Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

MIKE LEVON 1944-2011

Χθες το βράδυ πήρα ένα e-mail από την Anazitisi Records, σχετικό με το θάνατο του Mike Levon, ιδρυτή του βρετανικού progressive folk label Holyground (A to Austr, Astral Navigations, Gagalactyca, Gygafo κ.λπ.). Το μήνυμα είχε ως εξής: Mike was born on 19th December 1944 on a farm near Grantham. He was always interested in the arts; literature, art and music. He came to Bretton Hall College as an English student in 1963 where he met Shirley; they married in 1970. It was at Bretton that his passion for recording developed. Holyground Records was established with a group of friends by the late 1960s, the first independent recording studio and label. From those times Mike wrote and recorded songs, collaborating with Chris Coombs who wrote the music. He also recorded other bands, encouraging young and established musicians across the region. By 1976 Holyground took a back seat when Mike and Shirley decided to start a family. From 1966 Mike worked full-time as a primary school teacher, but in 1979 he was given a secondment to make educational programmes for Radio Leeds, also taking out the radio car on a Saturday mornings to do vox pops.
From 1982 Mike worked as a Youth and Community Co-ordinator in Leeds, eventually retiring in 1999. Holyground was revived about 1989 when it was clear that there was an interest in the original material, and this led to new music and albums being produced, and interest in the label blossomed. In 2007, the 40th anniversary of Holyground and when Bretton Hall closed, many old friends gathered for a concert, which Mike recorded and released. Mike was a perfectionist, he always recorded to the best standard that was possible, editing and re-editing, whether it was for Holyground music, or for other bands that came to record. Although there are not a huge number of albums on the Holyground label, it is the quality and the care that Mike put into them that makes them so enjoyable.
He died peacefully in hospital on Sunday 4th September, 2011.
Και η είδηση. Η Anazitisi Records έχει στα άμεσα σχέδιά της την επανακυκλοφορία (σε LP), όλων σχεδόν των εκδόσεων της Holyground. Η συνεργασία είχε ξεκινήσει ενόσω ζούσε ο Mike Levon και θα συνεχιστεί πλέον με τη σύζυγό του.

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΓΙΩΡΓΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ flaneur

Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ο Γιώργης Χριστοδούλου, ή απλώς Giorgis, είναι ένας ολοκληρωμένος τραγουδοποιός. Τούτο το έχω γράψει κι άλλες φορές (στο περιοδικό)· από την εποχή τού «Η Αγάπη Είναι Ένα Πορτοκάλι» [Ankh, 2001] και του «Δες το Κι Αλλιώς» [V2, 2003], τις διασκευές του δηλαδή σε τραγούδια του Καρβέλα, του Φοίβου και του Μιχάλη Ρακιντζή. Και το «ολοκληρωμένος» έχει να κάνει με το εξής. Με την ικανότητα του Χριστοδούλου να γράφει ωραία ελαφρά τραγούδια, είτε γέρνουν εκείνα προς τη βρετανική pop, είτε προς το chanson, είτε προς τη μεσογειακή folk ballad.
Η τελευταία δουλειά τού Γιώργη έχει τίτλο “Flaneur” [Ankh/ epsa music, sgae, 2011], μία λέξη που κινδυνεύει να ακυρωθεί από την κατάχρησή της (ως συνήθως συμβαίνει) – τη διαβάζω συνεχώς στον Τύπο, αφού πλέον την έχουν μυριστεί άπαντες οι… εμβληματικοί – και η οποία εμφανίζει τον έλληνα τραγουδοποιό να αποδίδει δικές του συνθέσεις, αλλά και των Alberto Matesanz, Jordi Maranges, όπως κι ένα παλαιό άσμα των Alain Goraguer/ Boris Vian (“Barcelone”) από τα fifties…
Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς σημαίνει flaneur (τα… λεξικά γράφουν για τον πεζοπόρο, τον περιπατητή των πόλεων, τον άνθρωπο που δημιουργικώς αλητεύει), όμως έχω την αίσθηση (για να μην πω τη βεβαιότητα) ότι κακώς ορισμένοι… στριμώχνουν στα ίδια κείμενα τον Γιώργη Χριστοδούλου, με τον Λεωνίδα Χρηστάκη φερ’ ειπείν, τον συγγραφέα της «Ιστορίας της Αλητείας», και με τους… easy riders του Dennis Hopper. Πρέπει να είμαστε σε θέση να κάνουμε λεπτές διακρίσεις και να μην συγχέουμε άσχετα μεταξύ τους πρόσωπα ή θέματα.
Ακούγοντας, λοιπόν, το “Flaneur”, γιατί αυτό είναι το θέμα μας, εμένα μου δημιουργήθηκε η αίσθηση πως αλητεία για τον Γιώργη Χριστοδούλου – αν και δεν θέλω να την αποκαλώ έτσι – είναι μία εγκάρσια αντιμετώπιση του ζην· κύριο μέλημα της οποίας θα μπορούσε να είναι η αναζήτηση κι η αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, προς την κατεύθυνση των ζωτικών στοιχείων της ύπαρξης. Σχέσεις, συναναστροφές, φιλίες, παρέες και τα τοιαύτα. Δεν καβαλάμε μια μηχανή, γυρνώντας άιρα και κάιρα, αλλά πατάμε παύση· και επιχειρούμε, κινούμενοι πλέον με… ανθρώπινες ταχύτητες εντός του αστικού περιβάλλοντος, να δούμε τον άλλον κατά πρόσωπο, να παρατηρήσουμε κινήσεις, ματιές και συμπεριφορές.
Ο σύγχρονος flaneur δεν ξέρω αν φορά ρολόι στο χέρι του – γιατί όχι; –, έχω όμως την αίσθηση πως ενδιαφέρεται για την εμφάνισή του (δεν αναφέρομαι στις στυλιστικές ακρότητες), προκρίνει σεβαστικές συμπεριφορές, είναι απλός και μειλίχιος και πάνω απ’ όλα ευγενικός με όλους όσους συναναστρέφεται· όποιους μπορεί να συναντά στις βόλτες του, στα bar ή τα cafe, και που μπορεί να χρήζουν της κατευναστικής του διάθεσης. Ίσως, ακόμη, να είναι γλωσσομαθής και, φυσικά, εξυπηρετικότατος με τους τουρίστες· καθότι, πολλές φορές, μπορεί να συχνάζει στα ίδια, μ’ εκείνους, μέρη. Ο κοσμοπολιτισμός τού flaneur δεν είναι κάλπικος, αλλά εκπηγάζει από τη φυσική ανάγκη να αγαπά τον τόπο του, τη δική του πόλη, επιχειρώντας να τη μετατρέψει, με την παρουσία και τη συμπεριφορά του, σε κάτι ιδεατό. Πόλεις όπως η Αθήνα, που κρέμονται πλειστάκις στο χείλος της αβύσσου, περιμένουν τους φλανέρ να τις εξευμενίσουν. Ευχολόγια; Πιθανώς. Θα το επιζητούσα; Προφανώς.
Μπορεί να φαίνονται αβαθή όλα τούτα, ενδεχομένως γραφικά ή και α-πολιτικά, θ’ άξιζε όμως, νομίζω, να είναι σε πρώτη φάση χαρακτηριστικά των σημερινών κατοίκων των μεγάλων πόλεων· όλων εκείνων, τέλος πάντων, που βρίσκονται σε μία διαρκή αναζήτηση των αστικών οάσεων. Και δεν εννοώ τους κήπους και τα πάρκα, αλλά τα… περιβόλια των ανθρωπίνων συμπεριφορών.
Ένας flaneur, όπως ο Γιώργης Χριστοδούλου, έχει βεβαίως και τη μουσική του. Ήπια τραγούδια, με λεπτές ενορχηστρώσεις, στα οποία προκρίνεται η μελωδία. Είναι τραγούδια ισπανόφωνα ή γαλλόφωνα σε πρώτη φάση, τα οποία σφυρίζονται στο δρόμο (“Mi nido”, “Tous les Mardis”, “Silencio”…), ακούγονται σαν θρόισμα, ίπτανται πάνω από τα διαλυμένα πεζοδρόμια, τα επικίνδυνα στενά, τις βρωμερές διαβάσεις…
Ανάβει πράσινο, αλλά θα περάσω με την άλλη…

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

UNA VALLI soul meeting!!

Τώρα, την εποχή όπου η soul music δίνει και παίρνει, με νέα (δεκάδες) συγκροτήματα να ξεπετάγονται από κάθε γωνιά του κόσμου, επιχειρώντας στο γνωστό τοις πάσι σκηνικό, καλόν είναι να θυμόμαστε πως ο ήχος της περήφανης μαύρης μουσικής ήταν παγκόσμιο φαινόμενο ήδη από τα sixties. Και όχι μόνο στη Βρετανία, τη Γαλλία και την Ισπανία, αλλά, ακόμη, και στην Ελλάδα, την Τουρκία, το Ισραήλ, τη Νιγηρία ή τη Νότια Αφρική. Έτσι, ταυτοχρόνως με τη στήριξη των νέων ονομάτων, οι μουσικόφιλοι κοιτούν και προς το παρελθόν, ανακαλύπτοντας και προτείνοντας ξεχασμένους καλλιτέχνες και συγκροτήματα, ο ήχος των οποίων δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από εκείνον των γνωστών και των καταξιωμένων. Μία τέτοια περίπτωση είναι κι αυτή της Νοτιοαφρικανής Una Valli.
Αν δώσω βάση στον τίτλο του άλμπουμ “Dan Hill at The Grove featuring Dana Valery and introducing Una Valli” [CBS, 1964;] τότε την εν λόγω τραγουδίστρια με τη χάρμα ώτων, δυναμική mezzo φωνή φαίνεται να την πρότεινε μία από τις μορφές της νοτιο-αφρικανικής χορευτικής jazz, o μαέστρος Dan Hill (πέθανε το 2009), υπεύθυνος για την ανακάλυψη ή την αξιοποίηση των Sharon Tandy, June Muscat, Judy Page, Mercia Love, Dana Valery κ.ά.· τραγουδίστριες δηλαδή που έγιναν πασίγνωστες στη χώρα τους ή και έξω απ’ αυτήν (όπως η Tandy, με τη soul πορεία στην Αγγλία των 60s). Έτσι, λοιπόν, ξεκινώντας την καριέρα της η Una Valli με τραγούδια όπως τα “There goes the boy I love with Mary” (Donna Lynn), “Just so Bobby can see” (Diane Ray), “I’ll come running over” (Lynne Randell) και “Why don’t I run away from you” (Kiki Dee), ήταν έτοιμη το 1968 για ένα ακόμη μεγαλύτερο δισκογραφικό άλμα.Το “Soul Meeting!!” [Rave RMG 1233, 4/1968] ήταν το δεύτερο LP της – είχε προηγηθεί το “Teenage Sensation!” στη CBS το 1964, που περιελάμβανε κομμάτια (και) από τις 45 στροφές – κι εκείνο που θα την τοποθετούσε, αυτομάτως, στην κορυφή του τοπικού soul circuit. Ας πω, όμως, πως το “Soul Meeting!!” δεν τυπώθηκε μόνο στη Νότια Αφρική, αλλά την ίδιαν εποχή (1968) και στη Μεγάλη Βρετανία από την Page One. Στο ίδιο βρετανικό label είχε τυπωθεί κι ένας ακόμη soul-rock δυναμίτης από την αφρικανική χώρα, το “Burning Soul!” (1968) των Flames, μιας εξαιρετικής μπάντας, «κεφάλαιο» για την… za scene. (Μέλη των Flames ήταν ο Ricky Fataar και o Blondie Chaplin, αργότερα στους Beach Boys!). Οι Flames συνοδεύουν την Una Valli στα Satisfaction, Tell mama, Reach out I’ll be there, You are my sunshine, Take me for a little while και Stop thief, ενώ στα υπόλοιπα έξι tracks (I never loved a man the way I love you, Yesterday, Respect, Nowhere to run, My guy, Yum, yum) ήταν μαζί της οι Peanut Butter Conspiracy (ουδεμία σχέση με τους συνονόματους Αμερικανούς), κι αυτοί με προσωπικές ηχογραφήσεις. Η δύναμη, το πάθος, η ένταση, τα vibes της ερμηνεύτριας και των μουσικών δεν περιγράφονται εύκολα. Το “Soul Meeting!!” είναι ένας soul αδάμαντας, αδάμαστος ακόμη και μετά από 43 χρόνια.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

