Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ αυτοβιογραφία

Πριν λίγες ημέρες είχα μία τηλεφωνική συζήτηση μ’ ένα φίλο, σχετική με την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη. Μου έλεγε πως είχε μπερδευτεί ψάχνοντας στο δίκτυο επειδή –διαβάζοντας διάφορα sites με αντικρουόμενες πληροφορίες– δεν μπορούσε να καταλήξει εν σχέσει με το συγκεκριμένο βιβλίο. Πότε πρωτοβγήκε (είναι προφανές ότι βγήκε το 1973), από ποιον εκδοτικό οίκο (κάποιοι γράφουν για Παπαζήση το ’73, αλλά αυτό είναι λάθος) και αν η επανατύπωση του ’78 ήταν ίδια ακριβώς με την έκδοση του ’73. Εντάξει, όλα αυτά δεν έχουν και πολύ σημασία για κάποιον που θέλει απλώς να απολαύσει μιαν εξαιρετική αφήγηση (και τίποτα άλλο) –να υπενθυμίσω πως το βιβλίο είχε μοιραστεί και από την Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία της 17/10/2009, εδώ και η σχετική ανάρτηση http://diskoryxeion.blogspot.gr/2009/10/blues.html– αλλά υπάρχουν ορισμένοι που το ψάχνουν το θέμα και προς άλλες κατευθύνσεις, θέλοντας να βεβαιωθούν και για τα τυπικά· που ορισμένες φορές δεν είναι και τόσο τυπικά…
η πρώτη ανεξάρτητη έκδοση του 1973
Δεν ξέρω από πού ακριβώς προέρχονται οι σχετικές παρεξηγήσεις (πιθανώς από πλημμελές ψάξιμο ή αμάθεια), αλλά μπορεί και από κάτι άλλο. Στον πρόλογο του βιβλίου η Αγγελική Β. Κάιλ, που είχε παρουσιάσει το 1973 τη συγκεκριμένη έκδοση γράφει: «Η πολιτική κατάσταση είχε αλλάξει (σ.σ. αναφέρεται στην δικτατορία) και ο Μάρκος δεν ήθελε να υποβάλλει την ιστορία της ζωής του στην προληπτική λογοκρισία. Ήταν σίγουρος ότι δεν θα επιτρεπόταν η έκδοσή της. ‘Δεν το παίρνεις να το βγάλεις εκεί στην Αμερική που είναι ελεύθερα;’». Δεν ξέρω, αλλά πιθανώς ορισμένοι να παρερμηνεύουν το σχετικό σημείο και να νομίζουν πως το βιβλίο, με τις χασισοπεριγραφές και τους τεκέδες, ήταν αδύνατον να κυκλοφορούσε επί δικτατορίας και πως τελικώς κυκλοφόρησε το 1978. Πιθανώς –«πιθανώς» λέω– σ’ αυτήν την παγίδα να πέφτει και ο Τέος Ρόμβος, ο οποίος στην πρόσφατη έκδοση Το Αθηναϊκό Underground [ATHENS voice books, Αθήνα 2012] γράφει κάπου: «Εκείνο τον καιρό (σ.σ. το 1978) διάβασα την Aυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη που είχε μόλις κυκλοφορήσει και συγκλονίστηκα». Φυσικά, η Αυτοβιογραφία κυκλοφορούσε από το 1973. Λάθος, άλλου τύπου, καταγράφεται και στο δανικό, αλλά στη γλώσσα μας γραμμένο βιβλίο των Suzanne Aulin & Peter Vejleskov Χασικλίδικα Ρεμπέτικα Ανθολογία-Ανάλυση-Σχόλια [Museum Tusculanum Press/ University of Copenhagen, Copenhagen 1991]. Στη βιβλιογραφία του αναφέρεται ως πρώτη έκδοση στον Παπαζήση το 1973 και ως δεύτερη (ξανά στον Παπαζήση) το 1978. Στην πραγματικότητα η πρώτη έκδοση είναι ανεξάρτητη, ιδιωτική, αυτοέκδοση (πείτε την όπως θέλετε) της Αγγέλας Κάιλ.
Ρίχνοντας μια ματιά εκ των υστέρων στο δίκτυο –μετά την κουβέντα με τον φίλο δηλαδή– διαπίστωσα και άλλα τινά. Πρώτον, πως δεν υπάρχει ούτε μια φωτογραφία του εξωφύλλου της πρώτης-πρώτης έκδοσης (σαν να μην υφίσταται), παρά μόνον εκείνη των εκδόσεων Παπαζήση (κρατώ πάντως μιαν επιφύλαξη επειδή μπορεί και να μην έψαξα καλά). Δεύτερον, υπάρχουν πάμπολλα sites που βρίθουν από ποικίλες ανακρίβειες. Το πιο χοντρό; Στο σχετικό λήμμα της Wikipedia διαβάζουμε στις πηγές το εξής: «Markos Vamvakaris - Autobiography (Μάρκος Βαμβακάρης- Αυτοβιογραφία - Εκδ. Παπαζήση, 1978) published by Papazisi, 1978 (in Greek)». Σ’ ένα επίσημο site, από τα πλέον δημοφιλή του internet (και πρώτο σε πρόσβαση για τους μη Έλληνες) δεν καταγράφεται η έκδοση του 1973, αλλά μόνον εκείνη του ’78.
Τέλος πάντων. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1973, σε ασπρόμαυρο εξώφυλλο (χωρίς τα κόκκινα γράμματα του Παπαζήση), με τη χαρακτηριστική κεφάλα του Μάρκου και χωρίς το όνομα της Αγγέλας Κάιλ στο μπροστινό μέρος του εξωφύλλου (αναγραφόταν πίσω, στο κάτω μέρος). Είχε δε 333 σελίδες. Ακριβώς τις ίδιες με την έκδοση του Παπαζήση (1978), ακριβώς τις ίδιες με την έκδοση της Σαββατιάτικης Ελευθεροτυπίας το 2009 (στην οποίαν έκδοση έχει διατηρηθεί και το πολυτονικό – δεν θα κάθονταν, φυσικά, οι της εφημερίδας να δακτυλογραφήσουν ξανά το κείμενο).
η δεύτερη έκδοση στον Παπαζήση το 1978
Κι επειδή έχουμε αποκριά, ας θυμηθούμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίον ο Μάρκος αναφέρεται στη συριανή αποκριά, όταν ήταν παιδί, στην δεκαετία του 1910…
«Οι αποκριές εκεί κρατάνε σαράντα μέρες. Όλος ο κόσμος εόρταζε τις αποκριές με τραπέζια, με χαρές, με παιχνίδια, με χίλια δυο. Εγώ τότε ήμουνα μικρός και χόρευα καλά.
Στη Σύρα τότε ο κόσμος αγαπούσε το χορό. Χόρευαν πολλούς χορούς. Της γκάιντας, τους αποκριάτικους αυτούς που μάθαιναν τα ζεμπέκια και χορούς μικρασιάτικους, τούρκικους, της Πόλης και της Θράκης. Αλλά εμείς οι Συριανοί φημιζόμαστε ιδίως για το ζεμπέκικό μας(…).
