Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

ο ANTONIO SANCHEZ εις τριπλούν

Από τα πιο αναγνωρισμένα ονόματα του jazz drumming την τελευταία δεκαετία, ο Μεξικανός Antonio Sánchez έχει καινούριο CD στην κατοχή του (το τέταρτο προσωπικό δικό του και τέταρτο, συγχρόνως, για την CAM Jazz), που είναι διπλό και περιέχει «εκπλήξεις» – πέραν του δικού του εκπληκτικού παιξίματος, με τα… φανταστικά γεμίσματα, τις απότομες εναλλαγές του ρυθμού και τους καταιγιστικούς ρούλους εννοώ. Ο Sánchez μπορεί να έκανε μεγάλο όνομα ως μέλος του Pat Metheny Group, όμως, νομίζω, πως το σημείο εκείνο της καριέρας του που θα του δώσει το μεγαλύτερο ξεπέταγμα είναι το soundtrack που ετοίμασε, πέρυσι, για την ταινία Birdman του Alejandro G. Iñárritu – μουσική ήδη αγαπημένη από τον κόσμο και ταυτοχρόνως βραβευμένη. Παρά ταύτα ο Sánchez δεν είναι η τυπική περίπτωση ενός κινηματογραφικού συνθέτη. Θέλω να πω πως ο τύπος ήταν, είναι και κατά πάσα πιθανότητα θα παραμένει εκείνος ο jazz drummer με τις διαρκείς περγαμηνές, που βρίσκει στη συμπυκνωμένη δύναμη ενός jazz-trio τον πολύπλευρο παικτικό και συνθετικό εαυτό του. Κάτι, εν πάση περιπτώσει, που αποδεικνύεται περίτρανα σε τούτο το 2CD, που περιέχει συνεργασίες του Μεξικανού με πολύ μεγάλα ονόματα του καιρού μας.
Στο πρώτο μέρος τού “Three Times Three” [CAM Jazz/ A&N, 2014] καταγράφονται τρία tracks, ερμηνευμένα από τους Antonio Sánchez ντραμς, Brad Mehldau πιάνο και Matt Brewer κοντραμπάσο. Τα κομμάτια είναι ηχογραφημένα στη Νέα Υόρκη τον Οκτώβριο του ’13 και αφορούν σε μια διασκευή του “Nardis” του Miles Davis, που είναι οπωσδήποτε φανταχτερή, αλλά και σε δυο συνθέσεις του Sánchez, που κάνουν τη διαφορά. Αναφερόμαστε στο 14λεπτο “Constellations”, που αναπτύσσεται μέσα σ’ ένα φουριόζο περιβάλλον, καταδεικνύοντας τις δεξιοτεχνικές αρετές των μουσικών (με τον Mehldau να εντυπωσιάζει με τη φρασεολογία του και το rhythm section να αποδεικνύεται όσο «ελαστικό» χρειάζεται ανοίγοντας συνεχείς δρόμους), καθώς και στο 8λεπτο “Big dream”, που κινείται σε αργό tempo, έχοντας μινόρε μελωδική γραμμή και γενικότερη… κινηματογραφική να την πούμε ανάπτυξη.
Το δεύτερο CD είναι ηχογραφημένο σε δύο διαφορετικές sessions τον Δεκέμβριο του ’13 στη Νέα Υόρκη και περιλαμβάνει δύο τρίο. Στο πρώτο (ήτοι τα tracks 1,2 και 3), ο Antonio Sánchez συνεργάζεται με τους John Scofield κιθάρα και Christian McBride κοντραμπάσο, ενώ στο δεύτερο (τα tracks 4,5 και 6) δίπλα στον Μεξικανό παρατάσσονται οι Joe Lovano τενόρο σαξόφωνο και John Patitucci κοντραμπάσο. (Από τα ονόματα και μόνον αντιλαμβάνεστε τι συμβαίνει). Κι εδώ ακολουθείται η λογική ρεπερτορίου του πρώτου CD. Δύο πρωτότυπα του Sánchez και μία version ανά session (αρχικά το “Fall” του Wayne Shorter, για να κλείσει το “I mean you” του Thelonious Monk). Ο Scofield είναι το δίχως άλλο συναρπαστικός. Τα χέρια του λύνονται πάνω στα τάστα, προσφέροντας εκρηκτικά παιξίματα, δίνοντας γραμμή τόσο στον McBride (έξοχο το σόλο του στο “Rooney and Vinski”), όσο και στον Sánchez, προκειμένου να αποτυπωθεί αυτή η fusion διάσταση της jazz, που πάντα θα συναρπάζει (τους… ροκάδες ακροατές της ή όποιους άλλους). Στα τρία τελευταία κομμάτια τού “Three Times Three” ο Lovano είναι εκείνος που αποκτά τα σκήπτρα, με τους Patitucci και Sánchez να συμπληρώνουν ένα τρίο που σε κερδίζει από την αρχή με τον τρόπο και τον οίστρο του.
Αν εξαιρέσεις τον Mehldau δεν ήταν «όνειρο ζωής» για τον Sánchez να βρεθεί με όλους αυτούς τους μουσικούς στο στούντιο – το λέω υπό την έννοια πως είχε συνεργαστεί ξανά μαζί τους στο παρελθόν. Απλώς εδώ έκανε κάτι, για το οποίο αξίζει να νοιώθει υπερήφανος. Κατάστρωσε μια σειρά άψογων συνθέσεων, μαζεύοντας δίπλα του μουσικάρες και δίνοντάς τους τη δυνατότητα να αποτυπώσουν σ’ ένα double CD όλο τους το «είναι». Η συνύπαρξη, θέλω να πω, είναι το κρίσιμο μέγεθος, που κάνει εδώ τη διαφορά.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ κοινός τόπος

Στολίστηκα με τόση φροντίδα χτες βράδυ. Χωρίς να ’μαι καμμιά ανόητη ή καμμιά φιλάρεσκη, κοιταζόμουνα στον καθρέφτη και πραγματικά είμουνα πολύ ευχαριστημένη. Νομίζω πως δεν είχα ξαναβάψει καλύτερα τα μάτια μου. Αυτό το νέο σετ που πήρα έχει κάτι αποχρώσεις μαγευτικές. Και τα μαλλιά μου που τα ’χα τόσο κόμπλεξ, ήτανε μαλακά και ίσια και πέφτανε τόσο όμορφα στους ώμους μου. Αισθανόμουνα τόσο ελαφριά και τόσο λυγερή. Θε μου, πόση αυτοπεποίθηση είχα. Αισθανόμουνα αληθινή γυναίκα. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο καθρέφτη και ήταν σαν ν’ άγγιζα τον εαυτό μου. Είμουνα γυμνή, μόλις είχα βγει από το μπάνιο και ήθελα να κάνω έρωτα μαζί μου. Με το κορμί που έβλεπα. Ανατρίχιασα. Είμουνα σε καλή διάθεση. Ένοιωθα τον εαυτό μου το κέντρο του κόσμου. Χαμογελούσα ευτυχισμένη όλη νύχτα. 

Και όμως, αυτός ο χτεσινοβραδυνός έρωτας ήταν μια καθαρή κτηνωδία. Σήμερα είμαι όλο νεύρα. Αυτός ο τύπος που τόση καλή εντύπωση μου είχε κάνει στην αρχή, ήταν μια καθαρή νούλα. Μόλις μπήκε μέσα μου, ξεφούσκωσε σαν μπαλόνι που τρυπάει. Ούτε κατάλαβα τίποτα. Βόγγηξε κτηνωδώς μια δυο φορές κι ύστερα κοιμήθηκε ροχαλίζοντας.

Κάθησα στο παράθυρο και έκλαιγα όλη νύχτα.

Σε παρακάλαγα να μου πεις σ’ αγαπώ. Άγαρμπος και βαρύς πάνω στις κουβέρτες, ξεδιάντροπα γυμνός, δεν μ’ ένοιαζε τίποτα. Σε παρακάλαγα να μου πεις σ’ αγαπώ και συ με χάιδευες με τη φροντίδα μιας νοσοκόμας πριν πάει τον ασθενή στο χειρουργείο.

Δεν μπορώ να πω πως μου φέρθηκες πρόστυχα. Γυναίκα σαν και σένα, τόσο φίνα και λιανή ξέρω πως δεν πρόκειται να βρω. Μου ’πεσες σαν λαχείο. Όταν είχες έρθει έξω από το εργοστάσιο για να συμπληρώσεις το ερωτηματολόγιό σου και μου ’πες να ’ρθω σπίτι σου να κουβεντιάσουμε δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Και όμως κάθε φορά που κάναμε έρωτα είχαν την εντύπωση πως μου έκανες χάρη. Δεν έδειξες τίποτα, είσουνα ευγενική, καθαρή και ιδιαίτερα ελεύθερη. Μαζί σου έκανα πράματα που δεν μπορούσα να φανταστώ πως γίνονται και αισθανόμουνα καλά, παρ’ όλο που είχα άλλη ιδέα γι’ αυτά.

Το πρόσωπό σου ποτέ δεν ζάρωσε. Είσουνα πολύ σίγουρη πως θα τα κατάφερνες καλά και μ’ έκανες συχνά να νοιώθω αμήχανος. Λες και γω δεν χρειαζόμουνα εκεί πέρα. Ευγενικά μ’ έστριψες, τέλειωσε κιόλας η έρευνά σου, και πρόσεξες πολύ μη με πληγώσεις, και μου ’πες για το πόσο είμαι ευαίσθητος και μου εξήγησες πως η ιστορία μας δεν μπορεί να ’χει συνέχεια. Έτσι που μου το ’πες μ’ έκανες να νοιώθω φταίχτης.

Θα μπορούσα να ξανάρχιζα την ίδια ιστορία μαζί σου. Όλες τις φορές που πέρασα μετά για να σου δώσω διάφορες συμπληρωματικές πληροφορίες είμουνα έτοιμος για παν ενδεχόμενο. Αλλά όπως θα θυμάσαι δεν έγινε τίποτα. Είναι περίεργο, ύστερα από τόσες φορές που κάναμε έρωτα σ’ αισθάνομαι ξένη. Θυμάμαι το βυζί σου όπως το γυαλιστερό μπιντέ, το σαπούνι, τη πετσέτα με τα μεγάλα λουλούδια, το περίεργο φωτιστικό που άναβες όταν είμαστε στο κρεβάτι. Είναι όλα ανακατεμένα στο μυαλό μου. Θυμάμαι επίσης που βούρτσιζες με τις ώρες τα μαλλιά σου, υπομονετικά και προσεχτικά. Είχες ωραία μαλλιά.

Χτες βράδι, Παρασκευή βλέπεις, είχα τρελαθεί στη κορδέλα και η μηχανή μού ’χε πάρει τα μυαλά. Πονάγανε τα πόδια μου και η μέση μου μ’ είχε ταράξει από την ορθοστασία. Μου ’ρχόταν να βάλω τα κλάματα. Είχε μείνει ακόμα ένα τέταρτο για να σκολάσω και δεν πέρναγε. Σε θυμήθηκα τότε και σκεφτόμουνα τα κύματα, τη θάλασσα, να σ’ είχα σε μια αμμουδιά γεμάτη ήλιο στην άδεια μου. Αν ερχόταν ο επιστάτης εκείνη τη στιγμή, θα του έλιωνα το κεφάλι με το λοστό και θα πάταγα το σπασμένο του κρανίο. Διόλου δεν θα λυπόμουν. Στα ντους τράβηξα μαλακία για πάρτη σου. Μετάνιωσα και πήγα και μέθυσα. Και αν σήμερα σου γράφω αυτή τη κασέτα με τη φωνή μου είναι επειδή είμαι ακόμα ζαλισμένος και σε σκέφτομαι. Καλά ήτανε, δεν έχω παράπονο. Απ’ όσες γνώρισα είσουν η καλύτερη. Είσουνα ωραία λες και βγήκες από εξώφυλλο. Από την πίσω μεριά της ταινίας σού έχω γράψει μερικά ρεμπέτικα τραγούδια που μόλις κυκλοφόρησαν. Αν θελήσεις να πετάξεις την κασέτα με τη φωνή μου, θα λυπηθείς τα τραγούδια και θα την κρατήσεις.(…)

Ήταν ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Περικλή Κοροβέση Κοινός Τόπος [Εκδόσεις 58 Χ 86, Αθήνα 11/1976]

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Τι να ψηφίσεις σ’ αυτές τις εκλογές, έτσι όπως τα ’κανε ο ΣΥΡΙΖΑ; Σκατά κι απόσκατα…

Εδώ μας έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ. Μάλιστα. Να μην ξέρουμε τι να ρίξουμε στις εκλογές σε λίγες μέρες. Αν είναι δυνατόν. Ένα κόμμα που ψηφίστηκε για να καταργήσει το μνημόνιο, τουλάχιστον τα πιο σκληρά ή εξοντωτικά μέτρα του, να καταλήγει μέσα σε εφτά μήνες σε εμπροσθοφυλακή του!
Τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε την ψήφο του κόσμου, τη μάσησε και την έφτυσε στα μούτρα μας, δίχως να έχει εξ αρχής κανένα εκπονημένο σχέδιο για την «άλλη μέρα». Τούτο φαινόταν, βεβαίως, και από την προεκλογική περίοδο του περασμένου Γενάρη, όμως… όλοι, πολλοί, κάποιοι τέλος πάντων (άπαντες, όμως, ζεματισμένοι από τα κατορθώματα των Σαμαροβενιζέλων) πίστευαν ότι κάτι θα συνέβαινε την πιο κρίσιμη στιγμή, ότι υπήρχε ο «άσσος στο μανίκι», που θα εμφανιζόταν στο παραπέντε ή έστω στο παραένα σώζοντας την παρτίδα. Τρίχες!

Γνωρίζοντας τα εκβιαστικά εργαλεία των δανειστών και βασικά το κλείσιμο της στρόφιγγας της ρευστότητας από την ΕΚΤ (η Κύπρος ακόμη άχνιζε), ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε το παραμικρό σχέδιο, ώστε να αντιμετωπίσει αυτόν τον πιο αισχρό και πιο δολοφονικό από τους εκβιασμούς των «εταίρων» μας. Πληρώναμε σαν κρετίνοι τους δανειστές, χωρίς να παίρνουμε δεκάρα από το καλοκαίρι του ’14, στραγγίζοντας τα δημόσια ταμεία και βάζοντας μόνοι μας το κεφάλι μας στο στόμα του λύκου. Το πράγμα έδειξε από πολύ νωρίς (από τον Φλεβάρη-Μάρτη). Μόνο ο Βαρουφάκης δεν το έβλεπε ή έκανε πως δεν το έβλεπε, όταν δήλωνε πως… «στις αποπληρωμές στο ΔΝΤ φυσικά πρόκειται να δώσουμε προτεραιότητα. Δεν πρόκειται να είμαστε η πρώτη χώρα που δεν θα τηρήσει τις υποχρεώσεις της προς το ΔΝΤ (σ.σ. ώπα ρε μεγάλε!). Θα βγάλουμε από τη μύγα ξίγκι (σ.σ. το δικό μας ξίγκι εννοούσε, όχι της μύγας) αν χρειαστεί να το κάνουμε αυτό μόνοι μας, και θα το κάνουμε», σημειώνοντας για τα χρέη προς την ΕΚΤ πως… «θα πρέπει να το καθορίσουμε αυτό σε συνεργασία με τους εταίρους μας και τους θεσμούς… Η Αθήνα σκοπεύει να ξεκινήσει συνομιλίες με τους πιστωτές της για την αναδιάταξη του χρέους προκειμένου το τεράστιο χρέος της χώρας να καταστεί βιώσιμο, την ίδια στιγμή που θα εργάζεται για τα μέτρα μεταρρυθμίσεων που πρέπει να οριστικοποιηθούν έως τον Απρίλιο». Αηδίες και ξεράσματα.

Τι σανό φάγαμε δε λέγεται… και να το αποτέλεσμα. Η χώρα οικονομικά κατεστραμμένη και με όλους τους ανθρώπινους δείκτες να πηγαίνουν κατά διαόλου οδεύει σε εκλογές, για να αποφασίσει τι; Ποιος συνασπισμός κομμάτων θα υποστηρίξει καλύτερα το εγκληματικό μνημόνιο τής δήμευσης της μικροπεριουσίας, της υφαρπαγής των καταθέσεων των φτωχών (άμεσα ή έμμεσα), των συντάξεων-επιδομάτων των 600 ευρώ, της διαλυμένης αγοράς εργασίας και της μικροεπιχείρησης, της καταβαραθρωμένης καταναλωτικής εμπιστοσύνης, των ανύπαρκτων μισθών και των μεροκάματων της πλάκας, της ασύστολης φορολογίας, της κατεδάφισης των τελευταίων κοινωνικών υποδομών, του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, του εξοστρακισμού της νεολαίας, που έχει κάνει πλέον μότο της το… όπου φύγει-φύγει. Μακάρι όλοι μας ρε φίλε να μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε απ’ αυτόν το σκουπιδότοπο και να μην ξαναπατούσαμε ούτε στην κηδεία μας…
Μπορεί να στέκομαι ενεός μπροστά στην ομορφιά της ελληνικής φύσης, του ελληνικού τοπίου –μακριά από τα κωλοχανεία των celebrities, τις ταξιδιωτικές αρλούμπες των πληρωμένων writers και τα γκαρσονιλίκια–, αλλά φτύνω στο πιάτο όλων εκείνων που μας έφεραν σ’ αυτό το χάλι τα τελευταία 40 χρόνια. Που διέλυσαν τις ζωές μας. Ου να μου χαθείτε. Τομάρια.

Απογοήτευση. Μαζί ανακατωμένη με τιμωρητική διάθεση, με παγερή αδιαφορία, με συνολική απαξίωση, αλλά και με διάφορα «δολώματα» από την άλλη μεριά (κόμμα Λαφαζάνη, Λεβέντης, Χρυσαυγή…), έτοιμα να εκτονώσουν τη χλεύη και το σιχτίρι.

Η απλή κριτική-απορία εν σχέσει με το κόμμα Λαφαζάνη είναι τούτη. Γιατί να εμπιστευτείς κάποιους οι οποίοι μέχρι το παραένα στήριζαν την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όταν θα έπρεπε να είχαν διαχωρίσει τη θέση τους από τον Φλεβάρη-Μάρτη; Έλα ντε; Πώς θα απαντηθεί αυτό το ερώτημα, και κυρίως ποιο είναι το σχέδιο της ΛΑΕ έναντι της ΕΚΤ; Πώς θα διαχειριστεί το θέμα της ρευστότητας των τραπεζών, που είναι το μείζον; Ήξεις-αφήξεις. Θα κρατικοποιήσουν τις τράπεζες λένε, αλλά με τι συναλλαγματικά αποθέματα θα γίνει η μετάβαση στο εθνικό νόμισμα; Χρειαζόμαστε περί τα 20 δισ. μέσα στο χρόνο, για να μπορέσουμε να σταθούμε στα πόδια μας. Από πού θα βρεθούν αυτά; Είναι γνωστές οι φαιδρότητες περί ριφιφί στο νομισματοκοπείο. Γιατί δεν λένε στον κόσμο… ένα, δύο, τρία… ώστε να γίνουν, σε κάποιους τουλάχιστον, κάπως αξιόπιστοι; Δεν τους ενδιαφέρει. Βολεύονται και μ’ ένα 4-5%... Σαν το ΚΚΕ… Μια ζωή εξωφυλαρούχοι. Δε μηδενίζω το Κόμμα. Μα αν ποτέ κατόρθωνε να φθάσει στο 10% είμαι σίγουρος πως θα ξανακοβόταν στη μέση, για να πάει και πάλι στο 5… Λες και το ’χει τάμα…
Ο δε ΣΥΡΙΖΑ; Ούτε ένα δάκρυ. Όπως είπε κι ένας γείτονας, ο Τόλης ο κουκουές… αυτοί ρε φίλε θα έχουν το θράσος να έρθουν και πάλι στην Καισαριανή, να προσκυνήσουν ξανά στο Σκοπευτήριο! Φωτιά θα πέσει να τους κάψει!!

Μπορεί, λοιπόν, να υπάρχουν «ιδέες», «σοφίσματα», «θεωρίες» που ακούς από ’δω κι από ’κει, αλλά πουθενά ένας οδηγός αξιοπρεπούς επιβίωσης που να πείθει. Που να μπορούν να τον υποστηρίξουν όλοι, ή έστω οι μισοί από ’κείνους που ψήφισαν «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα. Δεν υπάρχει θέλω να πω ένα μελετημένο εναλλακτικό σχέδιο, που να έλκει την πλειονότητα του κόσμου – και αυτό είναι η μεγάλη… αντιπροσφορά στον τόπο για την «πρώτη φορά αριστερά». Σαν δεν ντρέπονται! Τουλάχιστον οι ΕΛΑΣίτες γκρεμοτσακίζονταν στις χαράδρες, ή πέταγαν τα όπλα τους στις κουρελούδες μετά τη Βάρκιζα, με τα δάκρυα να τρέχουνε ποτάμι, ενώ τούτοι ’δω ρε άνθρωπε εντελώς στα… τέτοια τους. Μα εντελώς μιλάμε… Βγαίνουν στα κανάλια, σαν να μην τρέχει τίποτα. Ούτε μια «συγγνώμη». Ή έστω με μια χούφτα Τryptizol στην τσέπη…

Ως γνωστόν στην Ελλάδα υπάρχουν αυτή τη στιγμή παραπάνω από 6,3 εκατομμύρια φτωχοί, όπως κατέγραψε και η έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής τον περασμένο Σεπτέμβρη. Πολλοί Έλληνες, οι περισσότεροι, δεν έχουν να χάσουν πλέον τίποτα, μα και να χάσουν δεν τους νοιάζει – καθότι μπροστά στο τελευταίο ελάχιστο κακό, βαραίνει πιότερο η πιο τελευταία αξιοπρέπεια. Ο κόσμος αυτός, ένας λαός ολόκληρος, είναι πολιτικά «άστεγος» τούτη τη στιγμή, ψάχνοντας να βρει έκφραση μέσα από το λευκό, το άκυρο, την αποχή, την υποστήριξη φαιδρών ή δολοφονικών κομμάτων, ενώ ορισμένοι, οι πιο απελπισμένοι, μπορεί να καλοβλέπουν ακόμη και την περίπτωση τού… λαϊκού κιμπάρη Μεϊμαράκη!
– Έλα ’δω παιδάκι μου… Να, τράβα να πάρεις ένα «22» απ’ το περίπτερο και μια «Απογευματινή» και τα ρέστα δικά σου…
– Ευχαριστώ θείο… 

Όλα τα σκατά έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ μέσα σ’ εφτά μήνες, αλλά να μας φορτώσει και την επιτομή του πιο δεξιού παλαιοκομματισμού, αυτόν τον απίθανο μουστάκια για πρωθυπουργό, είναι κάτι που προσωπικά δεν θα το αντέξω…

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΠΥΡΟΣ ΞΕΝΟΣ ένα ρομαντικό βινύλιο

Πάντα υπήρχαν στη δισκογραφία (και στην ελληνική δισκογραφία) εκείνα τα άλμπουμ, που έσκαγαν από το πουθενά. Υπογραμμένα από συνθέτες ή τραγουδοποιούς, για τους οποίους δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία – δεν υπάρχει «τίποτα» που να τους συνδέει μ’ εκείνο ή με το άλλο, ό,τι κι αν ήταν/είναι το «εκείνο» ή το «άλλο». Ένας τέτοιος συνθέτης είναι και ο Σπύρος Ξένος, κι ένα τέτοιο άλμπουμ είναι το “The Valley of Dreams” [Xenos Music], που κυκλοφόρησε πριν κάποιους μήνες σε βινύλιο. (Το discogs δίνει χρονιά έκδοσης το 2014, αλλά μπορεί το LP να εμφανίστηκε στα δισκάδικα μέσα στο ’15).
Εμείς οι… δημοσιογράφοι, συνήθως, έχουμε τον τρόπο να ψάχνουμε και να σκαλίζουμε διάφορα τινά, προκειμένου να... πληροφορήσουμε τον κόσμο. Όμως σε μιαν εποχή όπου όλα είναι τοποθετημένα από τους ίδιους τους δημιουργούς στο internet, αναρωτιέσαι, ορισμένες φορές, για ποιο λόγο να ψάξεις. Υπό ποίαν έννοια το λέω. Όχι γιατί δεν πρέπει να ερευνούμε και να εμβαθύνουμε, αλλά γιατί θα πρέπει να σεβόμαστε, ως δημοσιογράφοι, τη διάθεση του κάθε ανθρώπου, του κάθε δημιουργού, να ελέγχει την έκθεσή του στα μέσα και τον Τύπο. Θέλω να πω πως… αν ήθελε ο Ξένος να πλημμυρίσει το δίκτυο με βιογραφικά του, ή δεν ξέρω ’γω με τι άλλο, θα το είχε πράξει. Για να μην το έχει πράξει πάει να πει πως δεν τον ενδιαφέρει. Οφείλουμε να το σεβαστούμε λοιπόν αυτό και ν’ ασχοληθούμε μόνο μ’ εκείνο που ο ίδιος μας δίνει. Τον δίσκο του. Το “The Valley of Dreams”.
Ένα πρωταρχικό. Το εξώφυλλο του Κωστή Βήχου παραπέμπει στους Caravan. Στο εξώφυλλο του “In the Land of Grey and Pink” (1971), που είχε φιλοτεχνήσει η Anne Marie Anderson. Δεν ξέρω αν αυτό είναι τυχαίο ή λιγότερο τυχαίο. Δεν ξέρω αν έγινε με σκοπό να «περιγράψει» ένα είδος μουσικής – εκείνο που ακούγεται στο βινύλιο. Και ναι και όχι, θα έλεγα.
Θέλω να πω πως το “The Valley of Dreams” δεν έχει εκ πρώτης ουδεμία σχέση με το progressive rock και με τη «σκηνή του Canterbury». Όμως… όμως… μερικά περάσματα θα μπορούσε να ταίριαζαν στη romance της περίφημης βρετανικής σκηνής (εκείνη την ρομάντζα τουλάχιστον που επεξεργάστηκαν και πρότειναν οι Caravan). Με μελωδίες περασμένες στα πιάνο και στα πλήκτρα κυρίως, ο Ξένος φτιάχνει ένα άλμπουμ από το οποίο ξεχειλίζει η ηχητική ομορφιά. Ορχηστρική μουσική λοιπόν, που θυμίζει περασμένα… κινηματογραφικά ή σαν-κινηματογραφικά μεγαλεία, πάντα προσανατολισμένη προς το μελωδικό και το φευγάτο, και σ’ ένα στυλ που μπορεί να παραπέμπει π.χ. σε ορισμένα easy ορχηστρικά LP του Βαγγέλη Πιτσιλαδή ή, για να το… βαρύνουμε ελαφρώς το πράγμα, σε μια κάπως απλοποιημένη προσέγγιση των romances του Ραχμάνινοφ ή του Dvořák.
Ένα απολύτως αποδεκτό και ευχάριστο άλμπουμ είναι το “The Valley of Dreams” του Σπύρου Ξένου, που σηματοδοτεί μια παράπλευρη, μοναχική διαδρομή… δική του φυσικά, αλλά και της αντίστοιχης (ελληνικής) δισκογραφίας.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

INNANEN, PARKER & CYRILLE

Διπλό CD από τρεις αναγνωρισμένους μουσικούς. Φυσικά, ο κοντραμπασίστας William Parker και ο ντράμερ Andrew Cyrille δεν είναι απλώς αναγνωρισμένοι, αλλά και κάτι σαν «θρύλοι», ενώ και ο φινλανδός σαξοφωνίστας Mikko Innanen (γενν. το 1978) έχει ήδη περισσότερες από 50 ηχογραφήσεις στην καριέρα του, είτε ως leader, είτε ως μέλος διαφόρων σχημάτων (δίπλα στους John Tchicai, Han Bennink, Paul Lovens, Wadada Leo Smith, Mat Maneri, Fred Van Hove και δεκάδες άλλους).
Στο CD1 τού “Song for a New Decade” [TUM, 2014] καταγράφονται οι τρεις τους σ’ ένα στούντιο session κάπου στο Brooklyn τον Ιανουάριο του 2010, ενώ στο CD2 ακούγονται μόνον οι Innanen και Cyrille, ηχογραφημένοι live σε στούντιο (και πάλι του Brooklyn) τον Ιούνιο του 2012. Η έκδοση της φινλανδικής TUM, στον γνωστό πληθωρικό σχεδιασμό της, έρχεται απλώς να προσθέσει, σε όλους, κι άλλα credits.
Όπως γράφει ο Innanen στο ένθετο (για την πρώτη συνάντηση): «Με τους ήχους των William και Andrew στο μυαλό μου συνέθεσα τα περισσότερα από τα tracks του τρίο στο CD1. Συχνά, βρισκόμουν σε φάση να συνθέτω ενώ ήμουν μακριά από το Ελσίνκι – δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό συνέβαινε. Τα πέντε από τα οκτώ tracks γράφτηκαν σε διάφορες τοποθεσίες της Νέας Υόρκης ειδικά γι’ αυτό το σέσιον, ενώ από τα υπόλοιπα τρία, ένα ολοκληρώθηκε στην Κοπεγχάγη, ένα στην Αμβέρσα κι ένα αναπτύχθηκε με αυθόρμητο τρόπο μέσα στο στούντιο.(…) Είχα οπωσδήποτε τις δικές μου ιδέες γύρω από το πώς ήθελα να παιχτούν οι συνθέσεις μου, αν και δεν ήθελα να δώσω πολλές οδηγίες στον William και τον Andrew. Εξάλλου, το τι αυτοί θα μπορούσε να κάνουν αποδείχτηκε πολύ πιο ενδιαφέρον απ’ ό,τι θα μπορούσα να προβλέψω. Αφήνω, δε, το γεγονός πως μερικά από τα κομμάτια ήταν μάλλον… παραδοσιακά σαν αίσθηση, και ως εκ τούτου αυτοσχεδιάσαμε, κατά τον κλασικό τρόπο, πάνω στις αλλαγές των ακόρντων ή των θεμάτων».
Mikko Innanen, Andrew Cyrille, William Parker
Με τον Innanen να χειρίζεται μια ποικιλία πνευστών (άλτο και βαρύτονο σαξόφωνο, ινδικό κλαρίνο, uilleann chanter, φλάουτο μύτης, whistles) και με τους William Parker, Andrew Cyrille στο rhythm section, το CD1 τού “Song for a New Decade” είναι μια θαυμάσια jazz ηχογράφηση, που ναι μεν εκκινεί αισθητικώς από τα jazz-world χρόνια του ’60, αλλά εντάσσεται την ίδιαν ώρα και στα σημερινά πλαίσια της νέας παραδοσιακότητας.
Για να συνεχίσει ο Innanen: «Η μουσική στο CD2 προέρχεται από την πρώτη μου περφόρμανς με τον Andrew, ηχογραφημένη τον Ιούνιο του 2012 στο πρώτο Mikko Innanen Intercontinental Extravaganza στο Brooklyn’s Ibeam Music Studio.(…) Ως ντούο, ο Andrew κι εγώ αυτοσχεδιάσαμε ελεύθερα – χωρίς έτοιμες συνθέσεις, κανόνες ή οποιεσδήποτε άλλες προκαταλήψεις».
Ζωντανή μουσική λοιπόν, από δύο αυτοσχεδιαστές, που μπορεί, εκ πρώτης, να φαίνεται «εύκολη» στο αυτί, ή προβλεπόμενη, διαθέτει όμως την ίδιαν ώρα το βάθος της ιστορίας και το… ευγενές απρόβλεπτο της στιγμής.
Επαφή: www.tumrecords.com

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗΣ ένα 45άρι από τα παλιά, που ηχογραφείται σήμερα

Για τον Σωτήρη Κοματσιούλη έχω γράψει κι άλλες φορές στο «δισκορυχείον» και όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν για ’κείνον συνοψίστηκαν στη σχετική ανάρτηση του περασμένου Μαρτίου (http://diskoryxeion.blogspot.gr/2015/03/lp.html). Παρά ταύτα επανέρχομαι. Και επανέρχομαι με χαρά, επειδή καινούριο υλικό του αεικίνητου έλληνα ροκά από την Καστοριά βρίσκεται τώρα στα δισκάδικα. Αναφέρομαι φυσικά στο 45άρι του «Σαν τον άνεμο/ Ο Κοσμάς», που τυπώθηκε σε 300 τεμάχια από την Mr.Genie Records του Λάμπρου Παπαλάμπρου.
Όσοι παρακολουθούν τη δισκογραφία τού Κοματσιούλη θα αναγνωρίσουν οπωσδήποτε τα τραγούδια (από τους τίτλους τους εννοώ), αφού το «Σαν τον άνεμο» πρωτακούστηκε σ’ εκείνο το ιστορικό 45άρι της Pan-Vox το 1972, ενώ «Ο Κοσμάς» μπήκε στο γνωστό LP της B-otherSide (2010) με τα ανέκδοτα από τα early 70s, αλλά και στο πρόσφατο «Επιδρομή από τον Άρη» της Anazitisi, με τις επανεκτελέσεις. Στο «σώμα», να το πούμε έτσι, των επανεκτελέσεων ανήκουν και τα πιο πρόσφατα tracks τής Mr.Genie, έχοντας όμως ορισμένα στοιχεία που τα κάνουν μοναδικά. Θα πω ποια είναι αυτά…
Οι Lovers στα τέλη των sixties. Ο Σωτήρης Κοματσιούλης πρώτος από αριστερά.
Ο Κοματσιούλης έπαιζε μουσική, όπως ίσως γνωρίζουν οι φίλοι του ελληνικού ροκ, ήδη από το δεύτερο μισό των sixties και τότε έγραψε τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία απέδιδε μαζί με τους Lovers – ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα, όπως λένε μαρτυρίες, που πορεύονταν τότε στην κεντρική Ελλάδα (Λάρισα και αλλαχού). Βρισκόμαστε στο τελευταίο τέταρτο της δεκαετίας. Ο ήχος των δικών μας γκρουπ αρχίζει να αποκτά τον πιο ροκ προσανατολισμό της εποχής, με τα ελληνικά δισκάκια να διατηρούν τις περισσότερες φορές στις πλευρές τους το κλασικό δίπολο... σέικ/μπλουζ. Έτσι, ένα… σέικ και μια ροκ μπαλάντα, που δεν έγινε κατορθωτό να ηχογραφηθούν το 1968 πι χι από τους Lovers, ηχογραφούνται τώρα από μια νέα παρέα μουσικών, που επιχειρεί να αναβιώσει το garage κλίμα της εποχής, εκμεταλλευόμενη όλη τη γνώση και την πείρα που κατακράτησε, στο ενδιάμεσο, η ιστορία.
Στην Καστοριά λοιπόν βρέθηκε ο Σωτήρης Κοματσιούλης (κιθάρα, φωνή), όπως και οι φίλοι του μουσικοί Λάμπρος Παπαλάμπρος μπάσο, Κώστας Κωστέας ντραμς και Βασίλης Μουσουλής ηλεκτρική κιθάρα, γράφοντας μονοφωνικά τα δυο τραγούδια και δίνοντάς τα για τα περαιτέρω (μίξη και mastering) στον Jim Diamond. Ποιος είναι αυτός; Δείτε και στην Wikipedia… “Jim Diamond is a music producer, studio engineer, and bass guitar player based in Detroit, Michigan”. Ο Diamond, που είναι ελληνικής καταγωγής και που υπήρξε στυλοβάτης στα πρώτα βήματα των White Stripes, έχει δικό του στούντιο και εταιρεία (Ghetto Records) συνεργαζόμενος και φτιάχνοντας ήχο για πάμπολλα ονόματα, όπως για τους Fleshtones, τους Mooney Suzuki, τους Blaire Alise & The Bombshells ή ακόμη και για τους ιστορικούς Sonics – μιας και βρίσκεται πίσω από την επανεμφάνιση και το άλμπουμ τους “This is The Sonics”, που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες, παίζοντας πλήκτρα και κάνοντας συγχρόνως παραγωγή, ηχογράφηση, μίξη και mastering. Ο Diamond πήρε, λοιπόν, τα mono κομμάτια του Κοματσιούλη, έπαιξε με τα κουμπιά και τα reverb του, στέλνοντας πίσω στην Καστοριά δύο σύγχρονους-παλιούς δυναμίτες.
Το «Σαν τον άνεμο» είναι εξαιρετικό τραγούδι… και η νέα εκτέλεση το αποδεικνύει και πάλι. Ο Κοματσιούλης αποδίδει με πάθος τα δικά του λόγια, την ώρα που οι μουσικοί παίζουν τού… σκοτωμού, με τις κιθάρες σε πρώτο πλάνο και το «βάθος πεδίου» να προσφέρει τα απαραίτητα, στην περίπτωσή μας, sixties vibes. Όργανο μπορεί να μην υπάρχει, όπως στην πρωτότυπη εγγραφή, υπάρχουν όμως οι κιθάρες που καλύπτουν και αναπληρώνουν τα πάντα μέσω του mono. Κόλαση! Ακόμη καλύτερο στ’ αυτιά μου (ή μάλλον για τα γούστα μου) ηχεί «Ο Κοσμάς», ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Σωτήρη Κοματσιούλη. Η version είναι απολαυστική. Το τραγούδι έχει αυτό το κάπως μελαγχολικό feeling (και ανεβασμένο τέμπο), και καθώς υποστηρίζεται άψογα από τις «καμπανωτές» κιθάρες μεταφέρει στο χώρο μιαν αίσθηση outlaw country. Μια δεύτερη πλευρά με τα όλα της θέλω να πω!
Ένα δισκάκι που έγινε με αγάπη και μεράκι είναι το «Σαν τον άνεμο/ Ο Κοσμάς», το οποίον εγώ ακούω και ξανακούω συνεχώς τις τελευταίες ώρες. Τώρα, εσείς, μπορείτε να πείτε τα δικά σας…

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

PACO CHARLÍN για τον «αλχημιστή»

Ο ισπανός κοντραμπασίστας Paco Charlín είναι ένας μουσικός που μας έχει απασχολήσει κι άλλες φορές στο δισκορυχείον. Μ’ ένα πρόχειρο search εντοπίζω τη συμμετοχή του στο Athanasopoulos/ Pin Jazz Quartet (ανάρτηση της 20/1/2010), όπως και την παρουσίαση του άλμπουμ του “Statement of Pride” στην free code (2/1/2015). Το πιο καινούριο CD τού Paco Charlín έχει τίτλο “Alchemist” [free code, 2015], είναι ηχογραφημένο στο Teatro Principal, στην Pontevedra της Γαλικίας, το διήμερο 22-23 Ιουλίου 2013 – με τους Darren Barret τρομπέτα, Myron Walden τενόρο σαξόφωνο, Jeffrey Davis βιμπράφωνο, Virxilio da Silva κιθάρα, Xian Campos πιάνο και Mark Whitfield Jr. ντραμς να στέκονται δίπλα στον Ισπανό συμπληρώνοντας το σεπτέτο.
Όλες οι συνθέσεις του “Alchemist” ανήκουν στον Charlín, ως συνήθως θα έλεγα, και περιφέρονται… με στόχο και σκοπό, γύρω από τις κλασικές bop παρακαταθήκες, έτσι όπως εκείνες συνδέθηκαν (από τα χρόνια του ’50 ήδη) με την ευρωπαϊκή τζαζ παράδοση. «Ευρωπαϊκή τζαζ παράδοση»; Τέλος πάντων, ή μάλλον... ναι ακριβώς. Θέλω να πω για ’κείνους τους ήχους της jazz, που μπολιάστηκαν εγκαίρως με την ευρωπαϊκή romance, είτε την πιο βόρεια και πιο abstract (τύπου nordic και τα λοιπά), είτε τη νοτιότερη, τη μεσογειακή και λατινική. Για αυτή την παράδοση μιλώ… Σε κάθε περίπτωση αυτός ο συνδυασμός απασχολεί τον Paco Charlín στις συνθέσεις του, και πάνω σ’ αυτά τα διδάγματα στηρίζει την ανάπτυξή τους. Φυσικά, εδώ, ο Ισπανός έχει δίπλα του μιαν ομάδα πολύ πρώτων παικτών, οι οποίοι συμβάλλουν με όλες τις δυνάμεις τους στο κοινό όραμα, που δεν είναι άλλο από την συγκρότηση μιας jazz με σαφή μελωδικά χαρακτηριστικά, τα οποία φέρουν εις πέρας τα βασικά lead όργανα. Έτσι, από τη μια μεριά οι συνδυασμοί τρομπέτας-τενόρου εμφυσούν στο ακρόαμα εκείνο τον γνωστό υπερατλαντικό αέρα, ενώ από την άλλη το πιάνο με την κιθάρα βρίσκονται πιο κοντά στην ευρωπαϊκή τζαζ συνείδηση, με τα soli και τις συνομιλίες τους να έχουν πιο «λεπτά» χαρακτηριστικά. Υπάρχουν στιγμές στο “Alchemist” που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως είναι το υπ’ αριθμόν 5 track “Unconscious argument” ή το 9 “I will never forget”, αν και συνολικώς το συγκεκριμένο CD έχει τον τρόπο του να σε κερδίζει με το χρόνο.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

το «ελληνικό» LSD στη λαϊκή κουλτούρα

Στον απόηχο των σχετικών για την ψυχεδέλεια, που ακολούθησαν την ανάρτηση για τους Cave Children (30/7), ας πούμε και τούτα...
Όταν οι Βρετανοί Pretty Things ηχογράφησαν το “LSD” (την άνοιξη του ’66) προσπάθησαν να καμουφλάρουν τον τίτλο του, για να μην τους περιλάβει η λογοκρισία – το μετέτρεψαν δηλαδή σε... “£SD”. Δεν το κατόρθωσαν. Όπως είχε πει και ο Dick Taylor (κιθαρίστας του γκρουπ) σ’ ένα αυστραλέζικο site: “we hoped with a little bit of subterfuge… we wanted to get our record played but unfortunately it was banned everywhere”. Παντού; Παντού… εκτός απ’ την Ελλάδα! Διαβάζουμε στους Μοντέρνους Ρυθμούς (#66, 19/10/1966):
«Το L.S.D. το περίφημο φάρμακο των “ψυχεδελικών” νέων της Αγγλίας… έγινε τραγούδι… Οι Pretty Things, το γνωστό αγγλικό συγκρότημα γύρισε αυτόν τον δίσκο με άλλο ένα τραγούδι με τίτλο “Come see me”, αλλά αυτός ο δίσκος δεν ακούστηκε καθόλου σχεδόν στην Αγγλία, γιατί τον απηγόρευσαν επειδή τα θύματα αυτού του φαρμάκου ήταν πάρα πολλά. Ο δίσκος κυκλοφορεί εδώ με τα στοιχεία Fontana 3248». Άλα της τα πατριωτάκια, που δεν μασάγανε από απαγορεύσεις!
Και γιατί να μασήσουν δηλαδή, όταν το φθινόπωρο του ’67 (επί δικτατορίας πια) είχε σκάσει μύτη και ελληνικό συγκρότημα υπό το όνομα LSD; Ήταν μια μετεξέλιξη των We Five(!), οι οποίοι εμφανίστηκαν δημοσίως κιόλας, στο θέατρο Ακροπόλ την 5/11/1967.
Μπορεί ο πραξικοπιματίας συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς να έλεγε στην Καλαμάτα, στους Λόγους του [Επτάλοφος, Αθήναι 1970] πως… «είναι ανεπίτρεπτον να δεχώμεθα την εισβολή ξένων αντιλήψεων περί μουσικής, των αντιλήψεων που εκφράζουν αισθήματα τα οποία δεν αισθάνεται, ούτε ποτέ ησθάνθη η ελληνική ψυχή. Ομιλώ περί της ψυχεδελικής μουσικής και άλλων παρεμφερών τάσεων, που αντί να εξευγενίζουν τα ήθη και να απαλύνουν τους χαρακτήρες, όπως εδίδαξαν οι πρόγονοί μας, αντί να πράττουν τούτο, ερεθίζουν ένστικτα και υποβιβάζουν τον άνθρωπον εις εξαθλιωμένην ύπαρξιν»… όμως κανένας απολύτως δεν του έδινε σημασία, αφού την ίδιαν ώρα ένα άλλο… συγκρότημα, που λεγόταν κι αυτό The LSD(!), έκανε την εμφάνισή του στη λαϊκή ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Η Θεία μου η Χίπισσα», που γυριζόταν στα Μάταλα το καλοκαίρι του ’70. Όλοι θυμόμαστε τον Δημήτρη Ταμπόση να τραγουδάει το “Search for love” του Μίμη Πλέσσα, με το όνομα του υποτιθέμενου γκρουπ να φαίνεται φαρδύ-πλατύ στην μπότα του ντραμ-σετ.
η μπότα των LSD στα Μάταλα, με... Hedrix και τα λοιπά
Και κάτι για να γελάσουμε. Υπάρχει η πληροφορία στο δίκτυο (ertopen.com) πως η συγκεκριμένη σκηνή με τη φωνή του Δημήτρη Ταμπόση, τη χορογραφία του Φώτη Μεταξόπουλου, τη Ρένα Βλαχοπούλου, τον Γιάννη Μιχαλόπουλο, τους χίπιδες… και την γκρανκάσα με το LSD, λογοκρίθηκε από τον Alpha το μεσημέρι της Κυριακής 9 Μαρτίου 2014 – προφανώς για να μην κάτσει κανα ψαροκόκαλο στο λαιμό των νοικοκυραίων!!
Ο Λαδάς θα άλλαζε, ευτυχισμένος, πλευρό στον τάφο του…

Μέσα σ’ αυτό το ελληνικό… ψυχεδελικό σκηνικό λοιπόν, γιατί να μη γραφόταν κι ένα σχετικό ευθυμογράφημα από τον Κώστα Πρετεντέρη (1926-1978); Δεν θα προκαλούσε ουδεμία έκπληξη… Απεναντίας θα έδειχνε για ακόμη μια φορά πως το συγκεκριμένο ναρκωτικό, που είχε συνδεθεί με την ψυχεδελική έκρηξη των sixties (σε ΗΠΑ και Αγγλία), ήταν πολύ… δημοφιλές στα ελληνικά μέσα και τον Τύπο, αποκτώντας ενίοτε λαϊκά χαρακτηριστικά. Τούτο δεν αποδεικνύεται μόνον από τα όσα προηγούμενα, αλλά και από τις καθημερινές σχεδόν(!) αναφορές για το LSD στα περιοδικά και τις εφημερίδες της εποχής (δες http://diskoryxeion.blogspot.gr/2013/01/blog-post_14.html). Άλλοτε με τα όποια θετικά του χαρακτηριστικά (π.χ. ως ενδεχόμενο μέσο για τη θεραπεία του αλκοολισμού), άλλοτε με τα αρνητικά του (γκρεμοτσακίσματα διαφόρων από μεγάλα ύψη) και άλλοτε ως κυρίαρχο tip του αστυνομικού δελτίου, το LSD ήταν το ναρκωτικό που κυριαρχούσε στον δημόσιο γραπτό λόγο, ως ένα από τα πιο ισχυρά δηλωτικά της «νέας εποχής». Της του Υδροχόου ή όποιας άλλης…
Να και το ευθυμογράφημα του Κώστα Πρετεντέρη, έτσι όπως το αντιγράφω από το βιβλίο του Διακοπές και Χολή-Νταίη και άλλες ιστορίες [ΤΑ ΝΕΑ/ Χιούμορ, Αθήνα 8/2009]… 

ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ ΕΛ ΕΣ ΝΤΙ 
Την εβδομάδα που πέρασε –εβδομάδα των Παθών– η Υπηρεσία Διώξεως Λαθρεμπορίου και Ναρκωτικών τράβηξε των… παθών της τον τάραχο. Τελικά, όμως, τα κατάφερε να γραπώσει τον Πέρση κ. Λουφίτ Χοσρόν, που είχε τη μανία να γράφει επιστολές… ναρκωτικού περιεχομένου. Δηλαδή αυτός ο Πέρσης είχε ανοίξει μια… ναρκωτική αλληλογραφία με διεθνή σπείρα ναρκωτικών που έστελνε στην Ελλάδα ναρκωτικά δι’ επιστολών. Δεν ξέρω από πού ακριβώς έφταναν αυτές οι επιστολές, αλλά οι φάκελοί τους ήταν πλήρεις «σκληρών ναρκωτικών», όπως η ηρωίνη, το όπιο και το Ελ Ες Ντι.
Ανεξάρτητα από τους μπελάδες που φόρτωσε στην Υπηρεσία Διώξεως Λαθρεμπορίου Ναρκωτικών, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η «μαστούρα» δι’ αλληλογραφίας είναι ένα αρκετά εξελιγμένο σύστημα.
«Εις απάντησιν τού από 14.5.76 Ελ Ες Ντι σας σάς αποστέλλομεν την παρούσαν ηρωίνην…».
Σοβαρά πράματα και σ’ ανώτερο επίπεδο, ώστε οι χασισέμποροι να μπορούν ν’ αποκαλούνται άνθρωποι των… Γραμμάτων. Δεν ξέρω πού θα μπορούσε να φτάσει το σύστημα αν δεν έμπαινε στη μέση η Αστυνομία. Μπορεί κάποια μέρα να χτυπούσε ο ταχυδρόμος το κουδούνι σας και να σας έλεγε:
– Καλημέρα σας. Έχετε ένα συστημένο… Ελ Ες Ντι!..
Μπορεί ακόμα τα ΕΛΤΑ να οργάνωναν μια ιδιαίτερη υπηρεσία ταχυδρομικών διανομέων ναρκωτικών για την άμεση εξυπηρέτηση των «χαρμάνηδων» που θα περίμεναν την «Εξπρές» δόση τους. Χίλια πράματα θα μπορούσαν να γίνουν κι ίσως εκείνο το παλιό ρεμπέτικο τραγουδάκι να τραγουδιόταν κάπως έτσι:
Από κάτω απ’ το ραδίκι
κάθονται δυο πιτσιρίκοι
και φουμάρουν ένα… γράμμα
ένα γράμμα πρώτο πράμα!..
Αλλά η Αστυνομία που μισεί κάτι τέτοιου είδους «εξελίξεις» μάζεψε «επιστολές» και «επιστολογράφους» κι έμεινε η πιάτσα στεγνή να τραγουδάει:
Ο ταχυδρόμος πιάστηκε
στα δεκαεφτά του χρόνια
και τα «μαστούρια» ψάχνουνε
για «πράμα» στην Ομόνοια…
Αλλά παρ’ όλα αυτά συνάντησα χθες ένα φίλο μου σε κακή κατάσταση. Τα μάτια του θολά, το ύφος του αποχαυνωμένο και γενικά η όψη του πολύ «μαστουρέ». Απόρησα.
– Τι έχεις;
– Πήρα επιστολή!..
– Με ηρωίνη;
– Όχι!.. Με μπουγιουρντί της… Εφορίας!..

Σάββατο 29 Αυγούστου 2015

MOA BONES απέραντη... ελλληνο-americana

Να την η έκπληξη! Το δεύτερο άλμπουμ του Moa Bones (Δημήτρης Αρώνης), το “Spun”, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό από την Inner Ear σε 180άρι βινύλιο.
Τη θυμάμαι την περίπτωσή τού Moa Bones από το προηγούμενο CD του, το “Aquarelles” [Restless Wind, 2011], για το οποίο είχα σημειώσει μεταξύ άλλων πως… «άλλοτε παραπέμπει στις folk days των sixties και άλλοτε σε πιο σύγχρονα, πάντα folk, ιδιώματα, γειτνιάζοντας ακόμη και με την ακουστική americana» και πως σε κάθε περίπτωση είναι… «ενδιαφέρουσα η περίπτωσή του».
Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Αρώνης επιμένει στο ίδιο «σκηνικό» –κάτι, που σημαίνει πως εκείνο το πρώτο δισκάκι δεν ήταν ξεκάρφωτο ή κάτι σαν καπρίτσιο– βαθαίνοντας την τραγουδοποιία και τις αναφορές του, και επικεντρώνοντας ακόμη περισσότερο το στυλ του στην ουσία της αμερικανικής μπαλάντας. Και τούτο όχι αντιγράφοντας, αλλά προσαρμόζοντας τούς  αμερικανικούς «ανοιχτούς ορίζοντες» και τους «μακριούς δρόμους» στην ελληνική πραγματικότητα – μιας και ο Moa Bones μπορεί να δανείζεται τις υπερατλαντικές ποικίλες ακουστικές φόρμες, αλλά δεν γράφει σαν Αμερικάνος. Τα δικές τους ιδέες, απόψεις, εμπειρίες και αναμνήσεις καταγράφει και όχι κάποιου τρίτου.
ένα από τα ωραιότερα ελληνικά εξώφυλλα του τελευταίου καιρού
Ο Moa Bones μπορεί να γουστάρει τον Dylan (δεν είναι ο μόνος εννοείται), τον JJ Cale υποθέτω, ή και κάποιους αγνώστους τραγουδοποιούς του λεγόμενου loner folk, όμως εκείνο που έχει σημασία είναι πως δεν διασκευάζει, έτσι ή αλλιώς, αλλά γράφει δικά του πρωτότυπα τραγούδια. Και είναι όντως πρωτότυπα τα τραγούδια – και όχι μόνον επειδή είναι δικά του. Θέλω να πω πως είναι εμπνευσμένα, μελετημένα και ενοργανωμένα, κάθε φορά, μ’ εκείνον τον τρόπο, που θα τα αναδείξει, που θα τα καταστήσει «κομψοτεχνήματα». Και αναφέρομαι, από την πρώτη πλευρά, στα “The journey”, “Take it all away” και από τη δεύτερη στα “Come on” και “Once upon a time”, δίχως να υστερεί κανένα από τα υπόλοιπα.
Οι επιρροές του Moa Bones δεν αφορούν, βεβαίως, μόνο το folk, αλλά κάθε… αμερικανικό folk, παλαιότερο ή πιο σύγχρονο. Από το rural blues και την country μπαλάντα, μέχρι τη psych εκδοχή και την έσχατη americana εννοώ – και με τις πολύ επεξεργασμένες ενοργανώσεις και τα στούντιο-κόλπα να βοηθούν αποφασιστικά στην ολοκλήρωση και το φινίρισμα των ασμάτων.
Ελάχιστοι Έλληνες έχουν προτείνει τέτοιου τύπου και τόσο ουσιαστικά «αμερικανικά» άλμπουμ στο παρελθόν, κι ένας απ’ αυτούς είναι σίγουρα ο Moa Bones.
Επαφή: www.inner-ear.gr

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

MILFORD GRAVES & BILL LASWELL

Τι να πει κανείς, προϋπαντώντας το “Space/Time, Redemption” [TUM, 2014], γι’ αυτούς τους δύο μουσικούς, τον ντράμερ Milford Graves και τον μπασίστα Bill Laswell; Δύο «ιερά τέρατα» της σκηνής και της δισκογραφίας καταγράφονται εδώ, μαζί, σε μια συνάντησή τους το φθινόπωρο του 2013 κάπου στο New Jersey, φανερώνοντας πως ακόμη και σ’ εκείνες τις προχωρημένες ή και… κάπως προχωρημένες ηλικίες (ο Graves ήταν 72 και ο Laswell 58), πάντα θα ενυπάρχει ένα πνεύμα αμφισβήτησης της κυρίαρχης αφήγησης – πόσω μάλλον όταν αυτό ακριβώς το πνεύμα καλλιεργείται με συνέπεια από τους δύο μουσικούς εδώ και δεκαετίες.
Ο Graves, επίλεκτο μέλος της αμερικανικής jazz-avant των sixties και πέραν αυτών (από τις ιστορικές εγγραφές του στην ESP Disk, μέχρι τις πρόσφατες και σχετικώς πρόσφατες συνεργασίες του με τους David Murray, John Zorn και Anthony Braxton) και ο Laswell με τις παρουσίες του σε πάμπολλα σημαντικά γκρουπ (The Zu Band, Material, Massacre, The Golden Palominos, Curlew, Last Exit, Praxis, Arcana...) και με παρακαταθήκη, φυσικά, τις δεκάδες παραγωγές του, συνευρίσκονται στο “Space/Time, Redemption”, προτείνοντας ένα σετ, για μπάσο και ντραμς, που μπορεί να λειτουργήσει σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.
Κατά πρώτον εδώ έχουμε ένα «σχολείο» για τους μαθητευόμενους των εν λόγω οργάνων, αλλά ταυτοχρόνως κι ένα άκουσμα που δεν γίνεται ν’ αφήσει κανέναν αδιάφορο. Θέλω να πω πως τα κομμάτια που παρουσιάζουν οι Graves και Laswell δεν ολοκληρώνονται χάριν γούστου. Δεν έγιναν, για να γίνουν. Κάθε άλλο. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν εξερευνήσει από χρόνια τις δυνατότητες των οργάνων τους, γνωρίζοντας τον τρόπο να προβάλλουν ολοκληρωμένες «κατασκευές» χρησιμοποιώντας ελάχιστα εξωτερικά βοηθήματα (ο Laswell, βασικά, τα πετάλια του μπάσου του). Και τούτο έχοντας αποκαταστήσει μεταξύ τους μιαν επικοινωνία, που μπορεί ανά πάσα ώρα και στιγμή να ευνοεί τον αυτοσχεδιασμό, δηλαδή τη φαντασία, καθώς εκείνη (η φαντασία) αναμετράται με όλη την προηγούμενη δική τους πραγματικότητα. Θέλω να πω πως το improv οπωσδήποτε κλίμα, που διακρίνει απ’ άκρη σ’ άκρη το “Space/Time, Redemption”, δεν σχετίζεται με κάτι ξεκομμένο από ’κείνο που συμβαίνει εδώ και δεκαετίες, αλλά με μια μεταστοιχείωσή του. Όλα τα tracks διαθέτουν αρχή, μέση και τέλος, καθώς αναπτύσσονται με δεξιοτεχνικό τρόπο μέσα από επάλληλες ή μη εγγραφές, προσφέροντας πλήρες συναισθηματικό φορτίο.
Μουσική για όλο τον κόσμο πρότειναν από παλιά οι Graves και Laswell και αυτό πράττουν ακόμη.
Επαφή: www.tumrecords.com

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

ο ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΙΚΑΣ (που πέθανε χθες) και το ελληνικό ροκ

Έφυγε χθες από τη ζωή ο πρώην βουλευτής και υπουργός του ΠΑΣΟΚ Στέφανος Μανίκας. Ήταν 63 ετών. Ο Μανίκας στα μέσα του ’80, ως Γενικός Γραμματέας Νέας Γενιάς, είχε συνδέσει το όνομά του με το ελληνικό ροκ, και την προσπάθεια να φανεί το πασοκικό κράτος αρωγός σε κάτι, που (σε ορισμένες περιπτώσεις) συνέβαινε και έξω. Καρπός αυτής της παρέμβασης ήταν, ανάμεσα σε άλλα, το “Rock in Athens ’85” στο Παναθηναϊκό Στάδιο, οι «Ήχοι του Χειμώνα» και η ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α. (η ΜΟΥσική ΣΥΝεργατική Κίνηση Αθήνας, που είχαν ιδρύσει οι Ηρακλής Τριανταφυλλίδης, Λήτης, Θοδωρής Τρύφωνας και Νίκος Γκίνης).
Εκείνη την εποχή ο Μανίκας είχε δώσει μια συνέντευξη στο περιοδικό Μουσική (τεύχος 102, Μάης ’86) εξηγώντας το σκεπτικό της ΓΓ Νέας Γενιάς, την απόπειρα του κράτους δηλαδή να συνδράμει στις νεανικές καλλιτεχνικές εκφράσεις. Πολλοί μουσικοί και συγκροτήματα έστερξαν (ανάμεσά τους ο Παύλος Σιδηρόπουλος, τον οποίον έδειξε και η τότε κρατική τηλεόραση, ή ο Νικόλας Άσιμος), ενώ άλλοι αντέδρασαν, όπως ο Δημήτρης Πουλικάκος ας πούμε, που υποστήριζε ότι… ροκ σημαίνει «γαμώ τα υπουργεία» (υπερβολές – όλο το rock τού τότε eastern block δεν θα συμφωνούσε μαζί του). Μεταφέρω το μεγαλύτερο μέρος τής συνέντευξης έτσι για την ιστορία, αλλά και εις μνήμην του Στέφανου Μανίκα…
Από πού ορμώμενη έδειξε ενδιαφέρον η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς για τις νεανικές μουσικές εκδηλώσεις; 
Από το 1982 μέχρι σήμερα η συστηματική ενασχόληση με την μουσική και τον κόσμο της αποτέλεσε έναν από τους βασικούς τομείς δράσης και μια χαρακτηριστική δραστηριότητα του κυβερνητικού φορέα για τη νεολαία. Είτε σαν Υφυπουργείο Νέας Γενιάς χθες, είτε σαν Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς σήμερα, οι μουσικές πρωτοβουλίες (εκδηλώσεις στα Γιάννενα, «Ήχοι του Χειμώνα» κ.λπ.) χαρακτηρίζονται από συνέχεια, από διαρκή αξιολόγηση του παρελθόντος, από δραστική αξιοποίηση των εμπειριών, από προσπάθεια για ποιοτική αναβάθμιση των σχέσεών μας με τον μουσικό χώρο. Αυτό το έμπρακτο ενδιαφέρον της πολιτείας ίσως ξενίζει. Και είναι φυσικό, όταν στο παρελθόν τα πάντα είχαν περίπου αφεθεί στους αδυσώπητους νόμους του εμπορικού κυκλώματος, χωρίς τη δυνατότητα ισχυρής εναλλακτικής πληροφόρησης. Όταν ολόκληρα μουσικά ρεύματα είχαν «αφορισθεί». Αυτό τον δρόμο δεν είχαμε την πρόθεση ούτε να τον ακολουθήσουμε, ούτε να τον προβάλλουμε σαν άλλοθι της δικής μας απραξίας. Δεν εθελοτυφλούμε. Η μουσική σήμερα δεν συγκεντρώνει απλά το ενδιαφέρον της νεολαίας. Σε μεγάλο βαθμό αποτελεί αγωγό επαφής και κώδικα επικοινωνίας πολλών νέων. Οι χώροι των μουσικών εκδηλώσεων δεν είναι απλά χώροι εκτόνωσης, αλλά κύρια χώροι συνεύρεσης, ψυχαγωγίας, συναδέλφωσης και διαλόγου, χώροι πολιτισμού. (…) 
Πού αποβλέπει η κίνηση αυτή της Γενικής Γραμματείας; 
Είναι γνωστό ότι ένας νέος δημιουργός έχει πολλά εμπόδια να υπερπηδήσει μέχρι να μπορέσει να έρθει σε επαφή με το κοινό του. Πολλές φορές η προσπάθεια σταματάει στα γραφεία κάποιας εταιρείας ή κάποιου επιχειρηματία, χωρίς τη δυνατότητα να κριθεί από τους ανθρώπους στους οποίους απευθύνεται. Αλλά και παλιότεροι μουσικοί έχουν αναγκαστεί να σιγήσουν ή να συμβιβαστούν. Με τους «Ήχους του Χειμώνα» και άλλες πρωτοβουλίες δώσαμε μια δυνατότητα έκφρασης χωρίς περιορισμούς. Με την ενίσχυση αντίστοιχων εκδηλώσεων στην επαρχία δώσαμε τη δυνατότητα προσέγγισης μ’ ένα κόσμο που έχει επιτέλους και αυτός το δικαίωμα στην ψυχαγωγία. Η αποκέντρωση λοιπόν αυτών των εκδηλώσεων και μέσα στη φιλοσοφία μας είναι και ήδη η έξοδος στην επαρχία έχει ξεκινήσει (π.χ. Πιερία).
Ενθαρρύνουμε και υποστηρίζουμε τη δημιουργία συνεργατικών κινήσεων καλλιτεχνών (όχι μόνο στον τομέα της μουσικής). Αυτές οι «κοοπερατίβες» πιστεύουμε ότι είναι μια ανάγκη κι ένα βήμα στον χώρο της Τέχνης. Ανοίγουν νέους ορίζοντες στην έκφραση, ενθαρρύνουν την αυτόνομη δημιουργία, αναπτύσσουν τη συνεργασία σ’ ένα τόσο ευαίσθητο χώρο. Η εκκίνηση έγινε με τη δημιουργία της Μουσικής Συνεργατικής Κίνησης Αθήνας (ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α.). Εύλογο το ερώτημα. Γιατί προκρίνονται οι συνεργατικές; Απλά, γιατί πιστεύω πως το κράτος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να προλαβαίνει ή να αντικαθιστά την κοινωνία και τα αιτήματά της. Άρα το κράτος δεν παράγει πολιτισμό. Ο ρόλος του εκτείνεται στην δημιουργία των όρων για την πολιτιστική δημιουργία και έκφραση της κοινωνίας και των δημιουργών. Αυτήν την αντίληψη θέλουμε να υπηρετήσουμε. Με το οποιοδήποτε κόστος.(…) 
Έχουν γίνει τέτοιες προσπάθειες και σ’ άλλες χώρες; Υπήρχαν επιρροές; 
Η Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς πάντοτε φροντίζει να ενημερώνει και να πληροφορείται για κάθε κίνηση και προσπάθεια που γίνεται στους νεολαιίστικους χώρους στις άλλες χώρες. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι στόχος μας είναι αντιγραφή ξένων προτύπων, αλλά η απόκτηση εμπειριών και ερεθισμάτων. Έτσι και για την περίπτωση της μουσικής έχουμε ενημερωθεί κι έχουμε μελετήσει και το περίφημο γαλλικό σχέδιο για τη μουσική ροκ του υπουργού Πολιτισμού της Γαλλίας Ζακ Λανγκ και τις προσπάθειες για το «κρατικό» ροκ της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης και τα προγράμματα της Ανατολικής Γερμανίας. Θεωρούμε όμως ότι κάθε προσπάθεια στο χώρο του πολιτισμού πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στην ελληνική πραγματικότητα και παράδοση και μ’ αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζουμε και την προσπάθειά μας στο χώρο της μουσικής ροκ.

Κι άλλες λεπτομέρειες για την ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α. προς το τέλος της ανάρτησης http://diskoryxeion.blogspot.gr/2014/03/80.html ...