NORTHERN-SPY Brooklyn underground

Η Northern-Spy δημιουργήθηκε πέρυσι από ανθρώπους που έτρεξαν την (επαναδραστηριοποιημένη) ESP-Disk. Μέσα σε λίγους μήνες η εταιρία κατόρθωσε να παρουσιάσει ορισμένες δουλειές, που παρείχαν αμέσως στίγμα. Έτσι, μία γενικότερη πολιτική, και όχι μόνον αισθητική, στάση δεν φαίνεται ν’ απουσιάζει από τις μπάντες του νεοϋορκέζικου label.
Οι USAISAMONSTER είναι ένα extreme rock κουαρτέτο, αποτελούμενο εκ των Colin Langenus κιθάρες, φωνή, πλήκτρα, κρουστά, Tom Hohmann ντραμς, φωνή, Maxx Katz πλήκτρα, φωνή, φλάουτο και Peter Schuette πλήκτρα. Τα 6 τραγούδια που παρουσιάζουν στο CD τους “R.I.P.” [NSCD 001, 2010], συνολικής διάρκειας 39 λεπτών, έχουν να κάνουν, όσον αφορά στους στίχους, με τα σύγχρονα πολιτικά προβλήματα – μάλλον με την αποσύνθεση ενός αντι-ουμανιστικού πολιτικού σκηνικού, που παράγει πλέον μόνον αδιέξοδα –, ενώ, εν σχέσει με τους ήχους, ακούμε ένα… παλίμψηστο σύγχρονου rock, με συχνές ανατροπές, που άγεται από την native american music και τον Frank Zappa και φέρεται από τα progressive(!) χρώματα, το eighties rock των Feelies και των Meat Puppets, έως και το σύγχρονο hard core. Το αποτέλεσμα είναι πέραν του αναμενομένου. Ένα απολύτως ενδιαφέρον rock άλμπουμ, με σαφή λόγο ύπαρξης.
Οι Old Time Relijun, δηλαδή οι Arrington de Dionyso 5χορδη κιθάρα, φωνή, μπάσο κλαρίνο, άλτο σαξόφωνο, κοντράλτο κλαρινέτο, jew’s harp, Aaron Hartman μπάσο, πνευστά και Bryce Panic κρουστά, έτσι όπως αποτυπώνονται στο 66λεπτο “Songbook, Volume One” [NSCD 002, 2010] είναι ένα improv-jazz-punk τρίο, το οποίον ακουστικώς στηρίζεται στα ιλιγγιώδη εξοντωτικά παιξίματα, ηχώντας πότε «ξεκούρδιστο», πότε αυτοσχέδιο, και πότε… πανικόβλητα εκρηκτικό (συχνά δε και τα τρία μαζί). Το άλμπουμ τους αποτελείται από δύο sessions. Η πρώτη, τα κομμάτια 1-14, ηχογραφημένα προς τα τέλη του 1996, είναι τα περισσότερο εκτός τόπου και χρόνου. Εκείνα, δηλαδή, που δύσκολα αντιμετωπίζονται, ακόμη και μέσα στα πλαίσια μιας ανατρεπτικής ηχητικής κατάστασης. Τα υπόλοιπα (15-25), όχι πως αποποιούνται τον ακραίο χαρακτήρα τους, απλώς μοιάζουν κατά τι περισσότερο στοχευμένα. Αν και τα φωνητικά του Arrington de Dionyso είναι, κι εκεί κι εδώ, το ίδιο punky, οι μουσικές συνοδείες στο δεύτερο session μοιάζει να ξεπερνούν το στοιχειώδες, αποκτώντας ένα περισσότερο δημοφιλές προφίλ. Όμως, ακόμη και στα κομμάτια που γειτνιάζουν με τις twangy κιθάρες του desert rock, ή το εκτραχυλισμένο r&b (εκτραχυλισμένο, αλλά r&b), είναι τα φωνητικά εκείνα που θα σπέρνουν πάντα την καταστροφή. Παρά ταύτα, δεν θα ήταν εκτός τόπου αν υποστήριζα πως, μέσα σ’ αυτόν τον στριγγλο-πανικό, ακούγονται και μερικά «ωραία» κομμάτια (“Baby dragon”).
Για τους Ιταλούς Jooklo Duo, δηλαδή την Virginia Genta σαξόφωνα, πιάνο και τον David Vanzan ντραμς, κρουστά, είχα ξαναγράψει πριν από καιρό (http://is.gd/8x2j8F), με αφορμή την εμφάνισή τους στην Αθήνα (KΝΟΤ gallery, 12/2/2011). Οι δύο μουσικοί, που κινούνται στο χώρο του σύγχρονου jazz και rock improv, συνεχίζουν, σχεδόν μια δεκαετία τώρα, να δημιουργούν τα δικά τους πολυ-περιβάλλοντα, είτε ως duo, είτε συνεργαζόμενοι με άλλους μουσικούς σε… παρεμφερείς σχηματισμούς. Π.χ. ως Neokarma Jooklo Octet κυκλοφόρησαν το “Infinity” [Ιταλία Qbico, 2007] με τη συμμετοχή του Kawabata Makoto (ex-Acid Mothers Temple), αλλά και ως Neokarma Jooklo Trio, με τον Maurizio Abate (tanpura, harmonica, acoustic guitar, kalimba) ανάλογης κατεύθυνσης δουλειές. Ως Jooklo Quartet (με Topias Tiheasalo κιθάρες και Tero Kemppainen μπάσο) περιόδευσαν τον προηγούμενο Οκτώβριο στην Ιταλία, ετοιμάζοντας ένα ακόμη long play, ενώ ως duo, η Genta και ο Vanzan, έγραψαν τον Νοέμβριο το πρώτο τους 7ιντσο υπό τον τίτλο “Warrior”· αυτό δηλαδή στη Northern-Spy [NSVS 003]. Δύο κομμάτια (“Primitive power”, “Fire liberation”), το ένα κάπως σαν συνέχεια του άλλου, με τα σαξόφωνα (τενόρο, σοπράνο) και το κλαρινέτο να στριγγλίζουν, πάνω από το άναρχο καταιγιστικό ντραμ παίξιμο.
Της Colin L. Orchestra ηγείται ο Colin Langenus (ex-USAISAMONSTER) και το “Infinite Ease/ Good God” [NSCD 005, 2011] είναι ένα διπλό CD, αποτελούμενο από τα δύο έργα του τίτλου, ερμηνευμένα από μία… αλλοπρόσαλλη ομάδα 33(!) μουσικών, οι οποίοι δεν παίζουν ποτέ όλοι μαζί· υπάρχουν ορισμένοι που συμμετέχουν και στα δύο έργα, και άλλοι μόνο στο ένα ή το άλλο. Εκείνο που κάνει εντύπωση στο άλμπουμ της Colin L. Orchestra είναι πως ηχητικώς, αισθητικώς και ό,τι άλλο δεν έχει καμμία σχέση με τους USAISAMONSTER. Επί του προκειμένου έχουμε να κάνουμε με μία απείρου κάλλους (ναι!) americana (δύο ναι!!), η οποία κατακρατεί όλα τα ταυτοτικά στοιχεία του είδους (τις 12χορδες και pedal steel κιθάρες, βεβαίως τις φυσαρμόνικες και τα βιολιά, και ακόμη τις φωνές και τις ανοιχτές μελωδίες, που απλώνονται πάνω σε άψογα country, folk και r&b πλαίσια). Υπάρχει όμως και το σπέρμα του… διαβόλου – πώς θα μπορούσε να μην… – στο πρώτο CD, το “Infinite Ease” (μια και το δεύτερο είναι τελείως, τρόπος του λέγειν, Flying Burrito Brothers), όταν ο Colin Langenus και οι φίλοι του, συχνά, ξεστρατίζουν προς κάποιες περισσότερο minimal/no wave καταστάσεις. Εκεί, παραμονεύουν οι κιθαρο-συστοιχίες του Rhys Chatham και γενικότερα η οσμή του νεοϋορκέζικου underground. Απολύτως ενδιαφέρον άλμπουμ και στις δυο του όψεις.

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ απαλλαγμένοι ήχοι

Η ετικέτα organized music from thessaloniki υφίσταται από το 2007 – την τρέχει ο Κωστής Κηλύμης – εστιάζοντας σε ηχητικές καταστάσεις που συνδυάζουν ηλεκτρακουστικούς ήχους, αυτοσχεδιαστικές πρακτικές, ηλεκτρονικές επεξεργασίες και τα ανάλογα. Έως σήμερα έχει δώσει στη δημοσιότητα 15 κυκλοφορίες (CD-R, CD, 7ιντσα, MC), για κάποιες εκ των οποίων έχω γράψει και στο παρελθόν (Cranc, Άγγελος Κυρίου). Εδώ, θα μας απασχολήσουν μερικές ακόμη.Υπό το όνομα Syndromes o Κηλύμης έχει ηχογραφήσει ένα CD-R το 2009 (“another daily bummer”) κι ένα κανονικό CD τον προηγούμενο Οκτώβριο. Το “Temporary Perspectives”, που είναι μία περιορισμένη έκδοση 300 αντιτύπων, βρίσκει τον Κηλύμη, να πειραματίζεται με field recordings, κιθάρες, μικρόφωνα, ημιτονικές, ετοιμάζοντας λούπες και προετοιμάζοντας ένα ηχητικό πλαίσιο που αναπτύσσεται, κατά τα ειωθότα, ανάμεσα στην ησυχία και το θόρυβο. Το σκηνικό άλλοτε είναι φυσικό, άλλοτε τείνει προς το βιομηχανικό – με το background να καλύπτεται από ήχους, ηχογραφημένους επί τόπου –, και άλλοτε προς το αυστηρώς ηλεκτρονικό, με τις ημιτονικές να πρωταγωνιστούν, σε συνδυασμό με βόμβους και κενά κοψίματα. Η 42λεπτη διάρκεια συντείνει, και αυτή, προς την ακροαματική ολοκλήρωση. Στο “Stroke by Stroke” (κυκλοφόρησε σε CD τετρακοσίων αντιτύπων τον Ιούλιο που πέρασε) η Dimitra Lazaridou-Chatzigoga δημιουργεί ένα έργο ακουστικού και καθημερινού προβληματισμού, υπό την έννοια ότι εκτός από το zither και τα ποικίλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται για ν’ αλλοιωθεί ένας ήχος φυσικός, παρεμβάλλονται θόρυβοι από γεγονότα του δρόμου, που εξελίσσονταν ταυτοχρόνως με τις ηχογραφήσεις (Αθήνα, 6/2010-4/2011) και οι οποίοι (θόρυβοι) σκοπίμως δεν διαγράφτηκαν. Από τα 21 tracks του άλμπουμ δύο έχουν ολοκληρωθεί με τη βοήθεια του Μιχάλη Κυρατσού, ενώ στα υπόλοιπα 19 – η διάρκεια των οποίων ποικίλει από λίγα δευτερόλεπτα έως και 4 λεπτά – η Χατζηγώγα κατορθώνει να δημιουργήσει ένα συναρπαστικό ηλεκτρονικό συνεχές, δίχως εφφέ, overdubbing και επεξεργαστές (όπως η ίδια σημειώνει στο εξώφυλλο), που δεν είναι άμοιρο ευθύνης τού mastering (το έχει επιμεληθεί ο ισπανός πειραματιστής Ferran Fages, συνεργάτης του Νίκου Βελιώτη και άλλων). Sister Overdrive είναι το παρωνύμιο του ηλεκτρονικάριου Γιάννη Κοτσώνη. Ο Κοτσώνης, όπως διαβάζω, έχει δώσει στίγμα μέσα από δουλειές του για το θέατρο, το σύγχρονο χορό, τον κινηματογράφο, λοιπά δρώμενα και εγκαταστάσεις, εστιάζοντας σε μία περιβαλλοντική ανάδειξη του ηχητικού δεδομένου, μέσα, πάντα, από την προσωπική του ηλεκτρακουστική προσέγγιση. Το “Honey”, που κυκλοφορεί σε ωραία συσκευασμένη κασέτα 100 αντιτύπων, είναι ένα καθαρώς μουσικό έργο (εννοώ πως έχει μιαν αυθυπαρξία, αφού δεν έχει γραφεί για να συνοδεύσει κάτι άλλο), το οποίο, αν και χωρίζεται αναγκαστικώς σε δύο μέρη (η πρώτη πλευρά διαρκεί 17:47, ενώ η δεύτερη 20:10) διατηρεί μιαν ενότητα ύφους και αφήγησης (παρότι η b side είναι πιο… υποδόρια και εσωστρεφής). Το ακουστικό συνεχές, που αποδίδεται άψογα και ανθρώπινα από την ταπεινή MC (με μηδενικό bias και το play trim στο max νομίζω πως πιάνω max), αποτυπώνει μιαν ηχητική περιπέτεια, ένα ακουστικό σενάριο αύταρκες και αυτοδύναμο, που φανερώνει όχι μόνον το αισθητικό εύρος της σκηνής, αλλά και την αποφασιστικότητα τού διαχειριστή. Επαφή: www.thesorg.noise-below.org

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

ο GUIDONE στην Ακρόπολη

Πριν καιρό σκεφτόμουν να ετοιμάσω ένα φωτογραφικό κείμενο, που ν’ αφορούσε σε μουσικούς και συγκροτήματα σε πόζες με φόντο τον Παρθενώνα. Από εκείνη τη γνωστή kitsch του Sun Ra (στο οπισθόφυλλο των άλμπουμ της Praxis), μέχρι και τον… Guidone (ήδη υπάρχουν τέσσερις στο blog).
Για τον Ιταλό από την Brescia κάποια στιγμή θα γράψω περισσότερα, τώρα όμως ανεβάζω μία φωτογραφία με τον ίδιον και τα μέλη των (Gli) Amici, από την εποχή που έκανε-έκαναν καριέρα στην Ελλάδα. Να υπενθυμίσω πως ο Guidone τραγουδούσε στ’ Αστέρια, στη Γλυφάδα, το καλοκαίρι του ’64 – πηγαινοερχόταν στη χώρα μας τουλάχιστον μέχρι το 1967 – τότε που έγραψε δηλαδή και το “Parakalo Glyphada” (φράση που απευθυνόταν, προφανώς, στον ταξιτζή που τον μετέφερε στο μαγαζί), ένα τυπικό slow της εποχής, που μπήκε και στο ελληνικό LP του “For Shake” [Parlophone PMGC 101, 1965].Ας επιχειρήσω να βάλω λεζάντα στη φωτογραφία (ελπίζοντας να είμαι ακριβής). Από αριστερά λοιπόν: Benny Retolani σαξόφωνα, Giannino Zinzone μπάσο, Guidone Crapanzano τραγούδι, Sergio Enrico Maria Papes ντραμς, Francesco Checco Marsella πιάνο και Giacomo Mino Di Martino κιθάρες. Ας πω ακόμη πως λίγο αργότερα οι Di Martino, Marsella και Papes θα σχηματίσουν τους (I) Giganti, και πως πολύ αργότερα, μετά τα mid-70s, κάποιος… Di Martino θα είναι το ένα από τα δύο μέλη του avant γκρουπ Albergo Intergalattico Spaziale, για τους οποίους είχα γράψει δυο λόγια εδώ http://is.gd/LMOtQn. Στο italianprog.com ισχυρίζονται πως ο κιθαρίστας των Giganti (και του Guidone) Giacomo Di Martino είναι ο οργανίστας των Albergo Intergalattico Spaziale Giacomo Di Martino. Ποιος ξέρει…
Έτεροι ακροπολιστές:
http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/11/ta-sixties.html
http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/11/chacachas.html
http://diskoryxeion.blogspot.com/2011/04/dave-carroll-and-sing-sing-four.html

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΣΩ ΟΥΣ κάποια από τα πρόσφατα

Ο Μανώλης Αγγελάκης είναι γνωστός στους παροικούντες όχι μόνον από τις παραγωγές του, τη συμμετοχή του στους Illegal Operation, αλλά και από τις προσωπικές του εκδόσεις· τη «Σταματίνα» [Hitch-Hyke, 2000] και τις «Δύσκολες Μέρες» [Σείριος, 2006]. Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του έχει τίτλο «Τι Κάνουν οι Σκιές τη Νύχτα;» [Inner Ear] και είναι, θα έλεγα, μια φυσική εξέλιξη εκείνων που έχουν προϋπάρξει.
Ο Αγγελάκης είναι ένας τραγουδοποιός που ενδιαφέρεται να προβάλλει έναν τύπο ελληνικού τραγουδιού, ο οποίος να στηρίζεται στην αφηγηματικότητα, κόβοντας και ράβοντας – όπως είχα γράψει και παλαιότερα – ηχητικά επιμέρους από prog και desert rock, electronica, blues, avant, ακόμη κι από ρεμπέτικα ή και από ελαφρά, όχι εν είδει κολάζ, αλλά ως ένα σύστημα από απολύτως ελεγχόμενες και επικοινωνήσιμες μεταξύ τους φόρμες. Οι συνθέσεις του, στο επίπεδο του ακούσματος, είναι κατά βάση περιβάλλοντα, πάνω στα οποία αποτίθενται τα λόγια (δικά του ή του Χ. Κανελλόπουλου), που συνήθως αφορούν στις σύγχρονες αστικές πληγές («Ο Γιώργος ξύπνησε ένα βράδυ/ φίλησε τα τρία του παιδιά/ και χάθηκε στο πιο βαθύ σκοτάδι/ κι αν δεν με πιστεύεις ρώτα στο δρόμο τα σκυλιά. Ο Αντώνης ζούσε μια ζωή στρωμένη/ είχε αμάξι, σπίτι και δουλειά/ τώρα έχει ένα χαρτόκουτο στου Ρέντη/ κι αν δεν με πιστεύεις, ρώτα στο δρόμο τα σκυλιά»…), ενώ και στο επίπεδο της ερμηνείας, της εκφοράς δηλαδή (τραγουδά, κυρίως, ο ίδιος ο Αγγελάκης), ακολουθείται μία «συννεφιασμένη» τακτική, που μπορεί να θυμίζει ενίοτε Tom Waits (για να μην πάμε στον Charley Patton και τους… άσημους συντοπίτες του από το Δέλτα, τον Tommy McClennan ή τον Robert Petway). Φωνή γρέτζα δηλαδή, σκληρή και με φυσικό τρόπο θορυβώδης, απολύτως ταιριαστή με τούτες εδώ τις ελεγείες.
Ακόμη ένα συγκρότημα από την Πάτρα – την πόλη που «τυπώνει» γκρουπ με ακαταπόνητους ρυθμούς –, οι Monovine είναι ένα τρίο (κιθάρες-μπάσο-ντραμς, Stratos, Xeno, Sotiris δηλαδή), που επιχειρεί να δημιουργήσει ένα punky/power-pop σκηνικό, στηριγμένο στο απερίφραστο ομαδικό παίξιμο (βαρβάτη κιθαριστική ματιά, δίχως να απαγορεύονται και κάποια acoustic ηχοχρώματα, πυροβολικό bass guitar, αδυσώπητο drumming) και φυσικά στην άψογη και με γνώση ηχογράφηση-παραγωγή (συνέβαλε ο Θάνος Αμοργινός). Το “Cliche” [Inner Ear] είναι ένα άλμπουμ, που εμένα τουλάχιστον με πάει πίσω στο χρόνο (στις αρχές των 90s), στην περίπτωση κάποιων άλλων Πατρινών, των Mayday Overdrive, που κι εκείνοι, όπως και οι Monovine εξάλλου, είχαν για εικόνισμα τους Velvet Underground (ας ξεκινήσω από ’κει κι ας μείνω εκεί, αφήνοντας στην άκρη τα… grunge ξεφτίσματα), δίχως τούτο να σημαίνει πως αμφότερα τα γκρουπ, αλλά, πρωτίστως, οι Monovine, που εδώ μας ενδιαφέρουν, υπολείπονταν σε προσωπική ματιά. Στο άλμπουμ υπάρχουν, πράγματι, ώριμα τραγούδια, όπως το “Morphine”, το “Telescope” ή το “Jesus son”, δίχως κανένα από τα υπόλοιπα να ξεπέφτει στο τυχαίο ή το αδιάφορο.
Δεν γνωρίζω αν είναι δικαιολογημένος ή όχι ο θόρυβος που ξέσπασε γύρω από τους Baby Guru (το LP τους π.χ. εξαφανίστηκε μόλις λίγες μέρες μετά την έκδοσή του, αν και ξανατυπώθηκε), εκείνο που γνωρίζω είναι πως το πρώτο φερώνυμο άλμπουμ τους μόνον ως ιδιαιτερότητα μπορεί να αντιμετωπιστεί, μέσα στο σύνολο της ελληνικής σκηνής. Το συγκρότημα, που είναι βασικά τρίο (Obi Serotone, King Elephant, Sir Kosmiche) εμφανίζει έναν rock τύπο, που έλκει την καταγωγή από τους Can και τους Neu! (ήτοι… τους Can και τους Kraftwerk σε συσκευασία μία), προτείνοντας μια σειρά κομματιών, 2λεπτων, 3λεπτων και 4λεπτων, τα οποία – και εν αντιθέσει με το krautrock χάσιμο – αφήνουν μία κάπως pop χροιά. Οι διάρκειες παίζουν οπωσδήποτε ένα ρόλο προς την ποποίηση του “Baby Guru” [Inner Ear], αν και υπάρχουν tracks όπως π.χ. το “Perfect make-up” που ακούγονται στ’ αυτιά μου αρκούντως punky, δίχως ποτέ να απομακρύνονται από την τύπου Can ρυθμοδυναμική (ενίοτε δε και από την α λα Damo Suzuki ερμηνεία). Βεβαίως, οι Baby Guru είναι ένα συγκρότημα του σήμερα, που σκύβει κατ’ ευθείαν στους πατέρες του… ρυθμικού παρατεταμένου και όχι, ας πούμε, στους british επιγόνους (από τους Japan μέχρι τους O.M.D. και τους Loop, ου μην και τους Spacemen 3), που πάτησαν πάνω στους κραουτάδες, προκειμένου να πάνε παρακάτω. Θέλω να πω δηλαδή πως καλή είναι η αγάπη και η προσήλωση στον Holger Czukay και τον Jaki Liebezeit, όμως κάποια στιγμή θα πρέπει να υπάρξει εκείνος ο απογαλακτισμός, που θα οδηγήσει το όλον πράγμα σε ακόμη πιο προσωπικούς δρόμους. Κρίνοντας, τώρα, από κομμάτια όπως το “Kicks with Mary” π.χ. έχω την αίσθηση πως τούτο θα συμβεί.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

ABBIE HOFFMAN κάτι περί δημοκρατίας

Το βιβλίο του Ντάνυ Κον-Μπεντίτ «Την Αγαπήσαμε Τόσο την Επανάσταση» [εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1989] βασίστηκε στην τηλεοπτική σειρά τεσσάρων επεισοδίων “Nous l’avons tant aimee, la Revolution” (1986), την παραγωγή της οποίας είχε αναλάβει ο Ludi Boeken, ενώ τη σκηνοθεσία της ο Steven de Winter. Η σειρά, που είχε προβληθεί και από την τότε ΕΡΤ 1 (έτσι αναγράφεται στο βιβλίο, δεν θυμάμαι να την είχα δει), πιάνει τον κόκκινο, μετέπειτα πράσινο, αλλά αργότερα… γκρίζο Ντάνυ να γυρίζει μ’ ένα τηλεοπτικό συνεργείο ανά τον κόσμο, συζητώντας με τους πρώην «συντρόφους» του, από τα κινήματα της αμφισβήτησης των sixties και των seventies, για τις παλιές ιστορίες, καθώς και για τα νέα δεδομένα που είχαν προκύψει εν τω μεταξύ στη δεκαετία του ’80. Τον Abbie Hoffman (1936-1989), τον συνιδρυτή (Νέα Υόρκη, τελευταία ημέρα του 1967) του Youth International Party, που εξακολουθούσε στα 80s να υπεραμύνεται των παλαιών του απόψεων, δίχως να υποστέλλει τη σημαία (δες κι εδώ http://is.gd/rrLObe), τον συνάντησε ο Κον-Μπεντίτ, στη Φιλαδέλεφεια, τον Μάρτιο του 1985. Ανάμεσα σε άλλα τόνιζε και τα εξής ο Hoffman: (…) Πρέπει να θυμηθούμε ότι η δημοκρατία δεν αποφασίζεται. Γεννιέται και χτίζεται με πολλαπλές και αντιφατικές εμπνεύσεις όλων των ατόμων που αποτελούν μια κοινότητα. Είναι μια μακριά προσπάθεια που δεν έχει σκοπό να αλλάξει τα πράγματα σύμφωνα με το καπρίτσιο των διακυμάνσεων της μόδας.(…) Δημοκρατία είναι να μπορούμε να επιβάλλουμε τις αλλαγές που ανταποκρίνονται στις βαθιές επιθυμίες της πλειοψηφίας των πολιτών. Στην αρχή είναι φυσικό αυτή η επιθυμία αλλαγής να είναι αισθητή και να εκφράζεται μόνο από μια μικρή μειοψηφία, της οποίας δουλειά είναι να αποκαλύψει στον καθένα ότι αυτή η επιθυμία ήταν η δική του. Αυτό δεν έχει σχέση με την απόκτηση της εξουσίας από μια μικρή ελίτ που θέλει να επιβάλλει τη δική της αντίληψη για τη ζωή στους πολλούς, υποχρεώνοντάς τους να προσαρμόζονται στα μοντέλα που διοχετεύουν τα μαζικά μέσα. Η δημοκρατία δεν είναι θέαμα στο οποίο παρίσταται κανείς καθισμένος στην πολυθρόνα του, είναι μια πράξη ζωής αποφασιστική, στην οποία συμμετέχει.(…)
Ας μη ριχτούμε με δεμένα μάτια στα χρόνια που ξεπροβάλλουν. Πρέπει να αγωνιστούμε βήμα προς βήμα για να προοδεύσουμε, πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνάμεις αυτής της χώρας, πρέπει να ενεργήσουμε όλοι μαζί και μαζί με όλες τις άλλες κοινότητες του κόσμου. Δεν είμαι ενάντια στο πνεύμα της επιχείρησης. Απεναντίας θαυμάζω αυτούς που έχουν εμπιστοσύνη στους εαυτούς τους και ξέρουν να πάνε μπροστά. Αλλά λέω ότι στους απόκληρους δεν αναγνωρίζεται αυτή η αρετή. Δεν μπορείτε να πείτε σ’ ένα πατέρα πέντε παιδιών ή σ’ έναν αγρότη αναγκασμένο να εγκαταλείψει τη γη του ή σ’ έναν άνεργο της σιδηρουργίας, δεν μπορείτε να πείτε σ’ αυτούς τους ανθρώπους ότι η κυβέρνηση δεν τους χρειάζεται πια, και ότι πρέπει στο εξής να είναι δυναμικοί και επιχειρηματικοί αν θέλουν να τα βγάλουν πέρα.(…)

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2011

o ΜΑΝΩΛΗΣ ΣΙΔΕΡΙΔΗΣ, το Pavlos Michailidis “Paulus” Quintet κ.λπ.

Όσοι παρακολουθούν τα jazz συμβάντα στη Θεσσαλονίκη σίγουρα θα έχουν υπ’ όψιν τους το κουιντέτο του πιανίστα Παύλου Μιχαηλίδη. Αλλά και όλοι οι υπόλοιποι – όσοι ασχολούνται με το χώρο της ελληνικής τζαζ εννοώ –, κάτι θα έχουν πάρει χαμπάρι, αφού ο Μιχαηλίδης έχει συνεργαστεί με δεκάδες μουσικούς, έχει παίξει στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας με την Sheila Jordan, έχει συμμετάσχει σε CD της Jazz Society Thessaloniki κ.λπ.
Ο «Απλωμένος Χάρτης» [Dissonance Records, 2010] είναι η πρώτη πλήρης δισκογραφική του εργασία, ένα σώμα έξι δικών του συνθέσεων (45:45 η διάρκεια), τις οποίες υποστηρίζει το Paulus Quintet, δηλ. οι Άλκης Καρυζώνης τενόρο, σοπράνο, Μάκης Στεφανίδης ηλεκτρική κιθάρα, Μανώλης Σιδερίδης κοντραμπάσο, Νίκος Ψοφογιώργος τύμπανα, Παύλος Μιχαηλίδης πιάνο. Αν πρέπει εξ αρχής να σημειώσω κάτι, οπωσδήποτε, είναι το γεγονός πως δύο από τους μουσικούς του γκρουπ είναι… Τσεχοσλοβάκοι. Ο Μιχαηλίδης και ο Σιδερίδης. Ο δεύτερος, μάλιστα, είναι μία περίπτωση προς εξερεύνηση (θα την… εξερευνήσω πιο κάτω), αφού ούτε η τσεχοσλοβακική καριέρα του είναι αμελητέα, ούτε η ελληνική του.
Περνώντας στα της ηχογράφησης θα έλεγα πως έχουμε να κάνουμε με μια σειρά συνθέσεων του Παύλου Μιχαηλίδη, όπως και δημιουργικών αυτοσχεδιασμών (από τη μεριά των μελών του γκρουπ), άλλοτε κοντά σ’ ένα modern-romantic κλίμα, το οποίο διαμορφώνει ο ανάλογος μελωδικός και ο αρμονικός σχεδιασμός, και άλλοτε πλησίον της κλασικής blues σημαντικής. Υπάρχουν συνθέσεις, όπως η “Horizon” π.χ., που φανερώνουν το πόσο η ευρωπαϊκή παράδοση της ρομάντζας έχει διαποτίσει τη σύγχρονη jazz συνθετική, αλλά και tracks όπως η «Ζούγκλα», εκεί όπου η free εισαγωγή δίνει το έναυσμα για ένα έξοχο blues, δίνοντας υπόσταση στην κορυφαία στιγμή του «απλωμένου χάρτη». Με τέτοιους τέλειους (από πάσης πλευράς) δίσκους η λεγόμενη ελληνική τζαζ αλλάζει επίπεδο.
Επαφή: www.dissonance.gr
(Το Pavlos Michailidis “Paulus” Quintet. O Μανώλης Σιδερίδης πρώτος από δεξιά)
Συνάντησα για πρώτη φορά το όνομα του μπασίστα Μανώλη Σιδερίδη σ’ ένα άλμπουμ του Βλάση Μπονάτσου, το «Γενικά» (1980). Αργότερα δε στο «Ενέχυρο» του Δήμου Μούτση και στα πρώτα LP του Νίκου Παπάζογλου… Ήταν, όμως, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν έκανα τη σύνδεση με το τσεχοσλοβακικό του παρελθόν κι από ’κει θα ξεκινήσω· για να τα πάρουμε τα πράγματα και με μια σειρά δηλαδή…
Ο Μανώλης Σιδερίδης γεννιέται στην Brno της παλαιάς Τσεχοσλοβακίας, το 1951, την πόλη στα ΝΑ της χώρας η οποία είχε δεχθεί ένα μεγάλο μέρος Ελλήνων πολιτικών προσφύγων αμέσως μετά τον Εμφύλιο και, ακόμη, την πόλη που απετέλεσε «καρδιά» της ελληνικής pop παροικίας στη χώρα. Ας υπενθυμίσω πως από ’κει ξεκίνησαν η Martha και η Tena Elefteriadu, όπως και το συγκρότημα Asteria Beat, με τ’ αδέλφια Μιχαηλίδη στη σύνθεσή του. Στην Brno, λοιπόν, ο νεαρός μουσικός κάνει τα πρώτα μουσικά του βήματά παίζοντας στους Prometheus και λίγο αργότερα στους Believers, πριν γίνει ιδρυτικό στέλεχος των Progress Organization, το 1968, ενός από τα καλύτερα συγκροτήματα που ανέδειξε εκείνη την εποχή η χώρα. Η μπάντα αρχίζει να διακρίνεται στο live κύκλωμα και την αμέσως επόμενη χρονιά εμφανίζεται ως support (μαζί με τους Blue Effect και τους Synkopy 61) στη συναυλία των Beach Boys, των Paul Revere & The Raiders και του Joe Hicks στην Brno (19/6/1969).Το 1970 έρχεται η ώρα για την πρώτη δισκογραφική της εμφάνιση. Πρόκειται για ένα EP με τρία κομμάτια, που παίζει στις 33 και 1/3 στροφές, και το οποίο βγαίνει στην τοπική Discant (0 33 0051) σε παραγωγή του Ales Sigmund. Μέλη της μπάντας είναι οι: Emanuel Sideridis μπάσο, Pavel Vane κιθάρες, Jan Sochor όργανο και Zdenek Kluka ντραμς. Το “Klik k poznani” (πρώτη πλευρά), είναι ένα βαρύ psych-prog τραγούδι (οι Cream είναι μια βασική επιρροή), με ρυθμικές αλλαγές, γεμίσματα από όργανο και ωραία κιθαριστική παρέμβαση. Στη δεύτερη πλευρά το “Snow in my shoes” μέσα στη βαρύτητά του εμφανίζει κι έναν κάπως poppy χαρακτήρα (συντείνουν και τα πνευστά που παρεμβάλει η παραγωγή), ενώ το “Fortune teller” (σύνθεση του Σιδερίδη) θυμίζει περισσότερο αμερικανικά σχήματα των late sixties, παρά ευρωπαϊκά (τους ύστερους Peanut Butter Conspiracy ας πούμε). (Ο Μανώλης Σιδερίδης είναι ο δεύτερος από αριστερά)
Την επόμενη χρονιά (1971) κυκλοφορεί και το μοναδικό τους LP. Το “Barnodaj” [Supraphon 1 13 0985] είναι ένα κλασικό άλμπουμ του τσεχοσλοβακικού rock (εδώ, μία βασική αναφορά είναι οι Vanilla Fudge). Η παραγωγή επένδυσε σ’ αυτό, πλαισιώνοντας τη βασική τετράδα με τρομπόνια, τρομπέτες, σαξόφωνα, όμποε, φλάουτα, backing vocals. Δεν θα έλεγα πως το εγχείρημα είναι απολύτως επιτυχημένο. Χάνεται κάτι από τη δύναμη των Progress Organization, η οποία πάντως (δύναμη) βγαίνει ακεραία σε κομμάτια όπως το “Ptacnik”, που κλείνει την πρώτη πλευρά. Η δεύτερη ανοίγει με μια ωραία εκδοχή του “We can work it out” των Beatles, για ν’ ακολουθήσουν το “Time”, η άποψή τους για το “I feel free” των Cream, αλλά και δύο ακόμη δικά τους tracks (“A lovely day”, “Good bye”). Χωρίς την παρουσία του Σιδερίδη, o οποίος το 1972 έρχεται στην Ελλάδα, οι Progress Organization θα προχωρήσουν αλλάζοντας ονόματα (Barnodaj, Progres 2, Progres), φθάνοντας να παίζουν έως και σήμερα.
Εκείνα τα χρόνια, όμως, ήταν δημιουργικά για τον ελληνικής καταγωγής μουσικό, αφού τον συναντάμε και σε άλλες εγγραφές, πέραν των Progress Organization. Πιο συγκεκριμένα εμφανίζεται στα δύο πρώτα LP των Martha & Tena Elefteriadu, το “Dal Nez Slunce Vstava” [Panton 11 0251, 1970] και το “Hrej dal” [Panton 11 0309, 1972] παίζοντας μπάσο και τραγουδώντας, αλλά και σ’ ένα τουλάχιστον 45άρι τους με τα κομμάτια “Sulejmon/ Starec a dve holky” [Panton 04 0377, 1971] - το πρώτο, μία version στο γνωστό αφροτράγουδο του Neil Diamond. Επίσης, συμμετέχει σ’ ένα άλλο συγκρότημα από την Brno, τους Albatros, μαζί με τους Dalibor Roznik κιθάρες, Jan Millonig κιθάρες, φωνή και Karel Antonin ντραμς, ηχογραφώντας ένα 7ιντσο EP μοιρασμένο με τον Bob Fridl, καθώς κι ένα αποκλειστικώς δικό τους. Το πρώτο ήταν το “Divka ze severniho kraje, Pisen z detskyho kramu/ Bonifac Sherry, Expres v tunelu” [Panton 03 0252, 1971]. Ο Fridl λέει τα δύο πρώτα κομμάτια – το “Divka ze severniho kraje” είναι το “Girl of the north country” του Bob Dylan – και οι Albatros τα δύο στη flip-side. Το “Bonifac Sherry” είναι το “Natural born bugie” των Humble Pie. Το δεύτερο 45άρι είναι το “Albatros/ Ctyri kostky cukru v kave” [Panton 04 0364, 1971]. Το “Albatros” είναι φυσικά το γνωστό του Peter Green, που έδωσε και το όνομα στο γκρουπ.Το πρώτο(;) συγκρότημα στην Ελλάδα στο οποίο εμφανίζεται ως μπασίστας ο Μανώλης Σιδερίδης ήταν οι Zante του Βλάση Μπονάτσου, με τους οποίους γράφεται το άλμπουμ «Γενικά…» [CBS, 1981]. Τα υπόλοιπα μέλη των Zante ήταν ο Λεωνίδας Αλαχαδάμης κρουστά (από τον Εξαδάκτυλο), ο μακαρίτης Δήμης Παπαχρήστου κιθάρες (από Εξαδάκτυλος, Ακρίτας, Αχ-Βαχ…) καθώς και ο Γιώργος Πεντζίκης στα πλήκτρα και το φλάουτο (από Pacifics, Fratelli, Idols, Loukas Sideras Band, Ταχεία Θεσσαλονίκης…). Αν και το συγκρότημα θα μπορούσε να διαπρέψει, καθότι αποτελείτο από μουσικάρες, τούτο διαλύθηκε λίγο μετά τη support παρουσία του στους Ανατολικογερμανούς City, τον Μάιο του 1981. (Αν και ήμουν στη συναυλία της Πάτρας, στο γήπεδο της Παναχαϊκής, τους Zante δεν τους θυμάμαι· μπορεί και να μην έπαιξαν. Έπαιξαν όμως στη Ριζούπολη). Πάντως, στο «Γενικά…» παίζουν πολύ καλά, βοηθούμενοι από τον Αργύρη Κουλούρη στις κιθάρες, τη Μαρία Δημητριάδη στα φωνητικά και τον άσσο πολωνό βιολιστή Michal Urbaniak! Αρχές Μαρτίου του ’81 ο Urbaniak είχε έλθει στην Ελλάδα για συναυλίες, ως μέλος του Billy Cobham’s Group, κι από ’κει μπορεί να τον τσίμπησε ο Μπονάτσος (ή ο Πεντζίκης). Εξάλλου το «Γενικά…» δεν βγήκε το ’80, όπως λένε κάποια sites, αλλά περί τα μέσα του ’81 (υπάρχει «κριτική» στο περιοδικό Μουσική, στο τεύχος 44, τον Ιούλιο του ’81), ηχογραφήθηκε δε στο διάστημα 2-3/1981 (κατά τη διάρκεια των σεισμών στις Αλκυονίδες), με το remixing να γίνεται την 15/3/1981 (όλες οι πληροφορίες από το εξώφυλλο).Η επόμενη μπάντα στην οποία συμμετείχε ο Μανώλης Σιδερίδης ήταν οι Λάου-Λάου (συμπλήρωναν οι Άκης Τουρκογιώργης κιθάρες και Νίκος Καπηλίδης ντραμς). Οι Λάου-Λάου ήταν το συγκρότημα του Δήμου Μούτση στο «Ενέχυρο» [Lyra] και στα live που προέκυψαν εκείνη την περίοδο (1983).
Το πιο κάτω κεφάλαιο στην πορεία του Σιδερίδη σχετίζεται με τον Νίκο Παπάζογλου. Ο γεννημένος στην Τσεχοσλοβακία, ελληνικής καταγωγής, μουσικός παίρνει μέρος στην ηχογράφηση του άλμπουμ Χαράτσι [Lyra, 1984], στο back cover του οποίου αναγράφεται ως Μανώλης Σιδηρόπουλος [sic], αλλά και στο Μέσω Νεφών [Lyra, 10/1986] ως Μανώλης Σιδερίδης (όνομα γραμμένο με το σωστό τρόπο αυτή τη φορά).
Συμβουλευόμενος το site e.sideridis.gr πληροφορούμαι πως ο Σιδερίδης συμμετείχε επίσης στο άλμπουμ του Γιώργου Καζαντζή «… Ήταν μια Στιγμή» [ΜΜΚ 4, 1986], στο «Απόψε Πάλι» [Αφοί Φαληρέα Α.Φ. 121, 1986] των Παιδιά Απ’ Τη Πάτρα, στο «Ταξίδια Με τον Ίδιο Χάρτη» [Rotonda 01, 1989], των Γιώργου Καζαντζή-Σοφίας Κατζούρη, στο live στο «Ηρώδειο» του Δήμου Μούτση [Minos-EMI 523944, 1999] και στο “Monie & Monie Conniente” [FM 1015, 1999] του Διογένη Δασκάλου. Ο κατάλογος παραμένει ανοικτός…

