότροπα τέλος πάντων άλμπουμ, σειρά παίρνει ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή αρμένιους συνθέτες, ο Tigran Mansurian. Γεννημένος στην Βυρηττό, το 1939, αλλά μεγαλωμένος στην σοβιετική Αρμενία, ο Mansurian, μαζί με την Sofia Gubaidulina, τον Alfred Schnittke, τον Arvo Pärt, τον Giya Kancheli και ορισμένους ακόμη ανήκει σ’ εκείνη την άτυπη ομάδα σοβιετικών συνθετών, που επιχείρησαν, σταδιακώς, να απαγκιστρωθούν από τα διδάγματα του «σοσιαλιστικού ρεαλισμού», μπολιάζοντας την σύγχρονη (σοβιετική) μουσική με στοιχεία avant-garde (πρωτοπορίας).
Στο “Con Anima” CD ακούγονται τα εξής έργα τού Tigran Mansurian:
1. Το τριμερές “Agnus Dei” (2006), για βιολί, κλαρινέτο, βιολοντσέλο και πιάνο
2. Η διμερής “Sonata da Chiesa” (2015) για βιόλα και πιάνο
3. Το “Con Anima” (2006-7) για σεξτέτο εγχόρδων
4. Το τριμερές “String Trio” (2008), για βιολί, βιόλα και βιολοντσέλο
5. Το τριμερές “String Quartet No.3” (1993), το οποίον αποδίδει το Chilingirian Quartet, και τέλος...
6. Το “Die Tänzerin” (2014), έργο για βιολί και βιόλα (Kim Kashkashian, Varty Manouelian)
Για κάθε ένα από τα έργα υπάρχουν επιμέρους στοιχεία στο booklet (Elena Dubinets), γίνεται λόγος για τις ιδιαιτερότητες καθενός απ’ αυτά, για τις επιρροές τού Mansurian (από Τσαϊκόφσκι και Bartók, μέχρι folk μελωδίες, Debussy και Komitas) κ.λπ.
Απολύτως προσεγμένη έκδοση λοιπόν, με τα υψηλά στάνταρντ της ECM New Series πάντα σε πρώτο πλάνο.
DOMINIK WANIA: Lonely Shadows [ECM Records, 2020]
Νέος πολωνός πιανίστας (δεν είναι ακόμη 39 ετών), ο Dominik Wania έχει μια πορεία στα πράγματα, που είναι σημαντική. Και προσωπική, και ως session μουσικός και ως μέλος γκρουπ. Μάλιστα, ως τέτοιο, ως μέλος τού Maciej Obara Quartet έγινε γνωστός ευρύτερα μέσα από δύο άλμπουμ στην ECM, του “Unloved” (2017) και του “Three Crowns” (2019) – γι’ αυτό το δεύτερο υπάρχει review στο δισκορυχείον. Τώρα, στο player στρίβει ένα προσωπικό CD τού Dominik Wania (το πρώτο του για την γερμανική εταιρεία), το οποίον αποκαλείται “Lonely Shadows” και είναι piano-solo. Στο άλμπουμ αυτό είναι καταγραμμένα έντεκα tracks, όλα του Wania.
Το παράξενο εδώ, κάτι που δείχνει αν θέλετε και την ποιότητα του Wania, ως τεχνίτη-καλλιτέχνη, είναι πως ό,τι ακούγεται είναι πλήρως αυτοσχεδιαστικό.
Όπως διαβάζουμε, στο σύντομo σημείωμά του στο ένθετο, στο στο “Lonely Shadows” δεν υπάρχει έτοιμη καμμία φόρμα, δεν υπάρχει έτοιμο κανένα μελωδικό σκετς, δεν υπάρχει συγκροτημένο κανένα αρμονικό επίπεδο. Ό,τι ακούγεται είναι συντεθειμένο «επί τόπου», είναι «της στιγμής», επηρεασμένο φαινομενικώς μόνο από το πιάνο, που έχει μπροστά του ο οργανοπαίκτης και βεβαίως από το στούντιο – αυτό το φοβερό και τρομερό Auditorio Stelio Molo RSI, στο Λουγκάνο της Ελβετίας, στο οποίον έχουν καταγραφεί ουκ ολίγα αριστουργήματα της ECM.
Κομμάτια λοιπόν, που ακούγονται σαν ώριμες συνθέσεις είναι το περιεχόμενο τού “Lonely Shadows”, κομμάτια που εμπεριέχουν όλα εκείνα που έχουν διαμορφώσει το στυλ του πολωνού πιανίστα, και που μπορεί να ξεκινούν από τον πιανιστικό ρομαντισμό του Σοπέν, και να καταλήγουν στις πιο προχωρημένες Jarrett-ικές φόρμες. Τεράστια μελωδική ευχέρεια, που αγγίζει τα όρια της ανάλωσης (αν σκεφθεί κανείς το πόσα διαφορετικά συνθέματα θα μπορούσε να πάρουν αφορμή απ’ αυτά που παρουσιάζει, εδώ, ο Wania) και βασικά πλήρης έλεγχος εκείνου που θα αποκαλούσαμε ηχητικό concept. Τίποτα να μην ξεφεύγει, όλα να είναι στη θέση τους, και όλα να λειτουργούν στην εντέλεια.
Είναι αυτό που θα λέγαμε... ένα τέλειο άλμπουμ, για το στυλ του.
MATTHIEU BORDENAVE / PATRICE MORET / FLORIAN WEBER: La traversée [ECM Records, 2020]
Και οι τρεις μουσικοί, που συναντιούνται εδώ, ο γάλλος τενόρο σαξοφωνίστας Matthieu Bordenave, ο ελβετός κοντραμπασίστας Patrice Moret και ο γερμανός πιανίστας Florian Weber, έχουν την ιστορία τους. Ο Bordenave εσχάτως έπαιζε με το Geoff Goodman Quintet (για το δικό τους “The Opposite of What”, στην Enja, γράψαμε πέρυσι), όπως και με το Shinya Fukumori Trio (για το “For 2 Akis”, στην ECM, επίσης έχουμε εδώ το σχετικό review), ο Moret συμμετείχε στο άλμπουμ του Nicolas Masson “Travelers” [ECM, 2018], ενώ και τον Weber τον συναντήσαμε προσφάτως στο προσωπικό άλμπουμ του “Lucent Waters” [ECM, 2018]. Άρα έχουμε να κάνουμε με τρεις μουσικούς που ανήκουν στο ρόστερ της ECM, και που δεν τους είχε δοθεί έως τώρα η ευκαιρία να συνεργαστούν (και οι τρεις μαζί) προς την κατεύθυνση ενός ολοκληρωμένου δίσκου. Τούτο συμβαίνει τώρα, με το “La traversée”, ένα άλμπουμ για τενόρο σαξόφωνο, κοντραμπάσο και πιάνο, που καταγράφει εννέα συνθέσεις του Bordenave, μέσης προς μικρής διάρκειας (τα περισσότερα θέματα διαρκούν περί τα πέντε λεπτά).
Το κλίμα στο “La traversée” φέρνει στη μνήμη το βαρύ πυροβολικό της contemporary jazz, με το πολύ επιμελημένο περιεχόμενο, από την δεκαετία του ’60. Και αναφερόμαστε βασικά σε άλμπουμ τύπου “Free Fall” (1963), με τους Jimmy Giuffre, Paul Bley και Steve Swallow, τρεις μουσικούς που είχαν συνεργαστεί και στα nineties, δίνοντας εκ νέου εξαιρετικές ηχογραφήσεις (“Conversations with a Goose” κ.λπ.). Εντός αυτού του πλαισίου, που οριοθετείται από τις προσηλωμένες μελωδικές γραμμές, με την επιμονή στην ανάπτυξή τους, αγωνίζονται και οι Bordenave, Moret και Weber, δημιουργώντας μια μουσική κάπως ήρεμη εξωτερικώς, θωπευτική, απαλή, αλλά με μεγάλη ένταση σ’ ένα εσωτερικό επίπεδο. Μια μουσική, που μπορεί ναι μεν να σε γαληνεύει, αλλά ταυτοχρόνως να ανασκαλεύει και τον εσωτερικό σου κόσμο. 
Η ECM Records εισάγεται από την AN Music

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2020

YELLOW BOX ένα νέο ηχο-μουσικό περιοδικό τώρα στα περίπτερα

Το να τυπώνονται και να κυκλοφορούν νέα ηχο-μουσικά περιοδικά, αυτή την εποχή, τούτη τη συγκυρία, είναι οπωσδήποτε παρήγορο. Και ουσιαστικό συνάμα.
Ο έντυπος λόγος πάντα θα έχει την δική του αξία, την δική του αυτοτέλεια, το δικό του... ευαίσθητο κοινό, που έχει μάθει να χρησιμοποιεί και τις φυσικές μορφές, πέρα από τις άυλες (γιατί κι ένα περιοδικό, από μόνο του, είναι μια «φυσική μορφή»), που έχει μάθει να αγοράζει δίσκους και CD, και να τοποθετεί τις συγκεκριμένες μορφές, σε καλά στερεοφωνικά συγκροτήματα, ώστε να υπάρχει η πληρέστερη δυνατή απόλαυση. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τις ψηφιακές φόρμες, που και αυτές αντιμετωπίζονται μέσα στο πλαίσιο των νέων ολοκληρωμένων μέσων.
