Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2021

SARA SERPA & EMMANUEL IDUMA ένα avant-jazz έργο σχετικό με την έννοια της «πατρίδας» στον σύγχρονο κόσμο

Συνεχίζοντας το ταξίδι της η Πορτογαλίδα Sara Serpa –μία από τις πιο σημαντικές βοκαλίστες-τραγουδίστριες της σύγχρονης jazz– στο αφρικάνικο περιβάλλον της μουσικής της, επανέρχεται, μετά το “Recognition” [Biophilia Records, 2020], μ’ ένα νέο άλμπουμ, το “Intimate Strangers” [Biophilia Records, 2021], γεμάτο με ανάλογες αναφορές.
Να υπενθυμίσουμε πως το “Recognition” είχε γεννηθεί μετά από μια πρόσκληση του John Zorn, για την παρουσίαση μιας παράστασης, που να μπορούσε να συνδυάσει ταινία με μουσική, στο The Drawing Center της Νέας Υόρκης. Η Serpa χρησιμοποιώντας σούπερ-8 ταινίες, που είχαν βρεθεί στα αρχεία της οικογένειάς της, και τις οποίες αργότερα επεξεργάστηκε ο Bruno Soares, δημιούργησε το “Recognition”, που έκανε πρεμιέρα ως βουβή ταινία με συνοδεία ζωντανής μουσικής το 2017. Τα ταινιάκια σούπερ-8 ήταν γυρισμένα στα sixties και αφορούσαν σε σκηνές από την ζωή κ.λπ. στην αποικιακή Ανγκόλα (αποικία της Πορτογαλίας βεβαίως).
Από την Ανγκόλα της δεκαετίας του ’60 το ενδιαφέρον της
Sara Serpa μεταφέρεται, τώρα, στην Νιγηρία. Ξανά με ανάθεση από τον John Zorn, το “Intimate Strangers”, που στηρίζεται στο βιβλίο “A Strangers Pose” (2018) του νιγηριανού συγγραφέα Emmanuel Iduma, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Brooklyns National Sawdust, τον Νοέμβριο του 2018, ως multimedia performance, συνδυάζοντας μουσική (της Serpa), αφηγήσεις (από τον Iduma) και ακόμη φωτογραφίες (παρμένες από το “A Strangers Pose”).
Τι είναι το A Strangers Pose”; Ένα μείγμα ταξιδιωτικών εντυπώσεων, ποίησης και φωτογραφιών, που κεντράρει στο ταξίδι του μετανάστη και του νομάδα, που εν προκειμένω δεν είναι άλλος από τον ίδιον τον συγγραφέα, ο οποίος περιπλανιέται σε Ντακάρ, Ντουάλα, Μπαμάκο, Χαρτούμ, Καζαμπλάνκα και αλλού, διαλογιζόμενος σε σχέση με την έννοια της «πατρίδας», του μοναχικού ταξιδιού, της γενναιοδωρίας των ξένων κ.λπ.
Εντός αυτού του περιβάλλοντος, τώρα, εισέρχεται η Sara Serpa με τις μουσικές της, προκειμένου να υπογραμμίσει ή και να αποσαφηνίσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη περισσότερο αυτήν την επικοινωνία ανάμεσα στον άνθρωπο και στην έννοια «πατρίδα», στον σύγχρονο κόσμο.
Μουσικές και φωνές λοιπόν, όχι μόνον του συγγραφέα Emmanuel Iduma και της συνθέτριας Sara Serpa, μα και των Aubrey Johnson και Sofía Rei, μαζί με field recordings, το πιάνο του Matt Mitchell και τα synths του Qasim Naqvi, που δημιουργούν ένα σύνθετο σκηνικό, κάπως σαν ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ, που κινείται (μουσικώς) στα όρια της jazz-avant, μ’ έναν τρόπο ερμητικό και συμπαγή, απαιτώντας ασυζητητί την προσήλωση του ακροατή, ώστε να αποκρυπτογραφηθεί αυτό (το πολυσύνθετο σκηνικό) στην ολότητά του.
Επαφή: www.saraserpa.com

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

6+1 πρόσφατα και κυρίως εξαιρετικά άλμπουμ του ελληνικού heavy metal – αξιόλογα συγκροτήματα και εκπληκτικές παραγωγές, που συναγωνίζονται επάξια εκείνες των top ονομάτων του εξωτερικού

Τις καλύτερες παραγωγές στην Ελλάδα, και δεν αναφερόμαστε σε γενικότερο lay-out, εξώφυλλα, PR κ.λπ, αλλά στην ουσία της ηχογράφησης-παραγωγής, στο τεχνικό κομμάτι της, τις έχουν, με διαφορά, τα γκρουπ του hard rock / heavy metal. Όλοι οι άλλοι τρώνε τη σκόνη τους.
Δύσκολο να βρεις ελληνικό άλμπουμ, που να μην τρέχει με χίλια, που να μην είναι από την γέννα του εφάμιλλο των καλύτερων ευρωπαϊκών (και αμερικάνικων).
Οι άνθρωποι ξέρουν που πατάνε, ξέρουν τι πρέπει να δώσουν και το πράττουν με θαυμαστή γνώση και πληρότητα. Και αναφερόμαστε σε πολύ απαιτητικές παραγωγές, με τόνους από ηλεκτρικά vibes, πάνω από τα οποία θα πρέπει να ίπταται η φωνή, ώστε να μην χάνεται απολύτως τίποτα κατά την ακρόαση. Επιστήμονες στη δουλειά τους!
Δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα για το ελληνικό
hard rock / heavy metal, το ελληνικό «μέταλλο», καθώς πέρασε από πολύ δύσκολες φάσεις στην δεκαετία του ’80. Γρήγορα, όμως, κατόρθωσε να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες, να συγχρονιστεί μ’ εκείνο που συνέβαινε «έξω», εκσυγχρονίζοντας ταυτοχρόνως στουντιακό εξοπλισμό, μεθόδους ηχογράφησης και παραγωγής, φθάνοντας να διεκδικεί ίσο μερίδιο των απαιτήσεων των fans, των «χαρντροκάδων» και των «μεταλλάδων» δηλαδή, σε ευρωπαϊκό και γιατί όχι σε παγκόσμιο επίπεδο.
Δεν χρειάζεται καν να υπενθυμίσουμε το «βάρος» συγκροτημάτων όπως τα Rotting Christ, Septicflesh, Firewind, Varathron, Kawir, Zemial, Necromantia, Νightfall κ.λπ. – και δεν εννοούμε μόνο στην Ελλάδα, αλλά και έξω απ’ αυτήν.
Τώρα, μια ειδική κατηγορία heavy metal (γκρουπ και άλμπουμ), μία από τις τόσες που υπάρχουν εξάλλου, είναι κι εκείνη του epic, power, symphonic και progressive «μετάλλου». Και σ’ αυτόν τον τομέα τα πάμε πολύ καλά, μέσα-έξω, με επίσης πολύ δυνατές παραγωγές και αξιοπρόσεκτα άλμπουμ.
Για μερικούς πρόσφατους τέτοιους δίσκους, και όχι μόνο, θα γράψουμε τώρα παρακάτω...
Και κάτι ακόμη. Τα γκρουπ, προέρχονται από διάφορες πόλεις της χώρας (Λειβαδιά, Σπάρτη, Λάρισα, Θεσσαλονίκη) και όχι μόνο από την Αθήνα. Τούτο σημαίνει συνολική και ομοιόμορφη διασπορά των «μεταλλικών» ήχων και κυρίως τεχνικές και άλλες δυνατότητες να φθάσεις πολύ ψηλά, όπου κι αν βρίσκεσαι. Κάτι πολύ σημαντικό επίσης.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/61-prosfata-exairetika-almpoym-toy-ellinikoy-heavy-metal

Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2021

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΙΩΤΗΣ alati

Μουσικός, λυράρης, με παρελθόν, ο Δημήτρης Χιώτης (Dimitris Chiotis) είναι γνωστός από τις κατά καιρούς συνεργασίες του, καθώς έχει εμφανισθεί σε άλμπουμ των Κρίστης Στασινοπούλου / Στάθη Καλυβιώτη, Μιχάλη Χατζηγιάννη, Ηρούς Σαΐα, του συγκροτήματος Έρωτες Πολεμιστές, ενώ έχει υπάρξει βασικό μέλος των Strovili (για δύο άλμπουμ των οποίων υπάρχουν reviews στο δισκορυχείον) κ.λπ.
Εσχάτως ο Δημήτρης Χιώτης κυκλοφόρησε ένα προσωπικό CD, το Alati(2021), στην αυστριακή Alessa Records World Music – ένα label, που φαίνεται να ειδικεύεται σε ήχους jazz και world. Η έκδοση, οπτικώς πρώτα-πρώτα, είναι πολύ καλή, με ωραίο σχεδόν ασπρόμαυρο εξώφυλλο, σχεδιασμένη σε triple-folded digipak.
Το “Alati” περιέχει επτά tracks, όλα γραμμένα από τον Δ. Χιώτη, με διάρκειες από πέντε έως εννέα λεπτά, και δεν υπάρχει, σε αυτά, ένα συγκεκριμένο γκρουπ, που να εμφανίζεται σε όλες τις συνθέσεις. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, διαφορετικές line-ups για κάθε track, που είναι έτσι επιλεγμένες, ώστε να προσαρμόζονται στις εκάστοτε απαιτήσεις.
Το ξεκίνημα γίνεται με το “Skaribas”, στο οποίο ακούγεται απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Σκαρίμπα «Το Θείο Τραγί» (διαβάζει ο Γιώργος Χριστόπουλος). Τα όργανα που ακούγονται είναι το νέι του Kayhan Monjezi, η ηλεκτρική λύρα του Δημήτρη Χιώτη και τα ντραμς του Γιάννη Ηλιάκη. Ένα πνευστό, ένα έγχορδο, ένα κρουστό και η φωνή είναι αρκετά για να δώσουν το στίγμα του δίσκου. Και φυσικά η σύνθεση που κατακρατεί στοιχεία από το rock, τον ηλεκτρικό αυτοσχεδιασμό και την παράδοση. Πολύ δυνατή αρχή, που αφήνει μεγάλες υποσχέσεις για την συνέχεια.
Λέμε για το 6λεπτο “White dress”, στο οποίο ακούγονται ξανά τέσσερις μουσικοί. Η βοκαλίστα Αθηνά Χιώτη, ο Foad A Vand στο περσικό σαντούρι, ο Δημήτρης Χιώτης σε λύρα με συμπαθητικές χορδές, κριτικό λαούτο και ο Βαγγέλης Καρίπης σε bendir, κουρδικό ντέφι. Το άκουσμα εδώ είναι περισσότερο «ανατολίτικο» με δίλεπτη φωνητική εισαγωγή, σε στυλ ταξίμι, με ωραία περιστρεφόμενη μελωδία, αναπτυγμένη πάνω σ’ ένα μέσο τέμπο, που γίνεται εντονότερο προς το τέλος.
Στο τρίτο κομμάτι, το “Red desert” η μπάντα γίνεται εξαμελής. Δημήτρης Χιώτης (αφγανικό rubab, αραβικό ούτι, κρητική λύρα), Foad A Vand (περσικό σαντούρι, tambur), Βαγγέλης Καρίπης (αραβικό dohola, bendir, μαροκινό krakeb, δηλαδή μεταλλικές καστανιέτες), Kayhan Monjezi νέι και δίπλα τους η Άννα Λινάρδου φωνή και ο Saeed Rezazadeh περσικό setar. Και εδώ το fusion μας έρχεται από την Ανατολή (οθωμανική, περσική), σε μια σύνθεση που εξελίσσεται γοργά, περιέχουσα εξαιρετικό φωνητικό break από την Α. Λινάρδου περί την μέση της, με τα έγχορδα και τα κρουστά να έχουν το πάνω χέρι, και με το κομμάτι να «φορτώνει» λίγο πριν από το τέλος του.
Στη “Sousta” ακούμε σοπράνο σαξόφωνο (Γιάννης Κινινής), ντραμς (Γιάννης Ηλιάκης) και ηλεκτρική λύρα, συν analog bass synth (Δημήτρης Χιώτης). Up-tempo σύνθεση, με στοιχεία επανάληψης, γεμίσματα από ντραμς, και ωραίες παραλληλίες ανάμεσα στο μελωδικό σοπράνο και την περισσότερο minimal λύρα. Κι εδώ η «αλλαγή» μετά το 3:30 ανανεώνει το ενδιαφέρον για το κομμάτι.
Στο σχεδόν 9λεπτο “Alati” πέντε μουσικοί (Καρίπης, A Vand, Rezazadeh, Monjezi και Χιώτης) συνοδοιπορούν σε μια θαυμάσια στιγμή, με δυνατό μελωδικό εκτόπισμα, κάπως «ιεροτελεστική», που έχει τον τρόπο να σε «ταξιδεύει».
Στο προτελευταίο track του άλμπουμ, το “Yasmin”, ακούγονται μόνον ο Δ. Χιώτης σε κρητική λύρα, λαούτο και ο F. A Vand σε περσικό σαντούρι. Και εδώ ο μελωδικός διάκοσμος, συνδέει παραδοσιακά κρητικά χρώματα, με άλλα της ευρύτερης ανατολικής Μεσογείου και Ανατολής με τρόπο μαγικά αριστοτεχνικό.
Το κλείσιμο με το “Night ornaments”, με Mohamed Alnuma σε παραδοσιακό ιρακινό τραγούδι, Αθηνά Χιώτη φωνή, Δημήτρη Χιώτη ηλεκτρική λύρα, analog bass synth, κρητική λύρα, τοξωτό οθωμανικό ταμπουρά και Γιάννη Ηλιάκη ντραμς, προσφέρει ένα ακόμη συναρπαστικό fusion, ολοκληρώνοντας έτσι ένα κλασικό «έντεχνο» άλμπουμ, σφυρηλατώντας τις σχέσεις ανάμεσα στις σημερινές ηχητικές απαιτήσεις και τις ευρύτερες παραδόσεις της (μουσικής) περιοχής μας.
Επαφή: www.alessarecords.at

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 413

18/11/2021
Έχω κι ένα βιβλίο με ποιήματα κάποιου Ανδρέα Θωμόπουλου από το 1961. Δεν ξέρω αν είναι ο ίδιος. Κάποτε που είχα μιλήσει μαζί του στο τηλέφωνο είχα ξεχάσει να τον ρωτήσω...
Το ’61 ο Θωμόπουλος ήταν 16 ετών και δεν είναι καθόλου παράξενο νέα παιδιά να βγάζουν ποιητικές συλλογές. Μερικά μάλιστα έγιναν πασίγνωστα αργότερα...
[αυτό το τραγούδι το είχα βάλει κάποτε, πριν 20 και πλέον χρόνια, να το ακούσει κόσμος σ’ ένα μαγαζί στο κέντρο, χωρίς να είμαι DJ – ο σωστός τίτλος του, δε, είναι «... με τον Μ.Θ.», όχι «... με τον Μ.Ο.», και Μ.Θ. είναι ο Μίκης Θεοδωράκης]
https://www.youtube.com/watch?v=9R1-b8T7AbI

18/11/2021
Το νέο «διάγγελμα» Μητσοτάκη συνυφαίνεται άμεσα με τα πτωτικά έως και πολύ πτωτικά νούμερα των τελευταίων δημοσκοπήσεων και ως εκ τούτου θα μοιραστούνε μόνο «χάδια». Τέρμα πλέον τα «χαστούκια» στην... Ελλάδα Ελλήνων Εξαπατημένων.

18/11/2021
Όταν επιχειρείς να εκλογικεύσεις τους νεκρούς του Πολυτεχνείου, σε «μέσα» ή «έξω» από το Πολυτεχνείο, παίζεις το παιγνίδι των φασιστών και των φιλελέρων –ή είσαι απλά φασίστας ή φιλελέρας– πού είναι ποιο; Ότι... αφού δεν υπήρχαν νεκροί «μέσα» στο Πολυτεχνείο σημαίνει πως η χούντα δεν ήταν τελικά και τόσο κακή, όσο θέλουν να την εμφανίζουν τέλος πάντων οι αριστεροί. Το ξέπλυμα, δηλαδή, πάει σύννεφο. 

18/11/2021
Το διάστημα από τις 17 Νοέμβρη ’73 μέχρι τις 25 Νοέμβρη ’73, όταν θα ανατραπεί η κυβέρνηση του δοτού πρωθυπουργού της χούντας Σπύρου Μαρκεζίνη, είναι ίσως το πιο σκοτεινό της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Το παρασκήνιο υπήρξε απίστευτο και η σπερμολογία εκτός ορίων, χωρίς κανείς να μπορεί να πει με βεβαιότητα τι, απ’ όσα ακούστηκαν, ήταν αλήθεια και τι όχι (μέχρι και για επαφές του Παπαδόπουλου με τον Καραμανλή έχει γίνει λόγος, τις οποίες πρόλαβε και ενταφίασε ο Ιωαννίδης). Αυτό το ρευστό και υποχθόνιο σκηνικό μαρκάρει η ανακοίνωση του Ζαγοριανάκου, λίγες ώρες μετην είσοδο του Στρατού στο Πολυτεχνείο... 

16/11/2021
Τραγελαφικά σπαραξικάρδιος λαϊκός καλλιτέχνης, που προσέφερε κι αυτός τον όβολόν του στο κίνημα. Λάκης Σκούταρης «Πολυτεχνείο»...
https://www.youtube.com/watch?v=QbgKW4RMZFg

16/11/2021
Ποστάραμε χθες δύο ποπ-ροκ τραγούδια, από την δεκαετία του ’70, που σχετίζονταν με το Πολυτεχνείο, το «Μην νομίζης» (1976) του Robert Williams και το «Θα τραγουδάω» (1975) του Στέλιου Φωτιάδη, με την Δέσποινα Γλέζου. Είπαμε και για το τι έπαιζε, τότε, με την... πολιτικοποιημένη ποπ, και γιατί επιχειρούσαν οι της ποπ να εμφανισθούν, και αυτοί, ως πολιτικοποιημένοι, στην πρώιμη Μεταπολίτευση.
Να κι ένα ακόμη τραγούδι από την ίδια εποχή (1978), που μιλάει ξανά για «τα παιδιά» (του Πολυτεχνείου φυσικά), όπως κι εκείνο του Robert Williams, που δεν είναι γραμμένο από ποπ καλλιτέχνη, αλλά έπαιζε ηχητικά στο ίδιο γήπεδο. Μέχρι και «πυροβολισμούς» ακούς στην αρχή... και μετά. Γιάννης Γλέζος «Τα παιδιά»...
https://www.youtube.com/watch?v=mUe96S2mxdg

16/11/2021
Διακινείται συνεχώς από τους νεο-ακροδεξιούς, τους φιλελέδες και τους άσχετους η «άποψη» πως η χούντα δεν τελείωσε το ’73 και πως το Πολυτεχνείο το μόνο που κατόρθωσε ήταν να φέρει μία χούντα ακόμη χειρότερη. Άρα, και με λίγα λόγια, έκανε κακό και καμία τιμή δεν του πρέπει... γιατί εκεί θέλουν να καταλήξουν. Τρίχες…
Η χούντα όντως τελείωσε το ’73, καθώς οι φοιτητές φαίνεται πως ήταν οι μόνοι που είχαν ψυλλιαστεί τις πολιτικές κινήσεις του Παπαδόπουλου, ο οποίος καθώς διαπίστωνε να ανεβαίνει η φοιτητική αναταραχή, ήδη από το καλοκαίρι του ’73, πλάσαρε, και γι’ αυτό το λόγο, την δήθεν «πολιτική λύση» Μαρκεζίνη τον Οκτώβριο, για να εκτονώσει την έκρηξη και να αποφύγει, βασικά, μια ριζοσπαστικοποίηση του λαού, που ήδη ασφυκτιούσε (και για οικονομικούς λόγους).
Οι φοιτητές, με άλλα λόγια, «έπιασαν» τι πήγαινε να γίνει – να κατσικωνόταν η χούντα στο σβέρκο μας για καμιά δεκαετία ακόμη, μέσω της «πολιτικής λύσης», και κάπως έτσι του την έφεραν (του Παπαδόπουλου), ο οποίος Παπαδόπουλος, υπενθυμίζω, στο σύνταγμα του ’73 προέβλεπε για τη δική του θέση θητεία μέχρι το 1981!
Αυτό οι φασίστες, οι ακροδεξιοί, οι φιλελέδες και διάφορα άλλα πολιτικά κουμάσια δεν πρόκειται να το συγχωρέσουν ποτέ στους φοιτητές. Γι’ αυτό το Πολυτεχνείο θα είναι πάντα για ’κείνους κόκκινο πανί. Θα διαστρεβλώνουν το νόημά του, θα το υποβαθμίζουν, θα το συκοφαντούν, θα το απαξιώνουν. Γιατί, στην πράξη, το Πολυτεχνείο δεν ήταν μια στενά φοιτητική εξέγερση, καθώς τούτη γρήγορα εξελίχθηκε σε μια κανονική κοινωνική εξέγερση από τα κάτω, με τη συμμετοχή του λαού δηλαδή και όχι μόνο των φοιτητών –το μόνο, δηλαδή, που μισεί και νοιώθει ως αληθινή απειλή το πολιτικό σύστημα–, η οποία καταπνίγηκε στο αίμα εν τη γεννέσει της.
Η εξέγερση του Πολυτεχνείου έριξε το μήνυμα πως μόνο ο αγώνας θα μπορούσε να ανατρέψει την δικτατορία, πως μόνο η μαζική κινητοποίηση θα μπορούσε να ταρακουνήσει τους συνταγματάρχες και περαιτέρω πως οι μάζες ήταν τελικά καταδικασμένες μπροστά στη στρατιωτική υπεροπλία του καθεστώτος.
Το Πολυτεχνείο ήταν εκείνο που ουσιαστικά ενταφίασε την δικτατορία, η οποία θα έπεφτε τους επόμενους μήνες έτσι κι αλλιώς, και ανεξάρτητα από την προδοσία τής Κύπρου, από εσωτερικές έριδες, από την ευρωπαϊκή απομόνωση (μετά τα γεγονότα του Νοέμβρη), από την αποτυχία διαχείρισης των «πολιτικών λύσεων», και βεβαίως από την οικονομική τελμάτωση λόγω κατάρρευσης του Bretton Woods και των εκρηκτικών ανοδικών τιμών πετρελαίου και πληθωρισμού.
Η χούντα, λοιπόν, όντως τελείωσε το ’73 και το Πολυτεχνείο ήταν εκείνο που υπέγραψε το πιστοποιητικό θανάτου της, σκάβοντάς της και τον λάκκο. Την τυπική ταφόπετρα δεν έβαλε μόνο. Αυτό ας το ξέρουν τουλάχιστον οι «δικοί μας».
Το λέω, γιατί και διάφοροι «δικοί μας» λένε και γράφουν «ό,τι να ’ναι».
[παλαιότερο ποστ, που το υπενθυμίζω λόγω των ημερών]

15/11/2021
Η ποπ προσπαθούσε στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης να εκφράσει κάτι από το κλίμα της πολιτικής αλλαγής. Η χούντα σε κάποιες περιπτώσεις παριστανόταν με «θηρίο» (όπως ακούσαμε και πιο πριν στο τραγούδι του Robert Williams) ή με «θεριό» εδώ, στο τραγούδι του Στέλιου Φωτιάδη, «τα παιδιά», όπου ακούγονταν, ήταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου, η έννοια της «ελευθερίας» έπαιζε με ορμή επίσης κ.λπ. Οι ποπάδες ήταν κατά βάθος ευαίσθητοι, αλλά είχανε στιγματιστεί ως οι χαϊδεμένοι της δικτατορίας (και ήταν), γιατί παίζανε παντού στα μίντια, βγαίνανε συνεχώς στην τηλεόραση κ.λπ. και κάπως έτσι στα μέσα του ’70 φτάσανε να τραγουδάνε σε συναυλίες (στο Σπόρτιγκ) ακόμη και για τα θύματα της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο(!), προκειμένου να σβήσουν από πάνω τους την... ντροπή. Πολύ λίγοι τους κατάλαβαν στην Μεταπολίτευση. Δεν είχε αφεθεί χώρος γι’ αυτούς...
https://www.youtube.com/watch?v=It-FyWUECrc

15/11/2021
Η χούντα τελείωσε το ’73. Το λέει κι ο Robert Williams. «Τα παιδιά, που στο πλευρό μας πολεμήσανε / με συνθήματα στα χείλη, το θηρίο του Απρίλη / κάποια νύχτα του Νοέμβρη το γκρεμίσανε»...
https://www.youtube.com/watch?v=hVpqEBkLVDA

14/11/2021
Δόξα και τιμή στον αείμνηστο Μιχάλη Κούση, που έτρεχε σε «κλασικούς» μαραθώνιους, και όχι σε «αυθεντικούς» (άκου «αυθεντικός»... ποιος αστείoς και άσχετος διαφημιστής το σκέφτηκε αυτό;), και που του είχαν κλέψει ένα μεγάλο πανελλήνιο ρεκόρ (που θα ήταν ακόμη ακατάρριπτο) και μια τεράστια παγκόσμια επίδοση οι γιουγκοσλάβοι αεριτζήδες στους Μεσογειακούς του ’79...

13/11/2021
Όσοι ακούγαμε ραδιόφωνο στην δεκαετία του ’80, στο πρώτο μισό της κυρίως, θυμόμαστε σίγουρα την Σοφία Μιχαλίτση, που πέθανε σήμερα στα 85 της, και τον τρόπο με τον οποίον είχε αναμορφώσει το τότε Δεύτερο Πρόγραμμα, δίνοντάς του μία άκρως ενδιαφέρουσα, ζωντανή και νεανική προοπτική.
Δεν ήταν μόνον η νυχτερινή ζώνη, με Άννυ Βιτσέντζου, Μαριτίνα Πάσσαρη, Χρήστο Βακαλόπουλο, Αντώνη Κόκκινο και λοιπούς, που μας κράταγε συντροφιά στα ξενύχτια, όταν διαβάζαμε για ποικίλες εξετάσεις, αλλά και η απογευματινή και η μεσημεριανή ζώνη, που μας μάθαιναν να ακούμε «σωστή» μουσική, ελληνική και ξένη, δίνοντάς μας εναύσματα και προς το βιβλίο, τον κινηματογράφο κ.λπ. Υπήρχε επί των ραδιοφωνικών ημερών της μία συνολική αντιμετώπιση της κουλτούρας, σ’ ένα υψηλό επίπεδο, την οποία συναντούσες μόνο στα σημαντικά πολιτιστικά έντυπα της εποχής, όπως την Πολιτιστική, το Τέταρτο κ.λπ.
Η Μιχαλίτση, που ήξερε από μουσική, είχε γερό αισθητήριο δηλαδή, έκανε και επιμέλειες στον κινηματογράφο, και κάπως έτσι θυμάμαι το όνομά της σε δύο τουλάχιστον πολύ αγαπημένες μου ταινίες, στον «Ζεστό Μήνα Αύγουστο» (1966) του Σωκράτη Καψάσκη, όπου επιλέγει και τζαζ, και στις «Μεταμορφώσεις» (1973) του Γιάννη Κοκκόλη, εκεί όπου κάποια στιγμή ακούμε κομμάτι από το “Greece Goes Modern”(!) του Μίμη Πλέσσα (όταν σκάει η αδελφή της Δώρας Σιτζάνη από το χωριό, στην πρωτεύουσα – με την Μιχαλίτση να επιλέγει, για εκείνη την «κατάβαση», ένα διασκευασμένο δημοτικό, από τον παντελώς άγνωστο τότε και πάντα σπάνιο δίσκο του Πλέσσα).
Τα screenshots είναι από τις ταινίες...

KOSMODOME σύγχρονο progressive από την Νορβηγία

Από την ακμαία σκηνή της νορβηγικής πόλης Bergen ένα ακόμη συγκρότημα, που κινείται στο χώρο του σύγχρονου progressive. Λέμε για τους Kosmodome και το παρθενικό κατά πάσα πιθανότητα άλμπουμ τους με τον ίδιο τίτλο, που θα κυκλοφορήσει επισήμως στις 10 Δεκεμβρίου (τρέχοντος) από την Karisma Records.
Οι Kosmodome είναι βασικά οι αδελφοί Sandvik, ο Sturle σε κιθάρες, μπάσο, φωνή, φωνητικά και ο Severin σε ντραμς, κρουστά, φωνητικά, έχοντας όμως κι άλλες έξτρα βοήθειες, στα περισσότερα από τα κομμάτια τους, σε πλήκτρα (fender rhodes, όργανο, πιάνο, μέλοτρον), μπάσο και σόλο κιθάρα.
Το “Kosmodome”, που θα διατεθεί σε LP, CD και digital, περιλαμβάνει οκτώ κομμάτια, μέσης γενικώς διάρκειας, αρκετά έντονα στην εκφορά τους, με τις κιθάρες να κρατάνε τα πρωτεία και με τα πλήκτρα του Jonas Særsten να έπονται (χωρίς ποτέ να είναι αμελητέα, καθώς ακούγονται στα έξι από τα οκτώ tracks).
Το ύφος της γραφής των Kosmodome δεν είναι απλό – απεναντίας είναι πολύπλοκο και σύνθετο, δίχως πάντως να αγγίζει τα όρια της εκζήτησης. Τα κομμάτια κυλούν με άνεση, τα passages είναι αρκούντως εκφραστικά, όπως εκφραστικές είναι οι φωνές και τα φωνητικά (ο Sturle Sandvik είναι ένας πολύ καλός τραγουδιστής), με τις κιθάρες να γαζώνουν και με τα vibes να είναι έντονα και δυναμικά γενικώς, φανερώνοντας (όλα αυτά) πως οι Kosmodome είναι ένα γερό συγκρότημα, που ξέρει πού πατάει. Τα “Waver I” και “Waver II” φερ’ ειπείν είναι εκπληκτικά τραγούδια, που ανταποκρίνονται πλήρως σ’ εκείνο που υποστηρίζει το ίδιο το γκρουπ. Ήτοι:
«Στόχος μας στο “Kosmodome” είναι οι ακροατές μας να αντιληφθούν όλη του την ποικιλομορφία. Σε όλο το άλμπουμ, εν τω μεταξύ, διατηρούμε τα μελωδικά και groovy στοιχεία, που αποτελούν την βάση για βαθιές καταδύσεις σε ογκώδη και βαριά ηχοτοπία, μα και σε διαστημικές δίνες. Τα οργανικά μέρη είναι κεντρικά στη μουσική μας αφήγηση, ενώ υποστηρίζονται περαιτέρω από τα λυρικά μας θέματα. Ενδοσκόπηση και απορία, συνυπάρχουν μαζί με σκέψεις γύρω από την σημερινή κατάσταση της ανθρωπότητας, μα και με απογοητεύσεις σε σχέση με το πώς πορεύεται η σύγχρονη κοινωνία».
Υγιείς σκέψεις και προβληματισμοί, λοιπόν, που μετατρέπονται σε αξιολογότατες συνθέσεις και τραγούδια.
Επαφή: www.karismarecords.no

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ το “Registry of Inadequate Self-Healing Attempts” είναι το νέο άλμπουμ του

Παλαιός γνώριμος ο Αντώνης Λιβιεράτος (Antonis Livieratos). Όλοι γνωρίζουν, εξάλλου, το πέρασμά του από τους Chapter 24, τους Sigmatropic, τους Illegal Operation και τους Dr. Atomik, ενώ δεν πρέπει να είναι λίγοι κι εκείνοι που έχουν γίνει κοινωνοί της προσωπικής δισκογραφίας του – που ξεκινάει με το 10ιντσο «Του Χάρου τα Δόντια» [Hitch-Hyke, 1997], μαζί με τον Σωτήρη Δεμπόνο, για να καταλήξει τώρα στο Registry of Inadequate Self-Healing Attempts [Same Difference Music, 2021], που αποτελεί την έκτη στη σειρά προσωπική κυκλοφορία του.
Το... Μητρώο Ανεπαρκών Προσπαθειών Αυτοθεραπείας είναι ένα άλμπουμ χωρίς τραγούδια, εν αντιθέσει με το προηγούμενό του «4 ½» [Puzzlemusik, 2018], και γενικώς «δύσκολο» σαν άκουσμα, χωρίς τούτο να σημαίνει πως δεν διαθέτει και περισσότερο εύληπτες στιγμές ή και ολόκληρα (εύληπτα) tracks.
Μόνος του σ’ αυτό το LP, ο Αντώνης Λιβιεράτος εκτός από το να συν-θέτει χειρίζεται κιόλας όλα τα όργανα που ακούγονται, δηλαδή τα πάσης φύσεως keyboards (rhodes πιάνο, korg CX3 όργανο κ.λπ.), συν κιθάρες, μπάσο, tapes, samples, ραδιοφωνικούς ήχους και φωνές. Άρα λέμε για ένα φύσει και θέσει «προσωπικό» LP, σκληρό και ερμητικό, το οποίο, καθώς εξελίσσεται, ανανεώνει συνεχώς το ενδιαφέρον σου (για ’κείνο).
Στην Side A καταγράφονται τρία tracks, με το πρώτο απ’ αυτά, το “Thirty-seven”, να διαρκεί 8:28, καθώς, φωνές, κιθάρες, noises και drones συμβάλλουν στην διευθέτηση ενός «βιομηχανικού», γενικώς, περιβάλλοντος. Υπάρχει φυσικά ένα υπόστρωμα από κιθάρες και πλήκτρα, κάπως πιο... συμβατικό, αλλά στο πρώτο πλάνο κυριαρχούν τα πιο radical στοιχεία. Μάλιστα, μετά το 5:30, η κατεύθυνση της σύν-θεσης είναι περισσότερο ψυχεδελική, χωρίς πάντως να αλλάζει η γενικότερη αίσθηση.
Το δεύτερο κομμάτι αποκαλείται “A letter never sent” και αποτελείται και αυτό από drones, noises, φωνές, κινούμενο σ’ ένα πιο αργό και τελετουργικό τέμπο, με παράλληλες συνηχήσεις κιθαρών και ηλεκτρονικών, που δημιουργούν σπαράγματα μελωδιών.
Στο “Muddy waters”, που κλείνει την πλευρά, και που είναι το πιο ενδιαφέρον από τα τρία tracks, ακούγονται ακατάληπτες φωνές, χρησιμοποιούνται δείγματα, θόρυβοι και βόμβοι, το περιβάλλον είναι και πάλι «βιομηχανικό», αλλά επιχειρείται να «πιαστούν» και κάποια μοτίβα, που προσωπικώς ανακαλούν στη μνήμη μου κάτι από το “On the run” των Pink Floyd (!!), για να μην αναφέρω άλλα... αγνωστότερα items. Δεν ξέρω... μπορεί να είναι τραβηγμένη αυτή η εντύπωσή μου, αλλά το track αυτό το θεωρώ, εν ολίγοις, καταπληκτικό.
Στην δεύτερη πλευρά το σκηνικό αλλάζει κάπως, ή και πολύ, καθώς και τα δύο tracks, που καταγράφονται εδώ, είναι σε γενικές γραμμές άλλης λογικής.
Πρώτο το “The moon (Almost full)” με τα... τριζόνια και το νυχτερινό σκηνικό, να προεξοφλούνται κάπως ήδη από τον τίτλο. Ένα ήσυχο κομμάτι, κάπως αρχαϊκό, με διάφορα εφφέ, κιθάρες, ηλεκτρονικά, που εξελίσσεται μετά το πέμπτο-έκτο λεπτό του με πιο συμβατικό (κάπως blues-rock) αλλά ποτέ αδιάφορο τρόπο, στηριγμένο σε μια εξελισσόμενη μπασογραμμή.
Το Registry of Inadequate Self-Healing Attempts” θα ολοκληρωθεί με το σχεδόν 6λεπτο “Im ready”, που κινείται, στην αρχή, σε ακουστικούς folk δρόμους, με λίγα πλήκτρα, τα οποία, σε συνδυασμό με τις ηλεκτρικές κιθάρες και τα ηλεκτρονικά, προσφέρουν στο κομμάτι πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά.
Γενικώς, ένα παράξενο, ένα weird LP, που έχει τον τρόπο να σε καθηλώνει.
Επαφή: https://antonislivieratos.bandcamp.com/album/registry-of-inadequate-self-healing-attempts

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

τα βιβλία και τα κείμενα που επηρέασαν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου – τίτλοι και εκδόσεις, που έπαιξαν ρόλο στην φοιτητική εξέγερση τον Νοέμβρη του ’73

Είναι πολύ λογικό να υποθέσεις πως κάποια αναγνώσματα, κάποια βιβλία, θα έπαιξαν ένα ρόλο (μικρό ή μεγαλύτερο) στην εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Τα βιβλία, έχουν άλλο εκτόπισμα από εκείνο των τραγουδιών φερ’ ειπείν – που είναι πιο άμεσα (τα τραγούδια), συσπειρώνοντας τα πλήθη. Ο έντυπος λόγος δρα σε άλλους ρυθμούς, σκάβει σε μεγαλύτερο βάθος (και βάθος χρόνου), φτιάχνοντας εν τέλει όλο εκείνο το θεωρητικό υπόβαθρο, που θα μπορέσει να μετατρέψει, στη δεδομένη στιγμή, τη θεωρία σε πράξη. Ή τουλάχιστον να βοηθήσει προς τη μετάβαση.
Τα βιβλία που έπαιξαν έναν προφανή πρωτεύοντα ρόλο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν βεβαίως τα πολιτικής φύσεως.
Η άνθηση του πολιτικού βιβλίου από τα τέλη του 1969 και μετά –γεγονός, που συνδέεται με την κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας για τα έντυπα– δημιούργησε νέα δεδομένα στον εκδοτικό χώρο και κατ’ επέκταση στο νεανικό αναγνωστικό κοινό, που, εδώ, μας ενδιαφέρει περισσότερο.
Καινούριοι εκδοτικοί οίκοι, που ξεπετάγονταν από παντού, διακονώντας το πολιτικό βιβλίο –με εκδόσεις εικαστικά-τεχνικά φτηνές ορισμένες φορές και με μεταφράσεις ελεγχόμενες ως προς την εγκυρότητά τους κάποιες άλλες–, ήταν έτοιμοι να αναλάβουν ακόμη και τις ποινικές ευθύνες που τους αναλογούσαν (καθότι προληπτική λογοκρισία μπορεί να μην υπήρχε, αλλά το καθεστώς είχε και άλλους τρόπους για να επιβάλλει τις διαθέσεις του), προκαλώντας τα συντηρητικά ήθη τόσο με τους τίτλους των εκδόσεων, όσο και με το περιεχόμενό τους.
Το κυνήγι του αριστερού πολιτικού βιβλίου
Οι ακροδεξιοί κύκλοι της εποχής τα έβλεπαν όλα αυτά και δεν ήταν σπάνιες οι φορές, όπου οι διαμαρτυρίες τους καταλάμβαναν χώρο σε περιοδικά κι εφημερίδες, όταν αντίκριζαν την πολιτική φιλολογία της Αριστεράς, σε κεντρικά και συνοικιακά βιβλιοπωλεία.
Προμαχώνες τους οι εφημερίδες που ήταν φιλικά προσκείμενες προς το καθεστώς, όπως η «Εστία», η «Νέα Πολιτεία», ο «Ελεύθερος Κόσμος» ή και η «Βραδυνή», στην οποία διάβαζες (16 Δεκεμβρίου 1971):
«Είναι εκτός νόμου ο κομμουνισμός ή δεν είναι; Διότι αν δεν είναι, τότε νομίμως εξαπολύει την προπαγάνδαν του υπό τας ποικίλας μορφάς τού εντύπου χάρτου, νομιμώτατα διανεμομένου δια του Ελληνικού Ταχυδρομείου προς όλας τας κατευθύνσεις. Ακόμη και εις μικρά βιβλιοπωλεία της πρωτευούσης και εις κεντρικωτάτας θέσεις πωλείται η κομμουνιστική φιλολογία, μεταφρασμένη εις χαμηλάς τιμάς, ώστε αι ερυθραί τοξίναι να είναι προσιταί εις τα ισχνά βαλάντια, και κυρίως εις την σπουδάζουσαν νεότητα, εις την περιοχήν της οποίας αλιεύει τους πλέον μαχητικούς οπαδούς».
Ή όπως πληροφορούμαστε από το τροτσκιστικό περιοδικό της εποχής «Νέοι Στόχοι» [τεύχος #6-7, Ιανουάριος 1972]:
«Τον ίδιο μήνα (30 Δεκεμβρίου 1971) στην ίδια εφημερίδα (Βραδυνή) ο συνταγματάρχης ε.α. Δ. Σταματελόπουλος επισημαίνει την “αδυναμίαν να κυκλοφορούν ελευθέρως και υπό τα όμματα της Επαναστάσεως πλέον των 120 κομμουνιστικών εκδόσεων εν αις και το “κόκκινο βιβλίο του Μάο”. Ο αρθρογράφος θεωρεί “απαράδεκτον... αυτού του είδους την ελευθερίαν” και ζητά από τους κυβερνήτες “να λάβουν εγκαίρως τα μέτρα των” και “να άρουν την πιθανήν τροχοπέδην εκ των Σωμάτων Ασφαλείας, ίνα δυνηθούν ταύτα, με τας γνωστάς ικανότητας τας οποίας διαθέτουν, να εξουδετερώσουν πάραυτα την νέαν αυτήν κομμουνιστικήν διείσδυσιν».
Στις 25 Οκτωβρίου 1971 η ΓΔΕΑ (Γενική Διεύθυνσις Εθνικής Ασφαλείας) εκδίδει κατάσταση 130 «κυκλοφορούντων κομμουνιστικών και αντικυβερνητικών βιβλίων και περιοδικών», την οποία, μέσω του τμήματος Ασφαλείας Ξάνθης, διακινεί στα βιβλιοπωλεία της ακριτικής πόλης, στις 20 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
Την συγκεκριμένη λίστα εντοπίζει ο Λεωνίδας Χρηστάκης και την αναδημοσιεύει σ’ ένα τεύχος του περιοδικού του «Κούρος» (χωρίς αριθμό), που ήταν αφιερωμένο στο BauhausBauhaus και ο αιώνας μας»), που πρέπει να κυκλοφόρησε (γιατί ούτε αυτό αναγράφεται στην έκδοση) προς τα τέλη του 1971 με αρχές ’72. Η λίστα μαθεύτηκε ευρύτερα, για να δημοσιευθεί, κάποια στιγμή, έστω και αποσπασματικά, στο πολύ καλό λονδρέζικο περιοδικό “Index of Censorship [Volume 1, Issue 2, June 1972], δίνοντας στο θέμα διεθνείς διαστάσεις.
Μπορεί σ’ ένα πρώτο επίπεδο οι χουντικοί να έκαναν «πίσω», όταν ένα θέμα ξέφευγε από τα όρια της επικράτειας, γιατί υπολόγιζαν πάντα στον αντίκτυπο στο εξωτερικό και στην έξωθεν καλή μαρτυρία γενικότερα, και μάλιστα σε μιαν εποχή (1972), όπου οι σχέσεις τους με παράγοντες της Δύσης βρίσκονταν σε μια κάποια σταδιακή εξομάλυνση, όμως σ’ ένα δεύτερο επίπεδο οι πιέσεις από τον προσκείμενο Τύπο συνεχίζονταν μέσα από τα έντυπά του, όπως την εφημερίδα «Νέα Πολιτεία».
Τον Ιούνιο του 1972 ο χουντικός υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Βύρων Σταματόπουλος με δύο νέες δηλώσεις του φαίνεται να ρίχνει λάδι στην φωτιά, όταν διατείνεται πως «δεν πρόκειται να επιτρέψωμεν ούτε εμμέσως, ούτε αμέσως, την διάδοσιν των αντεθνικών και αντιδημοκρατικών απόψεων του ολοκληρωτικού κομμουνισμού, είτε μέσω των εντύπων και των βιβλίων, είτε μέσω του κινηματογράφου και του θεάτρου» και πως «αποτελεί παραβίασιν του νόμου όχι μόνον η έκδοσις, αλλά και η κυκλοφορία και η προβολή των βιβλίων, τα οποία προπαγανδίζουν την ανατροπήν του δημοκρατικού και συνταγματικού καθεστώτος», τονίζοντας συγχρόνως πως οι βιβλιοπώλες, σαν Έλληνες πολίτες, «υποχρεούνται να τηρούν και να σέβονται τους νόμους». 
Στην πράξη και στις περισσότερες των περιπτώσεων όλα αυτά τα λογύδρια χρησιμοποιούνταν κυρίως για να κατευνάσουν τους ακροδεξιούς και συντηρητικούς κύκλους που διαμαρτύρονταν σχετικώς, αν και σε κάποιες περιπτώσεις τα πράγματα ξέφευγαν με βίαια ή λιγότερα βίαια κλεισίματα εντύπων («Αντί», «η Συνέχεια», «Τώρα») και με ανθρώπους του καθεστώτος να «συστήνουν» σε βιβλιοπώλες να κρύβουν ή και να αποσύρουν από τις βιτρίνες τα «κόκκινα» βιβλία, παρεμποδίζοντας την πρόσβαση του κοινού σε αυτά.
Φυσικά, οι εκδότες δεν μάσαγαν και βασιζόμενοι στην σχετική νομοθεσία τύπωναν κατά κόρον πολιτικά βιβλία, που, ορισμένες φορές, είναι αλήθεια, δοκίμαζαν τις αντοχές και ανοχές του δικτατορικού καθεστώτος, ξεμπροστιάζοντάς το (δες, για παράδειγμα, την έκδοση του βιβλίου του Κάρλος Μαριγκέλα «Για την Απελευθέρωση της Βραζιλίας», το 1973).
Μερικοί από τους εκδοτικούς οίκους, που ασχολήθηκαν με το πολιτικό βιβλίο, στην εποχή του «Πολυτεχνείου» και λίγο πριν, ήταν οι: «Νέοι Στόχοι», «Στοχαστής», «Υδροχόος», «Διεθνής Βιβλιοθήκη», «Διεθνούς Επικαιρότητας», «Πράξη, «Καρανάσης», «Ολκός», «Επίκουρος», «Νέα Σύνορα», «Μνήμη», «Βέγας», «Βέργος», “Gutenberg”, «Ηριδανός», «Καστανιώτης», «Σύγχρονη Εποχή» κ.ά.
Τα βιβλία που καταπιάνονταν με φοιτητικά θέματα δεν ήταν πολλά πάντως και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο όσα το επιχειρούσαν βρίσκονταν ένα βήμα πιο μπροστά – στην ανάγκη για μελέτη και ενημέρωση, πρώτα-πρώτα, της πολιτικοποιημένης νεολαίας.
Κάποια απ’ αυτά τα βιβλία σχετίζονταν με τον Μάη του ’68, όπως το «Η Γαλλική Επανάσταση / Μάης 1968» [Νέοι Στόχοι, 1971] των Μ. Μακκόνβιλ & Π. Σίηλ (ίσως το καλύτερο βιβλίο, που τυπώθηκε ποτέ στην Ελλάδα για τον «γαλλικό Μάη»), το «Δύο μελέτες για το γαλλικό Μάη του 1968» [Νέοι Στόχοι, 1971] των Π. Φρανκ και Ε. Μάντελ, το κλασικό «Η Κοινωνία του Θεάματος» [Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1972] του Γκυ Ντεμπόρ (ένα από τα «ευαγγέλια» του Μάη του ’68) ή το «Αριστερισμός / Φάρμακο στη Γεροντική Αρρώστια του Κομμουνισμού» [Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1972] των Gabriel και Daniel Cohn-Bendit, ενώ κάποια άλλα βιβλία σχετίζονταν με το «αμερικάνικο movement», όπως οι δύο τόμοι «Οι Στρατιές της Νύχτας» [Νέοι Στόχοι, 1970 / 1971] του Norman Mailer, που αναφέρονταν, όπως διαβάζουμε στον πρόλογο, στις τέσσερις ιστορικές ημέρες του Οκτωβρίου 1967 και την πορεία χιλιάδων αμερικανών διαδηλωτών προς το Πεντάγωνο (γεγονός που καταγράφηκε ως σταθμός για το κίνημα διαμαρτυρίας εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, όπως και για την αντικουλτούρα γενικότερα).
Πάντως το ελληνικό φοιτητικό κίνημα, την κρίσιμη διετία 1971-72, δεν ήταν ούτε άμεσα ούτε έμμεσα επηρεασμένο από τον «γαλλικό Μάη» και το «αμερικάνικο movement» –θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο–, καθώς είχε την δική του διαδρομή χειραφέτησης, που συνδεόταν περισσότερο με την παράδοση των ντόπιων φοιτητικών αγώνων των δεκαετιών του ’50 και του ’60 (πριν τον «γαλλικό Μάη»).
Η νέα ριζοσπαστικοποίησή του επιτυγχάνεται, λοιπόν, μέσα από την τριβή με τα δικά του καθημερινά ζητήματα (ελεύθερες φοιτητικές εκλογές, προγράμματα σπουδών, αναβολές στράτευσης και υποχρεωτική στράτευση, διορισμένες διοικήσεις, παραβιάσεις ασύλου, συλλήψεις και βασανιστήρια φοιτητών) και τους τρόπους ανταπάντησης στις αδυσώπητες πολιτικές καταστολής, που εφάρμοζε το καθεστώς.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/ta-biblia-kai-ta-keimena-poy-epireasan-ta-gegonota-toy-polytehneioy

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

JENS WENDELBOE with A NORDIC SOUND – AN AMERICAN JAZZ ORCHESTRA, LORENZO NARDOCCI TRIO νέα άλμπουμ της νορβηγικής Losen Records

JENS WENDELBOE with A NORDIC SOUND – AN AMERICAN JAZZ ORCHESTRA: Against All Odds [Losen Records, 2021]
Σημαντικός δανός μουσικός (γενν. το 1956), που μεγάλωσε και ζει στο Όσλο, ο Jens Wendelboe μπορεί να είναι γνωστός, σε όσους, τόσο από τις παρουσίες του σε δεκάδες sessions, όσο και από την προσωπική δισκογραφία του (με τα διάφορα κατά καιρούς σχήματα, στα οποία έχει συμμετάσχει). 
Εκείνο που αξίζει πάντως να ξέρουμε για τον Jens Wendelboe, που βασικά είναι τρομπονίστας, είναι πως για κάμποσα χρόνια (2006-2014) υπήρξε μέλος των Blood, Sweat & Tears (που υπάρχουν ακόμη και σήμερα), έχοντας σταθεί δίπλα σε Donna Summer, Phil Woods, Slide Hampton κ.ά.
Στο πρόσφατο “Against All Odds” ο Jens Wendelboe, προϊστάμενος σε μεγάλο σχήμα, όπως μας έχει συνηθίσει εξάλλου –εδώ στην A Nordic Sound-An American Jazz Orchestra, που αποτελείται από 22 άτομα– απλώνει δώδεκα δικές του συνθέσεις, οι οποίες βρίσκουν τον... μάστορά τους, στα πρόσωπα των μελών της μπάντας. 
Όλα τα όργανα εν παρατάξει (πλήκτρα, κιθάρα, μπάσο, ντραμς, και φυσικά όλα τα πνευστά, από τρομπόνια, μπάσο-τρομπόνια και τούμπα, μέχρι τρομπέτες συν τα τέσσερα βασικά σαξόφωνα) και δίπλα σ’ αυτά μία πολύ γερή και γυμνασμένη φωνή, όπως είναι εκείνη της Stephanie Harrison, προσφέρουν στον άκουσμα έναν πολυμεταβλητό και φανταχτερό σίγουρα «αέρα».
Έτσι, εδώ, μπορείς να συναντήσεις καταπληκτικά groovy tracks, σαν το “Triplet whiskey”, με τα πλήκτρα των Joel M. Martin και Kris Yunker να «σκάβουν» γενικώς, και επίσης τραγούδια με νόημα, που είναι και το πιο δύσκολο, σαν το “Chasing rainbows”, κομμάτια με trad αναφορές (και με το σοπράνο σαξόφωνο σε ρόλο κλαρίνου) σαν το “Geriatric gymnastics”, υπέροχες μπαλάντες σαν την “In the beginning”, θέματα τύπου brazilian με γρήγορο scat, όπως το “Decaffeinado again”, που δείχνουν τις αληθινά ξεχωριστές δυνατότητες τής Stephanie Harrison, jazz-rock σε στυλ Blood, Sweat & Tears (“Return from forever”), «φανκιές» “Franks funky world #3” και άλλα διάφορα.
Γενικώς, ένα πολύ ευφρόσυνο ρεπερτόριο έχουν να παρουσιάσουν ο Jens Wendelboe με την A Nordic Sound-An American Jazz Orchestra, δημιουργώντας ένα άλμπουμ «φτιαχτικό», «ανεβαστικό», που παρακαλάς να μην τελειώσει.
LORENZO NARDOCCI TRIO: Secondo Me [Losen Records 2021]
Το “Secondo Me” είναι το δεύτερο άλμπουμ του Lorenzo Nardocci Trio (Lorenzo Nardocci πιάνο, Andreas Dreier μπάσο, Terje Evensen ντραμς). Γράφει σχετικώς ο L. Nardocci στο μέσα μέρος του gatefold paper sleeve:
«Αυτό είναι το δεύτερο άλμπουμ από το Lorenzo Nardocci Trio: κάτι φοβερό! Περιλαμβάνει έξι νέες συνθέσεις μου, που αναπτύχθηκαν τον τελευταίο χρόνο, μέσα από τη μεγάλη αλληλεπίδραση με τον Andreas στο μπάσο και τον Terje στα ντραμς. Τα θέματα βασίζονται σε καθημερινές στιγμές και σε σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μου. Αυτό είναι, στην πραγματικότητα, και η ουσία του τίτλου του άλμπουμ “Secondo Me”, δηλαδή “Σύμφωνα μ’ Εμένα”. Μάλιστα, αυτό είναι και το track, με το οποίο ανοίγει το άλμπουμ. Το “Secondo me” είναι μια ελαφριά ματζόρε μελωδία, προσαρμοσμένη σε μια γλυκιά σάμπα – μια αντανάκλαση για το πόσο αγαπώ τη ζωή, τη μουσική και το πιάνο, με τους ατελείωτους ήχους και εκφράσεις του. Κομμάτια όπως το “Rubato” και το “Al quinto piano” αντιπροσωπεύουν στιγμές φαντασίας στο πιάνο και είναι αφιερωμένα στα δύο μέρη που βρισκόμουν περισσότερο όσο δούλευα αυτές τις μελωδίες. την εκκλησία στην πόλη μου την Langhus, και την Νορβηγική Ακαδημία Μουσικής στο Όσλο, στον 5ο όροφο, όπως λέει και ο τίτλος, όπου βρίσκονται όλες οι αίθουσες προβών. Το “Dicembre” είναι μια αναπαράσταση της τρελής ζωής ενός μουσικού, που δίνει συναυλίες, στον πιο όμορφο μήνα του χρόνου: τρέξιμο από συναυλία σε συναυλία, από εκκλησία σε κλαμπ, από τα φανταστικά σενάρια του ουρανού μέχρι τα πολλά χριστουγεννιάτικα φαγητά και γλυκά (του Δεκεμβρίου). Το τέμπο είναι γρήγορο και αγχωτικό, παρότι η μελωδία είναι αργή, σαν μπαλάντα, θυμίζοντας αφηρημένη ψηφιακή Βηθλεέμ. Το “Birozza” είναι η αγάπη μου, η οικογένειά μου. Αυτό το κομμάτι είναι συντεθειμένο ειδικά για την αγαπημένη μου γυναίκα. Ναι, αυτό είναι ένα τραγούδι αγάπης! Το soulful groove είναι ο τρόπος που νιώθω μαζί της: σουινγκάτος, χαλαρός και χαρούμενος. Το “B.M.W.” είναι για τα παιδιά μου, πάντα εν δράσει, εύθυμα, αγαπημένα δυναμό! Το άλμπουμ περιλαμβάνει επίσης τρεις σύντομους αυτοσχεδιασμούς: αυτές είναι καθαρές στιγμές χαράς ανάμεσα στις ηχογραφήσεις, στο υπέροχο στούντιο ηχογράφησης που ονομάζεται Rainbow. Ευχαριστώ την οικογένειά μου για την υποστήριξη και την υπομονή της κατά τη διάρκεια της απουσίας μου. Θέλω να ευχαριστήσω τον Martin στο Rainbow Studio για την εξαιρετική δουλειά. Ιδιαίτερες ευχαριστίες σε όσους χρηματοδότησαν το άλμπουμ μου: Creo, Norsk Jazzforum και, ιδιαίτερα, το Ebba Nielsens Minnefond για την εμπιστοσύνη τους στο έργο μου. Ευχαριστίες στον Bjørn-Egil Brekke για τις υπέροχες εικόνες της φύσης γύρω από τον τόπο που ζούμε και οι δύο. Το μεγαλύτερο ευχαριστώ στους δύο σπουδαίους μουσικούς που έπαιξαν μαζί μου σε αυτό το άλμπουμ – που πέρασαν πολλές ώρες μαζί μου, παίζοντας, μιλώντας, συνομιλώντας μέσω βίντεο, συμβουλεύοντας… εσείς κυβερνάτε Terje και Andreas!».
Μεταφέραμε όλο το κείμενο του Lorenzo Nardocci, χωρίς καμία δική μας σκέψη και κρίση, επειδή ήταν αδύνατον να ακούσουμε το CD του (το οποίο δεν έπαιζε σε όσα players το δοκιμάσαμε). Κρίμα. Δεν μας έχει ξανατύχει, εξ όσων θυμόμαστε.
Επαφή: www.losenrecords.no