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

blues παραλειπόμενα

Mick Stover’s Gentlemen’s Blues Club… Μεγάλο όνομα για γκρουπ, σαν αυτά που συνηθίζονταν στα sixties· από ’κει δηλαδή που κρατάει η αισθητική σκούφια αυτών των Νοτιο-καλιφορνέζων, που ξεπατικώνουν (με την καλή έννοια το λέω) τους early Led Zep, μα ακόμη-ακόμη ZZ Top και Stevie Ray Vaughan. Σώζονται, γιατί το “The Sky’s On Fire” [Manifest Destiny, 2009] έχει, σχεδόν αποκλειστικώς, δικό τους υλικό, εντός του οποίου ξεχωρίζουν τα λιγότερο… θορυβοποιά τραγούδια (“State of grace”, “Longhorn honeymoon”). Αν και δεν είναι η σκληράδα το χαρακτηριστικό τής μπάντας του Mick Stover (παίζει μπάσο), αλλά η διάθεσή της να διαγράψει, με μιας, τουλάχιστον μια 15ετία αμερικανικού rock. Συμπαθείς.
Παλιός γνώριμος ο Tommy McCoy. Τον θυμάμαι από το “Lay My Demons Down” – τη συνεργασία του, με άλλα λόγια, με τον οργανίστα Lucky Peterson –, τώρα όμως είναι το “Live Blues In Britain” [Music Avenue, 2009], το ζωντανό του, δηλαδή από τα βρετανικά… περίχωρα. Χωρίς τον Lucky Peterson στο γκρουπ, αλλά με το hammond Β3 πάντα σε πρώτο πλάνο (χειρίζεται ο Fred Skidmore), o Tommy McCoy παραμένει, πάντα, ένας άξιος κιθαριστής με fat ήχο, στηριγμένος σχεδόν αποκλειστικώς στις δικές του (συνθετικές) δυνάμεις. Σχεδόν… γιατί, εδώ, έχουμε, πρώτον, μία ενδιαφέρουσα blues εκδοχή του “Money” των Pink Floyd (του Roger Waters δηλαδή) και δεύτερον την jazz-blues version ενός σπουδαίου τραγουδιού, που δεν πολύ-ακούγεται στο χώρο – του “Bricks in my pillow” του Robert Nighthawk. Μπορεί, προσωπικώς, να προτιμώ το βαθύ instro “Love n’ money”, αλλά και οι διασκευές δεν είναι του σωρού.
Από την Powder Springs της Georgia προέρχεται ο τραγουδιστής Patrick Vining και το συγκρότημά του, οι… Patrick Vining Band (Tommy Brown φωνή, Mike Bourne κιθάρα, Mookie Brill μπάσο, Pete Maier ντραμς, κρουστά, Trevor Roberts ντραμς, Matt Wauchope πιάνο, όργανο), τo δε “Atlanta Boogie” τους [Music Avenue, 2009] είναι ένα από τα πιο ευχάριστα blues CD, που άκουσα προσφάτως. Υπάρχει μιαν απλότητα στις πρωτότυπες συνθέσεις (έξι του Vining, δύο του Brown), αλλά και μία ειλικρίνεια στις εκδοχές (ένα τραγούδι του Jimmy Witherspoon κι ένα του Jimmy Rogers), που σε εξαναγκάζουν όχι απλώς να τους δεχτείς, αλλά κυρίως να τους παραδεχτείς. Πολύ καλή πενιά ο Mike Bourne, μ’ ένα ηχόχρωμα κοντά σ’ εκείνο του Rusty Zinn, απολαυστικά τα γεμίσματα του Wauchope στο πιάνο (κυρίως) και φυσικά πρώτης τάξεως το ογκώδες τραγούδισμα του Vining, χαρίζουν απαξάπαντα τα βασικά-υψηλά credits στο άλμπουμ.
Ρίχνοντας κανείς μια ματιά στα κατά καιρούς προγράμματα του φεστιβάλ του Montreux θα διαπιστώσει πως, πλέον, εμφανίζεται εκεί, κι η «κουτσή Μαρία». Δεν είναι όπως στα seventies, ας πούμε, όταν και τα ονόματα ήταν λιγότερα, αλλά, κυρίως, επιλεγμένα με περισσότερο ακριβά κριτήρια. Τα πράγματα έχουν αλλάξει. Σημασία, πέραν της όποιας, ή κάποιας, ποιότητας παίζει πλέον και η «ποσότητα»… Να έχεις και τούτον κι εκείνον και τον άλλον, στιβαγμένους απαξάπαντες στις διάφορες σκηνές και υποσκηνές… Αυτές οι σκέψεις περνούν απ’ το μυαλό μου καθώς ακούω τον Stevie Cochran στο “Live at Montreux” [Music Avenue, 2009]. Αμερικανός singer-songwriter του blues, ή του περίπου blues, μεγάλωσε στα sixties, πρωτοδισκογράφησε στα eighties, πατώντας Montreux 4-5(!) φορές – μία ήταν τον Ιούλιο του ’03, όταν ηχογραφήθηκε και το παρόν CD. Δεν είναι αμελητέα περίπτωση ο Cochran, αν, ίσως, αυτό αφέθηκε να εννοηθεί. Παίζει γόνιμα και με τρόπο, δίχως να γίνεται φορτικός με ανατροφοδοτούμενα soli, κατακρατεί (ορισμένες) ενδιαφέρουσες στιχουργικές εμπνεύσεις (“Why do they kill?”), τα instro του δεν είναι άνευ εμπνεύσεως ή τραβηγμένα. Επειδή έναν καλλιτέχνη ποτέ δεν μπορείς να τον απορρίψεις ή να τον υποτιμήσεις από τα live, περιμένω ν’ ακούσω και κάτι studio του Cochran, για να σχηματίσω πλήρη γνώμη.
Λευκός, Τεξανός, κοντά στα 50, ο Texas Slim, πράττει με το “Driving Blues” [Top Cat, 2009] ό,τι μαρτυρά ο τίτλος (τού πλέον πρόσφατου CD του). Οδηγημένο από την ηλεκτρική κιθάρα του blues, με σαφείς rock αναφορές (από Doors – το φερώνυμο κομμάτι, μέχρι Stevie Ray Vaughan – το “DeVille”), αλλά, ενίοτε, και με μία διάθεση χαλάρωσης, όταν οι περιπτώσεις το επιτάσσουν. Εκεί, θα συναντήσουμε το “When it’s cold outside”, με τις slide κιθάρες σε πρώτο πλάνο, και, κυρίως, το “And it is”, ένα ωραίο slow tempo με όργανο, ηλεκτρικές και dobro, βγαλμένο λες από την κόλαση.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΑΛΙΑΤΣΟΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΑΝΘΗΣ

Εκείνο που επιβεβαιώνεται και στην πιο πρόσφατη δουλειά του Μανώλη Γαλιάτσου είναι η προσήλωσή του στο αύταρκες και το αυτοδύναμο της μουσικής τέχνης. Τούτο δε σημαίνει πως ο συνθέτης αποκλείεται να ξαναγράψει τραγούδια στο μέλλον – ουδείς μπορεί να γνωρίζει τις προθέσεις του – όμως είναι ηλίου φαεινότερον πως ο Γαλιάτσος αντιμετωπίζει τη μουσική ως όλον· ως ένα σύστημα που εμπεριέχει κάτι πολύ περισσότερο από έναν ήχο κι ένα λόγο. Σ’ αυτή τη διαδρομή, ο Γαλιάτσος, που μοιάζει να κλείνει τ’ αυτιά του στις πάσης φύσεως Σειρήνες, έχει δύο στοιχεία τα οποία εκ των προτέρων εμπιστεύεται. Το όραμά του, την ταύτισή του με το έργο του, και βεβαίως τους μουσικούς του, εκείνους δηλαδή που θα υλοποιήσουν το συγκεκριμένο όραμα. Άρα, και κατά μίαν έννοια, ο συνθέτης οφείλει να αναζητά πρόσωπα «δοσμένα», όπως συνήθως λέμε, ικανά να μεταφέρουν το βάρος μιας μουσικής αναζήτησης, δίδοντας φύσημα ζωής στα πεντάγραμμα. Και όχι απλώς δίδοντας φύσημα ζωής, αλλά και μεταφέροντας πιο μακρυά και πιο βαθιά το νόημα της δημιουργίας. Φορέας λοιπόν αυτού του νοήματος στο «2011: Εδώ, Έξω» [Puzzlemusik] είναι ο κερκυραίος τρομπετίστας Σωκράτης Άνθης, επί 20ετία συνεργάτης του Μάνου Χατζιδάκι, σολίστ της KOA, της ΚΟΘ, της ΕΣΟ της ΕΡΤ και της ΕΛΣ, ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος μουσικής δωματίου Ν. Μάντζαρος, του κουιντέτου χάλκινων πνευστών Melos Brass και άλλα τινά. Εν ολίγοις ένας μουσικός που δρέπει δάφνες χρόνια τώρα, αφοσιωμένος στη μητέρα των Τεχνών. Γράφει ο ίδιος ο Γαλιάτσος στο ένθετο του CD: «Τα χαρακτηριστικά και το ύφος της συγκεκριμένης δουλειάς συμπληρώθηκαν από την ‘ανάγνωσή’ μου της μουσικής προσωπικότητας του Σωκράτη Άνθη και τη βασική του αρχή σαφήνειας στη διατύπωση. Τον ήχο του, αλλά και – κυρίως – την εσωτερική, μυστική διαδρομή του». Πάνω σ’ αυτή τη βάση ο Μανώλης Γαλιάτσος συνθέτει 11 κομμάτια για την τρομπέτα τού Άνθη, συνολικής διάρκειας 56 λεπτών, ικανά να μεταφέρουν ένα κάπως κινηματογραφικό κλίμα, ταιριαστών λυρικών εικόνων. Ο τρομπετίστας, μ’ έναν ήχο καθαρό και διαυγή, συνοδευόμενος βασικά από keyboards (ακόμη και κάποια στούντιο εφέ), δημιουργεί ηχητικές εικόνες επί των οποίων κυριαρχεί η ομορφιά, το κάλλος, δημιουργώντας, ενίοτε, την αίσθηση του ποιητικώς απόμακρου. Οι δε συνθέσεις του Γαλιάτσου συγκεράζοντας classic, jazz, cine, ελαφρές, βεβαίως ελληνικές, ακόμη θα έλεγα και εκκλησιαστικές αναφορές, δημιουργούν όλο εκείνο το background προκειμένου μία μουσική να παραμένει απολαυστική, ακόμη και όταν «χάνεται».

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

VIBRAVOID minddrugs

Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του σε CD, η Anazitisi Records τυπώνει και σε βινύλιο το πιο πρόσφατο άλμπουμ των Γερμανών Vibravoid. Πρόκειται για μία μπάντα την οποίαν το ελληνικό κοινό – όσοι, τέλος πάντων, δεν νοιώθουν ξένοι προς τη σύγχρονη space/psych σκηνή – τη γνωρίζει αρκετά καλά, όχι μόνον από τις εμφανίσεις της στην ημεδαπή, αλλά θα έλεγα, ακόμη, και από την ήδη υπάρχουσα ελληνική δισκογραφία της (το άλμπουμ τους “A Poetry of Love” με τον Sky Saxon κυκλοφόρησε, πέρυσι, σε δύο εκδόσεις και σε 500 συνολικώς αντίτυπα από την Anazitisi, ενώ κι ένα 7ιντσο, το “You Keep On Falling” δόθηκε στις αρχές της χρονιάς από την Nowhere Street Music και το fanzine Gew-Gaw). Άρα, αναφερόμαστε σ’ ένα σχήμα που έχει ένα κάποιο hook στο ελληνικό κοινό· και όχι αδίκως, αν κρίνω από το παρόν “Minddrugs”.
Έχοντας μια δεκαετία απείρων live και καμπόσων κυκλοφοριών στην… πλάτη τους, οι Vibravoid επιτελούν με το παρόν LP το καθολικό τους χρέος. Πιάνουν το “Set the controls for the heart of the sun” από ’κει όπου το άφησαν οι Pink Floyd (στη ζωντανή side 2 από το “Ummagumma”) επεκτείνοντάς το όχι μόνον ως προς το χρόνο (εδώ 21:55), αλλά κυρίως ως προς το… χώρο, τη βοηθεία πρωτόγονων πλήκτρων και ηλεκτρονικών (mellotron, stylophone – το pocket σύνθι, που το χειρίζεσαι σαν να γράφεις σε notebook –, συν κάτι θερεμίνες…). Και βεβαίως είναι το rhythm section, τα τελετουργικά ντραμς και το μεγαλιθικό μπάσο (το “Set the controls…” είναι σύνθεση του μπασίστα Roger Waters ως γνωστόν) εκείνο που καθοδηγεί το κομμάτι, από το πρώτο έως το τελευταίο δευτερόλεπτο, δημιουργώντας αδιαπέραστα ψυχεδελικά τείχη. Στέρεος, συμπαγής ήχος, καθαρά απόκοσμα φωνητικά, λαμπερή παραγωγή, αναλογική ευφράδεια και, προφανώς, «η» version αυτού του μυθικού κομματιού, η οποία, σημειωτέον, έρχεται ως φυσική συνέπεια της side 1· μία πλευρά, η οποία περιλαμβάνει τέσσερις πρωτότυπες συνθέσεις.
Η εισαγωγική 3λεπτη “Seefeel” μάς τοποθετεί αυτομάτως στο ηχητικό χάος των Vibravoid. Βαρύ psych track, με τις κιθάρες, να συνασπίζονται με τα σύνθια και τη φωνή στην παραγωγή μιας ρέουσας κατάστασης, κάτω από τις αλλεπάλληλες στρώσεις της οποίας (κατάστασης) βρίσκεται, ίσως, η… ψυχή των Electric Prunes. Το 12λεπτο “What you want” ξεκινά ως ένα κλασικό Barrett-ικό κομμάτι, πριν εξελιχθεί προς ένα space παραλήρημα, με υπαινιγμούς από Hawkwind (φυσικά) και Ash Ra Tempel, ενώ το 3 και 33 “Do it alright” που ακολουθεί, εισβάλει με μια ντραμιστική ομοβροντία, πάνω στην οποίαν ρέουν χαώδη φωνητικά, με τη θερεμίνη να κρατά, εδώ, πρωταγωνιστικό ρόλο. Το έσχατο “Lost intensity”, το πιο αφηρημένο κομμάτι του άλμπουμ, είναι ένα λυσεργικό ιντερλούδιο, λίγο πριν τον καταιγισμό του “Set the controls…”. Το τι ακολουθεί προσπάθησα να το περιγράψω… κι επειδή δεν τα κατάφερα νάτο εδώ πιο κάτω...
Επαφή: www.anazitisirecords.com

FLYING EYES leave it all behind

Δύο χρόνια μετά το φερώνυμο “Flying Eyes”, η βαρεία ομάδα από τη Βαλτιμόρη επανέρχεται στο προσκήνιο με το δεύτερο hard-driven… ψυχεδελικό της άλμπουμ (κι αυτό για τη γερμανική World In Sound), που έχει τίτλο “Done So Wrong”. Η μπάντα, αποτελούμενη εκ των Adam Bufano κιθάρες, banjo, πλήκτρα, Mac Hewitt μπάσο, Will Kelly lead φωνητικά, κιθάρες, banjo και Elias Mays Schutzman κρουστά, φυσαρμόνικα, οραματίζεται ένα ηχητικό μέλλον πνιγμένο από το ακαταπόνητο κιθαριστικό παιγνίδι (τα κρεσέντα θα μπορούσε να παραπέμπουν ακόμη και στον Bevis Frond), το οργιώδες rhythm section και τα κάπως χαμένα, haunted vocals, ευθεία αναφορά, συνολικώς, στα σκληρά γκρουπ (με τις μελωδικές… εκπτώσεις), που γέννησε το αμερικανικό υποχθόνιο rock στα seventies (ο Marcus του “From the House of Trax”, οι Agape του “Gospel Hard Rock”, οι Dragon Wyck, οι Finchley Boys, οι Phafner και δεκάδες άλλοι).
Ηχογραφημένοι στο Walldorf (Γερμανία) και την Βαλτιμόρη, οι Flying Eyes δημιουργούν ένα βινυλιακής διάρκειας άλμπουμ (39:56), περιέχον 2λεπτα κυρίως, 3λεπτα και 4λεπτα κομμάτια, επί των οποίων τα εφέ παίζουν έναν κάποιο ρόλο, όχι όμως καθοριστικό· εξαιρείται το (μοναδικό) 7λεπτο track, το φερώνυμο με τον τίτλο του δίσκου, εκεί όπου το πείραμα κι η ηχητική παραίσθηση της μακρόπνοης εισαγωγής αλλάζουν κάπως τον κανόνα. Από την άλλη, κομμάτια όπως το “Poison the wall” με τη ρυθμική του συνοχή, την ομιχλώδη, «πνιγμένη» ενοργάνωση και τη λυσεργική συνείδηση ή τα “Clouded” και “Heavy heart” με το τελετουργικό τους μένος και την καθηλωτική επική ατμόσφαιρα που προβάλλουν μοιάζουν με θεόπνευστα δείγματα ενός νέου ψυχεδελισμού, ικανού να αναπροσαρμόσει, επί το μελωδικότερον, τα σχετικά «σκληρά» ρίγη. Δεν ξέρω γιατί το “Greed” μου έφερε στο νου το “Oh, jöjj!” των Ούγγρων Omega από το “Éjszakai Országút” (1970), ενώ ξέρω – όλοι ξέρουμε, ή μάλλον καταλαβαίνουμε – γιατί το “Leave it all behind” με τα banjo, τις φυσαρμόνικες, τις ακουστικές κιθάρες, τα ανδρικά και τα γυναικεία φωνητικά χωράει σ’ ένα τέτοιο άλμπουμ.

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΙΖΙΚΙΡΙΚΗΣ για την Τέχνη και την κριτική

Τον Αύγουστο, στις διακοπές, διάβασα, μισοδιάβασα (τόπους-τόπους όπως λένε) και ξεφύλλισα αρκετά βιβλία (σχεδόν όλα δοκιμιακά). Απεναντίας, άκουσα ελάχιστα μουσική· κάποια λίγα CD-R που μου έδωσαν φίλοι (ανάμεσά τους το “Thoughts” του Jan Duindam, το “Red Letters” του Edward Ka-Spel, το φερώνυμο της Anne Lonnberg…).
Μπορεί ένα καινούριο βιβλίο να σου δημιουργεί πάντα μία διάθεση προσμονής, παρά ταύτα κανένα –μέχρι να γίνει παλαιό– δεν συγκρίνεται μ’ εκείνα που έχεις ήδη διαβάσει και στα οποία ανατρέχεις, για κάποιους λόγους, μέσα στα χρόνια. Το ίδιο συμβαίνει (σ’ εμένα τουλάχιστον) και με τους δίσκους, όπως και με τις ταινίες. Έχω κανα χρόνο στο ράφι το My Blueberry Nights του Wong Kar Wai δίχως ν’ αποφασίζω να το ρίξω στο player, έχω όμως δει τρεις φορές, μέσα σ’ αυτό το διάστημα, το «Διάφανο Δέρμα» του Philip Ridley.
Κάπως έτσι, ένα από τα βιβλία στα οποία ανά τακτά διαστήματα ανατρέχω για να διαβάσω κάτι, κάτι να επεξεργαστώ, ή να ξαναθυμηθώ είναι το Η σύγχρονη σκέψη, η ‘απάτη’ της Λογοτεχνίας και ο βαθμός μηδέν της γραφής [εκδ. Γραμμή, Αθήνα 1973] του Γιώργου Διζικιρίκη (1921-2008).
Ο Διζικιρίκης γεννημένος στη Γένοβα το 1921, υπήρξε μαθητής του μαρξιστή φιλοσόφου Galvano Della Volpe, σπουδάζοντας στη Ρώμη Αισθητική, Καλές Τέχνες και Κινηματογράφο και ακόμη Μουσική με τον Μανώλη Καλομοίρη (Ανώτερα Θεωρητικά) και βιολί με τους Βασίλειο Σκαντζουράκη και Βύρωνα Κολάση. Έγραψε άρθρα και μελέτες αισθητικής και κινηματογραφικής τέχνης και τεχνικής σε περιοδικά (Διαβάζω, Πολιτιστική…), ενώ υπήρξε σκηνοθέτης στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Το έργο του Βαβυλωνία (1970), σάτιρα εμπνευσμένη από τη φερώνυμη κωμωδία του Βυζαντίου, τιμήθηκε με ειδικό βραβείο στο ενδέκατο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μεταξύ των βιβλίων που έχει γράψει είναι και τα: Τέχνη και τεχνική στον κινηματογράφο (1969-70), Για τη γλώσσα και την επιστήμη της λογοτεχνίας (1977), Η αισθητική της ρωμιοσύνης (1983), Σε αναζήτηση της καινούργιας γλώσσας/ Το οδοιπορικό της τέχνης προς το τέλος του αιώνα (1990)… Εδώ, λίγα αποσπάσματα από τον «βαθμό μηδέν της γραφής» (έχω διατηρήσει την ορθογραφία του πρωτοτύπου)… Στην εποχή μας ο κριτικός, λέει ο Μπαρτ, ασκεί πέρα για πέρα δημιουργικό έργο: «Είναι στείρο να οδηγούμε το έργο σε πλήρη σαφήνεια γιατί στη συνέχεια δεν θα υπάρχει τίποτε άλλο που να μπορεί να ειπωθεί. Η λειτουργία του έργου δεν συνίσταται στο να κλείνει τα στόματα εκείνων που το διαβάζουν». Η τελευταία αυτή άποψη είναι το καινούργιο στοιχείο της «νέας κριτικής»: δε χρειάζεται η πλήρης σαφήνεια, ούτε στα έργα της τέχνης, ούτε στην κριτική. Ο θεατής ή ο αναγνώστης ή ο ακροατής, για να γίνη μέτοχος του έργου πρέπει να κοπιάση, να δυσκολευτή, να εικάση, να αυτενεργήση. Η «αυτενέργεια», ακριβώς, παρέχει στον αναγνώστη την ευχέρεια να σκεφτή μοναχός του και να μην είναι ούτε υποχείριος του συγγραφέα, ούτε παθητικός δέκτης του. Έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζεται η ενεργητική συμμετοχή του στο δημιουργικό έργο. Η άποψη αυτή είναι ριζικά αντίθετη προς την παράδοση, που θέλει το έργο πλήρες, σαφές, τελειωμένο, ή όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, να έχη «αρχή μέση και τέλος.(…) Ο υπαινιγμός έχει συχνά μεγαλύτερη υποβολή από την πλήρη σαφήνεια – είναι αρκετά τα έργα εκείνα που μας γεμίζουν δέος, χρησιμοποιώντας απλώς τη φευγαλέα νύξη και τα ημίτονα – φτάνει ν’ αποφύγη κανείς τον μεγάλο κίνδυνο που ελλοχεύει σε κάθε ανθρώπινο έργο: την υπέρβαση του μέτρου που οδηγεί στην αυθαιρεσία. Η σύγχρονη τέχνη με ορισμένα της έργα συχνά μας αποκαλύπτεται συνταρακτική. Αλλά το ίδιο συχνά, με άλλοθι τον μοντερνισμό, η αυτενέργεια και το παραλήρημα είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία σύγχρονων τερατουργημάτων.(…)
Ναι, είναι αλήθεια: η τέχνη έχει συχνά ανάγκη να καταφεύγη στην απομόνωση, ν’ απευθύνεται μόνο στους ελάχιστους, στους εκλεχτούς και επαΐοντες, προπαντός σε περιόδους έσχατης πνευματικής πτώσης. Κι αυτό όχι από αριστοκρατικότητα, παρά μόνο γιατί είναι, ίσως, ο μοναδικός τρόπος που απομένει στον αληθινό καλλιτέχνη να διαφυλάξη την εντιμότητα, την γνησιότητα και την αισθητική ακεραιότητα του οράματός του.
Αλλά είναι ανάγκη ν’ αποφύγουμε τη σύγχυση: άλλο πράγμα είναι ν’ απευθύνεται η τέχνη μόνο στους εκλεκτούς, όταν τριγύρω μας κορυβαντιούν ξένοιαστοι οι κτηνόβιοι, σε περιόδους παρακμής, ή μη, κι άλλο αν μπορή η τέχνη ν’ απευθύνεται και στους πολλούς, χωρίς να εκμηδενίζη τους λόγους της ύπαρξής της.(…)
Αλλά το πρόβλημα της λαϊκότητας της τέχνης στις μέρες μας παραμένει πάντοτε σοβαρό, επείγον και δυσεπίλυτο. Η προσφυγή σε μια έννοια-φετίχ, όπως είναι σήμερα ο όρος «λαός-έθνος», είναι συνειδητά ή ασύνειδα, μια φενάκη. Δεν υπάρχει ένα συμπαγές –όπως παλαιότερα– που να ’ναι ομοιογενές, της ίδιας οικονομικοκοινωνικής άρθρωσης και επομένως, του ιδίου πολιτιστικού και αισθητικού γούστου. Το «λαϊκό γούστο» σήμερα διοχετεύεται και διαμορφώνεται από μια ιδεολογία και βασικά από την ιδεολογία της άρχουσας τάξης, που σήμερα, πολύ περισσότερα από άλλες εποχές, είναι ευαίσθητη και προσεκτική και σ’ αυτόν τον τομέα. Υπάρχει, λοιπόν, εδώ, ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Αλλά το ότι η αληθινή τέχνη δεν αρκείται να απευθύνεται στους ελάχιστους, παραμένει σαν το βασικώτερο αίτημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η «απομόνωση» από το κοινό καμμία φορά γίνεται όχι μόνο ηθικά δεκτή, αλλά επιβάλλεται επίσης, όταν ο κοινωνικός περίγυρος όπως είπαμε, βρίσκεται σε έσχατη πολιτιστική πτώση. Τότε, ο μοναδικός τρόπος του αληθινού καλλιτέχνη να διαφυλάξη την εντιμότητα και τη γνησιότητα του αισθητικού του οράματος είναι, ακριβώς, ν’ απομονωθή, για ν’ ανακαλυφθή αργότερα (αν ανακαλυφθή), σε καιρούς πιο συνετούς. Κάθε άλλη περίπτωση «απομόνωσης», είτε εξυπηρετεί τάσεις αριστοκρατικές μιας κάστας (ποιητές μιας αυλής), είτε είναι φανέρωμα υποκρισίας που οφείλεται σε διάφορους λόγους. Συχνά μάλιστα συμβαίνει το περίεργο, αυτοί ακριβώς που διατυμπανίζουν με πάθος την καλλιτεχνική απομόνωση, να κάνουν κάθε είδους χαμέρπεια για να διοχετεύσουν το όνομά τους στην αγορά.(…). 

Εξετάζοντας τη θεωρία περί «αυτοτέλειας τους καλλιτεχνικού φαινομένου», ο Διζικιρίκης καταλήγει:
Δεν υπάρχει, πραγματικά πιο σαγηνευτική και πιο κολακευτική θεωρία, όπως είδαμε για την καλλιτεχνική δημιουργία. Αυτό εξηγεί και τη μεγάλη διάδοσή της ανάμεσα στους καλλιτέχνες, είτε είναι μεγάλοι αυτοί, είτε απλοί μεταπράτες της. Αλλά δεν υπάρχει και μεγαλύτερη αυταπάτη. Έτσι, ούτε λίγο, ούτε πολύ, κάθε καλλιτέχνης αισθάνεται ξαφνικά σαν Θεός, σαν το «άλας της γης», αφαλός και δημιουργός του «σύμπαντος κόσμου». Ταυτόχρονα όμως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτή η οίηση, αυτός ο μύθος, όσο πιο επηρμένος και αλαζονικός γίνεται, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ουτιδανός και ψεύτικος. Και προπαντός ασεβής. Γιατί αυτό που ονομάζουμε «δημιουργία» στην απόλυτη έννοιά του σημαίνει: κάνω κάτι από το «μη είναι» δηλαδή από το τίποτε, έννοια που την αποδίδουμε κατά κύριο λόγο σε θεϊκή ιδιότητα. 
Μέσα στις σχεδόν 300 σελίδες του πονήματός του ο Διζικιρίκης σκέπτεται γύρω από την τέχνη, τη γλώσσα και την κοινωνία, εκκινώντας από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και φθάνοντας έως τον Marcuse, τη Νέα Αριστερά και τον Μάη του ’68. Το βιβλίο του έχει τη γοητεία εκείνων που μελέτησαν, απέρριψαν ή αποδέχθηκαν, πριν πάρουν την απόφαση να προτείνουν…

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

movements 3

Δυστυχώς το CD που βρήκα στα μεταχειρισμένα δεν παρείχε καμία έντυπη πληροφορία (ούτε καν το track list!) με αποτέλεσμα να αποταθώ στο δίκτυο, προκειμένου να πληροφορηθώ τα στοιχειώδη.
Κάποιος Tobias Kirmayer λοιπόν φρόντισε τα της “Movements 3” συλλογής [Tramp Records, 2010], η οποία, ως ακούω, επιλαμβάνεται του funky groovy τζαζοσκηνικού, με ιδιαίτερη στόχευση στη δεκαετία του ’70 (αν και δεν είμαι σίγουρος αν άπασες οι επιλογές προέρχονται από τα 70s). Τα ονόματα που ανθολογούνται (Iris Bell Trio, Fats Gaines Orchestra, Janet’s We, The Echomen, The Port Angels, Orchestra Luis Enriquez, Ernesto Cardenal, Roy Burns with Dick Grove Big Band, Tiny Grimes, Joe Viera Sextett, Solar Pelxus) μπορεί λοιπόν να μην είναι από τα πλέον γνωστά (αν και κάποια δεν είναι παντελώς άγνωστα), όμως οι μουσικές είναι απολύτως οικείες, κινούμενες κοντά σ’ αυτό το σύστημα των funky breaks, που έχει διαμορφώσει ένα νέο στρατό συλλεκτών, οδηγώντας τα σχετικά originals (LP και singles) στα ύψη.
Φυσικά, κι εδώ, υπάρχουν κομμάτια που ξεχωρίζουν, όπως π.χ. η μπαλάντα “Song for my father” με τα έξοχα φωνητικά του Axel Prasuhn (θυμίζει Bill Withers), από ένα δίσκο του Joe Viera Sextett – βγήκε στη γερμανική Calig, κάπου προς τα late 70s –, το “The serpents speaks” από τους Αμερικανούς Solar Plexus (γιατί υπάρχουν και Σουηδοί Solar Plexus – ενδεχομένως και άλλοι), που κινείται σ’ ένα ύφος electric jazz, αν και όχι space, το “Backlash” της Fats Gaines Orchestra που έχει μία καθαρή (όσο και συναρπαστική) χορευτική γραμμή (μου θυμίζουν Βρετανούς, αλλά πρέπει να είναι Αμερικανοί), το “Helly, Quincey” της Orchestra Luis Enriquez (ανάθεμα κι αν καταλαβαίνεις από πού κρατάει η σκούφια της)… Εν πάση περιπτώσει… Άλλη μία ενδιαφέρουσα συλλογή, η οποία επιτείνει το ανασκαφικό ενδιαφέρον.