Ο ήχος και η εικόνα, η τεχνολογία του ήχου και της εικόνας, είναι ένα θέμα που πάει παράλληλα με τη μουσική και τον κινηματογράφο στο σπίτι, με την υλική και άυλη υπόστασή τους, και πάντα θα υπάρχει ενδιαφέρον για νέα μηχανήματα, που προσφέρονται σε καλές τιμές – τιμές, τις οποίες να μπορεί να αντέξει κάθε πορτοφόλι. Σε τελευταία ανάλυση, όλα είναι θέμα επιλογής. Και για κάποιους το να έχουν ένα καλό συγκρότημα στο σπίτι τους, ώστε να απολαμβάνουν όπως πρέπει μουσικές και ταινίες, είναι κάτι που δεν μπαίνει στη ζυγαριά. Ή μπαίνει μαζί με ελάχιστα άλλα πράγματα.
Το νέο αυτό περιοδικό, που έρχεται να καλύψει με τις προτάσεις του τον συγκεκριμένο χώρο, αποκαλείται Yellow Box. Είναι ελληνικό φυσικά, διμηνιαίο, έχει φθάσει αισίως στο τέταρτο τεύχος του (Οκτώβριος-Νοέμβριος 2020), έχει 116 έγχρωμες σελίδες και κοστίζει 6 ευρώ.
Ήδη από το καλαίσθητο εξώφυλλό του φαίνονται τα θέματά του (κάποια απ’ αυτά εννοείται). Στο κέντρο κυριαρχεί ο ολοκληρωμένος ενισχυτής / DAC / Streamer Serblin & Son / Frankie Plus, ενώ πάνω απ’ αυτόν βλέπουμε θέματα για έναν ακόμη ενισχυτή (Yamaha A-S2200), για μια τηλεοπτική συσκευή (Samsung QLED 4K), όπως και για ένα πικάπ (Thorens TD1601).
Στις μέσα σελίδες πλήθος προτάσεων και κυρίως πλήθος κριτικών παρουσιάσεων νέων συσκευών (ολοκληρωμένοι ενισχυτές, ηχεία, πικάπ, ακουστικά, ενισχυτές για ακουστικά, streamers, CD boxes, soundbars, τηλεοπτικές συσκευές κ.λπ.) από έμπειρες πένες (μεταξύ άλλων και ο Δημήτρης Σταματάκος, από τις καλές εποχές του περιοδικού Ήχος & Hi-Fi, στην δεκαετία του ’80, αργότερα στο Audio κ.λπ.), προτάσεις οι οποίες συμπληρώνονται από διάφορα τεχνικά άρθρα και ακόμη σελίδες με συνεντεύξεις (Χίλντα Παπαδημητρίου κ.ά.), reviews για ταινίες και βιβλία, και βεβαίως δισκοκριτικές (κυρίως στους χώρους της κλασικής και της jazz, αλλά με ορατή προοπτική και προς άλλες κατευθύνσεις στο άμεσο μέλλον).
Στο τελευταίο κομμάτι (στις δισκοκριτικές) βάζω κι εγώ ένα χεράκι... προτείνοντας ενδιαφέροντα άλμπουμ βασικά από τον χώρο της jazz (αλλά όχι μόνον απ’ αυτόν).
Μια νέα προσπάθεια λοιπόν, που αξίζει να προσεχθεί και να στηριχθεί.
Επαφή: www.yellowbox.gr, www.facebook.com/YellowBoxGR

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020

Η «ρεμπετοαναβίωση» στον ελληνικό κινηματογράφο στις αρχές της δεκαετίας του ’60 – Οι ταινίες του Κώστα Φέρρη, του Πάνου Κουτρουμπούση, του Τάσου Δενέγρη και του Ανδρέα Αναστασάτου, που εισβάλλουν στον κόσμο του ρεμπέτικου, μ’ ένα ντοκιμαντερίστικο τρόπο, και το αναδεικνύουν

Υπάρχει η εντύπωση πως η λεγόμενη «ρεμπετοαναβίωση» ήταν υπόθεση της δεκαετίας του ’80 (με τις δεκάδες κομπανίες, τα ρεμπετάδικα, τις επανεκδόσεις δίσκων με παλιά ρεμπέτικα, την ταινία Ρεμπέτικο του Κώστα Φέρρη κ.λπ.). Εντάξει, τότε μπορεί να συνέβησαν πολλά, πάρα πολλά, αλλά, ουσιαστικά, αναβίωση του ρεμπέτικου δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει από τον Πόλεμο και μετά. 
Ειδικά στο επίπεδο των κειμένων η αρθρογραφία υπήρξε συνεχής (Σοφία Σπανούδη, Μίνως Δούνιας, Φοίβος Ανωγειανάκης, Μίκης Θεοδωράκης, Νέστορας Μάτσας, Μάρκος Φ. Δραγούμης και πάμπολλοι άλλοι), μαζί βεβαίως με διαλέξεις, ομιλίες κ.λπ. Όλοι γνωρίζουμε, για παράδειγμα, την διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο στις 31 Ιανουαρίου 1949 στην Αθήνα, κάποιοι σίγουρα θα ξέρουν μιαν ανάλογη ομιλία του Ντίνου Χριστιανόπουλου στην Θεσσαλονίκη, για τη μορφή της μάνας στα ρεμπέτικα, την 14η Μαΐου 1954 κ.ο.κ.
Όσον αφορά στην δισκογραφία; Εδώ, ως τομή στο θέμα «ρεμπετοαναβίωση», θα πρέπει να θεωρήσουμε τις επανεκτελέσεις του Γρηγόρη Μπιθικώτση στα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, στις αρχές της δεκαετίας του ’60.
Πρώτος δίσκος τής σειράς εκείνος με τα τραγούδια «Αντιλαλούν οι φυλακές / Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» [His Master’s Voice, 1960], ενώ λίγο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1961, ηχογραφείται ένα επίσης ιστορικό 45άρι με τα τραγούδια «Φραγκοσυριανή / Αλεξανδριανή» [His Master’s Voice]. Απ’ αυτά τα τραγούδια τα «Αντιλαλούν οι φυλακές» και «Φραγκοσυριανή» ήταν επανεκτελέσεις ρεμπέτικων του ’30, ενώ «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» και η «Αλεξανδριανή» είχαν ακουστεί από τον Μπιθικώτση, τότε, για πρώτη φορά. Φυσικά, τα τραγούδια του Βαμβακάρη που τραγούδησε εκείνη την εποχή ο Μπιθικώτσης ήταν πολύ περισσότερα.
Ο κινηματογράφος (με υπόθεση) είχε κάποια σημασία στο θέμα της ρεμπετοαναβίωσης;
Μεγάλο, αν θεωρήσουμε ως τέτοια, ως μεγάλη δηλαδή, την εξοικείωση με το είδος που δημιουργούσαν οι παρουσίες παλαιών ρεμπετών και λαϊκών τραγουδοποιών, με τα τραγούδια τους, και όχι μόνο μ’ αυτά, σε μια σειρά από ταινίες, που γυρίστηκαν από τα τέλη του ’40 έως και τα τέλη του ’50.
Φυσικά, ρεμπέτικο το ’50 δεν υπήρχε, αν θεωρήσουμε ως ρεμπέτικο το κλασικό «πειραιώτικο» της δεκαετίας του ’30, αλλά όταν έβλεπες, το 1954, στην ταινία Οι Παπατζήδες (σε σενάριο Πέτρου Γιαννακού και τεχνική επίβλεψη από τον Αλέκο Σακελλάριο) ζωντανό μέχρι και τον θρυλικό Γιώργο Μπάτη να εμφανίζεται σαν κουμανταδόρος σε αυτοσχέδια μπαρμπουτιέρα... ε, όπως και να το κάνουμε, κάτι παθαίνεις. Πιο πολύ σήμερα βέβαια, αλλά και τότε...
Και αν οι ταινίες «με υπόθεση» ενσωμάτωναν στοιχεία της ρεμπέτικης μυθολογίας από πολύ νωρίς, στα πρώτα χρόνια του ’60 εμφανίζονται και ορισμένες «άλλες» ταινίες, πιο ειδικές, πιο «επί τούτου», ταινίες ερευνητικές, ντοκιμαντέρ και ημι-ντοκιμαντέρ, μικρού μήκους βασικά, φτιαγμένες από υποψιασμένους νέους fans, οι οποίες είχαν άμεση σχέση με τον κόσμο τού ρεμπέτικου και την μετεξέλιξή του, που ήταν φυσικά το λαϊκό τραγούδι.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/articles/cinema_articles/299700/i-rempetoanaviosi-ston-elliniko-kinimatografo-ton-arxon-tis-dekaetias-toy-60