Τις αποκριές εκεί πέρα εγινόντουσαν τα ζεμπέκια. Μαζευόντουσαν μέχρι σαράντα νομάτοι. Διατηρούσαν χοροδιδασκαλείο. Πριν τις αποκριές δυο μήνες ανοίγαν και μαθαίναν τα ζεμπέκια χασάπικο, σέρβικο, χασαποσέρβικο, ζεμπέκικο. Μέσα σ’ αυτή την κάμαρα μαθαίναμε χορό διάφοροι, όσοι δεν ξέρανε και όσοι ήταν να ντυθούν, να γίνουν ζεμπέκια. Και την Καθαρή Δευτέρα βγαίναμε και τελείωνε. Τα οποία εδώνανε λεφτά για να γίνουν ζεμπέκια. Εκείνο τον καιρό εδώνανε εικοσιπέντε με τριάντα δραχμές, πολλά λεφτά, είχαν αξία τα λεφτά, και κάναν φορεσές από μετάξι. Ντυνόντουσαν με τουζλούκια, με κοντογούνια, με στηθιές, με βράκες και καπέλα ωραία, με μετάξια, με πούλιες με χίλια δυο πράματα, με μαντήλια μεταξωτά. Μα τι να σας πω δηλαδή, αυτό το πράμα μου φαίνεται σαν όνειρο. (…)
Στις σαράντα μέρες, κάθε Κυριακή επληρώναμε μια λατέρνα, οργανάκι που λένε, και μας έπαιζε το οργανάκι και χορεύαμε με τα ζεμπέκια στις αλάνες. (…)
Το οργανάκι δεν έπαιζε τ’ αποκριάτικα. Το οργανάκι έπαιζε βαλς, καντρίλιες, συρτά, καλαματιανά, χασάπικα, ζεμπέκικα, σέρβικα. Αυτού του καιρού. Η Σύρα είχε πολλά οργανάκια. Ήτανε πλημμυρισμένη. (…)
Έπαιζα το τούμπανο απ’ την ηλικία έξι χρονών και ακολουθούσα τον πατέρα μου. Ο πατέρας μου δε και άσσος από τη γκάιντα, το τουλούμι, το οποίο, επειδής ήτανε φουκαράς ο πατέρας μου και γω ήμουν το μεγαλύτερό του παιδί, όταν ερχόντουσαν οι απόκριες, εφεύγαμε από πάνω από τη Χώρα και κατεβαίναμε κάτω στην Ερμούπολη που ήταν οι ταβέρνες και μέσα πίνανε κρασά διάφοροι τύποι αθρώποι. Γκάιντα ο πατέρας μου, τούμπανο εγώ.(…) Έπαιζα ρυθμούς του συρτού, μπάλους, κρητικά. Αυτά ήταν τα τραγούδια της γκάιντας. Αν είχα τούμπανο τώρα θα σου έκανα όλους τους ρυθμούς. Θυμάμαι τους σκοπούς, όμως όχι τα λόγια. Έπαιξα με τον πατέρα μου τις απόκριες τρεις τέσσερες χρονιές. (…)
Στις αποκριές, Σάββατο και Κυριακή, μπορώ να πω ότι οικονομάγαμε μαζί με τον πατέρα μου τριάντα, σαράντα, πενήντα δραχμές από φιλοδωρήματα. Όπως καθόμαστε εκεί στο τραπέζι βάζανε ένα δίφραγκο, ένα τριάρι. Όλο συρτά έπαιζαν αυτές οι γκάιντες, τα οποία και τώρα ακόμα τα ακούμε αυτά. Μπορεί να τα θυμάμαι γιατί ανακατεύτηκα να μάθω και γκάιντα, την οποίαν έπιασα και εκαθάρισα και έπαιζα, όχι όμως όπως ο πατέρας μου. Αυτό έγινε όταν ήμουνα μικρό παιδί, πριν να φύγω απ’ τη Σύρα. Τραγούδι δεν είχε. Γκάιντα και ταμπούρλο, κι ο κόσμος σηκωνόταν και χόρευε.
Όταν πέρναγε η αποκριά πήγαινε κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Π.χ. έπλεκε κοφίνια, πήγαινε στο κάρβουνο, διάφορες χειρωνακτικές δουλειές».
Όλα καλά λοιπόν… και οι Κύπριοι να μην ξεχνούν. Γιατί, ενώ είναι εκπαιδευμένοι στο να μην ξεχνούν φαίνεται πως κάτι ξέχασαν στην πορεία.

12 σχόλια:

  1. Αγαπητέ Τρούσσα, το κείμενο που έχω γράψει, και στο οποίο αναφέρεσαι, είναι για τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Εγώ έρχομαι στην Ελλάδα έπειτα από πολλά χρόνια παραμονής μου στο εξωτερικό, Σεπτέμβριος του 1974. Νοέμβριος του 1974 ανοίγω το βιβλιοπωλείο Οκτόπους στα Εξάρχεια και λίγο καιρό μετά διαβάζω το βιβλίο του Μάρκου Βαμβακάρη. Δηλ. προφανώς στις αρχές του 1975. Από πού προκύπτει το 1978, λοιπόν;
    Τέλος πάντων, πρέπει να σου εξηγήσω κάτι που προφανώς σαν νεώτερος δε γνωρίζεις. Η χούντα τον τελευταίο χρόνο (1973) είχε τεράστια προβλήματα και είχε χαλαρώσει το κυνηγητό των εκδοτών και όχι μόνο. Ακόμη και οι εφημερίδες έθιγαν σχεδόν ανοικτά διάφορα ζητήματα που πριν θεωρούνταν "ακατάλληλα". Και για το λόγο αυτό κυκλοφορούσαν πολλά βιβλία πολιτικού, φιλοσοφικού, επιστημονικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, κρυφίως. Βιβλία που τα πρώτα χρόνια της επταετίας, όταν η λογοκρισία ήταν παντοδύναμη θα ήταν αδιανόητο να κυκλοφορήσουν.
    Όταν εγώ λοιπόν πήρα το βιβλίο του Βαμβακάρη στα χέρια μου ήταν τον πρώτο καιρό που άνοιξα το βιβλιοπωλείο. Στα Εξάρχεια, τότε, υπήρχαν πολλοί αποθηκευτικοί χώροι με βιβλία απαγορευμένα, (ένας τέτοιος χώρος ήταν και το βιβλιοπωλείο Οκτόπους που άνοιξα κι όπου μέσα στο υπόγειό του βρήκα στίβες απαγορευμένων βιβλίων τα οποία στη συνέχεια και διέθεσα.
    Αυτά, και χωρίς να θέλω να γίνω σχολαστικός -λόγω δουλειάς- γιατί είμαι!

    Φιλικά - Τέος Ρόμβος



    Εδώ το κείμενο στο οποίο αναφέρεσαι: http://periodikotrypa.files.wordpress.com/2012/06/ceb5cebbcebbceb7cebdceb9cebacebf-ceb1cebdcf84ceb5cf81ceb3cebacf81ceb1cebfcf85cebdcf84-o-k.pdf

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα κύριε Ρόμβε.

    Γνωρίζω την ιστορία σας –και τη σέβομαι– όπως γνωρίζω και πολλά απ’ αυτά για τα οποία με πληροφορείται. Εξάλλου, έχω αφιερώσει αναρτήσεις σε ουκ ολίγες εκδόσεις βιβλίων που κυκλοφόρησαν επί δικτατορίας (υπάρχει η ετικέτα book) και γνωρίζω καλά πώς είχαν, τότε, τα πράγματα, παρότι ήμουν… μικρός και δεν τα έζησα. Υπάρχουν οι μαρτυρίες, δόξα τω Θεώ, γνωστών και φίλων, υπάρχουν δε και τα ίδια τα βιβλία, που φωνάζουν μόνα τους την ιστορία.

    Με την κατάργηση της προληπτικής λογοκρισίας στα έντυπα, το Φθινόπωρο του 1969 (δυόμισι χρόνια δηλαδή μετά το πραξικόπημα) άνοιξε ο δρόμος για την κυκλοφορία των πάντων. Το τι κυκλοφόρησε από ’κει και πέρα είναι γνωστό – υπάρχουν τα ίδια τα βιβλία δηλαδή που, το ξαναγράφω, φωνάζουν μόνα τους. Δεν ισχύει αυτό που λέτε δηλαδή πως η «χούντα τον τελευταίο χρόνο (1973) είχε τεράστια προβλήματα και είχε χαλαρώσει το κυνηγητό των εκδοτών και όχι μόνο». Η άρση της προληπτικής λογοκρισίας στα έντυπα ήταν εν ισχύι από το Φθινόπωρο του ’69. Για τεσσεράμισι χρόνια δηλαδή κυκλοφορούσαν ή κυκλοφόρησαν «τα πάντα».

    Από τα συμφραζόμενα του κειμένου σας για μένα είναι ολοφάνερο πως όταν λέτε «εκείνο τον καιρό διάβασα την Aυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη που είχε ΜΟΛΙΣ κυκλοφορήσει και συγκλονίστηκα» αναφέρεστε στην επανέκδοση του 1978. Εξάλλου, δεν θα γράφατε εκείνο το «μόλις είχε κυκλοφορήσει» αν είχατε στα χέρια σας την έκδοση του ’73 και αναφερόσασταν στο κείμενό σας, όπως τώρα λέτε, στις αρχές του 1975 (τι νόημα έχει το «μόλις», όταν έχουν περάσει ενάμιση-δυο χρόνια;). Πέραν αυτού στο βιβλίο υπάρχει και η φωτογραφία της Αυτοβιογραφίας των εκδόσεων Παπαζήση από το 1978 και όχι η πρωτότυπη του 1973. Εξάλλου, για μένα, είναι λογικό επειδή λείπατε στο εξωτερικό έως τον Σεπτέμβριο του ’74, να μην είχατε πάρει χαμπάρι την έκδοση του ’73, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ούτε λογοκριμένη ήταν, ούτε απαγορευμένη.

    Φιλικά
    Φώντας Τρούσας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Στο γνωστό κείμενο (ΟΚΤΟΠΟΥΣ Η ΓΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ) ο Ρόμβος αναφέρεται στα χρόνια του βιβλιοπωλείου Octopus και διευκρινίζει ότι το ανοίγει Νοέμβριο 1974 και ότι η παρέα των Χταποδιών, διαλύεται μετά το καλοκαίρι του 1976. Είναι φανερό λοιπόν το χρονικό πλαίσιο 1974 με 1976. Γράφοντας λοιπόν ο Ρόμβος "εκείνο τον καιρό διάβασα την Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη...", όλοι καταλαβαίνουμε πως αυτό έχει συμβεί ανάμεσα στο 1974 με 1976. Όλοι εκτός από έναν, τον ... Φώντα. Για τον Φώντα είναι "φανερό", ότι ο Ρόμβος αναφέρεται στο 1978! Από πού προκύπτει αυτό; Από την Φώντιο λογική, η οποία ασχέτως αν βγήκε άλλος Πάπας, είναι αλάθητη... ΑΝ ΚΑΤΙ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙ Ο ΦΩΝΤΑΣ ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ, ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ. Ιδού λοιπόν, η παραχάραξη των στοιχείων. Και ιδού, γιατί, κάτι, αν το γράφει ο Φώντας, κατά κανόνα, ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ και θα πρέπει αντιθέτως, αυτό που γράφεται από τον Φώντα, να τίθεται ΠΑΝΤΑ υπό αμφισβήτηση, αλλιώς και κατά το κοινώς λεγόμενο, την έχεις πατήσει. Αλλά, δεν έχω σκοπό να καταδείξω την αφερεγγυότητα του Φώντα, αυτή είναι γνωστή, η μία γκάφα, διαδέχεται την άλλη. Έχω σκοπό, να υπογραμμίσω την Φώντιο μέθοδο (απολογητική), δια της οποίας, υπονοείται πάντα, το -κατά Φώντα- φιλελεύθερο πρόσωπο της Χούντας. Τι μας τονίζει λοιπόν με το κείμενό του ο γνωστός Φώντας; Ότι, από το 1969, η Χούντα είχε σηκώσει κάθε απαγόρευση στον Τύπο και ότι υπήρχε καθεστώς Ελευθερίας. Για τεσσεράμισι λοιπόν χρόνια, κυκλοφορούσαν ελεύθερα τα πάντα, αυτό μας λέει ο Φώντας. Γιατί το λέει αυτό, σε κάθε ευκαιρία; Γιατί αισθάνεται την ανάγκη, θα σκάσει αν δεν το πει. Καμιά φορά, και χωρίς να το φέρνει η κουβέντα, ο Φώντας, θα μας υπενθυμίσει το "καθεστώς ελευθερίας" της χουντικής περιόδου. Τόσο πολύ ελευθερία λοιπόν είχαμε και κανείς δεν το πρόσεξε; Κανείς δεν το εκτίμησε; Αλλά, αν είχαμε πραγματικά τόση ελευθερία, τότε προς τι το σύνθημα "Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία"; Αυτό αναρωτήθηκε και ο Παπαδόπουλος στη δίκη. "Αφού και τα τρία τα είχατε..."το σύνθημα λοιπόν; ήταν έργο πρακτόρων; Ήμουν "ελεύθερος" λοιπόν ν αγοράσω το βιβλίο του Γκράμσι, ήμουν "ελεύθερος" να πάω στην μπουάτ ν ακούσω Τζαβέλλα...Με μία "μικρή" λεπτομέρεια...Ότι, αν αγόραζα το βιβλίο, ή αν πήγαινα στην μπουάτ, με κατασκόπευε ο πράκτορας της χούντας και θα με περιποιόταν στη γωνία. Ή, θα έπαιρνα "ειδοποίηση" να περάσω από το Αστυνομικό Τμήμα, "δια υπόθεσίν μου". Συνεπώς, αυτή η "άρση της λογοκρισίας" για την οποία τόσο καμαρώνει ο Φώντας, δεν ήταν παρά μια ΠΑΓΙΔΑ, να σταμπάρει η Ασφάλεια, τους αντιδικτατορικούς. Το γνωστό κόλπο...σε αφήνω ελεύθερο, αλλά σε παρακολουθώ...Ελευθερία ήταν λοιπόν αυτή; Αυτό εννοείται κύριε Φώντα ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εφιάλτης το καταμεσήμερο.

    Το κείμενο «Οκτόπους, η γη της ελευθερίας Έργα και ημέρες του ελληνικού underground» του Τέως Μπόμπορο-Μπόμπο (άλλως Τέος Ρόμβος), έτσι όπως δημοσιεύεται στο βιβλίο «Το Αθηναϊκό Underground» ορίζεται χρονικώς από το διάστημα τέλος καλοκαιριού του 1974 έως το 1981 (έκδοση της Τρύπας 1979-1981). Γι’ αυτό το λόγο «μπαίνει» στο κείμενο, ως φωτογραφία, και το βιβλίο του Νίκου Ζερβού «Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο» [εκδόσεις Χιονάτη για Μεγάλους, Αθήνα 1981].

    Για τα «περί 1978» τα είπα. Η γνώμη μου είναι πως το «μόλις είχε κυκλοφορήσει» δεν το λες το 1975 για ένα βιβλίο του 1973. Απεναντίας, μπορείς να το πεις το 1978, για ένα βιβλίο του ’78. Υπάρχει δε κι εκείνη η φωτογραφία (στο κείμενο «Οκτόπους κ.λπ.») της Αυτοβιογραφίας του 1978 (εκδόσεις Παπαζήση), που πάντα θα με μπερδεύει…

    Για τα υπόλοιπα χουντοζητήματα ας ξεκινήσει άλλος την κουβέντα, αν ενδιαφέρεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. η ταινια εξοριστος στη κεντρικη λεωφορο του ζερβου ειναι παντως του 79

    Α.Κ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άλλο η ταινία. Εγώ έγραψα για το βιβλίο «Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο» [εκδόσεις Χιονάτη για Μεγάλους] που είναι του 1981. Στο κείμενο «Οκτόπους…» εικονίζεται το εξώφυλλο του βιβλίου, όχι κάποια αφίσα ή lobby card της ταινίας.

      Όταν έγραψα στα σχόλια της ανάρτησης για τα ποιήματα του Κουβέλη «ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ, ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ» σε αυτό ακριβώς αναφερόμουν. Στα στοιχεία. Όχι στις απόψεις ή τις διαφορετικές εκτιμήσεις, όπως νομίζουν οι κεφάλες ή οι κατ’ επάγγελμα στρεψόδικοι. Το βιβλίο δηλαδή του Ζερβού εκδόθηκε το 1981, γιατί έτσι γράφεται, φαρδιά-πλατιά, στην πρώτη σελίδα. Όποιος το έχει το βλέπει. ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ, ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ.

      Διαγραφή
  6. Η αναφορά "Εκείνο τον καιρό διάβασα την Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη..." γίνεται ενώ ο Ρόμβος εξιστορεί τα γεγονότα του 1975. Μετά περνάει στο 1976 κλπ. Τι δεν κατάλαβες; Και χαζός να είναι κανείς, τουλάχιστον αυτό το πολύ απλό, το καταλαβαίνει. Γίνεται λοιπόν φανερό, με το δεδομένο ότι μάλλον δεν είσαι χαζός, ότι ΕΠΙΤΗΔΕΣ γράφεις για το 1978, για να πουλήσεις μούρη και να πεις ότι βρήκες λάθος στον Ρόμβο. Αν τυχόν , μετά, ο Ρόμβος ή κάποιος άλλος, τολμήσει να σου πει το προφανές, κατά την προσφιλή τακτική σου, τον βγάζεις τρελό. Αυτό είναι το "ήθος" σου και αυτή είναι η "αντικειμενικότητά " σου. Για τα "χουντοζητήματα" το κάνεις γαργάρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ρε ζώον, το ήθος μου είναι τέτοιο που σου επιτρέπω να μπαίνεις στο ηλεκτρονικό μου «σπίτι» και να σε αφήνω να με βρίζεις. Άει χάσου από ’κει πέρα…

    Κι επειδή είσαι απίστευτα στόκος, σου λέω πως ό,τι έγραψα δεν το έγραψα για να «πουλήσω μούρη», ούτε για να βγάλω λάθος τον Τέο Ρόμβο. Το έκανα, απλώς για να επισημάνω, με όσο πιο καταφατικό τρόπο μπορώ (σκανάροντας και το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης για να το δει ο κόσμος, αφού δεν υπάρχει πουθενά στο internet), πως αυτό το θαυμάσιο και «σκληρό» βιβλίο (η Αυτοβιογραφία του Μάρκου) πρωτοκυκλοφόρησε επί χούντας (όσο και αν ορισμένοι –δεν αναφέρομαι στον Ρόμβο– δυσκολεύονται να το πιστέψουν).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ώστε όλο το νόημα της ανάρτησης, ήταν να "επισημάνεις" πως αυτό το "σκληρό" βιβλίο "πρωτοκυκλοφόρησε επί χούντας" !!! Αυτή ήταν λοιπόν, όπως ομολογείς, η πρόθεσή σου. Και γιατί ένιωσες ότι έπρεπε να το "επισημάνεις" αυτό; Γιατί άραγε, σου ήρθε για άλλη μία φορά, να χρησιμοποιήσεις σαν αφορμή ένα βιβλίο, για να ξαναπείς, ότι όλα κυκλοφορούσαν ελεύθερα επί χούντας; Τόσο καψούρης με τη χούντα λοιπόν... Ο Έρωτας και ο Βήχας δεν μπορούν να κρυφτούν, έτσι δεν είναι ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Μετά την ψυχεδελονεολαία, που έκανε… αντίσταση από τις ντισκοτέκ, τα κατηχητικά και τις μαζώξεις των Αλκίμων, είπα να λάβω τα μέτρα μου και έναντι της… ρεμπετονεολαίας. Αλλά, ευτυχώς, ακόμη δεν έχει βρεθεί ο Νταλουκο-ρεμπετολόγος που θα γράψει τα περί… αντίστασης μέσα απ’ τους τεκέδες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. ρε συ Φωντα εδω εκτιθεσαι...
    βγαινει ο ιδιος ο Ρομβος και λεει την χρονολογια και εσυ επιμενεις???

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Άσε μας ρε ανώνυμε, τώρα, που εκτίθεμαι.

    Όπως έγραψα πιο πάνω στα σχόλια…

    «Για τα “περί 1978” τα είπα. Η γνώμη μου είναι πως το “μόλις είχε κυκλοφορήσει” δεν το λες το 1975 για ένα βιβλίο του 1973. Απεναντίας, μπορείς να το πεις το 1978, για ένα βιβλίο του ’78. Υπάρχει δε κι εκείνη η φωτογραφία (στο κείμενο «Οκτόπους κ.λπ.») της Αυτοβιογραφίας του 1978 (εκδόσεις Παπαζήση), που πάντα θα με μπερδεύει…».

    Και όπως έγραψα στην ανάρτηση…

    «Δεν ξέρω, αλλά ΠΙΘΑΝΩΣ ορισμένοι να παρερμηνεύουν το σχετικό σημείο και να νομίζουν πως το βιβλίο, με τις χασισοπεριγραφές και τους τεκέδες, ήταν αδύνατον να κυκλοφορούσε επί δικτατορίας και πως τελικώς κυκλοφόρησε το 1978. ΠΙΘΑΝΩΣ –“ΠΙΘΑΝΩΣ” λέω– σ’ αυτήν την παγίδα να πέφτει και ο Τέος Ρόμβος, ο οποίος στην πρόσφατη έκδοση Το Αθηναϊκό Underground…» κ.λπ. κ.λπ.
    Γράφω τρεις φορές «ΠΙΘΑΝΩΣ» και το τονίζω…

    Δεν έχω πρόβλημα να δεχθώ ότι ο άνθρωπος διάβασε το 1975 το βιβλίο. Απλώς, τότε, το «μόλις κυκλοφόρησε» δεν ισχύει, όπως επίσης δεν «βοηθά» και η φωτογραφία της δεύτερης έκδοσης (του 1978) που υπάρχει στο σχετικό κείμενο, αντί της πρώτης του 1973 (που δεν υπάρχει και θα έπρεπε να υπάρχει).

    Πρόσεξε, τώρα. Πάμε μια δεκαετία πιο μετά, όταν πια… είχα μεγαλώσει.

    Αν εμένα με ρωτήσει κάποιος: «πότε διάβασες ρε Φώντα την ‘Κάμα Τσούχτρα’ του Πλατή», δεν θα μπορέσω να θυμηθώ. Πιθανώς το 1984, πιθανώς το ’85, αλλά μπορεί και το ’86. Αν γράψω σ’ ένα κείμενο πως διάβασα το βιβλίο «μόλις κυκλοφόρησε», όλοι θα υποθέσουν, και σωστά, πως το διάβασα το 1983, αφού τότε κυκλοφόρησε (τον Μάρτη του ’83). Αν όμως βγω και γράψω πως «το διάβασα το 1985 μόλις κυκλοφόρησε» θα πέσετε όλοι πάνω μου να με φάτε, επειδή θα έχω κάνει λάθος. Δεν μπορεί να ισχύει το «μόλις» για το 1985, όταν το βιβλίο βγήκε το ’83.

    Είναι τόσο ξεκάθαρα τα πράγματα, και γι’ αυτό δεν πρόκειται να δώσω συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή