Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

ολίγα έντεχνα και λαϊκά... από το '08 και το '09

Σεμνές κουβέντες για μερικά «έντεχνα» ελληνικά άλμπουμ, που ακούστηκαν τον τελευταίο ενάμιση χρόνο… Όχι και τόσο παλιά... Το “Summertime In Prague” [Cantini, 2008] του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου είναι μια συλλογή ορχηστρικών, από τις συνεργασίες του με τους σκηνοθέτες Ανδρέα Θωμόπουλο, Νίκο Κουτελιδάκη, Ρένο Χαραλαμπίδη και Γιώργο Αγαθονικιάδη - αν κρίνω από ένα μικρό σημείωμα του συνθέτη στο χάρτινο φάκελλο. Δεν είμαι σίγουρος αν το υλικό έχει γραφεί για κινηματογραφικές ταινίες, για σίριαλ της TV ή κάτι άλλο – αν και τούτο, στην πορεία, έχει μικρή σημασία. Η αποφυγή τού ίδιου του Καλαντζόπουλου να δώσει ακριβή στοιχεία για το τι ακούμε και, κυρίως, από που προέρχονται όσα ακούμε, έχει να κάνει προφανώς με την πεποίθησή του ότι το άλμπουμ παρουσιάζεται ως μία αυτοδύναμη και αυτόνομη πρόταση, που μπορεί να λειτουργήσει και πέραν της εικόνας. Είναι έτσι. Συμβάλλουν σ’ αυτό – συμβάλλουν δηλαδή στην αισθητική ενότητα – το Sofia Radio Ensemble, υπό τον Boris Sapassov και η Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ, υπό τον Ραφαήλ Πυλαρινό. Η Έλλη Πασπαλά, με το φερώνυμο τραγούδι, σε στίχους του ίδιου του Καλαντζόπουλου, προσθέτει στο βιογραφικό της – μετά το “Youkali” – ακόμη μία ερμηνεία αναφοράς.
Ο Αγάθωνας ζωντανά «Στη Στοά των Αθανάτων» [Όγδοη Νότα/ General Music]. Σαφές. Και ακόμη πιο σαφές το ρεμπέτικο ρεπερτόριο (κυρίως τα άγια thirties), απλωμένο σε 2CD, και ηχογραφημένο «ξερά», δίχως «ποιότητες», δίχως πολλά-πολλά εκ των υστέρων. Επειδή η αυθεντικότητα είναι μία και «άπαξ δια παντός», χρειαζόταν, επί του προκειμένου, μία γενικότερη περιποίηση. Εντάξει, προσωπικώς, σπανίως αναφέρομαι σε λεπτομέρειες που δεν σχετίζονται με την ουσία, αλλά, εδώ, ακόμη και το άδειο «σαλόνι» του εξωφύλλου μαρτυρά πως ό,τι έγινε, έγινε στο πόδι. Είπαμε...
Πρέπει να κρατάμε χαρακτήρα και να γράφουμε, διαρκώς, το... ίδιο. Όταν το «ίδιο» έχει να κάνει με... στρατηγικές επιλογές και σκέψεις. Ο Γιώργος Καζαντζής είναι ένας, όπως λέμε, προικισμένος συνθέτης (ενίοτε και στιχουργός), όμως, πραγματικά, αναρωτιέμαι ποιός ο λόγος να χρησιμοποιήσει για τα τραγούδια του δεκατρείς(!!) ερμηνευτές (Ιωαννίδης, Θηβαίος, Κανά, Τσαλιγοπούλου, Καλημέρη, Ανδρεάτος, Ζερβουδάκης, Θωμαΐδης...); Η «Ίσαλος Γραμμή» [Polytropon] περιλαμβάνει κάποια ωραίες στιγμές, όπως τις «Μέλισσες» με τη Φωτεινή Βελεσιώτου («Η πανοπλία που φοράς» ήταν ωραιώτερη στο άλμπουμ-αφιέωμα στον Μάνο Ελευθερίου), όμως τίποτα δεν μπορεί να αντισταθμίσει την απουσία ερμηνευτικού concept. Τι σχέση μπορεί να έχει ο Μπαγιώκης με την Μπάμπαλη; Η Σωτηρία Λεονάρδου τραγουδάει τα blues στου «ανέμου τις λέξεις» [Massive Productions, 2008]; Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για μία από τις ελάχιστες γυναικείες φωνές που μπορούν να το επιχειρήσουν στην Ελλάδα, ώστε αυτό το οποίο προτείνουν εν τέλει να έχει και «ελληνική» σημασία. Βεβαίως, όταν μιλάω περί blues δεν εννοώ, αυστηρώς, την πιο μαύρη «εκδίκηση» στη μουσική ιστορία – παρότι, εδώ, αντιπροσωπεύεται και ο «τύπος» – όσο εκείνη τη... λογοτεχνική επέκταση του όρου προς πιο εγχώριες folky καταστάσεις, καθώς και την παράλληλη συνάντησή του με ευρύτερα κοινωνικο-πολιτικά μυνήματα. Έτσι λοιπόν, ενώ δεν απουσιάζουν οι ελληνικοί ρυθμοί από το προτελευταίο άλμπουμ τής Σωτηρίας Λεονάρδου, ταυτοχρόνως παρέχεται ο χώρος ώστε να βλαστήσουν οι «αποκοτιές» και τα «πειράματα». Όχι, δεν αναφέρομαι στις γνωστές υπερβολές, που θα είχαν ως στόχο έναν τραβηγμένο εντυπωσιασμό, όσο σε μια ουσιαστική προσπάθεια να περιγραφούν «εξωγενείς» κοινωνικές εμπειρίες, αναφορικώς με μιαν «αγωνιστική παγκοσμιοποίηση». Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο το afro “Tempa’s song” (στίχοι Ελένη Μαχαίρα) λειτουργεί άψογα, την ώρα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βάση για ένα μελλοντικό – και ακόμη πιο «σφιχτό» – δισκογραφικό σενάριο. (Σε όλα τα τραγούδια η μουσική είναι του Βαγγέλη Φάμπα, ενώ οι στίχοι ανήκουν, κυρίως, στον Βασίλη Ελευθερίου).
Για να είμαι φιλαλήθης δεν έχω παρακολουθήσει, από κοντά, τη δισκογραφία του Βασίλη Σκουλά. Έτσι, τα περισσότερα από τα τραγούδια τού άλμπουμ του «Στο Ξέσπασμα Του Φεγγαριού, Αναδρομή» [Legend, 2009] τ’ ακούω, τώρα, για πρώτη φορά. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ευπρόσωπο διπλό CD, κάτι σαν ανθολόγιο της πορείας του κρητικού ερμηνευτή, που κινείται περισσότερο προς την κατεύθυνση του λεγόμενου «έντεχνου». Όχι κάτι που δεν έχουμε ξανακούσει. Ούτε κάτι που δεν θα ξανακούσουμε...
Απροσάρμοστη κατάσταση. Μπαλάντες, folk, reggae, afro, latin (λες και όλα τα latin είναι ίδια και μάλιστα τείνοντα προς τον χαβαλέ...), τραγούδια στην ισπανική και την ελληνική, ποικίλες ερμηνείες (ανδρικές, γυναικείες), extra μουσικοί, guests (μέχρι και ο Ηλίας Μαμαλάκης επιστρατεύεται). Κόσμος και κοσμάκης, εν ολίγοις, για ένα αποτέλεσμα, εν τέλει, που δεν πείθει· απλώς, γιατί στερείται ταυτότητας. Το «Παράθυρα Ανοιχτά» [Μικρός Ήρως, 2009] των Apurimac εξαντλείται στις προθέσεις, αφήνοντας, για άλλη μια φορά, τον Παντελή Θαλασσινό να... βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά («Άνθησε η λύπη»). Ακόμη και οι Κατσιμιχαίοι, εδώ, είναι «λίγοι».
Πρέπει να ζήσουν 7 ζωές οι σημερινοί τραγουδιστές για ν’ αποκτήσουν το ρεπερτόριο του Μανώλη Μητσιά· να πουν, με άλλα λόγια, τα σημαντικά τραγούδια που είπε εκείνος σε πρώτη εκτέλεση. Αυτό – το πασιφανές – προέχει να σημειώσουμε, ρίχνοντας μιαν... ακουστική ματιά στο εορταστικό διπλό πακέτο «Από την Ελευσίνα στο Ηρώδειο, 40 Χρόνια» [Legend, 2009]. Εντάξει, με τις τελετές και τις τιμές, δεν τις αρνούμαι (εντελώς), όταν αφορούν σε ανθρώπους με έργο, όμως η δισκογραφική τους αποτύπωση είναι άλλο πράγμα. Μάλιστα, καθώς ακούω το εισαγωγικό... ζωντανό «Κι αν ο αγέρας φυσά» του Δήμου Μούτση, από την «Τετραλογία», σκέφθομαι να μην πάω παρακάτω. Πήγα όμως... Λάθος… Σέβομαι τον Κώστα Χατζή. Την 50χρονη ιστορία του, την πίστη του σ’ αυτό που κάνει, το στόχο του, που τον υπηρετεί με το ίδιο πάθος, ανεξαρτήτως συγκυριών. Το «Θυμηθείτε μαζί μου, 18 χρόνια Κώστας Χατζής» (1979) είναι ένα από τα πρώτα άλμπουμ που αγόρασα (σε κασέτα) – εννοώ το πλήρωσα με δικά μου λεφτά – κι ακόμα τ’ ακούω. Εννοώ, μπορώ να το ακούσω. Δεν είμαι a priori θετικά διακείμενος προς τον Χατζή – και το λέω τούτο, καθώς κυλούν οι «Αντιθέσεις» του [Μικρός Ήρως, 2009], στις οποίες συνεργάζεται με την Julie Massino και τον γιό του Αλέξανδρο Χατζή. Με τεράστια πείρα στα ηχογραφημένα live, o Κώστας Χατζής παραμένει κοντά στην ιστορία του – περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον της γενιάς του – αποδίδοντας με το γνωστό του, ίδιο κι απαράλλαχτο, στυλ τα γνωστότερα από τα τραγούδια του. Αν έκανε και λιγότερες «πάσες» στο κοινό του Κυττάρου, όλα θα ήταν άψογα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου