Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020

η SOUTH FLORIDA JAZZ ORCHESTRA αποδίδει συνθέσεις του τενόρο σαξοφωνίστα Rick Margitza

Από τους πιο αναγνωρισμένους τενόρο σαξοφωνίστες τα τελευταία 30-35 χρόνια, ο Rick Margitza (γενν. το 1961) μπορεί να υπερηφανεύεται και για την δική του προσωπική δισκογραφία, που έχει να επιδείξει εξαιρετικά άλμπουμ στην Blue Note, την Challenge, την Palmetto και αλλού, μα και για τις σημαντικές συνευρέσεις του με μεγάλους της jazz, παλαιότερους και πιο... σημερινούς. Να μην ξεχνάμε π.χ. πως ο Rick Margitza εμφανίζεται σ’ ένα από τα τελευταία άλμπουμ του Miles Davis, το “Amandla” [Warner Bros, 1989], έχοντας παίξει με John Fedchock, Maria Schneider, Eddie Gomez, Dave Douglas, Ron McClure, Lenny White και δεκάδες άλλους.
Η πιο νέα δουλειά τού Rick Margitza έχει τίτλο Cheap Thrills [Summit Records, 2020]. Λέμε βασικά για ένα CD τής South Florida Jazz Orchestra, υπό τον Chuck Bergeron, η οποία (ορχήστρα) παρουσιάζει εννέα συνθέσεις του Margitza. Μέλη της ορχήστρας πολλοί και καλοί μουσικοί, και ανάμεσά τους οι John Hart (κιθάρα) και Brian Lynch (τρομπέτα).
Για το πώς μπήκε στο αυλάκι το συγκεκριμένο project υπάρχει ένα κείμενο του ιδίου του Margitza στο booklet, το οποίον αξίζει να αναπαράγουμε (στο μεγαλύτερο μέρος του). Γράφει λοιπόν ο αμερικανός τενορίστας:
«Όπως πολλοί μουσικοί της γενιάς μου, έτσι κι εγώ έπαιξα σε big bands ως μέρος τού προγράμματος των τζαζ-σπουδών μου στο γυμνάσιο και το κολέγιο. Οι περισσότεροι από εμάς είχαμε, επίσης, μια τάξη ενορχήστρωσης, που απαιτούσε να μελετήσουμε και να αναλύσουμε τις συνθέσεις των masters, συντάσσοντας τη δική μας ενορχηστρωτική άποψη. Έτσι, και κατά μίαν έννοια, αυτό το άλμπουμ είναι το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια.
Όταν ήμουν στο σχολείο και στο κολέγιο είχα το όνειρο να παίξω σε μια από τις μπάντες που ήταν ακόμη τότε στο δρόμο. Την εποχή εκείνη λέμε για τις ορχήστρες των Buddy Rich, Stan Kenton, Maynard Ferguson, Count Basie, Toshiko Akyoshi, Thad Jones-Mel Lewis κ.ά., οι οποίες –παρόλο που δεν ταξίδευαν και τόσο, ώστε να εμφανισθούν στα διάσημα δευτεριάτικα νυχτερινά gigs του Village Vanguard– ήταν ακόμα μέρος τού μουσικού τοπίου.
Τελειώνοντας λοιπόν το κολλέγιο έρχομαι να πω πως οι περισσότερες απ’ αυτές τις ορχήστρες είχαν πλέον εξαφανισθεί. Παρά ταύτα υπήρξα αρκετά τυχερός προλαβαίνοντας να παίξω με τον Maynard Ferguson, το 1985-86, οπότε πήρα μια γεύση από την εμπειρία μιας σπουδαίας big band εν δράσει.  
Αυτό το project, το “Cheap Thrills”, είχε ως αποτέλεσμα να πάω στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι (εκεί όπου σπούδασα κι εγώ το 1982-83) για να δώσω ένα masterclass, παίρνοντας μέρος και στην ηχογράφηση, μαζί με την South Florida Jazz Orchestra.
Ο Chuck Bergeron (μπασίστας και διευθυντής της ορχήστρας) μου ζήτησε, τότε, να του δώσω κανα-δυο κομμάτια με σκοπό να συμπεριληφθούν στην ηχογράφηση. Δεν ήμουν σίγουρος ποια θα λειτουργούσαν καλύτερα, γι’ αυτό του έστειλα κάμποσα ώστε να διαλέξει εκείνος τα δύο για το CD. Προς μεγάλη μου έκπληξη, με ρώτησε, τότε, αν θα με ενδιέφερε να κάνω ένα ολόκληρο άλμπουμ με τη μουσική μου. Περιττό να πω, πως αμέσως είπα ναι.
Ανάμεσα στο διάστημα που τα λέγαμε και στην περίοδο που θα γίνονταν οι ηχογραφήσεις (Ιανουάριος-Μάρτιος 2019) έγραψα τέσσερις νέες συνθέσεις.
Πηγαίνοντας στο στούντιο και ακούγοντας τη μουσική μου να ζωντανεύει, από αυτούς τους απίστευτους μουσικούς, θα πω πως ήταν, πραγματικά, μία καταπληκτική εμπειρία. Οφείλω τεράστια ευγνωμοσύνη στον Chuck Bergeron και την μπάντα του, για το χρόνο που επένδυσαν και για ό,τι άλλο έκαναν προκειμένου να παρουσιαστούν οι συνθέσεις μου. Επίσης στον παραγωγό John Fedchock, στο συγκρότημα του οποίου είχα την τύχη να παίξω και να ηχογραφήσω όταν έμενα στη Νέα Υόρκη, για την εμπειρία που έφερε στο στούντιο κατά τη διάρκεια της εγγραφής.
Σε αυτούς τους καιρούς όπου οι εταιρείες όλο και λιγότερο προθυμοποιούνται να επενδύσουν σε οποιοδήποτε νέο
project, πόσω μάλλον σ’ ένα σαν και τούτο, είμαι πραγματικά ευγνώμων για την ευκαιρία που μου δόθηκε να παρουσιάσω με τέτοιο τρόπο και με τέτοιες συνθήκες τη δουλειά μου».
Τα κομμάτια που έχουν επιλεγεί, για να παρουσιαστούν από την South Florida Jazz Orchestra, δεν είναι μόνον καινούρια φυσικά (τα έγραψε, προηγουμένως, και ο ίδιος ο συνθέτης), μα και παλαιότερα, «τραβηγμένα» από διάφορα άλμπουμ τού Margitza. Φερ’ ειπείν εδώ διασκευάζονται το “Brace yourself” από το πρώτο άλμπουμ του σαξοφωνίστα στην Blue Note (το “Color” του 1989), το “Walls” (από το “Hope”, επίσης στην Blue Note, το ’91) κ.ο.κ. Σε όλα τα tracks τα βασικά σόλι στο τενόρο σαξόφωνο είναι, φυσικά, του Rick Margitza, ενώ σε όλα υπάρχει χώρος για κάθε section ή και, από ’κει και πέρα, για μεμονωμένους σολίστες.
Οι συνθέσεις του Margitza ανήκουν στη λεγόμενη post-bop παράδοση, ιδίως οι παλαιότερες, ενώ και στις πιο καινούριες δεν παρατηρούνται ιδιαίτερες επεκτάσεις προς άλλα είδη. Οι όποιες άλλες αναφορές είναι πολύ καλά αφομοιωμένες ή και καλυμμένες, ιδίως σε συνθέσεις όπως η 10λεπτη “Premonition”, που διακρίνεται για τις θαυμάσιες μελωδικές φάσεις της, που την φέρνουν κοντά (και) σ’ ένα smooth στυλ. Περιττό να πούμε πως η South Florida Jazz Orchestra σουινγκάρει καταπληκτικά, «βοηθούμενη» όχι μόνον από τον διευθυντή της (Chuck Bergeron), μα και από την πολύ «ζεστή» παραγωγή (John Fedchock & Rick Margitza).
Επαφή: www.chuckbergeron.com

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

RAPHAËL PANNIER QUARTET σύγχρονη jazz από την Γαλλία

Γεννημένος στο Παρίσι το 1990 (τώρα ζει στο Χάρλεμ) ο Raphaël Pannier ξεκίνησε να παίζει ντραμς στα πέντε χρόνια του, και να εμφανίζεται επαγγελματικώς από τα δεκατρία. Στην πορεία θα σπουδάσει στο Berklee College of Music με την Terri Lyne Carrington, τον Ralph Peterson Jr. και τον Hal Crook, παρουσιάζοντας μια σταθερά ανοδική διαδρομή στα τζαζ πράγματα, έχοντας εμφανισθεί δίπλα σε σημαντικούς μουσικούς, όπως τους Lee Ritenour, Bob James, Marcos Valle κ.ά., παίζοντας σε κάθε μήκος και πλάτος της Γης (Μόντρεαλ, Παρίσι, Τόκιο και ακόμη σε φεστιβάλ στη Βραζιλία, την Ισπανία, την Εσθονία, το Αζερμπαϊτζάν και αλλαχού). Και κάπως έτσι έρχεται η ώρα και για τον Raphaël Pannier, ώστε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, ως leader, και στην δισκογραφία, ηχογραφώντας και κυκλοφορώντας τώρα το άλμπουμ Faune [French Paradox, 2020]. Σ’ αυτή την παρθενική δουλειά του ο γάλλος μουσικός έχει δίπλα πολύ καλούς συναδέλφους του, σαν τους Miguel Zenón άλτο σαξόφωνο, Aaron Goldberg πιάνο, François Moutin κοντραμπάσο και Giorgi Mikadze πιάνο, οι οποίοι δίνουν στο “Faune”, τον καλύτερο εαυτό τους.
Το άλμπουμ περιλαμβάνει πρωτότυπα του Pannier, μα και διασκευές – τόσο αναμενόμενες (ως επιλογές), όπως εκείνες στα “Lonely woman” του Ornette Coleman και “ESP” του Wayne Shorter, όσο και απρόβλεπτες (“Le baiser de l'enfant-Jésus” του Olivier Messiaen, “Forlane” του Maurice Ravel).
Από τα πρωτότυπα-προσωπικά θέματα τού Raphaël Pannier θα ξεχώριζα το 6λεπτο “Monkey puzzle tree”, μαζί με τη επέκτασή του “Monkey puzzle tree final: drum solo”, για την ωραία αρμονική σχεδίασή του, όπως και το 7λεπτο “Lullaby”, που διαθέτει ενδιαφέροντα μελωδικά patterns και σωστή (νωχελική) ανάπτυξη.
Υπάρχουν ακόμη εδώ η 10λεπτη διασκευή στο κλασικό “Lonely woman” (Coleman), που διακρίνεται για το ουσιωδώς λυρικό πνεύμα, το οποίο διαπνέει ολάκερη την εγγραφή, όπως και το μοναδικό “Le baiser de l'enfant-Jésus” (Messiaen), που μεταπλάθεται σ’ ένα... ρομαντικό blues (ιδιόμορφο μεν, αλλά... ρομαντικό blues). Όμως και το “Forlane”, του Ravel, δεν είναι ένα άγνωστο κομμάτι στην τζαζ δισκογραφία, καθώς το έχουν διασκευάσει οι Hubert Laws, Wolfgang Dauner και διάφοροι άλλοι μέσα στις δεκαετίες. Η εκδοχή του Pannier διακρίνεται όχι μόνο για τη συνολική ευφράδειά της (για σύνθεση του Ravel πρόκειται εξάλλου), μα και για τον τρόπο που την αντιμετωπίζει έχοντας τα ντραμς του σε πολύ «μπροστινό» ρόλο. Δίνει έτσι στο κομμάτι μια σπάνια ρυθμική φινέτσα.
Επαφή: julien@french-paradox.paris (Julien Daïan)

11 XΡΟΝΙΑ ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ ξεκινήσαμε σαν σήμερα το 2009

Συμπληρώνουμε σήμερα 11 χρόνια on line δισκορυχείου και φυσικά πολύ περισσότερα ως τίτλος – καθότι το δισκορυχείον εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Jazz & Tζαζ, τον Οκτώβριο του 1996.
Σε όλα αυτά τα χρόνια στο blog έχουν γίνει 4.501 αναρτήσεις, έχουν δημοσιευθεί 17.721 σχόλια, ενώ τα συνολικά «χτυπήματα» πλησιάζουν τα 3.800.000.
Νέοι φίλοι προστίθενται, κάποιοι παλιοί μας έχουν εγκαταλείψει, αλλά υπάρχει πάντα ένα σταθερό ισοζύγιο (πάνω από «1000» χτυπήματα κάθε μέρα), που μας λέει ότι αξίζει που το παλεύουμε και συνεχίζουμε, έτσι όπως συνεχίζουμε (από την αρχή δίχως αλλαγές, ούτε ουσιαστικές, ως προς το ύφος των κειμένων, ούτε αισθητικές, ως προς την εμφάνιση του blog, χωρίς διαφημίσεις κ.λπ.).
Αυτό τον τελευταίο χρόνο οι 10 πιο δημοφιλείς αναρτήσεις ήταν οι εξής:
 
1. ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ η απάντηση…
https://diskoryxeion.blogspot.com/2014/01/blog-post.html
2. ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΡΑΣ «Εξακρίβωση»
https://diskoryxeion.blogspot.com/2019/12/blog-post.html
3. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΥΣΤΑΚΙΔΗΣ ξανά διασκευές με ρεμπέτικα και λαϊκά, αλλά μ’ έναν διαφορετικό, τούτη τη φορά, τρόπο
https://diskoryxeion.blogspot.com/2019/11/blog-post_7.html
4. LOUD SILENCE ροκ δισκάρα (stoner) από Έλληνες 19χρονους που γ@μάνε και δέρνουν
https://diskoryxeion.blogspot.com/2020/05/loud-silence-stoner-19.html
5. GAZUAMA SINCHARTCHAS ένα κείμενο για ένα από τα πιο «σκοτεινά» συγκροτήματα του ελληνικού ροκ
https://diskoryxeion.blogspot.com/2020/03/gazuama-sinchartchas.html
6. ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ / ΝΙΚΟΣ ΒΕΛΙΩΤΗΣ το αδιάφορο τελευταίο άλμπουμ τους
https://diskoryxeion.blogspot.com/2019/12/blog-post_23.html
7. ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 61
https://diskoryxeion.blogspot.com/2017/12/facebook-61.html
8. ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 285
https://diskoryxeion.blogspot.com/2020/08/facebook-285.html
9. ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ No 3 / ΚΥ Νο 5 ενθύμιον νεανικών συντροφιών
https://diskoryxeion.blogspot.com/2020/06/no-3-5.html
10. ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ η «τραγουδίστρια της νίκης» ως φερέφωνο της άρχουσας τάξης και μοχλός της αντικομμουνιστικής υστερίας στη δεκαετία του ’40
https://diskoryxeion.blogspot.com/2017/10/40.html
 

Ούτε κι εφέτος έχει εορταστική άδεια. Δεν υπάρχουν περιθώρια. Αργότερα θα ακολουθήσει κανονική ανάρτηση...
ΝΑ’ ΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΚΑΛΑ!!

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020

με αφορμή ένα άρθρο στο efsyn.gr

Το να γράφει κάποιος, κάτι, για τον συνθέτη Γιώργο Κατσαρό, και να βγαίνει «καπάκι» κάποιος άλλος και να σημειώνει από κάτω... «ποιος, αυτός που μελοποίησε τον ύμνο της χούντας;» το θεωρώ γελοίο.
Πολλοί εμφανίζονται να έχουν γνώμη για κάποια πράγματα, ενώ στην πράξη δεν ξέρουν τίποτα. Είναι άσχετοι. Κάτι έχει αρπάξει το αυτί τους από ’δω κι από ’κει, και χωρίς να συνειδητοποιούν τι λένε «πετάνε» ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι, όπου να ’ναι.
Ήμουν από τους πρώτους (αν όχι ο πρώτος), που είχα γράψει αυτό για τον Κατσαρό, το 2012, σε μιαν ανάρτηση για τον τραγουδιστή Φώτη Δήμα (που τραγούδησε τον χουντικό ύμνο), έχοντας δείξει (σ’ εκείνη την ανάρτηση) και την ετικέτα του δίσκου (που τον έχω πολλά χρόνια), αλλά ποτέ, αν γράψω κάτι για τον Γιώργο Κατσαρό, δεν θα προτάξω τη συγκεκριμένη μελοποίηση. Έχει γράψει τόσα φοβερά τραγούδια ο άνθρωπος!
Θέλω να πω πως είναι μ@λακία να κολλάει κάποιος σ’ αυτό – που δεν είναι μικρό, και που βεβαίως συνεκτιμάται μέσα σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο, αλλά δεν μπορεί επ’ ουδενί να χρησιμοποιείται για να μειώσεις, έως εξαφανίσεως, την 60χρονη καλλιτεχνική πορεία ενός ανθρώπου.
Εν τω μεταξύ υπάρχουν και κάτι άλλοι, που νομίζουν πως αν αποκαλέσουν κάποιον χουντικό οι ίδιοι αποκτούν, αυτόματα, γαλόνια προοδευτικότητας, αριστεροσύνης, κομμουνιστοσύνης ή δεν ξέρω ’γω ό,τι άλλο. Πολλές φορές πρόκειται για επίσης άσχετους, σε επιμέρους θέματα, που έχουν κακοχωνέψει ανερμάτιστες πληροφορίες, αδυνατώντας να σκεφτούν λογικά και επί της ουσίας.
Γράφεις π.χ. κάτι για τον Νίκο Μαστοράκη σήμερα, για μια ταινία που θα γυρίσει (γύρισε ήδη;) για τον Άλιμο, με λεφτά του δήμου, επιχειρείς να δεις (και σωστά) αν έγινε κάποια παρατυπία στην ανάθεση, αν κάτι πήγε στραβά, και ξαφνικά, στο τελείως άσχετο, θυμάσαι τον Μαστοράκη ως «διαφημιστή της χούντας», αρχίζεις να λες για τους Μοντέρνους Ρυθμούς, την εκπομπή του για το Πολυτεχνείο και δεν ξέρω τι άλλο ακόμη. Εγώ αυτό το θεωρώ φαιδρό. Γελοίο, πώς να το πω.
Ο Μαστοράκης είναι ο Μαστοράκης. Όλοι ξέρουμε (όσοι ξέρουμε τέλος πάντων) τι έχει πει και τι έχει γράψει μέσα στα χρόνια. Ξέρουμε επίσης τις απόψεις του (το ότι βρίζει, χλευάζει, τον Σύριζα ας πούμε είναι γνωστό, αλλά δεν τρέχει και τίποτα – σιγά τα ωά δηλαδή, ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος είναι που το κάνει). Παρά ταύτα εγώ δεν θα σταματήσω να βλέπω το Island of Death ή To Κορίτσι Βόμβα, ούτε θα σταματήσω ν’ ακούω τα τραγούδια των Forminx (στα οποία έχει γράψει λόγια), και να διαβάζω τα κείμενά του, παλιά και καινούρια, με κριτικό πνεύμα (όπως κάνω πάντα).
Ο Μαστοράκης, πολιτικά, είναι ακραία συντηρητικός, είναι επίσης αντικομμουνιστής, εκφράζει πολλάκις δεξιές και ακροδεξιές απόψεις, είναι άσχετος με το ροκ (εγώ κι αυτό το θεωρώ σημαντικό και το προτάσσω), έχει γλείψει και τη χούντα μέσα από τους Μοντέρνους Ρυθμούς (για την εκπομπή του Πολυτεχνείου αφήστε το, γιατί αυτή είναι μια σκοτεινή ιστορία την οποία κανείς δεν την έχει ψάξει στην ολότητά της και όπως πρέπει – εγώ πάντως, που το έχω ψάξει όσο μπορώ, τον αθωώνω σε πολλά σε σχέση με τη συγκεκριμένη εκπομπή) και τέλος πάντων είναι αυτός που είναι. Δεν κρύβεται.
Από ’κει και πέρα μια σκληρή κριτική σε στοχευμένα θέματα πάντα θα έχει νόημα και αξία. Αυτό που δεν έχει δηλαδή το «ό,τι θυμάμαι χαίρομαι». 

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020

MATT WILSON QUARTET ένας σημαντικός ντράμερ της σύγχρονης jazz, στο καινούριο δυνατό άλμπουμ του

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στο δισκορυχείον θα εντοπίσει καμμιά 20αριά άλμπουμ, τα οποία ανήκουν είτε αποκλειστικώς στον ντράμερ Matt Wilson είτε ο ίδιος έχει κάποια συμμετοχή σε αυτά. Λέμε για δίσκους των Dave Glasser, Owen Broder / The American Roots Project, Heliosonic Tone-Tette, Ken Schaphorst Big Band, Ken Peplowski, Dan Trudell και άλλων. Επίσης οι σημαντικές «προσωπικές» ηχογραφήσεις του “Honey and Salt / Music inspired by the poetry of Carl Sandburg” [Palmetto, 2017], “Beginning of a Memory” [Palmetto, 2016] (με Matt Wilson’s Big Happy Family), το άλμπουμ του με τον John Medeski “Gathering Call” [Palmetto, 2013] κ.λπ. Θέλουμε να πούμε με αυτά πως ο Matt Wilson δεν είναι κάποια τυχαία περίπτωση, αλλά μία από τις πιο σημαντικές μονάδες στο χώρο της σύγχρονης, αμερικανικής, jazz.
Γεννημένος το 1964 στο Knoxville του Illinois, ο Wilson απασχολεί τη σκηνή από τα χρόνια του ’80 όντας μέλος σε μπάντες που οδηγούσαν οι Joe Lovano, John Scofield, Charlie Haden, Lee Konitz κ.ά., συνεργαζόμενος στην διαδρομή με τους Herbie Hancock, Elvis Costello, John Zorn, Bill Frisell, Marshall Allen και πάει λέγοντας. Με προσωπική καριέρα που αριθμεί κάμποσα άλμπουμ, ο Wilson είναι ένας θεράπων του groove, όταν εμφανίζεται με μικρά σχήματα, όπως κι ενός ιδιότυπου swing, όταν παίζει με πιο μεγάλα, π.χ. την 13μελή Matt Wilsons Big Happy Family.
Το πιο νέο άλμπουμ τού Matt Wilson και του κουαρτέτου του (Jeff Lederer τενόρο, άλτο & σοπράνο σαξόφωνα, κλαρινέτο, πίκολο, φωνή, Kirk Knuffke κορνέτα, σοπράνο κορνέτα, φωνή, Chris Lightcap ακουστικό & ηλεκτρικό μπάσο, φωνή, Matt Wilson ντραμς, ξυλόφωνο, φωνή) αποκαλείται “Hug!” [Palmetto Records, 2020], περιλαμβάνει έντεκα tracks (περίπου μοιρασμένα ανάμεσα σε πρωτότυπα και διασκευές) και είναι χάρμα ώτων!
Τι να πεις, εξάλλου, για τους αμερικανούς μουσικούς που έχουν τρίψει παντελόνια στην εκμάθηση της jazz, στην παράδοσή τους με άλλα λόγια, και που γνωρίζουν απ’ έξω κι ανακατωτά όλα τα μυστικά και όλα τα τερτίπια της; Γιατί μόνο και μόνο τις διασκευές να λάβεις υπ’ όψιν σου εδώ (συνθέσεις των Gene Ammons, Abdullah Ibrahim, Charlie Haden, Sun Ra, Dewey Redman – διασκευάζεται ακόμη ο country anthemKing of the road” του Roger Miller) είναι αρκετό ώστε να αντιληφθείς για τι ακριβώς γράφουμε, και κυρίως τι ακριβώς ακούγεται (στο “Hug!”).
Από το σκληρό bopThe one before this” του Gene Ammons και το afro-grooveJabulani” του Abdullah Ibrahim (που το παρουσίαζε στην Δανία και αλλαχού, ο νοτιοαφρικανός πιανίστας και συνθέτης, από τα late 60s ήδη, με τον John Tchicai κ.ά.), μέχρι το “In the moment” του Charlie Haden (ένα από τα πιο δυναμικά tracks, που συνέθεσε στην διαδρομή του ο μεγάλος μπασίστας της jazz και που υπάρχει στο “Quartet West” του 1987 – στο ρόλο του Ernie Watts ο Jeff Lederer, που «αλωνίζει» σε υπερ-ταχύτητες) και το “Interplanetary music” του Sun Ra (από το “We Travel the Space Ways” του ’67 – με το κουαρτέτο τού Matt Wilson να αντικαθιστά επαξίως την Arkestra και στα φωνητικά!) μια πλημμυρίδα γόνιμης και βασικά απολαυστικής jazz κατακλύζει τον χώρο.
Πολύ αξιόλογο άλμπουμ, από έναν μουσικό, τον ντράμερ και συνθέτη Matt Wilson, που δεν χάνει ευκαιρία για να δείξει πόσο μετράει στο jazz circuit, σήμερα.
Επαφή: www.mattwilsonjazz.com

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2020

από μια συνέντευξη στο mic.gr

>>Η δεκαετία του ‘80 μας γάμησε τα όνειρα. Μας πέταξε στα σκουπίδια και μας έστειλε στο μεροκάματο, στη δούλεψη κάθε μαλάκα. Τα ταγάρια της γελοίας γενιάς του Πολυτεχνείου μάς ισοπέδωσαν… εμείς ήμασταν τα μιάσματα που παίζαμε ξενόφερτη μουσική, μαζί με τους «αμερικάνους φονιάδες των λαών» Μας κυνηγούσαν χειρότερα κι από τα τζάνκια, μας έδιωξαν από τη Πλάκα, μετά την έπεφταν και στα Εξάρχεια… θυμάμαι να παίζουμε σαν δαιμονισμένοι- κλειδωμένοι μέσα στον Πήγασο και τα ΜΑΤ απ’ έξω να χτυπάνε τον τοίχο με τα γκλομπ.<<
Ένα κάρο ασυναρτησίες!
Τι μας λες μωρέ... έχασε η Βενετιά βελόνι, επειδή δεν έκαναν καριέρα οι Anti Troppau Council. Τέτοια συγκροτήματα βρωμάγανε τότε (και πάντα δηλαδή) σε κάθε γωνιά του κόσμου. Να πας να δουλέψεις μεροκάματο ρε φίλε, ναι, για τον κάθε μαλάκα, ναι, όπως δουλεύει όλος ο κόσμος. Γιατί, τι θα πάθεις; Ποιοι ήσασταν; Ποιοι νομίζεις ότι ήσασταν, οι Aphrodite’s Child; Χα, χα. Αν είναι δυνατόν!
Εν τω μεταξύ συλλήβδην «γελοία» αποκαλούν τη γενιά του Πολυτεχνείου μόνον οι φασίστες και κάτι ταγάρια φιλελέρες. Καλά σας κάνανε οι Κνίτες και σας την πέφτανε, γιατί αυτά που λέγατε ήταν για τα πανηγύρια, λέγατε μαλακίες.
Διαβάζω τώρα κάτι λόγια του Ντρενογιάννη από το ’85. Λέει κάπου: «Γιατί κανείς δεν μπορεί να βγει σωστός (μουσικός) όταν δουλεύει το πρωί οκτάωρο και το βράδυ κάνει πρόβες. Και τι πρόβες; Με κιθάρες των 5 και 10 χιλιάδων (σ.σ. φτηνές δηλαδή) να ξεκουρδίζονται συνέχεια και πρωτόγονο εξοπλισμό να φτωχαίνει τον ήχο».
Έτσι μεγαλώσανε μάγκα μου όλα τα συγκροτήματα στην Ελλάδα. Και οι Socrates έτσι μεγαλώσανε, αλλά επειδή ήταν ταλαντούχοι, ταπεινοί και εργατικοί, προκόψανε. Εσείς σαν γκρουπ ήσασταν του σωρού.
Ας πηγαίνατε λοιπόν να γίνετε ροκάδες στην Τσεχοσλοβακία και στην Πολωνία, επί κομμουνισμού, να σας δίνουν τζάμπα μηχανήματα και στούντιο να παίζετε. Κι άμα ήσασταν καλοί, και όχι τελεμέδες, θα βγάζατε και άδεια επαγγελματία μουσικού και θα παίζατε παντού.
Στον καπιταλισμό θα δουλέψεις και 8ωρο για να πάρεις καλές κιθάρες και μηχανήματα, κι άμα αγαπάς αυτό που κάνεις, θα βρεις τρόπο να προχωρήσεις. Άμα θες, όμως, να σε προσκυνάνε επειδή νομίζεις ότι είσαι «κάποιος», το αδικημένο ταλέντο, ο Βασιλάκης Καΐλας του ποστ-ρόκ, που δεν αναγνωρίζει την προσφορά σου η κακούργα η κοινωνία, τότε είσαι καταδικασμένος να πεθάνεις στην ψάθα, και δεν δικαιούσαι να παραπονιέσαι.
Τα υπόλοιπα... ηρωικά περί Πήγασου (ακόμη νομίζουν κάποιοι ότι έκαναν επανάσταση και τους την έπεφτε το σύστημα, επειδή έπαιζαν Echo & the Bunnymen - αν είναι δυνατόν!) είναι ανάξια σχολιασμού.

WATERTANK, SOLKYRI, SLOMOSA σύγχρονο rock από Γαλλία, Αυστραλία και Νορβηγία

WATERTANK: Silent Running [Atypeek Music, 2020]
Τρίτο άλμπουμ για τους Γάλλους Watertank (έδρα τους η Νάντη), ένα σκληρό σχήμα, τετραμελές, που κινείται στα όρια του hardcore, έχοντας όμως να επιδείξει και κάποιες μελωδικές εκπλήξεις (στα τραγούδια του). “Silent Running” λέγεται η πιο πρόσφατη δουλειά των Watertank, περιλαμβάνει δέκα tracks (τρίλεπτα και τετράλεπτα τα περισσότερα), και ως τέτοια, ως συνολική δουλειά εννοούμε, εμφανίζει ωραία στοιχεία «ενότητας».
Έχουμε, δηλαδή, ένα άλμπουμ που κυλάει γοργά και άνετα, με καλές συνθέσεις, καλά τραγούδια, ικανό να σου κρατήσει καλή ροκ συντροφιά – καθότι το σκληρό περιτύλιγμα είναι ενίοτε απλώς περιτύλιγμα, δίχως να φθάνει έως το μεδούλι των σκοπών. Εκεί λοιπόν, στο βάθος, θα διαπιστώσεις πως οι Watertank είναι ένα συγκρότημα με συγκεκριμένες (υψηλές) εκτελεστικές ικανότητες και με ποικίλες αισθητικές απόψεις, που αγγίζουν περαιτέρω grunge και shoegaze κατευθύνσεις. Και κάπως έτσι ο συνδυασμός όλων αυτών (του hardcore, του grunge και του shoegaze) αποβαίνει καθοριστικός τις πιο πολλές φορές, κάνοντας τραγούδια σαν το “Timezone”, εκεί στη μέση του CD (και του LP), να ακούγονται από ευχάριστα έως και συναρπαστικά.
Μια καλή πρόταση λοιπόν, για όσους εξακολουθούν να ποντάρουν στην δύναμη του ροκ.
Επαφή: www.atypeekmusic.com
SOLKYRI: Mount Pleasant [Bird’s Robe Records / dunk!records, 2020]
«Το αυτό» θα λέγαμε και για τους Αυστραλούς (από το Σίδνεϊ) Solkyri, μια μετα-ροκ μπάντα που δεν είναι καινούρια, καθώς ηχογραφεί τουλάχιστον από το 2011 (όπως βλέπουμε στο bandcamp της). Μέλη των Solkyri είναι οι Adam Mostek, Andrew Pearsall, Nicholas Hall και Ryan Fitz-Henry, που παίζουν κιθάρες-πλήκτρα-μπάσο-ντραμς και οι οποίοι είναι, προφανώς, υπεύθυνοι και για τις συνθέσεις του πιο νέου άλμπουμ τους, το οποίον αποκαλείται “Mount Pleasant”.
Το άλμπουμ περιέχει μόνον instrumentals – να το πούμε αυτό, γιατί είναι βασικό. Στο σύγχρονο ροκ τα ορχηστρικά άλμπουμ δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, ενώ παλαιά ήταν (ήταν σπανιότερο). Κάποια εξήγηση θα υπάρχει και γι’ αυτό. Πάντως από το να έχεις τραγούδια που να είναι μέτρια, ν’ ακούγονται «ίδια» με όλα τα υπόλοιπα του καιρού (δηλαδή πανομοιότυπα και αδιάφορα), είναι πολύ καλύτερο το να κεντράρεις μόνον προς τη μουσική. Τουλάχιστον μιαν ενότητα, κι ένα ύφος, είναι κομματάκι πιο εύκολο να τα κατακτήσεις.
Οι Solkyri λοιπόν δεν είναι ένα αδιάφορο συγκρότημα. Μπορεί όλα αυτά που παίζουν στο “Mount Pleasant” κάπου να τα έχουμε ξανακούσει (καθώς εδώ υπάρχουν επιρροές από Yes μέχρι Mogwai) και να μην μας εντυπωσιάζουν και τόσο, όμως είναι καλοχωνεμένα και καλοβαλμένα. Και κομμάτια σαν τα “Potemkin”, “Meet me in the meadow” και “Shambles”, σίγουρα, πολλά συγκροτήματα του post-rock θα ήθελαν να τα έχουν στο ρεπερτόριό τους.
Επαφή: www.birdsrobe.com, www.dunk-music.com
SLOMOSA: S/T [Apollon Records, 2020]
Σκληρή μπάντα από το Μπέργκεν της Νορβηγίας, οι Slomosa (Benjamin Berdous κιθάρες, φωνή, Anders Rørlien κιθάρες, Kristian Tvedt μπάσο, Severin Sandvik ντραμς) έχουν τώρα το ντεμπούτο άλμπουμ τους στην γύρα, ένα LP και CD, με οκτώ κομμάτια, που τιτλοφορείται όπως και το όνομά τους (“Slomosa” δηλαδή).
Οι Slomosa ανήκουν στο χώρο τού stoner. Παίζουν σκληρό ροκ δηλαδή, με σαφείς αναφορές στους Black Sabbath σε πρώτη φάση (γιατί σε μια τελευταία, προσωπικώς, ακούω και κάτι από May Blitz – και χαίρομαι γι’ αυτό), βαρύγδουπο τέλος πάντων rock, με κιθάρες με παραμόρφωση (συχνά), που ξεσκίζονται (οι κιθάρες) στα riffs (βασικά μόνο riffs ακούς! – ok, πού και πού σκάει και κανα σόλο) και με το μπάσο-ντραμς να ακούγεται τελείως κολλημένο σ’ αυτόν τον αρχέτυπο ρυθμικό ρόλο του.
Κάποια τραγούδια, γιατί τραγούδια γράφουν οι Slomosa, είναι αρκετά καλά, όπως ας πούμε το εισαγωγικό “Horses”, το “There is nothing new under the sun” ή το “In my minds desert”, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα είναι μάλλον αναμενόμενο. Και το λέμε τούτο, παρότι το “Slomosa” δεν παρουσιάζει χάσματα ή αδιάφορες στιγμές.
Όλα τα κομμάτια τους, δηλαδή, έχουν ένα επίπεδο και ακούγονται κάτι παραπάνω από ευχάριστα.
Επαφή: www.apollonrecords.no

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

JIMI HENDRIX 50 χρόνια από τον θάνατο του μεγαλύτερου ηλεκτρικού κιθαρίστα όλων των εποχών – o αείμνηστος Γιάννης Σπάθας, σ’ ένα παλιό κείμενό του, γράφει για τον Jimi Hendrix

Ο Jimi Hendrix (27 Νοεμβρίου 1942 – 18 Σεπτεμβρίου 1970) υπήρξε ο μεγαλύτερος ηλεκτρικός κιθαρίστας στην ιστορία του ροκ. Υπήρξε, επίσης, ένας τεράστιος τραγουδοποιός κι ένας μοναδικός περφόρμερ.
Η εμφάνισή του και η σύντομη διαδρομή του, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’60, ήταν αρκετή, για να σμπαραλιάσει ό,τι του είχε παραδοθεί έως τότε στο χώρο της ηλεκτρικής μουσικής, δημιουργώντας ένα στυλ και συντάσσοντας ένα λεξιλόγιο που παραμένει μοναδικό, ασυναγώνιστο και αξεπέραστο, μισόν αιώνα αργότερα.
Όπως αξεπέραστη παραμένει η φιγούρα του, η εικόνα του και όλα εκείνα που σηματοδοτούνται απ’ αυτήν, 50 χρόνια μετά.
Είναι δε σίγουρο πως ο πρόωρος θάνατός του, σαν σήμερα, το 1970, στα 27 προς 28 του, υπήρξε ένα μέγιστο πλήγμα για την ποπ και το ροκ, μία από τις βασικές αιτίες (δεν είναι η μόνη φυσικά), που η μουσική αυτή, το ροκ, άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα λίγο καιρό, λίγα χρόνια αργότερα.
Το ότι δεν υπάρχει ηλεκτρικός κιθαρίστας, κάθε γενιάς και κάθε εποχής, που να μην έχει ακούσει και να μην έχει επηρεαστεί από τον Jimi Hendrix είναι κάτι το προφανές. Και στο εξωτερικό και στην Ελλάδα.
Φωτογραφία από ΦΑΝΤΑΖΙΟ του 1970 
Ένας από τους πιο μεγάλους θιασώτες του Jimi Hendrix, στη χώρα μας, υπήρξε και ο αείμνηστος Γιάννης Σπάθας (1950-2019), ο κορυφαίος για πάρα πολλούς, ή και για όλους, έλληνας ηλεκτρικός κιθαρίστας.
Τον Σεπτέμβριο του 1980 το περιοδικό ΜΟΥΣΙΚΗ (τεύχος 34) δημοσιεύει ένα μεγάλο αφιέρωμα στον Jimi Hendrix. Αφιέρωμα (κείμενα, συνεντεύξεις, φωτογραφίες, παρτιτούρες, δίσκους, βιβλία), που αναπτύχθηκε μέσα σε 30 σελίδες. Ανάμεσα κι ένα άρθρο του Γιάννη Σπάθα (Socrates κ.λπ.), σχετικό με τον Jimi Hendrix φυσικά, το οποίον και αναπαράγουμε γιατί έχει ακόμη νόημα και αξία.
Γράφει ο Γιάννης Σπάθας...
 
H συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/articles/music_articles/296414/jimi-hendrix-50-xronia-apo-ton-thanato-toy-megalyteroy-ilektrikoy-kitharista-olon-ton-epoxon

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2020

ο ΜΑΝΟΣ ΛΟΪΖΟΣ πέθανε σαν σήμερα το 1982 – Το πιο προχωρημένο έργο του ήταν «Τα Νέγρικα» από το 1966 και αυτή είναι η ιστορία τους

Συμπληρώνονται σήμερα 38 χρόνια από τότε που πέθανε ο συνθέτης και τραγουδοποιός Μάνος Λοΐζος (1937-1982), ένας άνθρωπος που έγραψε μερικά από τα πιο σημαντικά και πιο ωραία ελληνικά τραγούδια, από την δεκαετία του ’60 και μετά. Ήταν μόλις 45 ετών, όταν έφυγε από τη ζωή. Εξαιρετικός μελωδός, καίριος στιχουργός, απολύτως πειστικός, σχεδόν σπαραχτικός ως τραγουδιστής (όποτε αποφάσιζε να πει ο ίδιος τα τραγούδια του), μ’ ένα τελείως ανοιχτό πνεύμα όσον αφορά στις ενορχηστρώσεις του – ίσως το πιο ανοιχτό της γενιάς του, μαζί με τον Σταύρο Ξαρχάκο. 
Τα τραγούδια του Μάνου Λοΐζου δεν είναι απλώς πασίγνωστα σε όλους μας είναι και αθάνατα, καθότι συνεχώς θα ακούγονται, πάντα και παντού, χωρίς ποτέ να χάνουν την αξία τους. Μέσα σ’ αυτά, μέσα σ’ αυτούς τούς όχι και τόσο πολλούς μεγάλους δίσκους του, υπάρχουν και «Τα Νέγρικα», ένας κύκλος τραγουδιών πολύ ιδιαίτερης και ξεχωριστής σημασίας. 
Αρκετοί έχουμε ακούσει για την προδικτατορική περιπέτεια των «Νέγρικων», ενός μουσικού έργου του Μάνου Λοΐζου σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη (1930-1991), που εκδόθηκε για πρώτη φορά στη Μεταπολίτευση (Δεκέμβριος 1975), αλλά εδώ θα γράψουμε λεπτομέρειες.
Πότε είχαν παρουσιαστεί για πρώτη φορά «Τα Νέγρικα»; 
Στο βιβλίο Μάνος Λοΐζος / απ’ τη μνήμη στην καρδιά (2012) των εκδόσεων Μετρονόμος (σε επιμέλεια Θανάση Συλιβού) καταγράφεται μια συνέντευξη του Μάνου Λοΐζου στον Δημήτρη Γκιώνη, για την τότε εφημερίδα της αριστεράς Δημοκρατική Αλλαγή (Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 1966). 
Στην αρχή ο Δ. Γκιώνης γράφει: 
«Όταν την περασμένη Δευτέρα το βράδυ άνοιξε η αυλαία του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιώς, το κοινό που είχε κατακλύσει την πλατεία  και τους εξώστες τα ’χασε: ορχήστρα γε-γε σε λαϊκή συναυλία; Μήπως είχε γίνει λάθος; (σ.σ. Είναι λογικό να υποθέσουμε πως η «περασμένη Δευτέρα» πρέπει να ήταν η 19η Δεκεμβρίου και όχι η 26η, επειδή η ύλη για το φύλλο της Τρίτης 27 Δεκεμβρίου είχε παραδοθεί νωρίτερα). Απορία, έκπληξη, και σε μερικούς μικρό σοκ. Ώσπου εμφανίζεται ο Μάνος Λοΐζος με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Ζωγράφο και αρχίζει η εκτέλεση της νέας σειράς τραγουδιών του συνθέτη Νέγρικα, πάνω σε 10 ποιήματα του Γιάννη Νεγρεπόντη. Τα πρώτα συναισθήματα διαδέχτηκε μια γενική ικανοποίηση που δεν άργησε να γίνει ενθουσιασμός. Παρουσιασμένα σ’ ένα ιδανικό ζευγάρωμα, τα θετικά στοιχεία των δύο αντιμαχομένων μέχρι τότε παρατάξεων –λαϊκών συνθετών και γε-γε– δημιούργησαν ένα σύνολο που ασφαλώς ανοίγει καινούργιους δρόμους»

Η συνέχεια εδώ... 

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 290

16/9/2020
Είναι να τρελαίνεσαι μ’ αυτά που διαβάζεις και ακούς σε σχέση με τον κορωνοϊό, από δω κι από κει. Και στο φέισμπουκ και έξω από το φέισμπουκ.
Βγαίνουν π.χ. κάποιοι αφελείς και σου λένε... καλά και οι γιατροί και οι νοσοκόμοι που φοράνε τόσα χρόνια μάσκες γιατί δεν έχουν πάθει κάτι και φοβάσαι εσύ, ο χι ψι ωμέγα τέλος πάντων, μήπως αρρωστήσεις;
Και πού ξέρεις ρε φίλε, εσύ που το λες αυτό, από τι πεθαίνουν οι γιατροί; Ή μήπως νομίζεις ότι είναι αθάνατοι; Έχεις καμιά στατιστική που να δείχνει ότι οι θάνατοι γιατρών από αναπνευστικά θέματα είναι ανύπαρκτοι ή έστω το ίδιο με όλων των υπολοίπων; Για στείλε την να την δούμε κι εμείς...
Η κοινή λογική και πρακτική, που λείπει από πολλούς, λέει πως η ανάσα δυσκολεύεται μ’ αυτό το πατσαβούρι μπροστά από τη μύτη και το στόμα. Αναπνέεις κάτι από αέρα, μαζί με τα χνώτα σου, δηλαδή διοξείδιο του άνθρακα, και μαζί με ό,τι αναδίνει το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η μάσκα. Ε, άμα αυτό τώρα θεωρείται καλό ή ακίνδυνο, τότε να την φοράμε συνέχεια. Και όταν περάσει ο κορωνοϊός.
Αντί να βγουν λοιπόν και να μας πουν, αυτοί οι πολύξεροι, πως η μάσκα είναι «αναγκαίο κακό», τουλάχιστον αυτό, μια φράση που δεν την ακούς από κανέναν τελικά, προσπαθούν να μας την περάσουν ως «δεν τρέχει τίποτα» και ως κανονικότητα.
[κουβέντα δεν θα πιάσω, το λέω, και τα σχόλια να είναι σεμνά και ταπεινά, αλλιώς θα τρώνε σβήσιμο]

16/9/2020
Το ακούγαμε αυτό νέοι από το ραδιόφωνο (αργότερα το πήρα και σε βινύλιο από τις προσφορές). Καλό ψευτορόκ του Ζούγκα. Φοβερή φωνή η Ισιδώρα Σιδέρη, την είχα δει και λάιβ τότε και θυμάμαι πως έλεγα... αυτή τρώει ακόμη και τη Φαραντούρη. Πολύ καλύτερη και από την κόρη της εννοείται...
(το βίντεο είναι ό,τι να 'ναι, αλλά έχει καλή απόδοση)

16/9/2020
Όλο ημίμετρα. Δεν είναι να τους έχεις εμπιστοσύνη. Περίμενα οι λοιμωξιολόγοι να απαγορεύσουν το κολύμπι στη θάλασσα, όπως είχαν κάνει τον Απρίλη και σωθήκαμε – και τώρα τίποτα... (γέλια)

15/9/2020
Πάντα θα μαθαίνουμε. Πέρσι ξαναβγήκε, μετά το 1972, και ήδη η επανέκδοση (αν το θέλει κάποιος σε βινύλιο) κοστίζει 60 ευρώ. O Peter Wale από την Νότια Αφρική...

15/9/2020
Οι μπαντάνες που μοιράσανε στα σχολεία, αντί για μάσκες, είναι μια χαρά. Γεμίστε και τα παγούρια των παιδιών να δείτε μήπως είναι τρύπια και τρέχουν, και γίνουν μούσκεμα τα βιβλία τους.

15/9/2020
Και καλή σχολική χρονιά να έχουμε...

15/9/2020
Πιο πολύ κινδυνεύεις να κολλήσεις τον ιό στο κέντρο της Ανταρκτικής, παρά στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Οι σύντροφοι έχουν απ’ όλα. Αποστάσεις, καρέκλες, μάσκες μέσα-έξω, αντισηπτικά, καθαριότητα, θερμόμετρα, ιατρείο. Δεν πας σε φεστιβάλ, μπαίνεις σε εντατική. Παπάς και νεκροθάφτης μόνο λείπει.

14/9/2020
Ψάχνω αυτό (Δεκέμβριος 1969). Δίνω αντάλλαγμα (αν κάποιος το έχει και μπορεί να το αποχωριστεί).
Αν κάποιος το έχει και δεν θέλει να το αποχωριστεί στέλνει inbox, για να συνεννοηθούμε για κανα σκανάρισμα...

14/9/2020
Ρε εσείς εκεί στη Θεσσαλονίκη δεν έχετε αντιπολεμικό κίνημα... ή έστω ειρηνιστικό; Τα ξεχάσατε όλα εκείνα που τραγουδούσατε παλιά; Ακούτε τον μπατίρη (ως χώρα) Μητσοτάκη να λέει πως θ’ αγοράσει αεροπλάνα και φρεγάτες, πως θα εμπλουτίσει το οπλοστάσιο όλων των κλάδων και δεν του πετάξατε ούτε μία... ανθοστόλιστη φωλιά; Ντροπή σας.
Τι θα λέει κι ο αγωνιστής της ειρήνης Γιάννης Πετρόπουλος, που έδωσε τη μάχη του στο φεστιβάλ;

13/9/2020
Διάβασα από δω κι από κει πως πριν από λίγες μέρες πέθανε η ηθοποιός και τραγουδίστρια Κία Μπόζου. Ήταν 85 ετών. Επίσης, διάβασα και διάφορα που γράφτηκαν γι’ αυτήν, άλλα τετριμμένα και αδιάφορα (ως συνήθως) και κάποια λίγα ενδιαφέροντα. Ας πούμε κι εμείς ένα-δυο δικά μας... αδιάφορα, που δεν τα έγραψε κανένας άλλος.
Γνώριζα το ονοματεπώνυμο της Κίας Μπόζου από τα σταυρόλεξα που έλυνα, όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο (το περιοδικό «Το Τεστ», που το αγόραζα συχνά). Εκεί συναντούσες συνεχώς τη φράση «το όνομα της ηθοποιού Μπόζου». Εγώ τότε ήξερα μόνο τον ηθοποιό... Μπόζο, δηλαδή τον Μανώλη Δεστούνη, αλλά από τις διασταυρωμένες λέξεις εμφανίστηκε προφανώς και το όνομα «Κία», δηλαδή «ΚΙΑ», που κόλλησε στη μνήμη μου συμπληρώνοντάς το έκτοτε, συνεχώς, όποτε το συναντούσα (στα σταυρόλεξα). Χρόνια μετά έμαθα ποια ήταν η Κία Μπόζου από τις ταινίες του ’60 – τις οποίες είδα μάλλον μεγάλος. Κι ακόμη τις βλέπω...
Είχε έναν λαϊκό τσαμπουκά το παίξιμο της Κίας Μπόζου, στα φτηνοφίλμ εκείνης της εποχής, που μου άρεσε. Έπαιζε τον εαυτό της προφανώς, και τον έπαιζε πολύ καλά. Ένα κορίτσι που δεν μάσαγε, και που θα μπορούσε να υποδυθεί τις «Στέλλες» του καιρού της, γιατί είχε και πλούσιο σεξ-απήλ συν τοις άλλοις, αν την βοηθούσαν τα σενάρια. Δυστυχώς χάθηκε κι αυτή σε δεύτερους / τρίτους ρόλους, πριν την απορροφήσει για τα καλά το σκυλάδικο, μετά το ’70, όταν ο λαϊκός εμπορικός κινηματογράφος έπαιρνε πλέον την κατιούσα.

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

ο REZ ABBASI αποδίδει συνθέσεις του Django Reinhardt

Για τον πακιστανό κιθαρίστα (μεγαλωμένος στην Καλιφόρνια) Rez Abbasi γράφουμε τακτικά τον τελευταίο καιρό. Πρώτα ήταν για το θαυμάσιο άλμπουμ του “Unfiltered Universe” [Whirlwind Recordings, 2017], τη συνεργασία του με τους Rudresh Mahanthappa,Vijay Iyer κ.ά., έπειτα ήταν για το “A Throw of Dice” [Whirlwind Recordings, 2019], που είχε ολοκληρωθεί με τη βοήθεια τού συγκροτήματός του Silent Ensemble και πιο πρόσφατα ακόμη για την συνεργασία του με την αρπίστρια Isabelle Olivier στο CD Oasis” [enja yellowbird, 2019]. Τώρα, ένα νέο άλμπουμ τού Rez Abbasi στρίβει στο player. Έχει τίτλο Django-shift [Whirlwind Recordings, 2020], περιλαμβάνει σχεδόν αποκλειστικώς συνθέσεις τού Django Reinhardt (οι υπόλοιπες ανήκουν και αυτές στο ρεπερτόριό του) και συμμετέχουν σ’ αυτό οι: Rez Abbasi άταστες και με τάστα ακουστικές κιθάρες, Neil Alexander όργανο, ηλεκτρονικά, σύνθια και Michael Sarin ντραμς.
Εννέα είναι τα tracks που ακούγονται στο “Django-shift” – επτά συνθέσεις τού Django, μία του Ion Ivanovici (το “Anniversary song”, που δεν είναι άλλο από το πασίγνωστο «Τα κύματα του Δουνάβεως») και μία του Kurt Weill (“September song”).
Η μπάντα «πετάει» – ίσως δεν χρειάζεται να το πούμε καν αυτό. Είναι και το ρεπερτόριο τέτοιο, είναι και οι τρεις παικταράδες, που τα ισοπεδώνουν όλα, είναι και η πολύ ωραία ηχογράφηση-παραγωγή (από τον ίδιο τον Abbasi), που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για... ημίμετρα.
Έξοχα κομμάτια, γνωστά και πασίγνωστα, από το “Heavy artillery” και το “Swing 42”, μέχρι το “Cavalerie” και το “Hungaria”, τα οποία αντιμετωπίζονται με ευφυή και ιδιάζοντα τρόπο, από τον Abbasi και την μπάντα του.
Κατ’ αρχάς το εισαγωγικό “Diminishing” δεν είναι επηρεασμένο μόνον από τον Django (προφανώς), μα και από τον Thelonious Monk. Οι «μονκισμοί» του είναι δε σαφείς στην ανάπτυξή του, κάτι που, όπως λέει ο ίδιος ο Abbasi, οφείλεται στο βιβλίο τού Robin D.G. Kelley Thelonious Monk: The Life and Times of An American Original [Free Press, 2010], το οποίον διάβαζε ενόσω ετοίμαζε το “Django-shift”. Παραλλήλως, ο Alexander προσφέρει (και) μια δυναμική «γκρουβιά» στη διασκευή, μετατρέποντάς της σε κάτι τελείως απρόσμενο και σίγουρα συναρπαστικό. Στο “Swing 42”, πάλι, η ρυθμική ακολουθία φέρνει στη μνήμη παραδοσιακή ινδική μουσική, όταν το “Heavy artillery” μετατρέπεται σ’ ένα folk-rock-blues gem, με τον Alexander να κάνει μεγάλα πράγματα. Καταπληκτικό είναι και το μεγαλύτερο σε διάρκεια track του CD, το 7λεπτο “Anniversary song”, που διαθέτει groovy και swing αίσθημα, μαζί με μια επίσης ιδιάζουσα ρυθμική ακολουθία.
Ένα σύγχρονο progressive-fusion άλμπουμ είναι το “Django-shift”, οδηγημένο από έναν σπουδαίο κιθαρίστα και το έξοχο συγκρότημά του. 
Επαφή: www.Reztone.com

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2020

ROB LUFT, KURT ELLING, JASPER HØIBY νέα άλμπουμ της βρετανικής Edition Records (μέρος ΙΙ)

ROB LUFT: Life is the Dancer [Edition Records, 2020]
Πρόκειται για το δεύτερο CD τού κιθαρίστα και συνθέτη Rob Luft, ενός μουσικού που μας είχε απασχολήσει και στο παρελθόν – βασικά, όταν αναφερθήκαμε στο παρθενικό άλμπουμ του “Riser” (2017), σημειώνοντας, τότε, το νεαρόν της ηλικίας του (σήμερα ο Luft είναι 26 ετών) και βεβαίως το παικτικό και συνθετικό του τάλαντο, που τον τοποθετούσε αυτομάτως στις μπροστινές σειρές τής νέας euro-jazz.
Εδώ, στο πιο καινούριο “Life is the Dancer”, ο Luft συνεργάζεται με τους Joe Wright τενόρο, Joe Webb πιάνο, hammond, Tom McCredie μπάσο και Corrie Dick ντραμς (συμμετέχουν επίσης σε δύο tracks o Byron Wallen τρομπέτα και η Luna Cohen φωνητικά), δημιουργώντας έναν δίσκο που κινείται σε περισσότερο fusion φόρμες σε σχέση με τον προηγούμενό του (στον οποίον ανιχνεύονταν επιρροές από e.s.t. έως και John McLaughlin), δίχως πάντως να χάνει ούτε κατά το ελάχιστο το ενδιαφέρον του. Και τούτο λόγω των συνθέσεων του Luft (σχεδόν όλες δικές του), που κινούνται με άνεση σε μια μεγάλη fusion γκάμα, από πιο pop να τις πούμε καταστάσεις, με ντελικάτες μελωδίες και γυναικεία φωνητικά, μέχρι περισσότερο «πλακωμένα» θέματα.
Μέσα λοιπόν σ’ αυτή την άπλα, που κινείται ο Luft, υπάρχουν μερικά στοιχεία που παραμένουν σταθερά και ενοποιητικά (ως προς το κλίμα του δίσκου του). Και τούτα έχουν να κάνουν πρωτίστως με την συνθετική (και παικτική εννοείται) ευφράδειά του. Οι συνθέσεις του είναι ρέουσες, αβίαστες, φυσικές. Όχι τίποτα φοβερά και τρομερά πράγματα, που δεν τα έχουμε ξανακούσει, αλλά απλά, ουσιώδη και εν τέλει απολαυστικά. Στρωτές ιδέες, που υλοποιούνται με όρεξη, μια έλξη προς το soft-rock και την pop, και ταυτόχρονα οι πινελιές από διάφορες ηχητικές κατευθύνσεις και επιμέρους «σχολές», που δεν είναι ποτέ κυρίαρχες, αλλά που προσθέτουν στο “Life is the Dancer” κι άλλους τόνους γοητείας (άκου π.χ. το υπέροχο “Synesthesia”).
Αυτό ακριβώς είναι το “Life is the Dancer”, ένα απολύτως γοητευτικό άλμπουμ, που δεν κρύβει-καλύπτει τα αληθινά προσόντα του.
KURT ELLING: Secrets are the Best Stories [Edition Records, 2020]
Από τους σημαντικότερους τραγουδιστές της jazz, σήμερα, ο 53χρονος Αμερικανός Kurt Elling, έχει νέο προσωπικό CD, στο οποίο τον συνοδεύουν σημαντικοί μουσικοί. Ο Danilo Pérez ας πούμε σε πιάνο και fender rhodes και ακόμη οι Clark Sommers μπάσο, Chico Pinheiro κιθάρα, Miguel Zenón άλτο σαξόφωνο, Johnathan Blake ντραμς, Rogério Boccato κρουστά και Román Díaz κρουστά. Μια σούπερ μπάντα με άλλα λόγια.
Όλοι αυτοί θα βρεθούν, λοιπόν, σ’ ένα στούντιο της Νέας Υόρκης «φτιάχνοντας», «κεντώντας», μια σειρά από τραγούδια, για τα μέτρα του Elling – ενός τραγουδιστή με θαυμάσια, κάπως «βαριά» φωνή, ακόμη και όταν αυτή ανεβαίνει τις σκάλες, που αποδίδει περισσότερο στις (αργές) μπαλάντες, παρά στο διασκεδαστικό swinging. Γιαυτό (και) δεν υπάρχει swinging στο “Secrets are the Best Stories”. Τι υπάρχουν; Συνθέσεις του Jaco Pastorius, του Wayne Shorter, του Danilo Pérez, του Vince Mendoza, για τις οποίες έχει γράψει στίχους ο Elling, και ακόμη τραγούδια των Django Bates, Silvio Rodríguez και άλλων, τα οποία ο Elling όχι απλώς τα οικειοποιείται ερμηνευτικώς, αλλά και τα μεταμορφώνει ταυτοχρόνως σε κάτι σπάνιο, σε κάτι πρωτάκουστο. Και τούτο, γιατί ο Αμερικανός δεν είναι ένας τυπικός jazz ή pop-jazz τραγουδιστής, δεν είναι κάποιος «κρυφός» crooner, που έρχεται να επιβληθεί από την πίσω πόρτα, αλλά ένας ερμηνευτής, με ξεχωριστή, με δική του προσωπικότητα, ικανός ανά πάσα ώρα και στιγμή να κάνει τη διαφορά. Τον ακούς, για παράδειγμα, στο “Song of the Rio Grande” (μουσική Danilo Pérez, στίχοι δικοί του), και μένεις άναυδος όχι μόνον από τη δική του εύπλαστη, εκφραστικότατη φωνή, μα και από την avant πιανιστική προσέγγιση του Pérez, που δίνει στο τραγούδι μια παράξενη, μιαν απρόσμενη γοητεία.
Τέτοια δείγματα, παραδείγματα, υπάρχουν κι άλλα, πολλά, στο Secrets are the Best Stories”, ένα φωνητικό jazz, περί την jazz και πέραν της jazz CD (και LP), από τα ωραιότερα (φωνητικά), που μπορεί να βρεις, αυτή την στιγμή, τριγύρω.
JASPER HØIBY: Planet B [Edition Records, 2020]
Έχει και προσωπική δισκογραφία ο δανός μπασίστας Jasper Høiby, πέραν εκείνης των Phronesis, και όλων των άλλων σχηματισμών στους οποίους κατά καιρούς έχει συμμετάσχει. Και τελευταίο δείγμα αυτής της δισκογραφίας είναι το μεγαλεπήβολο άλμπουμ “Planet B” – ένα CD στο οποίον ο Høiby, εκτός από μπάσο, χειρίζεται και ηλεκτρονικά, συνοδευόμενος από τον σαξοφωνίστα Josh Arcoleo και τον ντράμερ Marc Michel. Με όλο το υλικό να είναι πρωτότυπο (τα περισσότερα tracks είναι συνθέσεις τού Høiby προφανώς), το “Planet B” περιέχει σύγχρονη, προχωρημένη jazz, διανθισμένη με πολλά spiritual χαρακτηριστικά (που πατά βεβαίως στις ράγες των sixties-seventies) διατηρώντας όμως την άνεση να ακούγεται και ως σημερινή (και δεν ευθύνονται μόνον τα ηλεκτρονικά γι’ αυτό).
Ο Jasper Høiby κάνει ένα άλμπουμ με «θέμα», όπως πληροφορούμαστε τόσο από τις liner notes, όσο και από το site της Edition. Εκεί, μάλιστα, διαβάζουμε πως το “Planet B” είναι το πρώτο μέρος μιας σειράς τεσσάρων άλμπουμ, που θα προκύψουν στο άμεσο μέλλον και τα οποία θα αφορούν α). στην πορεία της ανθρωπότητας, β). στην κλιματική αλλαγή, γ). στην τεχνητή νοημοσύνη και δ). στην νομισματική μεταρρύθμιση (μάλλον εννοεί την εξαφάνιση του φυσικού χρήματος, ή μπορεί και κάτι άλλο). Εδώ, πάντως, έχουμε το πρώτο μέρος αυτής της σειράς, που αφορά στην πορεία του ανθρώπινου είδους πάνω στη Γη, μέσα από τις αγωνίες που εκφράζει ο Høiby για την εξέλιξη, το μέλλον, σε σχέση με την συλλογική ευθύνη μας κ.λπ. Το αποτέλεσμα και το διαβάζουμε μέσα από διάφορα, σχετικά τσιτάτα και σύντομα κείμενα στο cover (Grace Lee Boggs, Krishnamurti, Richard Alpert, Charles Eisenstein…), αλλά και το ακούμε μέσω της απολύτως «σοβαρής», υπαινικτικής, «ατμοσφαιρικής», «αποκαλυπτικής» και σε κάθε περίπτωση θαυμάσιας μουσικής του.
Η Edition Records εισάγεται από την AN Music