Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

ΤΟ ROCK ΕΙΝΑΙ ROCK πάει... αλλά δεν τελείωσε

Κάποτε είχα γράψει λόγια καλά για τo “Shake Hands with Shorty” (2000), πρώτο άλμπουμ των North Mississippi All Stars (NMAS) και το ίδιο προτίθεμαι να κάνω και τώρα, με αφορμή την προ τριετίας επανακυκλοφορία του επόμενού τους “Phantom 51” [Music Avenue] από το 2001. Οι NMAS, ένα τρίο μουσικών (Luther Dickinson κιθάρες, Chris Chew μπάσο, Cody Dickinson ντραμς – όλοι τραγουδούν) από την Hernando του Mississippi, συμπυκνώνουν σε μία μάζα στοιχεία του delta blues, του southern rock, αλλά και κάποιες λευκές ανταύγειες, δημιουργώντας, ενίοτε, στοναρισμένη, ψυχεδελική ατμόσφαιρα. Με περισσότερο δικό τους υλικό σε παράταξη, και κατά τι λιγότερο αγριεμένοι εν σχέσει με το “Shake Hands with Shorty”, δεν είναι δύσκολο να τους μπερδέψεις, στα καλύτερά τους, με λίγο πιο... κατεργασμένους Blue Cheer· μια και το blues στοιχείο του πρώτου άλμπουμ, όσο να’ναι, έχει εδώ υποχωρήσει.
Ξανασκάει με καινούριο CD ο Τασμανός Rob Tognoni. Ο τίτλος του είναι “2010db” [Music Avenue, 2009], είναι ηχογραφημένο στην Caloundra της Queensland και κινείται, κι αυτό, στα ίδια πάνω-κάτω blues-rock πλαίσια, που μάς παρουσιάζει, χρόνια τώρα, ο βαρύς μουσικός. Κιθαρίστας βασικά, και βεβαίως τραγουδοποιός (όλες οι συνθέσεις είναι δικές του, πλην των “Honeymoon is over” των συμπατριωτών του The Cruel Sea και του κλασικού “San Francisco” του John Phillips, το οποίο ψιλο-σκοτώνει), ο Tognoni είναι σίγουρο πως πατά γερά στα seventies, ροκάρει δηλαδή τα blues με τον τρόπο των Montrose ή των Van Halen (Sammy Hagar και τέτοια), παρουσιάζοντας μία κομματάκι AOR σημερινή εκδοχή τους. Καλός είναι σ’ αυτό που κάνει. Αυτό που κάνει δεν είναι και τόσο καλό. Για τους Delta Moon πρωτοέγραψα στο τεύχος 195 του περιοδικού, με αφορμή, τότε, τη συλλογή “Howlin’ at the Southern Moon” (2008), που περιελάμβανε τραγούδια τους από τα άλμπουμ “Clear Blue Flame” (2007), “Howlin’” (2006), “Goin Down South” (2004) και “Delta Moon” (2002). Το συγκρότημα σχηματίστηκε στα τέλη των 90s, κάπου στην Ατλάντα, από την τραγουδίστρια Gina Leigh και τους κιθαρίστες Mark Johnson και Tom Gray. Έκτοτε, έχουν ηχογραφήσει, όπως ήδη διαβάσατε, ουκ ολίγα CD, όλα με καλλιτεχνική επιτυχία, κινούμενοι κοντά σ’ ένα swamp blues-rock σκηνικό, που βγάζει κάτι από Tony Joe White προς το πιο «ροκάδικο». Τούτο, δε, θα ισχυριζόμουν και για το “You’ll Νever Υet to Heaven on A Hellbound Train” [Music Avenue, 2009] ένα… φασματικό «νότιο» CD, στο οποίο αγωνίζονται οι Tom Gray φωνητικά, lap steel κιθάρα, πλήκτρα, Mark Johnson κιθάρα, εξάχορδο μπάντζο, Franher Joseph μπάσο και Darren Stanley ντραμς, κρουστά. Έχοντας δέκα δικές τους συνθέσεις και μία μόλις version (το “You got to move” του Mississippi Fred McDowell – είναι η πιο καθαρή blues αντανάκλαση), οι Delta Moon κάνουν ακόμη ένα ενδιαφέρον άλμπουμ, το οποίο εντάσσεται, δίχως πρόβλημα, στην ευρύτερη rock αγαθότητα.
Την ιδέα έριξαν πρώτοι οι Pink Floyd. Πήραν τα ονόματα δύο Καρολινέζων bluesmen, του Pink Anderson και του Floyd Council, φτιάχνοντας, έτσι, το δικό τους… ονοματεπώνυμο. Το ίδιο σκέφτηκαν, το 2005, και οι Rufus Huff. Με τη μόνη διαφορά ότι, το δάνειο αφορούσε τώρα, όχι τα ονόματα, αλλά τα επώνυμα δύο ακόμη σκοτεινότερων bluesmen· του Whistlin’ Rufus, που ηχογραφούσε για την Bluebird στα thirties και του Luther Huff, που άφησε δύο 78άρια, στην Trumpet, το 1951. Βεβαίως, ακούγοντας το παρθενικό(;) τους “Rufus Huff” [Music Avenue, 2009], αντιλαμβάνεσαι αμέσως πως τούτοι ’δω οι σκληροτράχηλοι τύποι από το Kentucky, ουδεμία σχέση έχουν με τους… Pink Floyd (εννοείται), αλλά ακόμη και με το blues πνεύμα των thirties ή των fifties. Αν κι εδώ που τα λέμε, ακόμη και το σύγχρονο electric blues πολύ λίγον αφορά τους Rufus Huff. Η μπάντα αποτελείται από τρεις… γερασμένους μουσικούς κι έναν κάπως πιο νέο. Έτσι, είναι λογικό να υποθέσεις πως ο ήχος των δεν μπορεί παρά να είναι, και αυτός, κομματάκι παλιομοδίτικος. Και όντως. Σκληρό rock, με τον τρόπο που το έπαιζαν κυρίως οι Cactus και λιγότερο οι ZZ Top και οι Mountain, πασπαλισμένο με λίγο από… Montrose. Rock για παλιοσειρές λοιπόν, σίγουρα καλοπαιγμένο, που περνάει μάλιστα από το “Good morning little school girl” του Sonny Boy “John Lee” Williamson και το “I ain’t superstitious” του Willie Dixon (o Jeff Beck σφράγισε τη ροκάδικη εκδοχή του – όπως και οι Ten Years After του προηγούμενου), αφήνοντας υποσχέσεις μέσω του έσχατου και σύντομου “Funky junk”, για κάτι περισσότερο προσωπικό στο άμεσο μέλλον.
Οι Jack Bruce & Robin Trower δεν συνεργάζονται για πρώτη φορά στο “Seven Moons Live” (rec. 2/2009, κάπου στην Ολλανδία). Είχε προηγηθεί το κανονικό Seven Moons (2008) και, βεβαίως, τα “B.L.T.” και “Truce” τη διετία 1981-82. Καραβάνες του british rock οι δύο μουσικοί, με την τεράστια ιστορία, κρατάνε καλά· και σαν... παιξίματα (έξοχο το σόλο του Trower στο “Lives of clay”) και σαν... φωνή (ο Bruce αναγνωρίζεται μια χαρά) και, κυρίως, συνθετικώς (“Distant places of the heart”). Όταν, δε, αποφασίζουν να πουν και τα Cream-οειδή “Sunshine of your love”, “White room” και “Politician”, τότε το πράγμα αποκτά την πλήρη του διάσταση. Ποια είναι αυτή; Κανείς δεν μπορεί να ροκάρει (ιδίως σε κάτι τέτοια άσματα), όπως αυτοί εδώ οι άνθρωποι.Το λεγόμενο σκληρό rock, με τον τρόπο που το καθόρισαν οι Cream και οι Experience (ως τριπλέτες δηλαδή) και εν συνεχεία οι… τετραπλοί Led Zeppelin και όλοι οι υπόλοιποι θα έχει πάντα και παντού τους φίλους και τους θαυμαστές του. Και βεβαίως τα συγκροτήματά του, που θα μεταφέρουν στο τώρα τη μεταλλική του αύρα. Μία τέτοια τριπλέτα είναι και οι Βρετανοί The Brew, δηλαδή οι Tim Smith μπάσο (ο πατήρ), Kurtis Smith ντραμς (ο υιός) και Jason Barwick κιθάρες, φωνή· τα… κατορθώματα του συγκροτήματος. Όμως, για τι είδους κατορθώματα μιλάμε; Κατ’ αρχάς για την ανάδειξη ενός συμπαγούς, αδιαπέραστου ήχου, που κάνει το “A Million Dead Stars” [jazzhaus] ν’ ακούγεται σαν κάτι κλασικό. Έπειτα, για τις επιδόσεις των τριών μουσικών (ιδίως του Barwick), που παρ’ ότι, ηχοχρωματικώς, κοιτάνε πίσω, εν τέλει τσεκάρουν αντοχές. Πολύ καλό το “A smile to a lift the doubt” – προσκύνημα στον Jimi και τους Led Zep. Επαφή: www.jazzhaus.de
Καινούρια ηχογράφηση και για τους JJ Grey & Mofro. Το “Georgia Warhorse” η ακρίδα του εξωφύλλου δηλαδή [Alligator, 2010] είναι το πέμπτο άλμπουμ τους – έχουν προηγηθεί τα “Blackwater” (2001), “Lochloosa” (2004), “Country Ghetto” (2007), “Orange Blossoms” (2008). Εκείνο, που ακούγεται, κι εδώ, έχει να κάνει με τον γνωστό τοις πάσι all around αμερικανικόν ήχο (άσπρο και μαύρο), ίσως όχι τόσο ραφιναρισμένον όπως στην περίπτωση των (The) Band ας πούμε, αλλά κάπως κοντά στην αισθητική τους. Κι εν πάση περιπτώσει αν οι Band μας οδηγούν σ’ ένα ανυπέρβλητο αλλού, υπάρχουν και οι Green On Red, που θα μπορούσε να είχαν απασχολήσει τον JJ Grey. Rock λοιπόν, ή και southern rock, και φυσικά country, garage, soul, mariachi, blues ή ό,τι άλλο, άπαντα ανακατεμένα εντός του blender της americana. Κορυφαία, ίσως, στιγμή το “All”, ένα κλασικό στα vibes του rock άσμα, που θα μπορούσε να φέρει τους Mofro σ’ ευθεία γραμμή και με την επιτυχία.Παράξενη η περίπτωση του Anders Osborne. Γεννημένος στη Σουηδία το 1966, πήρε από μικρός τους δρόμους και αφού περιπλανήθηκε σε Ευρώπη, Βόρεια Αφρική, Μέση Ανατολή και Ασία, κατέληξε τελικώς στην Αμερική και τη Νέα Ορλεάνη, ξεκινώντας μιαν… αμερικανική καριέρα, η οποία σύντομα τον έφερε πολύ μπροστά. Live, συνεργασίες, συμμετοχές σε δίσκους άλλων με επιτυχημένα, δικά του τραγούδια και βεβαίως κάμποσες προσωπικές καταθέσεις, με την τελευταία, υπό τον τίτλο “American Patchwork” [Alligator, 2010], τώρα να μας απασχολεί. Ας το ξεκαθαρίσω από τις πρώτες λέξεις, αν και τούτο υποδηλώνεται ήδη από τον τίτλο. Ο Osborne είναι ένας καλλιτέχνης πολυσχιδής (μέσα στη rock πραγματικότητα). Προσωπικώς, θα τον χαρακτήριζα (και όχι μόνο λόγω της εμφάνισής του), ως έναν ροκά παλιομοδίτη (ουδεμία απαξία δεν προσδίδει ο χαρακτηρισμός). Τα τραγούδια του είναι σημερινά, αποτελούνται όμως απ’ όλα εκείνα τα late sixties/seventies αμερικανικά στοιχεία που ανέδειξαν οι Band, οι ύστεροι Byrds, οι Allman Brothers, οι Crazy Horse και τα πρώιμα southern rock γκρουπ, τοποθετημένα όλα (τα στοιχεία), εκεί όπου απαιτείται· με γνώση, μεράκι και αγάπη.
Επαφή: www.alligator.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου