Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

CLAUDE NOUGARO τα πρώτα χρόνια

Θα θυμάμαι πάντα τον Claude Nougaro (1929-2004) από τον εξάλεπτο ύμνο του “Paris Mai” (1968), ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια, που γράφτηκαν πάνω στα γεγονότα του γαλλικού Μάη. Στηριγμένος σ’ έναν άπιαστο, για την εποχή, δυτικο-αφρικανικό ρυθμό και με το hammond-όργανο να ζωγραφίζει ο Nougaro τραγουδούσε με απίστευτη ένταση στίχους σαν και τούτους: «η Ιεροτελεστία της Άνοιξης ακούγεται σαν μια σφαγή/ αλλά κάθε μέρα που έρχεται θα ομορφύνει την κραυγή μου/ μπορεί και να επωάζω έναν Ιγκόρ Στραβίνσκι». Τώρα, μέσω της έκδοσης “A la Recherche du Son Qui Fait Sens, 1955-1959” [Discograph, 2010], η οποία αποτελείται από δύο CD, όπως και από ένα κατατοπιστικό δίγλωσσο booklet, μπορούμε να μεταφερθούμε ακόμη πιο πίσω στο χρόνο, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, όταν η καριέρα τού Nougaro έμπαινε στις πιο γερές της βάσεις. Κάποια βιογραφικά στοιχεία κρίνονται ως απαραίτητα γι’ αρχή…
Ο Claude Nougaro γεννήθηκε στην Τουλούζ το 1929 από γονείς μουσικούς (ο πατέρας του Pierre Nougaro ήταν τραγουδιστής της όπερας, ενώ η ιταλίδα μητέρα του Liette Tellini ήταν δασκάλα πιάνου). Στα πρώτα ακούσματά του περιλαμβάνονταν οπωσδήποτε η jazz της εποχής (οι ορχήστρες του swing, ο Louis Armstrong) και φυσικά το γαλλικό τραγούδι (φερ’ ειπείν εκείνο της Edith Piaf). Αν και ο Nougaro ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία πρώτα από τη δημοσιογραφία, γρήγορα έστριψε προς την καλλιτεχνία (διάβαζε στίχους του στο καμπαρέ Lapin Agile), όταν μετακόμισε οικογενειακώς στο Παρίσι, το 1952. Την επόμενη χρονιά συναντά την Marguerite Monnot, τη συνθέτιδα μεγάλων επιτυχιών της Piaf (“Milord”, “Hymne a l’amour”), δίνοντάς της κάποιους στίχους του, για να τους μελοποιήσει, μήπως και υπήρχε περίπτωση να περνούσαν στο ρεπερτόριο της Piaf (θα ήταν μία ιδανική αρχή)· καθότι, ο ίδιος, δεν έβλεπε ακόμη τον εαυτό του ως τραγουδιστή. Επελέγησαν δύο ποιήματα, το “Le sentier de la guerre” και το “Mephisto”, τα οποία όμως η Monnot δεν τα έδωσε στην Piaf, αλλά στο σύζυγό της Paul Peri, έναν μάλλον κοινό τραγουδιστή, ο οποίος και τα δισκογράφησε το 1955. (Και τα δύο κομμάτια ακούγονται στο δεύτερο CD της έκδοσης, που περιλαμβάνει τραγούδια σε στίχους του Nougaro, που παρουσιάστηκαν από διαφόρους ερμηνευτές της περιόδου). Αμφότερα δε πέρασαν απαρατήρητα – το “Mephisto” ήταν ωραίο τραγούδι, κάπως noir, κάπως exotica – γεγονός, που, όπως γίνεται αντιληπτό, απογοήτευσε τον Nougaro· μία απογοήτευση, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν διήρκεσε πολύ.
Στο Lapin Agile, ο Nougaro είχε την ευκαιρία να γνωρίσει διαφόρους πιανίστες-συνοδούς, ανάμεσα στους οποίους οι Jean-Michel Arnaud και Jimmy Walter (βασικός συνεργάτης, την ίδιαν εποχή, και του Boris Vian). Με τον Arnaud έγραψαν, ανάμεσα σε άλλα, το “Au niveau des paquerettes” (1958) που απέδωσε η Lucette Raillat και το… εμβατηριακό “Le balayeur du Roy” (1958) που είπε ο Marcel Amont, ενώ με τον Walter συνέθεσαν το “Jour et nuit” (1956) που τραγούδησε ο Paul Roby, το “Seulement” (1956) με την Lucienne Delyle, το “Maman m’l’a dit” (1958) με τον Stephen Bruce, την πανέμορφη ρομαντική μπαλάντα “Serge et Nathalie” (1958) για τη φωνή της Colette Renard (κρατούσε το ρόλο της Irma, στο musical “Irma La Douce”, το 1956, με τις μουσικές της Marguerite Monnot – είχε ανεβεί, ως γνωστόν, και στην Ελλάδα, με την Έλλη Λαμπέτη και τις διασκευές του Γιάννη Σπανού, το 1972), το “Vole, vole” (1959) για το κουιντέτο των (Les) Jazz Baladins και διάφορα άλλα· άπαντα ακούγονται στο δεύτερο CD, εκεί όπου θα πρέπει να αναφερθεί ακόμη μία ξεχωριστή συνεργασία του Nougaro. Αναφέρομαι στη γνωριμία του με τον τραγουδοποιό Jean Constantin, που θα δώσει το “Vise la poupee” (1955) για τον Philippe Clay (μίμος, ηθοποιός και τραγουδιστής με ιδιαίτερο hook στην εποχή), το “Les pantoufles a papa” (1956), κομμάτι γραμμένο από τον Nougaro για τον πατέρα του, που απέδωσε ο ίδιος ο Constantin κ.ά.
Στο πρώτο CD της έκδοσης ακούγεται, βασικά, το παρθενικό προσωπικό άλμπουμ του τραγουδοποιού, που κυκλοφόρησε από την President, εκείνη την εποχή (1958). Παρουσιάζονται εννέα τραγούδια (συνθέσεις των Jean-Michel Arnaud, Jimmy Walter, Michel Legrand, Henri Salvador, Gerry Mulligan), στηριγμένα, φυσικά, στους στίχους και τις ερμηνείες, πια, του ιδίου του Claude Nougaro. Οι τίτλοι τους: “Maman m’la dit”, “Tiens toi bien mon Coeur”, “Toutes les musiques”, “Vachement décontracté “, Il y avait une ville”, “Marguerite”, “Les anges”, “Le piano de mauvaise vie” και “Serge et Nathalie”. Περιττό να πω πως μερικά από τα τραγούδια αυτά είναι καταπληκτικά, όπως π.χ. το “Maman m’la dit” (μουσική: Jimmy Walter), που είχε πρωτοπεί ο Stephen Bruce (υπάρχει στο δεύτερο CD) και βεβαίως το “Serge et Nathalie” (με την πρώτη ερμηνεία της Colette Renard), το οποίον εδώ απογειώνεται τη βοηθεία του harpsichord. To CD θα κλείσει με το “Jesus”, ένα σκετς του Nougaro, από την εποχή του Lapin Agile (early 50s) σε ηχογράφηση του 2002, που παραχώρησε, για την έκδοση, η σύζυγός του Helene Nougaro.
Τραγούδι της εποχής, από εκείνα που έψαχνα, δεν βρήκα στο YouTube. Ας ξαναθυμηθούμε λοιπόν το “Paris Mai”…

Πέμπτη 8 Μαρτίου 2012

JAN JOHANSSON ιστορικές στιγμές

Έχει περάσει μια δεκαετία από τότε που αγόρασα το άλμπουμ του σουηδού πιανίστα Jan Johansson (1931-1968) “Jazz pa Svenska/ Svenska Folklatar” [megafon, 1964]. Από ποικίλα διαβάσματα εκείνης της περιόδου υπήρχε η πληροφόρηση πως επρόκειτο για ένα ιστορικό άλμπουμ της swedish jazz, ένα από τα πρώτα στα οποία αποκτούσε πλήρες νόημα ο όρος. Τι σήμαινε δηλαδή swedish jazz κατά τον Johansson, αλλά και για μερικούς ακόμη συνοδοιπόρους του της ίδιας εποχής (Bengt-Arne Wallin, Lars Gullin…); Το εξής, σήμερα, απλό. Η διερεύνηση ενός τρόπου εναρμονίσεως μέσω του οποίου θα επικοινωνούσαν οι παραδοσιακοί ρυθμοί της χώρας (οι πόλκες βασικά), με τις γενικότερες jazz αντιλήψεις για τον αυτοσχεδιασμό και τη σύνθεση. Το αποτέλεσμα, όσον αφορά στο “Jazz pa Svenska”, ένα άλμπουμ μόνο για πιάνο (Johansson) και κοντραμπάσο (Georg Riedel), που ξεκίνησε να ηχογραφείται τον Φεβρουάριο του 1962, για να ολοκληρωθεί τον Μάιο του ’64, υπήρξε όχι απλώς εντυπωσιακό, αλλά και καθοριστικό για την εξέλιξη της jazz στη Σουηδία. Κομμάτια όπως το “Visa fran Utanmyra” ή το “Visa fran Rattvik” αποτέλεσαν ακλόνητα στάνταρντ μέσα στα χρόνια, αναδεικνύοντας το “Jazz pa Svenska” ως το πιο εμπορικό (σουηδικό) jazz άλμπουμ όλων των εποχών.
Ο Johansson, που έφυγε νωρίς από τη ζωή (στα 37 του) ύστερα από αυτοκινητικό δυστύχημα, έπαιξε πιάνο για τον Stan Getz με τον οποίον και ηχογράφησε (προσφάτως κυκλοφόρησε σε ετικέτα Riverside το CD “Stan Getz at Nalen/ with Jan Johnasson/ Live in the Swedish Harlem”, που περιλαμβάνει εγγραφές από το 1959), ενώ υπήρξε ένας από τους πρώτους Ευρωπαίους (αν όχι ο πρώτος), που κλήθηκαν από τον Norman Granz στις περιοδείες και τα κονσέρτα Jazz at the Philharmonic του 1959 (πάντα ως μέλος του Stan Getz Quartet).
Προσφάτως (2011), η ACT Music, τιμώντας τον σημαίνοντα μουσικό, κυκλοφόρησε το άλμπουμ In Hamburg, το οποίον περιλαμβάνει ποικίλες ηχογραφήσεις των ετών 1965-68 (υπάρχει και μία μεταθανάτια, του 1973), που συνέβησαν στο Αμβούργο, τη βοηθεία (κάποιες φορές) της NDR-Studioband και των NDR Jazzworkshops· δηλαδή της στούντιο μπάντας και των jazz εργαστηρίων της Norddeutscher Rundfunk (Ραδιοφωνία της Βορείου Γερμανίας).
Με τον Georg Riedel (κι εδώ) ως βασικό συνεργάτη, αλλά και με τις παρουσίες ανά track, των Bengt-Arne Wallin, Eje Thelin, Arne Domnerus, Jan Allan, Lennart Aberg, Rune Gustafsson, Egil Johansen κ.ά., της αφρόκρεμας δηλαδή των παικτών της σουηδικής σκηνής της εποχής, το “In Hamburg” δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο από ένα πανόραμα της swedish jazz των sixties.
Από τα δεκατρία θέματα του CD, ας το πω από την αρχή, τα έξι είναι σουηδικά παραδοσιακά, τα τέσσερα συνθέσεις του Johansson, δύο είναι στάνταρντ (το “Nature boy” του Eden Ahbez, το “Yesterdays” του Jerome Kern), ενώ ένα είναι σύνθεση του Riedel. Ξεκινώντας από τα πρώτα (τα παραδοσιακά) εκείνο που διακρίνεται αμέσως είναι η κυριαρχία του υλικού από το “Jazz pa Svenska”· μάλιστα, στην πλειονότητά τους, οι συνθέσεις αυτές αποδίδονται μόνον από τους Johansson και Riedel, όπως ακριβώς και στον συγκεκριμένο δίσκο. Τι να πει κανείς γι’ αυτά τα θέματα; Είναι, απλώς, ανεπανάληπτα. Το “Visa fran Utanmyra”, το “Emigrantvisa”, το “Visa fran Rattvik” αφήνουν μία μαγική μελαγχολία, ένα αίσθημα βαθέως ποιητικού ρομαντισμού, όχι πολύ διαφορετικό (στη βάση του) εκείνου που άφηνε την ίδιαν εποχή, με τις ανάλογες κινήσεις, ο Krzysztof Komeda στην Πολωνία, ο Vagif Mustafazadeh στην π. Σοβιετική Ένωση, αν θέλετε ακόμη-ακόμη και ο Γάλλος Jacques Loussier (λίγο νωρίτερα), με τη δική του εργασία πάνω στον Bach. Από τα στάνταρντ, το “Nature boy” είναι, με μία λέξη, μοναδικό. Η NDR-Studioband ζωγραφίζει είτε στο background, είτε μπροστά συμπλέοντας στη γνωστή μελωδία με τον πιανίστα, ενώ το φλάουτο του Claes Rosendahl είναι εκείνο που προσφέρει στο κομμάτι τα απαραίτητα φυσικά vibes. Από τις προσωπικές, τώρα, συνθέσεις του Johansson εκείνο το οποίον αναγιγνώσκεται αμέσως είναι η μελωδική ευχέρειά του, αλλά και η ικανότητά του να συνδυάζει romance και cinematic ατμόσφαιρες, με την πρωτοπορία της εποχής· το κομμάτι “3,2,1 - go!”, είναι απολύτως χαρακτηριστικό της δικής του μοναδικής γραφής.
Το άλμπουμ θα κλείσει με μία σύνθεση ηχογραφημένη το 1973 από τους Arne Domnerus σαξόφωνο, κλαρινέτο, Rune Gustafsson κιθάρα και Georg Riedel μπάσο, που δεν είναι άλλη από το θέμα που ετοίμασε ο Johansson, λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή, για το πρώτο επεισόδιο της σουηδικής τηλεοπτικής σειράς Pippi Långstrump (1969)· τη γνωστή και στην Ελλάδα ως Πίπη η Φακιδομύτη (βασικός χαρακτήρας παιδικών βιβλίων της Astrid Lindgren). Ένα παγκοσμίως γνωστό παιδικό τραγούδι ενός μεγάλου jazzman, εδώ (στο CD εννοώ), σε μία εκτέλεση για γονείς. Ή για θείους…

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

THE MOOT POINT ποντικοφάρμακο

Πρόκειται για κυκλοφορία αρχείου. Οι Moot Point προέρχονταν από τη Θεσσαλονίκη, σχηματίστηκαν το 1984, κατορθώνοντας να μείνουν μαζί περίπου μια δεκαετία, ηχογραφώντας μόνο κασέτες. Από μια τέτοια κασέτα τους γνώρισα κι εγώ, που είχε μοιραστεί με το πρώτο τεύχος του fanzin Rollin’ Under (1986) κι είχε τίτλο Give Bees a Chance (μαζί και οι X-Rays Eyes, New Rose, International Comedy, Mushrooms, Life in Cage, Never Ending Story, Σταύρος Λιόντος – την ξανάκουσα επί τη ευκαιρία και τη βρήκα μπουκωμένη, αλλά θα τη διορθώσω). Εκεί ανθολογούνταν δύο κομμάτια των Moot Point (Βασίλης Μέλφος κιθάρα, φωνητικά, Λία Γιόκα πλήκτρα, φωνητικά, Αγαμέμνων Μάρδας μπάσο, Γιώργος Καλογεράκης τύμπανα), τα «Έναρξη το Σεπτέμβριο» και «Ποντικοφάρμακο», τα οποία βεβαίως ακούγονται και στο παρόν LP (240 αντίτυπα) που αποτελεί μια συνεργασία της Wipe-out Records με την B-Otherside Records.
Κατά βάση, το υλικό του βινυλίου είναι μία προσαρμογή της κασέτας Gonna Blast! Ya Fulla Lead, που περιείχε 22 κομμάτια (εδώ ακούγονται τα 17) και η οποία είχε πρωτοβγεί τον Απρίλιο του ’86· έπιανε δε τους Moot Point στο ακρότατο τής punky προβληματικής τους. Αν υπάρχει κάτι που να χαρακτηρίζει την μπάντα, διαφοροποιώντας την από άλλες του καιρού της, είναι ο ελληνικός στίχος μέσω του οποίου θίγονται ποικίλα κοινωνικά ζητήματα, κάποτε, μάλιστα, με ευτράπελο τρόπο – «πάλι μ’ έστησε η γκόμενά μου/ κι ας λέει πως αυτή με γουστάρει/ μόλις έσπασα και τα γυαλιά μου/ όταν τράκαρα σ’ ένα φανάρι/ καθώς κοιτούσα τις κλούβες», και αλλού «μου είπαν στις ειδήσεις πως θα γίνει έκλειψη ηλίου/ πήγα κι αγόρασα γυαλιά για να τη δω/ ξυπνάω ξημερώματα τη φάση να μη χάσω/ περιμένω ανυπόμονα να πάει μεσημέρι/ η ώρα είναι ακόμα έξι παρά δέκα/ η ζέστη είν’ αφόρητη σαν να ’ναι καλοκαίρι». Από την άλλη μεριά, ο ήχος, άγριος και ακατέργαστος (όπως και τα φωνητικά εξάλλου), παρέχει στους Moot Point όλα εκείνα τα πρωτογενή χαρακτηριστικά που συναντώνται στα εν τω γεννάσθαι συγκροτήματα, και τα οποία (χαρακτηριστικά) πιθανώς να τονίζονταν (καλλιτεχνικώς) ακόμη περισσότερο αν η πρώτη-πρώτη εγγραφή ήταν πιο επαγγελματική. Η άλλη άποψη βεβαίως, υποστηρίζει πως μέσα από μία τέτοια ερασιτεχνική, κάνε το για σένα καταγραφή, εκείνο το οποίον διασώζεται τελικώς είναι κάτι ακόμη πιο σημαντικό. Η αυθεντικότητα, η ορμή κι η τραχύτητα μιας νεανικής μπάντας, ένα κομμάτι ιστορίας εν προκειμένω, που δεν υπήρξε προϊόν και που δεν χρωστούσε, εν τέλει, σε κανέναν. Τα είπαν, έφυγαν…
Επαφή: www.wipeout.gr, www.b-otherside.gr

Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Ίλιον

Ο Γιώργος Νταλάρας αντιπροσωπεύει για ένα τμήμα του κόσμου (μικρό, μεγάλο, ή ακόμη πιο μεγάλο – δεν είμαι σε θέση να το μετρήσω) συστατικό στοιχείο τής κυρίαρχης κατάστασης· εκείνης που μας έφερε εδώ που μας έφερε τα τελευταία 38 χρόνια. Το βίντεο από το Ίλιον μάς θυμίζει κάτι από την πανωλεθρία των πολιτικών στην προηγούμενη παρέλαση (της 28ης Οκτωβρίου). Η ελεύθερη κάθοδος στο πλήθος είναι πλέον πρόβλημα για όλους εκείνους που συναγελάστηκαν με τα υψηλά κλιμάκια, ή άσκησαν τη δική τους εξουσία (ο καθείς από το χώρο του). Η μπάλα φαίνεται πως έχει σαρώσει τους πάντες· όσο κι αν κάτι τέτοιο οφείλει να μας προβληματίζει. Δεν πρέπει να οδηγηθούμε σε καταστάσεις από τις οποίες δεν είμαι σίγουρος ότι θα προκύψει κάτι, που θα πάει τα πράγματα μπροστά. Το χάος δεν μπορεί να είναι η λύση.

Προσωπικώς, είμαι οργισμένος με πολλά (όπως όλοι μας), αλλά, στην ηλικία και στη φάση που είμαι, δεν θα πέταγα ούτε μπαμπάκι προς κάποιον που με έβλαψε (εντός ή εκτός εισαγωγικών). Τούτο, όμως, δε σημαίνει πως μπορώ να κατηγορήσω a priori και ελαφρά τη καρδία όποιον σκέπτεται και δρα διαφορετικά από εμένα. Δεν βιώνουμε όλοι με την ίδιαν ένταση τις συνέπειες της διάλυσης των πάντων. Τι να πεις σε κάποιον που είναι άνεργος 2-3 χρόνια, που μένει στο νοίκι, που δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών του, και που μπορεί να αντιμετωπίζει κι ένα πρόβλημα υγείας; (Ο συνδυασμός, δυστυχώς, δεν προέρχεται από ταινία με τον Ξανθόπουλο και τον Βασιλάκη Καΐλα – είναι υπαρκτός). Λέω, προσωπικώς, πως οφείλουμε να παλέψουμε με έλλογα μέσα (έρχονται κι εκλογές) μπας κι αλλάξει κάτι, πως οφείλουμε να εξαντλήσουμε όσα περιθώρια ψυχραιμίας μάς έχουν απομείνει πριν οδηγηθούμε (δηλαδή μας οδηγήσουν) σε ανεπανόρθωτους ολοκληρωτισμούς. Παρά ταύτα δεν μπορώ να πείσω κανέναν για την αναγκαιότητα της δικής μου άποψης.

Η μεταπολιτευτική εξουσία είναι αλήθεια πως εξέθρεψε χίμαιρες. Κάποιοι ανέβηκαν ψηλά, πολύ ψηλά, με ξένα δεκανίκια. Η εξουσία γιγαντώθηκε, ενώ και πολλοί από τους εξουσιαζόμενους έγλειψαν (κι αυτοί) το… κοκκαλάκι τους γλιστρώντας προς τα πάνω. Χάθηκαν το μέτρο κι η σεμνότητα και αντικαταστάθηκαν από τη θρασύτητα και τον ψευτο-τσαμπουκά της «επιτυχίας». Τώρα που τα παραμύθια τελείωσαν η πτώση θα είναι οδυνηρή. Για όλους. Και για ’κείνους που άσκησαν την εξουσία και που θα τραβήξουν, εν πάση περιπτώσει, για άλλες πολιτείες, και για τους εξουσιαζόμενους (πολλοί εκ των οποίων θα βράσουν στο ζουμί τους). Εξηγήσεις θα επιχειρηθεί (και επιχειρείται) να δοθούν. Φοβάμαι όμως πως καμμία εξήγηση δεν θα είναι αρκετή για να καλμάρει τον εξαπατημένο.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

PETE AND ROYCE ελληνικό progressive

Τo progressive rock –η μετεξέλιξη κατ’ ουσίαν του βρετανικού ψυχεδελικού ήχου των 60s–, ως είδος μουσικό απασχόλησε, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, εκατοντάδες μουσικούς και συγκροτήματα σχεδόν σε κάθε γωνιά του κόσμου και βεβαίως στην Ελλάδα. Εκεί, στην πρώτη εποχή, ως progressive rock (στο επίπεδο των εκδόσεων) θα μπορούσε να χαρακτηριστούν τα άλμπουμ «Απέραντα Χωράφια» [Polydor, 1972] του Κώστα Τουρνά, ο «Ακρίτας» [Polydor, 1973], άντε και το «Σε Άλλους Κόσμους» [Columbia, 1976] του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη και βεβαίως μερικά ακόμη long-play Ελλήνων που βγήκαν στο εξωτερικό όπως το “666” [Vertigo, 1972] των Aphrodite’s Child, το “Axis” [Riviera, 1973] των Axis, το “Earth” [Vertigo, 1973] του Βαγγέλη Παπαθανασίου…
Μία δεύτερη ομάδα ελληνικών progressive συγκροτημάτων βρίσκει τον τρόπο να κάνει αισθητή την παρουσία της στα τέλη της δεκαετίας (του ’70) με βασικούς εκπροσώπους τους Apocalypsis, τους Pete and Royce, τους P.L.J Band, τους Nemesis, άντε και τους Schmetterling ή και κάποιους ακόμη (δεν κάνω προσκλητήριο). Το κύριο χαρακτηριστικό εκείνης της ομάδας των γκρουπ, που τα διαφοροποιεί από τα προηγούμενα, είναι πως απετέλεσαν σκηνή. Εμφανίζονταν δηλαδή στους ίδιους χώρους, συμμετείχαν σε κοινά live, δισκογραφούσαν ταυτοχρόνως, έγραφαν γι’ αυτούς τα έντυπα την ίδιαν εποχή, απασχολούσαν σε συζητήσεις μια μερίδα μουσικόφιλων. Διαμορφώθηκαν, έτσι, δύο τάσεις. Η μία ήταν η… απαξιωτική. Κάποιοι δε γινόταν να χωνέψουν πώς ήταν δυνατόν την εποχή των Damned, των Stranglers και των Talking Heads να υπάρχουν ακροατές που να τη βρίσκουν με τις μουσικές των Camel, των Genesis και των Pink Floyd. Η αλήθεια είναι πως η έλλειψη progressive ακουσμάτων στα early seventies (παρότι κάποια άλμπουμ, όπως ας πούμε το “Thick as a Brick” των Jethro Tull, κυκλοφορούσαν εγκαίρως σε ελληνικές εκτυπώσεις), η μη ύπαρξη πολλών αναλόγων συναυλιών και βεβαίως η απουσία, ή, εν πάση περιπτώσει, η πενιχρότητα του σχετικού πληροφοριακού υλικού, δημιούργησαν ένα handicap, που δύσκολα θα καλυπτόταν, έτσι κι αλλιώς, τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια. Όταν άρχισε να σκάνε, όμως, στην πορεία οι πρώτοι δίσκοι ελληνικής κοπής των Camel, των Van der Graaf Generator, των Genesis –μήπως και των King Crimson και των Yes;– , αλλά και των πιο πίσω ονομάτων (των Greenslade, των Nektar, των East of Eden, ακόμη και των Amon Düül II ή των Caravan) που ήταν φθηνότεροι από τους εισαγωγής και εντοπίζονταν πιο εύκολα (ακόμη και στα περιφερειακά δισκάδικα), το πράγμα άρχιζε να ισορροπεί –βοηθούσε και το γεγονός πως άρθρα για το progressive rock δημοσιεύονταν και στα τρία κύρια περιοδικά της εποχής, τον Ήχο, τη Μουσική και το Ποπ & Ροκ–, παρά την όποια διαφορά φάσης. Κάποιοι, λοιπόν, δεν το συγχώρησαν ποτέ αυτό στην prog σκηνή τής περιόδου –την καθυστέρηση, δηλαδή, στην αφομοίωση των παλαιών επιρροών–, ενώ άλλοι στήριξαν κι έδωσαν χώρο στα συγκεκριμένα σχήματα προκειμένου να αναπτυχθούν πηγαίνοντας παρακάτω. Ορισμένα, είναι αλήθεια, πως τα κατάφεραν. Έδωσαν ξεχωριστά live, ηχογράφησαν αξιοπρεπείς δίσκους (ως μουσικοί, εξάλλου, τα μέλη εκείνων των γκρουπ δεν ήταν καθόλου αμελητέοι– απεναντίας), απασχόλησαν τα σχετικά media…
Να τι έγραφε φερ’ ειπείν για τους Pete and Royce και το “Suffering of Tomorrow” ο Γιώργος Τζώρτζης στη Μουσική (τεύχος 32, Ιούλιος ’80): «Πρόκειται για μια προσπάθεια που αξίζει πολλά συγχαρητήρια.(…) Οι μουσικοί κινούνται μέσα σ’ ένα κλίμα τεχνο-ροκ, όπως επικράτησε να λέγεται εκείνη η μουσική άποψη που χαρακτηρίστηκε έντονα από συγκροτήματα σαν τους Genesis, τους Floyd, τους Yes κ.ά. Όλες οι συνθέσεις στέκονται σε υψηλό επίπεδο και είναι ολοφάνερος ο αέρας της άνεσης στην απόδοση των κομματιών.(…) Αν η ηχοληψία και η παραγωγή ήταν λίγο περισσότερο προσεγμένη, σίγουρα θα είχαμε στη δισκοθήκη μας ένα πολύ αξιόλογο δίσκο».
Και ο Στάθης Παπούλιας (ο... γνωστός τηλεσχολιαστής) για το “Days of Destruction”, το δεύτερο δίσκο της μπάντας, και πάλι από τη Μουσική (τεύχος 44, Ιούλιος ’81): «Το γκρουπ έχει σημαντικές ελλείψεις(…). Οι συνθέσεις κάπου κολλάνε(…). Πάντως θα πρέπει να παρατηρήσω ότι τα ακουστικά μέρη είναι πολύ καλά και σηκώνουν τον υπόλοιπο δίσκο.(…) Οι Pete and Royce παίζουν μουσική της περασμένης δεκαετίας, αλλά με αγάπη και μεράκι γι’ αυτό που κάνουν. Κι είναι χίλιες φορές προτιμότερο να βοηθάμε τα δικά μας συγκροτήματα να σταθούν στα πόδια τους παρά τα ξένα που διαθέτουν άπειρα μέσα και δεν παίζουν ουσιαστικά τίποτα πιο ενδιαφέρον».
Όπως αντιλαμβάνεστε λοιπόν οι Pete and Royce είναι το θέμα μας, και αφορμή δεν είναι άλλη από την πρόσφατη επανέκδοση σε ωραίο limited CD (ασημένιο all paper gatefold cover, συν folded ένθετο) των δύο άλμπουμ τους από τη νεοσυσταθείσα ελβετική εταιρεία Musicbazz.
Αν κάτι πρέπει να ειπωθεί από την αρχή, για τα άλμπουμ των Pete and Royce, είναι η μέτρια παραγωγή τους. Οι μικρές ανεξάρτητες εταιρείες, η Οκτώηχος του Νίκου Γεωργούση (έγραψα πριν λίγες μέρες τα σχετικά) και η Ocean, δίχως προφανώς την πείρα σχετικών ηχογραφημάτων, δεν αποτύπωσαν όπως θα άρμοζε τις μουσικές της μπάντας. Παρά ταύτα, η προσφορά της Musicbazz είναι δεδομένη, καθότι τα LP είναι δυσεύρετα και συνεπώς η επανακυκλοφορία εκπληρώνει ένα βασικό της στόχο.
Το συγκρότημα είχε ως βάση του δύο μουσικούς με ταλέντο και ωραίες συνθετικές ιδέες. Ο κιθαρίστας Παναγιώτης Τσίρος και ο κιμπορντίστας Βασίλης Γκίνος (υπεύθυνοι για όλα τα κομμάτια και των δύο δίσκων) έχουν μελετήσει το prog/art rock των συγκροτημάτων που προαναφέραμε, μεταφέροντας με επιτυχία το πνεύμα τους στα δικά μας μέτρα. Οι συνθέσεις λοιπόν είναι το πρώτο βασικό ατού των Pete and Royce. Και γράφοντας κανείς για το “Suffering of Tomorrow” δεν μπορεί να μην ξεχωρίσει το εισαγωγικό Flickering light (θυμίζει italian prog σχήματα των seventies), το ανοιχτό μελωδικό It’s so unreal, το Time με τη… λιγωτική μελωδία και πενιά και βεβαίως τη σουίτα Years before. Προσπαθώ να φανταστώ αυτό το κομμάτι ηχογραφημένο σε στούντιο αιχμής και με βρετανό τραγουδιστή και το βλέπω να χτυπάει κορυφή. Με τη φαντασία θα μείνω.
Αλλά και το επόμενο άλμπουμ, το xian “Days of Destruction”, δεν υπολείπεται αναγκαστικώς του “Suffering of Tomorrow” (όπως διαδιδόταν τότε). Απεναντίας, έχει να επιδείξει μία κάπως καλύτερη παραγωγή, όπως και την ίδιαν άνεση στο συνθετικό τομέα. Τα κομμάτια είναι πιο compact, δίχως όμως να παρουσιάζουν, πάντα, τη γλαφυρότητα εκείνων του προηγούμενου LP. Τα φωνητικά παραμένουν γενικώς αδύνατα, οι κιθάρες ακούγονται ενίοτε πιο μπροστά και πιο σκληρές, τα ακουστικά μέρη είναι όντως ξεχωριστά (όπως έλεγε και ο Παπούλιας το ’81), ενώ το φερώνυμο Days of destruction που κλείνει το άλμπουμ (και το CD) είναι, με διαφορά, το ωραιότερο κομμάτι που έγραψαν ποτέ οι Pete and Royce. Η μελωδία είναι πανέμορφη, το break από το ημι-ακουστικό μέρος προς το πιο fully-electric είναι άψογο, ενώ το δεύτερο κουπλέ (“Believe me, now I wanna die/ there isn’t any reason for me to survive”) δείχνει το πώς ακριβώς μία απλή μελωδική γραμμή μπορεί να υψώσει ακόμη πιο πολύ ένα ούτως ή άλλως ωραίο τραγούδι.
Επαφή: www.musicbazz.com

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

η ΦΡΙΝΤΖΗΛΑ τραγουδά ΣΚΑΝΔΑΜΗ

Δεν είχα υπ’ όψιν μου τον Θέμο Σκανδάμη, ή τουλάχιστον δεν θυμόμουν τ’ όνομά του, παρότι το 2008 είχε κυκλοφορήσει το πρώτο του CD (στο οποίο CD τρία κομμάτια απέδιδε η Μάρθα Φριντζήλα). Έτσι, κοιτάζοντας τον τίτλο του πρόσφατου άλμπουμ «Η Μάρθα Φριντζήλα Τραγουδά Θέμο Σκανδάμη» [Μικρός Ήρως, 2011] μου δημιουργήθηκε αυτομάτως η απορία: ποιος είναι εν πάση περιπτώσει αυτός ο Σκανδάμης και γιατί τέλος πάντων τον τραγουδά η Φριντζήλα; Για να μην αφήνω «μισά λόγια» και άκαιρα υπονοούμενα, λέω (με παρρησία) πως ο τίτλος του άλμπουμ δεν είναι σεμνός· κάτι που μπορεί, σε πρώτο χρόνο, να φανερώνει μια σιγουριά και μιαν τραγουδοποιητική αυτοπεποίθηση, αλλά σ’ ένα δεύτερο μάλλον κάνει κακό στον νεαρό τραγουδοποιό.
Ο Σκανδάμης επιχειρεί να γράψει λαϊκά τραγούδια· τραγούδια με μπουζούκι, που δυνητικά να μπορεί να μπουν στο στόμα κάθε ανθρώπου. Δεν τα καταφέρνει, στο βαθμό που θα ήθελα ή θα έπρεπε. Τα τραγούδια του δεν είναι λιτά, είναι κάπως περισπούδαστα, και κυρίως δεν έχουν τις «πιασάρικες», με την καλή έννοια, μελωδίες – ό,τι απαιτείται δηλαδή, προκειμένου ένα τραγούδι ν’ αρχίσει να κατέρχεται στο πλήθος. Έχω τη γνώμη πως ο Σκανδάμης πρέπει ν’ ασχοληθεί με την μπαλάντα (και όχι αναγκαστικώς τη λαϊκή). Κάποια τραγούδια προς το τέλος του άλμπουμ του (τα Πόλεμος χαρακωμάτων, Προσευχή και Όνειρο), που δεν είναι με την ειδολογική έννοια αμιγώς λαϊκά, είναι εκείνα που φανερώνουν πληρέστερα και τις δυνατότητές του ως τραγουδοποιού.
Η Μάρθα Φριντζήλα, για ακόμη μία φορά σ’ ένα άλμπουμ, φανερώνει ερμηνευτικό χαρακτήρα, κρίνοντας όμως από το «Όνειρο» (που το αποδίδει ο ίδιος ο συνθέτης-στιχουργός) λέω πως ο Σκανδάμης επιβεβαιώνει κάτι που μου πέρασε από το μυαλό, την ώρα που άκουγα τον «Πόλεμο χαρακωμάτων» (το ωραιότερο τραγούδι του άλμπουμ). Μπορεί, άμεσα, ν’ αρχίσει να κατεβαίνει μόνος του στη γούβα που έσκαψε πρώτος ο Μάνος Λοΐζος, βαθαίνοντάς την στην πορεία ο Σωκράτης Μάλαμας και ο Ορφέας Περίδης.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

SOUL BROTHERS INC. garage/disco

Η κατάσταση με τις soul και τις funk κυκλοφορίες από το παρελθόν θυμίζει την τρέλα με το garage-punk των sixties, στη δεκαετία του ’80. Συγκροτήματα που δεν είχαν κατορθώσει να ηχογραφήσουν άλμπουμ (ορισμένα δε ούτε επίσημο single), βλέπουν σήμερα τον κόπο τους να κάνει στράκες, να πρωταγωνιστεί στα ποικιλώνυμα DJ-sets, να απασχολεί συλλέκτες, compilers, εταιρίες και περιοδικά (δικτυακά ή κανονικά), να γίνεται, εν πάση περιπτώσει, ζήτημα. Αφορμή για το σχόλιο μού δίνει μία πρόσφατη (2010) κυκλοφορία της γερμανικής Tramp Records, η “The Story of The Soul Bros. Inc. 1968-1974”, η οποία ανθολογεί 17 κομμάτια των Τεξανών (από το Houston) Soul Brothers Inc., μιας… garage soul μπάντας που κατέγραψε τη δυναμική της σε μερικά δισκάκια στην επταετία ’68-’74.
Από τα βάθη της αμερικανικής ανεξάρτητης soul σκηνής και από τους καταλόγους των εταιριών Bari (από το Detroit), Salem (κάπου στην Virginia, πιθανώς ή προφανώς από το Salem), Commonwealth United (από τη Νέα Υόρκη), Shandy, αλλά και της δικής τους S.B.I. (Soul Brothers Inc.) επιλέγουν οι άνθρωποι τής Tramp το σπάνιο υλικό τους (συλλέκτες έχουν ακουμπήσει έως και $3500 για ένα τέτοιο 45άρι!) προκειμένου να δημιουργήσουν ένα ανέλπιστο άλμπουμ· ανέλπιστο υπό την έννοια πως οι Soul Brothers Inc. είναι ένα άψογο γκρουπ, ευρύτατου βεληνεκούς.
Ενσωματώνοντας στον ήχο τους – μέσα σε αυτά τα χρόνια της δισκογραφικής τους διαδρομής – στοιχεία από το garage, τη soul (από την πιο νευρική, έως την smooth), το funk φυσικά, αγγίζοντας έως και τις παρυφές της disco, οι Τεξανοί μεγαλουργούν σε κομμάτια όπως το “Girl in the hot pants” σύνθεση του Henry Boatwright (λέμε τώρα) ενός μέλος του γκρουπ, ένα soul-ξυράφι, με βαθύ στοιχειώδες rhythm section και φωνητικά που σπαρταράνε, το “Put it on him” σε πιο Memphis style, τα “Soul train parts 1&2” και “Git it” με τη ξέχειλη Brown-ική σφραγίδα, αλλά και το “I don’t think we going back again”, μία πρωτόλεια καρέκλα, στο γνωστό mid-seventies ύφος (των L.T.G. Exchange ας πούμε). Ποιος, όμως, θα είναι εκείνος που θ’ αγνοήσει ακόμη και τον εισαγωγικό garage soul αδάμαντα “Slow motion”; Έλα ντε;

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

SIX FEET UNDER

Από την Colonia του New Jersey, οι Six Feet Under είδαν να κυκλοφορούν, όσο βρίσκονταν εν ζωή, μόλις δύο 45άρια τους, τα “Inspiration in my head / In retrospect” [Scepter, 1970] και “Fields / Freedom” [Scepter, 1970]. Τώρα (πέρυσι), 41 χρόνια αργότερα δηλαδή, ξαναβλέπουν τα τραγούδια τους να γυρίζουν στο βινύλιο (είχαν γυρίσει νωρίτερα και σε CD), αυτή τη φορά μέσω μιας συλλογής της Anazitisi Records. 
Το άλμπουμ Inspiration In my Head περιλαμβάνει τα τρία tracks των singles, το τέταρτο (“Fields”) σε εναλλακτική μορφή, καθώς και έξι ανέκδοτα στον καιρό τους. 
Το συγκρότημα αποτελούμενο από την τραγουδίστρια Nanette DeLaune και τους Jerry Dobb πλήκτρα, φωνητικά (ο βασικός συνθέτης), Scott Julian κιθάρες, Duane Ulgherait μπάσο και Jay Crystal ντραμς αναπτύσσει τη δική του garage-psych δυναμική, η οποία δεν εξαντλείται στα τετριμμένα. Απεναντίας... 
Με ήχο διαυγή, άψογα παιξίματα, λυσεργική συνείδηση, ενίοτε προοδευτικούς (αντιπολεμικούς) στίχους και με αναφορές (δια στόματος Jerry Dobb) σαφείς και καθαρές (Strawberry Alarm Clock, The Youngbloods, Iron Butterfly, The Doors…), οι Six Feet Under είναι ένα συγκρότημα το οποίο –όταν το ακούσεις– δεν γίνεται να το αγνοήσεις. 
Το “What would you do?” (και στις δύο εκδοχές του), το “Baby, I want to love you” (ίσως το ωραιότερο κομμάτι του άλμπουμ, ένα psych κάπως blues, με πατημένα φωνητικά, trippy όργανο, στιβαρές μπασογραμμές, βαριές κιθάρες και drum breaks), το στακάτο “Freedom” και το εντελώς… San Francisco “Running around in the sun” (στο ύφος των Mystery Trend, με πολύ ωραίο μελωδικό σόλο στο όργανο από τον Jerry Dobb), είναι κομμάτια που δεν τα ξεχνάς εύκολα. 
Πεντακόσιες κόπιες, 4σελιδο ένθετο, 180 γραμμάρια βινύλιο.

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

κυπριακά...

Ολίγα βιογραφικά είναι απαραίτητα. Το Trio Tekke δημιουργήθηκε στο Λονδίνο το 2005 από τους Κυπρίους Αντώνη Αντωνίου τζουρά, Λευτέρη Μουμτζή κιθάρα, καθώς και τον κοντραμπασίστα Colin Somervell. Σπίθα για τη δημιουργία του γκρουπ υπήρξε η αγάπη τους για το ρεμπέτικο τραγούδι. Τo 2009 κυκλοφόρησαν τον πρώτο τους δίσκο «Τα Ρεγγέτικα»… ενώ, στο ίδιο πάντα πλάνο συνεχίζουν και με το δεύτερο άλμπουμ τους, το «Σαμάς» [Ιδιωτική Έκδοση], που είναι κυκλοφορία του ’11. Πριν πάω παρακάτω ας σημειώσω πως ο Λευτέρης Μουμτζής είναι ο J. Kriste/Master of Disguise, το folk-pagan άλμπουμ του οποίου “Girls, Ghosts and Gods” [Puzzlemusik, 2009] καταγράφηκε, οπωσδήποτε, ως μιαν ευχάριστη έκπληξη (στο ίδιο άλμπουμ συμμετείχε και ο κοντραμπασίστας Somervell) και πως υπάρχει εν τέλει μία ευρύτερη κυπριακή παρέα, που θέλει να προτείνει καινούρια πράγματα. Τώρα, θα πει κάποιος «τι καινούρια πράγματα μας λες», όταν οι Trio Tekke διασκευάζουν Σπύρο Περιστέρη, Σπύρο Ολλανδέζο, Απόστολο Χατζηχρήστο και Γιώργο Μπάτη, αναπαράγοντας ένα ρεμπέτικο ή περί το ρεμπέτικο κλίμα; Και όμως, εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Το να μπορείς, δηλαδή, ν’ ακούγεσαι σημερινός μ’ ένα ρεπερτόριο… 80ετίας. Αφήνω δε το γεγονός πως ό,τι ακούμε στο «Σαμάς» δεν είναι αποκλειστικώς versions (τέσσερις), αλλά κυρίως πρωτότυπα κομμάτια (οκτώ). Σ’ αυτά λοιπόν τα πρωτότυπα κομμάτια ανιχνεύεται η ιδιαίτερη απόχρωση του γκρουπ, που συνίσταται στην οριοθέτηση ενός περιπαικτικού, παρεΐστικου και διασκεδαστικού κλίματος, ανακατεύοντας στη διαδρομή acoustic blues, dawg, western swing ακόμη και ηλεκτρακουστικά μουσικά στοιχεία. Το τι ακριβώς εννοώ υπάρχει ως αίσθηση παντού, αλλά κυρίως στα δύο “InDa”, στο μέσον και στο τέλος του άλμπουμ.#
Λουβάνα είναι μία παραδοσιακή κυπριακή σούπα… είναι όμως και μία δισκογραφική εταιρεία, που πήρε εμπρός το Μάρτιο του 2007 στο Λονδίνο, από τον Μουμτζή, τον οποίον θυμόμαστε ακόμη από την παρουσία του σε άλμπουμ τρίτων (π.χ. στο “Meadow Rituals” των Lüüp). Το γενικό συμπέρασμα είναι πως πρόκειται για έναν δημιουργικό μουσικό, που χειρίζεται ποικίλα όργανα (κιθάρες, πλήκτρα, πνευστά), παντρεύοντας με το δικό του τρόπο ετερόκλητα ηχοχρώματα.
Ένα ακόμη πιο πρόσφατο εγχείρημα του Μουμτζή ακούει στο όνομα Stelafi, ένα ελεύθερο τρίο, που κυκλοφόρησε προσφάτως το πρώτο του άλμπουμ· έχει τίτλο «Ο σιδεροκόφτης» και αποτελεί την τρίτη κυκλοφορία τής Λουβάνα Δίσκοι, η έδρα της οποίας βρίσκεται πλέον στη Λευκωσία. Οι Stelafi, βασικά, είναι τρεις, η Στέλα Φυρογένη φωνή, στίχοι, μελωδίες, ο Ανδρέας Τραχωνίτης κρουστά, φωνές, programming και ο Λευτέρης Μουμτζής κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα, κρουστά, μελώδικα, μπουζούκι, recorder, ντραμς, programming, samples, στίχοι και συνθέσεις. Μέσα στα σχεδόν 34 λεπτά που διαρκεί το CD οι Stelafi δεν καθιστούν μόνο σαφή την προβληματική τους, τη σχετική με τη δική τους μείξη των ειδών, καταθέτουν κιόλας μία πολλάκις ενδιαφέρουσα πρόταση, γύρω από το πώς ένα ελληνόφωνο τραγούδι μπορεί να βαδίσει παραλλήλως με τα σύγχρονα ή τα λιγότερο σύγχρονα electro-ρεύματα, τις avant περιπλοκές, το έντεχνο παρελθόν, το rock φυσικά, ακόμη και την bossa nova, δίχως να χάνει την αμεσότητά του. Καθότι υπάρχουν και αγγλόφωνα τραγούδια στο «σιδεροκόφτη», που λειτουργούν όμως με την ίδια λογική· τελικώς, η γλώσσα δεν είναι το πρόβλημα. Τρεις μουσικοί λοιπόν, που χειρίζονται ένα κάρο όργανα, αλλά και άλλοι δέκα(!), που χειρίζονται άλλα… δύο κάρα (ανάμεσά τους ο Φώτης Σιώτας βιολί, βιόλα, ο James Adams και η Ρεβέκκα Κατσαρή τρομπόνια, ο Κώστας Παντέλης ηλεκτρική κιθάρα…) και κυρίως ένα περιπετειώδες άκουσμα, που πιάνει κορυφή με την «Ευκολία» (μίαν αίσθηση Λένας Πλάτωνος των 80s προς το πιο ροκίζον, με τα ίδια, ή μάλλον με τα ανάλογα, υπόγεια μελωδήματα), την bossa «Για χάρη σου» (όσο πιο περιοριστική, τόσο πιο κοντά στην ουσία της), το ακατάτακτο ή εν πάση περιπτώσει… κατά τόπους ψυχεδελικό “Seven flat-headed bubbles” (το ακούμε πιο κάτω), τον εντελώς πλατωνικό «Σιδεροκόφτη», το desert rock “Lizard dance”… Το μέλλον τούς ανήκει (ντεμοντέ ως φράση, αλλά καλή για κλείσιμο).#
Μία τελείως διαφορετική περίπτωση είναι εκείνη των Isaac’s Cello και του “Here’s Your Ears” (2011), της δεύτερης, βάσει κωδικών, κυκλοφορίας της Λουβάνα Δίσκοι· «διαφορετική» παρότι συμμετέχουν εδώ ως guests ο Μουμτζής (moog, πλήκτρα) με τον Τραχωνίτη (κρουστά), οι οποίοι έχουν επιμεληθεί και την παραγωγή. Τρεις είναι και οι Isaac’s Cello –Zeyn Mroueh φωνή, κιθάρες, μπάσο, Jacob Papageorgiou κιθάρα, μπάσο, stylophone, Liam Iacovou ντραμς–, ο ήχος τους όμως είναι διαφορετικός. Το συγκρότημα κινείται σ’ ένα ύφος heavy rock με progressive χαρακτηριστικά (με hard, αλλά κα με μελωδικά στοιχεία στις συνθέσεις του), που ξεκινά από την αγάπη του για τον Hendrix και τους Led Zeppelin (“Catching a rhino”) και καταλήγει στην αγάπη του για τους Radiohead. Φυσικά υπάρχουν και ενδιάμεσες αγάπες, οι οποίες φιλτράρουν, αλλοιώνουν και προσανατολίζουν τον ήχο των Isaac’s Cello προς την κατεύθυνση του προσωπικού – ένα, κάποιες φορές στα όρια του stoner, rock σύγχρονο και… παραδοσιακό στον ίδιο βαθμό, που αποδίδεται με γνώση και με δύναμη συναισθηματική. Τα 51 λεπτά τού “Here’s Your Ears” ρέουν με τη χαρακτηριστικότατη των ανέσεων, με όλες τις παραμέτρους (συνθέσεις, στίχοι, ερμηνείες, «βοήθειες»), να λειτουργούν στην εντέλεια. Ακούγοντας π.χ. το φερώνυμο track (στο τέλος, σε clip από το YouTube) δυσκολεύομαι να φανταστώ πώς θα μπορούσε να ηχεί καλύτερα ένα rock (εδώ και με στοιχεία ηλεκτρονικά) τραγούδι του σήμερα. Πιθανώς η απάντηση να βρίσκεται στο έσχατο κομμάτι, το “Outro” –εκεί όπου το abstract περιβάλλον είναι μεν εμφανέστερο, αν και το ίδιο λειτουργικώς– αλλά ας μην το παρατραβήξω και φανώ υπερβολικός.
Επαφή: www.louvana.com.cy

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

LEV ένας τζαζ πιανίστας στην Ελλάδα των 50s

Το όνομα του Lev (ή Λεβ), του πιανίστα Lev και της ορχήστρας του, το είχα πρωτακούσει από τον πατέρα μου, που ήταν φίλος του bel canto και γνώριζε ακόμη και τους πιο σκιώδεις έλληνες τραγουδιστές του στυλ, όπως τον Σώτο Σιδηρόπουλο ή τον Γιώργο Λουκά. Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, αλλά θυμάμαι πως μου είχε μιλήσει για έναν λευκοντυμένο πιανίστα, με τεράστιο όνομα στα χρόνια του ’50. 
Το όνομα του Lev το άκουσα κι άλλες φορές στην πορεία, κάποια στιγμή έφθασαν και τραγούδια του στ’ αυτιά μου, ενώ τα πιο πρόσφατα χρόνια μου είχαν μιλήσει γι’ αυτόν ο Γεράσιμος Λαβράνος και ο Γιώργος Κοντραφούρης. Ο πρώτος μου είχε πει: 
«Το 1954 υπηρετούσα σε μια Βάση που υπήρχε τότε στο Φάληρο. Επειδή όσοι ασχολούμασταν με τη μουσική είχαμε κάποια ‘ειδική μεταχείριση’ βγαίναμε έξω πιο συχνά και κάποια βράδυα βρέθηκα να παίζω πιάνο στον Φλοίσβο. Απέναντι από τη Βάση ήταν ο Ιππόδρομος κι εκεί υπήρχε ένα μαγαζί στο οποίο έπαιζε ο Λεβ, ένας πολύ καλός λευκορώσος πιανίστας. Όταν ο αέρας φύσαγε κατά τη μεριά της Βάσης οι ήχοι του Λεβ ‘πέρναγαν τα σύρματα’». 
Ο Κοντραφούρης δεν είχε προλάβει βεβαίως να γνωρίσει τον Lev (ο Λευκορώσος είχε πεθάνει από το 1968), αλλά είχαν φθάσει στ’ αυτιά του τα κατορθώματά του: 
«Ξέρω για αρκετούς εκείνη την εποχή που βάδιζαν στο δικό τους δρόμο – κι ένας απ’ αυτούς ήταν ο Λεβ, ένας πιανίστας που έκανε, τότε, πρωτότυπα πράγματα. Δεν ξέρω αν υπάρχει τίποτα δικό του ηχογραφημένο». «Υπάρχουν κάποια πράγματα» του είχα απαντήσει, «αλλά κι εγώ δεν ξέρω αν διασώθηκε κάτι από ’κείνη τη σπουδαία, όπως λένε, ορχήστρα του με Λέανδρο Κοκκόρη, Κώστα Σεϊτανίδη, Ίωνα Αλεξιάδη κ.ά.», συμπλήρωνα…
Οι Lev and his Orchestra το καλοκαίρι του 1960 στον Ιππόδρομο (θερινή Αθηναία). Από αριστερά, μπροστά (καθήμενοι): Κώστας Κοκκιναράς τενόρο, Λέανδρος Κοκκόρης ακορντεόν, Γιάννης Κανακάκης βιολί, Λεβ πιάνο. Από αριστερά πίσω (όρθιοι – αναφερόμαστε πάντα στους μουσικούς με τα λευκά σακάκια): Ίων Αλεξιάδης(;), Ανδρέας Δεληγιαννάκης κρουστά, Κώστας Σεϊτανίδης κοντραμπάσο. Η φωτογραφία προέρχεται από το ένθετο του άλμπουμ «Σχεδόν Απόγευμα» του Λεάνδρου Κοκκόρη.
Την προπερασμένη Κυριακή στο παζάρι, στο Θησείο, ανακάλυψα ένα δισκάκι του Lev το οποίον αγνοούσα. Δεν μου είχε μιλήσει ποτέ κανένας γι’ αυτό, ούτε είχα διαβάσει κάπου κάτι. Γενικώς, αγνοώ την περισσότερο τζαζ δισκογραφία αυτού του μουσικού κι αν εξαιρέσεις την παρουσία του (Lev Orchestra) στο soundtrack της ταινίας τού Jiří Sequens Επιτάφιος για Εχθρούς και Φίλους [Lyra LE 2042, 1966] με τρία κομμάτια (Blues, Time for dance, Theme from the film) δεν είχα υπ’ όψιν μου κάτι άλλο. Το 45άρι είναι αρκετά παλαιό –κατά πάσα πιθανότητα από το 1961 ή και το ’60– ανήκει στην «332» σειρά της Philips, με το “Minigroove” στην ετικέτα, και περιέχει τα κομμάτια “Nights of Moscow / Lola Lolita” [Philips 332 030 PF]. Και τα δύο κομμάτια υπογράφονται από τους Lev and his Orchestra.Παρένθεση. Το ελληνικό όνομα του Lev, βάσει των στοιχείων του Λεξικού της Ελληνικής Μουσικής του Τάκη Καλογερόπουλου, ήταν Λέων Κανακάκης, και με την επωνυμία Ορχήστρα Lev-Kanakakis εμφανιζόταν σε κέντρα των Αθηνών εκείνη την εποχή (fifties-early sixties). Το “Kanakakis” αναφερόταν στον βιολιστή Γιάννη Κανακάκη, που, λογικώς, ήταν συγγενής του (αδελφός;). Άλλα μέλη της Ορχήστρας ήταν ο Λέανδρος Κοκκόρης ακορντεόν, πιάνο (η Ορχήστρα είχε δύο πιανίστες δηλαδή), ο Κώστας Σεϊτανίδης κοντραμπάσο, ο Ανδρέας Δεληγιαννάκης κρουστά, ο Κώστας Κοκκιναράς σαξόφωνο, ο Ίων Αλεξιάδης κιθάρα (πατέρας του γνωστού πιανίστα τής improv-jazz Μηνά Αλεξιάδη). Ο Καλογερόπουλος γράφει επίσης πως στα χρόνια του ’60 σαξοφωνίστας στην μπάντα τού Lev ήταν ο Χριστόφορος Ρίμπας, που αργότερα εμφανίστηκε με τους Jaguars, τους Sounds κ.ά. Κλείνει η παρένθεση.
Το πρώτο από τα δύο τραγούδια, το “Nights of Moscow”, είναι το γνωστό… σοβιετικό άσμα (σύνθεση του Vasily Solovyov-Sedoi βασισμένη σε στίχους του Mikhail Matusovsky). Το τραγούδι διατηρεί όλα εκείνα τα folk ρωσικά χαρακτηριστικά του, με την ηλεκτρική κιθάρα ν’ συνοδεύει σε oriental παίξιμο, τα chorus vocals να προσθέτουν σε… κοζακική exotica και την ερμηνεία του ίδιου του Lev (στη ρωσική φυσικά) να σπάει τα κοντέρ (ο άνθρωπος είχε και φωνάρα). 
Έτσι για την πληροφορία να πω πως το “Nights of Moscow” το τραγούδησαν λίγο αργότερα (με αγγλικούς στίχους) και οι Stylistes, στο 45άρι “The house of the rising sun/ Nights of Moscow” [RCA Victor 50g 4005, 1965]. 
Εκείνο όμως το track που σε στέλνει είναι το flip-side, το “Lola Lolita” ή “Ave Maria Lola” του Ισπανού (αλλά με όλη την καριέρα του να εξελίσσεται στην Κούβα) Sergio G. Siaba, μία ξεσηκωτική guaracha, με σπάνιας ομορφιάς σόλο από τον Lev στο πιάνο και ερμηνεία από τον Κώστα Σεϊτανίδη (μάλλον). (Στο δισκάκι διαβάζουμε “Vocal by KCSTA”, αντί για “Vocal by KOSTA”). Καταπληκτικό κομμάτι, κι ένα από τα ωραιότερα cuban-latin-jazz, που ηχογραφήθηκαν ποτέ στον τόπο μας.

SCOTT DUBOIS - CHRIS GARRICK

Κιθαρίστας και συνθέτης (σήμερα στα 34 του) ο Scott DuBois έχει βρεθεί στη σκηνή με τον David Liebman (συμμετείχε στα άλμπουμ του “Monsoon” το 2004 και “Tempest” το 2006, αμφότερα για τη Soul Note) και ακόμη με τους Chris Potter, Andrew D’Angelo, Bob Mintzer, Tony Malaby κ.ά. Βραβευθείς σε διαγωνισμούς (Thelonious Monk Jazz Competition) και με τις ενθαρρυντικές κριτικές να τον συνοδεύουν από τότε που ξεκίνησε τη διαδρομή του, ο DuBois έχει τελευταίο άλμπουμ (2010) στην αμερικανική Sunnyside Communications που τον φέρνει και πάλι στο προσκήνιο. Έχοντας δίπλα του τον σαξοφωνίστα-μπάσο κλαρινετίστα Gebhard Ullmann (έχει παίξει-δισκογραφήσει με τους Paul Bley, Lee Konitz, Han Bennink, Alexander Von Schlippenbach, William Parker…), τον μπασίστα Thomas Morgan (από Paul Motian’s Band, Steve Coleman’s 5 Elements και John Abercrombie Quartet, με το οποίο κουαρτέτο έχει γράψει στην ECM) και τον δανό ντράμερ Kresten Osgood (εγγραφές με Sam Rivers, Paul Bley, Dr. Lonnie Smith…), ο DuBois, στο “Black Hawk Dance” παρουσιάζει μία σειρά επτά δικών του συνθέσεων (περί τα 54 λεπτά η διάρκεια) ποικίλων τεχνοτροπιών και ατμοσφαιρών. Αν και το εισαγωγικό κομμάτι “Black hawk dance” κατακρατεί κάποια ethnic στοιχεία, ανακαλώντας στη μνήμη μου τη σχετική jazz των Pachora φερ’ ειπείν, αν και το χαμηλό τόνων “Illinois procession rain” θα μπορούσε να θυμίζει την ιδιόμορφη jazz ενός άλλου λησμονημένου κιθαρίστα, του Amancio D’Silva, είναι τα από ’κει και πέραν κομμάτια (το “Dust celebration”, το “River life”, το “Souls” και ιδίως το “Louis Frederic”) που φέρνουν την μπάντα του Scott DuBois πλησίον και πολλές φορές εντός ενός ελεύθερου πεδίου, αυξάνοντας κατακορύφως το ακροαματικό ενδιαφέρον.
Το νέο CD του Scott Dubois θα έχει τίτλο “Landscape Scripture” [Sunnyside] και θα κυκλοφορήσει την 13/3.
Επαφή: www.scottdubois.com
Οδηγώντας το μάτι σου, θέλοντας και μη, στα υπερτονισμένα ονόματα των βιολιστών Mark Feldman, Fritz Kreisler, Joe Venuti, Nigel Kennedy, Regina Carter, Michael Urbaniak και Didier Lockwood, έτσι όπως παρατίθενται σ’ ένα φεγιέ με κάποιες πληροφορίες γύρω από το έσχατο CD “Flight Mode” [Flying Blue Whale] του βρετανού βιολιστή Chris Garrick (γιός μιας μορφής της british jazz, του Michael Garrick), οπωσδήποτε παραξενεύεσαι. Τέτοια πληθώρα βιρτουόζων από την jazz και την κλασική τοποθετούν, αυτομάτως, πολύ ψηλά τον πήχυ, επηρεάζοντας (ας το πω), με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, την επικείμενη ακρόαση. Περιμένεις (ας το ξαναπώ) κάτι το διαφορετικό, κάτι που να αιτολογεί π.χ. το… μεγάλο καλάθι, κι όχι απλώς ένα καλό άλμπουμ, με ενδιαφέρουσες versions (“It ain’t necessarily so” του G. Gershwin, “How insensitive” του A.C. Jobim), αλλά και με μιαν όντως ενδιαφέρουσα σύνθεση του υπογράφοντος, την 5μερή σουίτα “We’ll be somewhere else” (με το “Chaos in paradise” να ξεσηκώνει).
Εν πάση περιπτώσει. O Chris Garrick, όπως και οι μουσικοί που τον συνοδεύουν (Tom Hooper ντραμς, David Gordon πιάνο, keyboards, Ole Rasmussen κοντραμπάσο) συντάσσουν ένα απολύτως ενδιαφέρον άλμπουμ μέσα στα πλαίσια της νέας jazz, κλείνοντας το μάτι περισσότερο προς το folk και βεβαίως προς το... κατακαημένο fusion των 70s (αλήθεια που είναι οι Jean-Luc Ponty και Gerry Goodman;) και λιγότερο προς την κλασική (σύγχρονη ή παλαιότερη) ή την ελεύθερη φόρμα.
Επαφή: www.chrisgarrick.com

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

TOKYO INTERNATIONAL POP FESTIVAL 1969-1989

Δεν θυμάμαι τι ακριβώς έψαχνα στο δίκτυο, όταν έπεσα πάνω σ’ ένα λεπτομερέστατο site που αφορούσε στο Tokyo International Pop Festival της εικοσαετίας 1969-1989. Πήρα σβάρνα όλες τις χρονιές και κατέγραψα τις εκεί ελληνικές παρουσίες. Να τα αποτελέσματα…
1969
Χωρίς συμμετοχή
1970 
Ζωή Κουρούκλη – Είναι κάποιος άλλος (πρώτος ημιτελικός)
Σώτος Παναγόπουλος – Give me wings (2ος ημιτελικός)
[Αγγλόφωνο τραγούδι ο Παναγόπουλος σε φεστιβάλ εκείνης της εποχής εκπροσωπώντας την Ελλάδα; Προφανώς, πρόκειται για τη μετάφρασή του. Στη δισκογραφία πέρασε με τον Δάκη ως «Δώσε μου φτερά» στο 45άρι «Δώσε μου φτερά/ Κλείσε τα μάτια και θυμήσου» (Minos 5158, 1970). Το τραγούδι ήταν σύνθεση του Ανδρέα Χατζηαποστόλου σε στίχους Τάκη Σωτήρχου]
1971
Μαρίνα – Ένα φίλο ζητώ (πρώτος ημιτελικός)
1972 
Ελπίδα – Mh teaee (18ον ανάμεσα στα 21 τραγούδια του τελικού, 19/11/1972)
[Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις για ποιο τραγούδι πρόκειται.]
1973 
Mariangela – You were right (πρώτος ημιτελικός)
[«You were right/ Συννεφιά» Polydor 2061 162, 1973]
1974 
Ελπίδα – Μην υποχωρείς (4/23 στον τελικό, 17/11/1974)
[Το τραγούδι ανθολογείται στο άλμπουμ World Popular Song Festival ’74. Επιτυχία για την Ελπίδα στην Ελλάδα. Ακούγεται και στο LP της Κοίτα το Φως Philips 9112 001, του 1975.] 
1975 
Βλάσης Μπονάτσος – Κυριακή (18/21 στον τελικό, 16/11/1975)
[Είχε κυκλοφορήσει σε 45άρι από τη Lyra. Η άλλη πλευρά ήταν το «Όσο κι αν ψάχνω» από το LP «Καινούργια Μέρα». Αν και το είχα παλαιά αυτό το single, το τραγούδι δεν το θυμάμαι. Αν το έχει κανείς ας το ανεβάσει.]
1976
Mariangela – Think I’m losing my men (πρώτος ημιτελικός)
1977
Χωρίς συμμετοχή
1978 
Άννα Βίσση – Αν το μπορείς (πρώτος ημιτελικός)
1979-1982
Χωρίς συμμετοχή
1983 
Μπέσυ Αργυράκη – Le chant des gitans (4/17 στον τελικό, 30/10/1983)
[Σύνθεση του Σπύρου Παπαβασιλείου σε στίχους Π. Κάλκου. Το τραγούδι ακούγεται και στο LP “World Popular Song Festival In Tokyo ’83”. Το παράξενο είναι πως στην Ελλάδα διαφημίστηκε ως «Πρώτο Βραβείο Φεστιβάλ Τόκυο, 1983» σε εξώφυλλο LP και ετικέτα single, όταν πρωτιά, βάσει του σχετικού site, είχε καταλάβει το “Times goes by” των Ούγγρων Newton Family]
1984
 Χωρίς συμμετοχή
1985 
Κλεοπάτρα – Πρώτη του Μάη (ημιτελικός)
1986-1989
Χωρίς συμμετοχή

Εδώ http://is.gd/flbh04 η πρώτη διοργάνωση (1969) του φεστιβάλ. Στο κάτω μέρος της σελίδας πατάς τα σχετικά πλαίσια με τις χρονιές και μεταφέρεσαι σε όποια θες.

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

CARNAVAL A PATRAS

Το δισκάκι “Dansez le Sirtaki” για το οποίο θα πω δυο λόγια, για κάποιο λόγο, είναι γαλλικό, extended play (περιέχει 4 κομμάτια δηλαδή) και κυκλοφόρησε στην Columbia [ESRF 1658], το 1965. Είναι δε ενδεικτικό της τρελής κατάστασης που είχε διαμορφωθεί στη Γαλλία και αλλαχού, μετά την επιτυχία της ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη “Zorba the Greek” (1964). Δεκάδες ορχήστρες προσέθεταν στο ρεπερτόριό τους τα βασικά θέματα του soundtrack του Μίκη Θεοδωράκη, συμβάλλοντας έτσι σε μία άνευ προηγουμένου λαϊκοποίηση του συρτακίου καθιστώντας το σήμα κατατεθέν· κάτι σαν εθνικό χορό του νεοέλληνα (ακόμη και σήμερα το ίδιο συμβαίνει). Αυτό το δισκάκι λοιπόν, που περιείχε τα κομμάτια “Theme de Zorba, Danse de Zorba/ Carnaval a Patras, Les bergers de Mykonos”, το υπέγραφε κάποιος Niki Kiriakis με την Ορχήστρα του (et son Orchestre). Ποιος να ήταν, όμως, αυτός ο… Kiriakis και τι σχέση μπορεί να είχε με την Ελλάδα (αν κρίνουμε και από τους τίτλους των δύο ορχηστρικών της δεύτερης πλευράς); Τρία τα ενδεχόμενα…Μπορεί να ήταν κάποιος άγνωστος γάλλος μαέστρος, ελληνικής καταγωγής (αν και δεν το βλέπω πολύ πιθανό). Μπορεί να ήταν ο Γιάννης Σπανός(!), που υπέγραφε τότε στη Γαλλία και ως Kyriakos and his Orchestra, έχοντας μάλιστα ξαναηχογραφήσει τον «Ζορμπά» (πιθανόν). Μπορεί, τέλος, να ήταν κάποιος άλλος γάλλος(;) μαέστρος, ο οποίος για εμπορικούς καθαρά λόγους (ναι, το να ήσουν Έλληνας μέτραγε διεθνώς στα mid-sixties) υιοθετούσε ένα δικό μας ονοματεπώνυμο· κάτι, που, εν πάση περιπτώσει, δε θα συνέβαινε για πρώτη φορά, αφού και ο Paul Mauriat, ως Nico Papadopoulos, είχε ηχογραφήσει τα «Παιδιά του Πειραιά» και το “Hassapico nostalgique” του Χατζιδάκι στις αρχές του ’60. Σ’ αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αναφερόμουν στον Giuseppe Mengozzi, συνθέτη της «Πάτρας» και της «Μυκόνου», όπως διαβάζω στα credits. Ό,τι κι αν ισχύει, πάντως, μικρή η διαφορά…
Ο «Ζορμπάς», είτε στο θέμα είτε στο χορό, είναι «Ζορμπάς» – δεν υπάρχουν εκπλήξεις. Το “Les berges de Mykonos” με λίγη φαντασία θα μπορούσε να το είχε συνθέσει ακόμη και ο Χατζιδάκις (όμορφο κομμάτι, ονειροπόλου διάθεσης), ενώ το “Carnaval a Patras”, με στοιχεία κεφαλλονίτικης αριέτας, είναι… δις χαριτωμένο, φέρνοντας στο νου εικόνες παλαιότερου πατρινού καρναβαλιού· όταν πρωταγωνιστούσαν οι παρέες δηλαδή και όχι η μάζα. Εν πάση περιπτώσει…
Για όλους τους φίλους στην Πάτρα, που ξέρουν να γλεντούν με το δικό τους τρόπο.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΖΕΡΒΟΣ εξόριστος σε κρατικό κανάλι

Χθες το βράδυ η ΕΤ1 –το καλύτερο κανάλι της ελληνικής τηλεόρασης– έδειξε την ταινία του Νίκου Ζερβού «Εξόριστος στην Κεντρική Λεωφόρο» (1979). Την ταινία την είχα δει παλαιά, την έχω και σε DVD, ενώ την άκουγα-έβλεπα και χθες διαβάζοντας παραλλήλως το βιβλίο με το σενάριό της, που είχε κυκλοφορήσει το 1981, από τις εκδόσεις Χιονάτη για μεγάλους του Βαγγέλη Κοτρώνη (1957;-1985). Ο «Εξόριστος…» είχε προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1979, και μαζί με «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα…» του Νίκου Νικολαΐδη και τον «Ασυμβίβαστο» του Ανδρέα Θωμόπουλου αποτελούν μια τριάδα ταινιών που επιχείρησαν να μιλήσουν, την ίδια στιγμή, για το θέμα της ένταξης, ή μη ένταξης μιας συνομοταξίας Ελλήνων (που ανδρώθηκαν, στις δύο πρώτες, με το rock n’ roll και το rock), λειτουργώντας μέσα σε συγκεκριμένους πολιτικοκοινωνικούς μύθους, και που κλήθηκαν κάποια στιγμή να επιλέξουν ανάμεσα στη συντριβή του ονείρου όπως λέμε ή την εθελουσία έξοδο. Βεβαίως, οι τρεις ταινίες είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη φόρμα –τα έχουμε πει ήδη για την ταινία του Νικολαΐδη, και πιθανώς να τα πούμε κάποια στιγμή και για την ταινία του Θωμόπουλου– έχω όμως την πεποίθηση πως η ταινία του Ζερβού είναι η πιο ειλικρινής και άρα η πιο ουσιαστική από τις τρεις.
Κατ’ αρχάς είναι μία ταινία, που αγαπάει τον άνθρωπο· όχι τον ηθοποιό ειδικώς (μας έχουν ψοφήσει κάποιοι σινε-κριτικοί μ’ αυτή την αηδία), αλλά τον άνθρωπο γενικώς. Είναι μία ταινία χωρίς εντυπωσιακά στοιχεία (στοιχεία ψεύτικου εντυπωσιασμού εννοώ) και κίβδηλους συμβολισμούς, απλή, κατανοητή και ιστορικώς άψογα τοποθετημένη στο μουσικό-κοινωνικό-πολιτικό της πλέγμα, που επιχειρεί μέσω του τρόπου ντιρέκτ, και με την κάμερα συχνά στο χέρι, να δώσει πνοή σ’ ένα όνειρο, που ποτέ (στο φιλμ) δεν μετατρέπεται σε εφιάλτη (ακόμη και στη σκηνή τού τέλους… στο τέλος).Ο 'πειρατής' Νίκος Ζερβός σε εφηβική ηλικία εκπέμποντας από το ραδιοσταθμό A-60. Στον τοίχο τεύχη των Μοντέρνων Ρυθμών και τα εξώφυλλα του “Help!” και του “The Rolling Stones”. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο.

Γράφει σχετικώς ο Κοτρώνης:
«Βασικός ‘ήρωας’ της ταινίας ο Κώστας Φέρρης, έξοχος σαν ερμηνευτής, που ωστόσο κουβαλάει τα βιώματά του στον τύπο που ‘υποδύεται’ (σ.σ. ως γνωστόν ο Φέρρης έζησε από κοντά τα γεγονότα του Μάη του ’68, αλλά και την άνθηση του rock – στιχουργός, ανάμεσα σε άλλα, στο “666” των Aphrodite’s Child και στον «Ακρίτα» να υπενθυμίσω). Στην ουσία δεν ερμηνεύει κανένα ρόλο, αλλά ζει τον εαυτό του. Και αυτό είναι που έχει αξία. Υπάρχει και μια κοπελιά (Μαρίλλη Τσοπανέλλη), γνώστρια της σεξουαλικότητάς της, νέα που θέλει υποσυνείδητα να συνταιριαστεί με τούτον το ‘θανατοποινήτη’. Με διαθέσεις λανθάνοντα μαζοχισμού θέλει να ενταχθεί σε μια κατάσταση, να βιώσει μια σειρά από βιώματα που της είναι ξένα και τελικά γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο απροσπέλαστα. Μετά είναι οι φίλοι, ή καλύτερα ο φίλος (εδώ ξαναβρίσκουμε το γνωστό από το ‘Αλδεβαράν’ Δημήτρη Φινινή – έχει κάνει και τις σκηνογραφίες της ταινίας), που μοιάζει να έχει ενταχθεί πλέον στην καινούργια κατάσταση της τελευταίας 20ετίας του 20ου αιώνα, χωρίς κίνδυνο να διακυβεύσει πλέον την ύπαρξή του. Υπάρχει τέλος και το κοινόβιο, λύση αποτυχημένη λίαν, που τυραννάει τον Φέρρη ‘ήρωα’, μην μπορώντας να την αποδιώξει, γνωρίζοντας ίσως έτσι το δικό του τέλος». 
Στην ταινία υπάρχουν διάφορες ωραίες σκηνές, με τον Ζερβό να ελέγχει πλήρως το υλικό του ακόμη και στα δύσκολα, εκεί όπου τα πάντα φαίνεται να τα καθορίζει η σύμπτωση (π.χ. στη σκηνή της Πανεπιστημίου με τους ήρωες μεθυσμένους όντως, κατά τον Κοτρώνη, ψυχεδελοβαμμένους και χρυσοσκονισμένους να βρίσκονται στο δικό τους σύμπαν, ανάμεσα στο πλήθος που κοιτάζει έκπληκτο και σαν αποχαυνωμένο).
Φυσικά, η μουσική (επιλογές του Ζερβού και του Φέρρη) έχει το δικό της ρόλο στον «Εξόριστο…» και τα κομμάτια των Doors, των Rolling Stones, των Canned Heat, του John Mayall, του JJ Cale, του Leonard Cohen ακόμη και του Bach, εντάσσονται άψογα στη δομή, σχολιάζοντας όσα διαδραματίζονται.
Κι ένα τελευταίο. Τον «Εξόριστο στην Κεντρική Λεωφόρο» (“Exile on Main Street” δηλαδή) τον είχαν μοιράσει σε DVD Τα Νέα το 2005. Πάνω στο φακελάκι… περνάει σαν τρέιλερ η λεζάντα «η ξεκαρδιστική κωμωδία του Νίκου Ζερβού». Αυτός που τη σκέφτηκε, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ήταν τελείως γρόθος.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

REMI KABAKA black goddess

Η βρετανική Soundway συνεχίζει να σκάβει στο… εξωτικό dance παρελθόν των 70s (κυρίως) προσφέροντας (σε επανεκδόσεις) πολύ σπάνιους δίσκους. Στις πιο πρόσφατες κυκλοφορίες της (έτοιμες ή προγραμματισμένες ) εντάσσονται το “Make Ιt Fast, Make Ιt Slow” (1977) του Rob από την Γκάνα, το “Projection One” (1973) των Edzayawa από το Τόγκο, το “Ifetayo” (1976) των Black Truth Rhythm Band από το Τρίνινταντ… Το “Black Goddess” είναι περυσινό, αλλά έχει (και αυτό) τη σημασία του…
Βασικά έχουμε να κάνουμε με το soundtrack μιας νιγηριανο-βραζιλιάνικης ταινίας από το 1978, γυρισμένης από τον Ola Balogun (ένας από τους πιο αναγνωρισμένους, όπως πληροφορήθηκα, νιγηριανούς σκηνοθέτες). Το στόρι της ταινίας έχει, μέσες-άκρες, ως εξής (οι πληροφορίες από το www.subversivefilmfestival.com): Τον 18ον αιώνα, ο πρίγκιπας Oluyole πέφτει στα χέρια του εχθρού, για να πουληθεί ως σκλάβος και να μεταφερθεί στη Βραζιλία. Δύο αιώνες αργότερα, ένας γέρος πεθαίνει στο Λάγκος και ζητά από το γιο του, τον Babatunde, να επισκεφθεί τη Βραζιλία και να ανακαλύψει τι ακριβώς είχε συμβεί με τον πρόγονό τους. Για να τον βοηθήσει του δίνει ένα ειδώλιο της θεάς Yemoja. Ο Babatunde θα πετάξει σύντομα για το Ρίο ντε Τζανέιρο. Εκεί, με τη βοήθεια ενός γέρου και της μικρής του κόρης θα καταφέρει να εισχωρήσει στην τοπική μαύρη κοινότητα και τις θρησκευτικές λατρείες της. Κατά τη διάρκεια μιας τελετής Candomblé η κόρη του ιερέα Elisa αποκαλύπτει στον Babatunde πως θα βρει εκείνο που ψάχνει σ’ ένα μικρό χωριό της Bahia. Συνοδευόμενος από την Elisa, ο Babatunde ακολουθεί το όραμά της. Το ταξίδι τους παίρνει μυστικιστικές διαστάσεις, όταν σε μιαν εκστατική στιγμή ο Babatunde βλέπει τη ζωή του προπάτορά του και σκλάβου πια Oluyole να εξελίσσεται μέσα σε μια φυτεία. Ο Babatunde είναι στην πραγματικότητα η μετενσάρκωση του Oluyole, ενώ η Elisa είναι η μετενσάρκωση της αγαπημένης του Amanda, που σκοτώθηκε καθώς δραπέτευε από τη φυτεία. Μετά την αφύπνιση, ο Babatunde αντιλαμβάνεται πως το πεπρωμένο του ταξιδιού του δεν ήταν άλλο από την ίδια την Elisa.
Γι’ αυτό το φιλμ που προβλήθηκε στη Νιγηρία ως “Black Goddess” και στη Βραζιλία ως “A Deusa Negra” έγραψε μουσική ο ντράμερ και κιμπορντίστας Remi Kabaka, γνωστός (ίσως) από την παρουσία του σε ηχογραφήσεις των Ginger Baker’s Air Force, Steve Winwood, John Martyn, Hugh Masekela, Jim Capaldi, Paul McCartney κ.ά. To 39λεπτο OST, που ολοκληρώθηκε με τις παρουσίες των Dele Okonkwo τενόρο, σοπράνο, κρουστά, B.D. Wright πλήκτρα, μπάσο, κρουστά και Joni Haastrup lead κιθάρες, πλήκτρα (από τους Monomono) περιλαμβάνει έξι συνθέσεις σ’ ένα afro-jazz (με κάποια στοιχεία funk) στυλ, δίχως να αποφεύγονται (πώς θα μπορούσε να γίνει) τα περισσότερο πνευματικά κομμάτια (το πρώτο “The quest”, το 11λεπτο “Black Goddess”) ή ακόμη και τα ατμοσφαιρικά (το δεύτερο “The quest”). Το “Black Goddess” OST κυκλοφόρησε στην εποχή του μόνο στη Νιγηρία (σε άγνωστη προς εμένα ετικέτα) και τη Βραζιλία (σε London), παραμένοντας, πάντα, ένα δυσεύρετο όσο και ιδιαίτερο άλμπουμ. Η ωραία επανέκδοση της Soundway μάς έδωσε, πέρυσι, τη δυνατότητα να το ακούσουμε.