Σάββατο, 13 Ιουνίου 2020

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑΣ No 3 / ΚΥ Νο 5 ενθύμιον νεανικών συντροφιών

Κάτι παράξενο σηματοδοτείται εδώ, από τον τίτλο ήδη. Έχουμε μπροστά μας τον τρίτο δίσκο των Κερκυραίων Τα Παιδιά της Παλαιότητας (ΠτΠ) και ταυτοχρόνως τον πέμπτο των ΚΥ (Κόρε.Ύδρο.); Ναι, έτσι διαβάζουμε. Αναστήθηκαν ή έστω ανασυστήθηκαν οι ΚΥ; Όχι. Είναι όμως ένας δίσκος, ένα διπλό βινύλιο, το «Ενθύμιον Νεανικών Συντροφιών» [Inner Ear, 2020], που επανατοποθετεί την τραγουδοποιία του Π.Ε. Δημητριάδη σε σχέση με το χθες, φέρνοντάς την στο σήμερα. Υπό αυτή την έννοια έχουν νόημα οι δύο συγκροτηματικές ονομασίες, και ακόμη μεγαλύτερο η αρίθμησή τους (αλλά ας μην το τραβήξουμε από την αρχή, γιατί θα ξημερώσουμε). Αν αφεθείς ελεύθερος, θέλω να πω, μπορείς να γράψεις πραγματεία γι’ αυτό το άλμπουμ. Όμως, τότε, θα έχει χαθεί εντελώς το νόημα της κριτικής, της δισκοπαρουσίασης.
Το «Ενθύμιον Νεανικών Συντροφιών» είναι ένας ερωτικός δίσκος. Ερωτικός για πρόσωπα του χθες και του τώρα, αλλά πιθανώς και του αύριο –είναι δύσκολο, για να μην πω δυσβάσταχτο, να αποκρυπτογραφήσεις όλες τις αντωνυμίες που διαβάζονται στα λόγια και ακούγονται στα τραγούδια–, μα ακόμη (ερωτικός) σε σχέση με περιβάλλοντα (την Κέρκυρα) και καταστάσεις (του χθες). Και υπό αυτή την έννοια, το double LP, εκπέμπει θετικά vibes. Παρότι εδώ λοιπόν εμφανίζονται ουκ ολίγες σκληρές και κάπως οδυνηρές πλευρές του έρωτα, η επίγευση που αφήνουν τα περισσότερα τραγούδια είναι χαρούμενη. Γι’ αυτό, όμως, αιτία δεν είναι τα λόγια, αλλά οι απλές μελωδίες του Π.Ε. Δημητριάδη, ο τρόπος που τις τραγουδά και βασικά, και πάνω από τις μελωδίες και τους τρόπους, οι ενορχηστρώσεις των ΠτΠ με την μαεστρική συμβολή του Μάριου (ή Μάριο) Πλασκασοβίτη. Χωρίς τις ενορχηστρώσεις του (που είναι το Α και το Ω τού άλμπουμ), το «Ενθύμιον Νεανικών Συντροφιών» θα ήταν κάτι τελείως διαφορετικό.
Ρίχνοντας μια πρώτη ματιά στους στίχους, στο μέσα μέρος του gatefold, εκείνο που πρώτο παρατήρησα είναι η πολυτονική γραφή. Δεν ξέρω αν είναι κάτι που αφορά στην εν λόγω περίπτωση, κάτι παροδικό, καθότι γίνεται λόγος περί «ενθυμίων», ή δείχνει κάτι γενικότερο όσον αφορά στις αντιλήψεις του Π.Ε. Δημητριάδη για το χθες, και πώς αυτό (το χθες) θα έλθει να διασκορπιστεί ή να διεμβολίσει το «τώρα». Δεν γνωρίζω. Θα φανεί στα επόμενα άλμπουμ των ΠτΠ, όμως είναι αυτός ένας πρώτος προβληματισμός.
Ο Δημητριάδης γράφει στην αρχή πως δεν έχουμε στα χέρια μας έναν ακόμη δίσκο «μελαγχολικής αναπόλησης μιας εξιδανικευμένης εποχής, που δε γυρίζει πίσω», και πως είναι ένας «δίσκος χαράς, με τον κατά Αρανίτση ορισμός της». Πού είναι ποιος; «Χαρά είναι η λύπη που δεν παροχετεύεται στη λήθη αλλά την επισκέπτεται πρόσωπο με πρόσωπο». Χαρά είναι η λύπη δηλαδή (ερώτηση κάνω), που επισκέπτεται απ’ ευθείας τη λήθη, δίχως να στάζει μέσα της; Εγώ αυτά τα διανοητικά παιγνίδια δεν τα πολυκαταλαβαίνω – συγχωρέστε με. Το λέω και ξεμπερδεύω.
Ο Π.Ε. Δημητριάδης είναι ολοφάνερα επηρεασμένος, αλλά ευτυχώς όχι σε τραγικό βαθμό, από την δοκιμιογραφία του Αρανίτση. Δεν ενδιαφέρομαι να κάνω εδώ κριτική στον Αρανίτση (γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μας), απλώς ορίζω ένα περιβάλλον στιχουργικής δράσης του Δημητριάδη, μέσα στο οποίο υπάρχει ο Αρανίτσης, αλλά και πολλοί άλλοι, δια των απείρων αναφορών-υπαινιγμών, που ο ίδιος ο Δημητριάδης αποκαλύπτει κάτω από κάθε στίχο του, σημειώνοντας: «μνεία» στους... τάδε (από Σολωμό και Σαββόπουλο, μέχρι Δαβαράκη και Άγγελο Τερζάκη, και από Καρβέλα και στιχουργό Πυθαγόρα μέχρι Goethe και Eco). Το πράγμα αρχίζει να βαραίνει...
Σίγουρα, η τραγουδοποιία του Π.Ε. Δημητριάδη είναι διανοητική, αλλά όταν δεν είναι (διανοητική), τότε είναι στον πιο μεγάλο βαθμό ουσιαστική. Η ωραιότερη στροφή από τις δεκάδες που διαβάζουμε και ακούμε εδώ είναι η εξής: «... θα σε περιμένω δίπλα στα σκουπίδια / μετά το τελευταίο δημοψήφισμα. / Κι αν πανηγυρίζουν / θα ’ναι όλοι χαμένοι / πλην του δικού μας τίποτα». Εδώ, βεβαίως, δεν υπάρχει χαρά (αν και μπορεί να υπάρχει κατά Αρανίτση), αλλά η στροφή έχει τη δύναμη να ανακατεύει το γενικό (το κοινωνικό) με το ειδικό (το ατομικό), βάζοντας και στα δύο... ταφόπετρα. Γενικότερα, το τραγούδι αυτό, «Το τελευταίο δημοψήφισμα», που δεν έχει ουδεμία σχέση με χαρά (το ξαναλέω), είναι ένα από τα ωραιότερα του δίσκου. Δεν είναι όμως το μόνο. Υπάρχουν κι άλλα τραγούδια στο άλμπουμ – που είναι ευφρόσυνα. Και λέω για τραγούδια, και όχι για στίχους ή μουσικές, επειδή το σύνολο, κάθε φορά, μετράει και κρίνεται.
Το πρώτο τραγούδι, το «Σε ποιον ανήκει η Κέρκυρα» έχει έγχορδα (strings), μπουζούκι, περνάει από το ζεϊμπέκικο και γενικώς δείχνει την βαβέλ, που θα επακολουθήσει. Στο «Τα απέραντα θέρη μου», ένα εξωστρεφές τραγούδι με χορωδιακά φωνητικά, διακρίνω, πιο πολύ απ’ όλα, το break στο σαξόφωνο σε στυλ Γιώργου Κατσαρού, ενώ το «πληγωμένα μηνύματα αναθεωρημένα» διαθέτει εξαιρετική ενορχήστρωση, μελοδραματισμό κλάσης τύπου Al Stewart (“The news from Spain”) και γενικότερα είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ.
Το «Μια χώρα που άλλαξε όνομα» είναι το μικρότερο, στο χρόνο, τραγούδι του 2LP, που αποκτά όμως έναν αλλόκοτο όγκο μέσω της ενορχήστρωσης. Η ενορχήστρωση, πέρα από μεγάλη τέχνη, έχει (και) την ικανότητα να «σκεπάζει» ατέλειες ή ακόμη και να παραπλανά. Θέλει προσοχή. Πάντως στα δύο τελευταία tracks τής πλευράς, το «Πυροτεχνήματα στα γενέθλιά της» και το «Καλύτερο πεθαίνει πρώτο», εγώ «ακούω» τον... Γιώργο Χατζηνάσιο και σε σχέση με τις ενορχηστρώσεις (π.χ. στο τελείωμα του πρώτου τραγουδιού) και σε σχέση με το ύφος της μελωδίας (καθώς στο δεύτερο τραγούδι ανακαλώ το δικό του «Πόσο σ’ αγαπώ»).
«Τα αναμνηστικά» είναι ένα πολύ προσωπικό τραγούδι (κάποια τραγούδια, στο άλμπουμ, είναι πιο προσωπικά από άλλα), με την μουσική να μοιάζει κάπως σαν πρόσχημα, προκειμένου να πατήσουν επάνω της τα λόγια. Και εδώ οι ενορχηστρώσεις είναι «άλλο πράγμα», με τις ροκ κιθάρες να στριγγλίζουν, μαζί  με πιάνο, έγχορδα κ.λπ. Το «Ο ρόλος της ζωής σου» είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου – και ξαφνικά βλέπεις πώς και γιατί η απλότητα μπορεί να αποβεί τόσο θετική, για την εκτόξευση ενός κομματιού. Το ίδιο ισχύει και για το επόμενο track, το «τελευταίο δημοψήφισμα» (γράψαμε πιο πάνω μια στροφή του), που είναι ακόμη πιο απλό και ακόμη πιο καλό.
Η τελευταία πλευρά ανοίγει με το «Η πιο τρελλή Πρωτομαγιά» (πήγα να γράψω το «τρελλή» με ένα «λ», αλλά στο δίσκο είναι με δύο), που ξεκινάει σαν πιανιστική μπαλάντα, αλλά στην πορεία ανεβαίνει η ένταση, πριν απομειωθεί προς το τέλος (βαρύ άσμα, ουδεμία σχέση με «χαρά»). Έντονα αυτοβιογραφικό το «Η εξαφάνισίς του» ακούγεται σαν ρέκβιεμ, βγάζει έναν μελοδραματισμό, αλλά είναι καλό τραγούδι. Κι εδώ η ενορχήστρωση είναι κάτι τεράστιο, που δεν μπορείς να το παραβλέψεις. Το κλείσιμο της πλευράς και του άλμπουμ, με «Το δηλητήριο στις σελίδες» (στο οποίο ακούγεται και μπουζούκι, και κιθάρες φυσικά, και άλλα πολλά) είναι περίεργο, και δεν μπορείς να αποκρυπτογραφήσεις πολλά πράγματα. Κάπως too much για «τέλος», αλλά ok. Θα προτιμούσα, θέλω να πω, να το άκουγα σε άλλη θέση.
Έχω ολοκληρώσει την (πολλοστή) ακρόαση και το τελευταίο, για το οποίο θα έπαιρνα θέση, θα ήταν να γράψω... «μου αρέσει» ή «δεν μου αρέσει», συνολικά, ο συγκεκριμένος δίσκος. Δεν ξέρω... Έχω πολλά χρόνια να νοιώσω τόσο αμήχανα μ’ ένα άλμπουμ. Μακάρι να είχα τον τρόπο να το ξανακούσω, μετά από καιρό, μήνες ή και χρόνια, και να ξαναγράψω.
Είναι ένας δίσκος, θέλω να πω, το «Ενθύμιον Νεανικών Συντροφιών» που μπορεί να παίζει από... από «υπερφίαλο» και «ανερμάτιστο» κατασκεύασμα, μέχρι... «σύγχρονο ελληνικό άλμπουμ αναφοράς» και «ποιητικό αριστούργημα». Δεν μπορώ να αποφασίσω αν είναι το ένα ή το άλλο, ή κάτι ενδιάμεσο – και σε κάθε περίπτωση, όλους τους χαρακτηρισμούς, αυτή τη στιγμή, μπορώ να τους αποδεχθώ.
Επαφή: www.inner-ear.gr

1 σχόλιο:

  1. Σχόλια από το fb...

    Aris Karampeazis
    Θα παίξει πολύ βέβαια εκεί έξω (παίζει ήδη δηλαδή) ο χαρακτηρισμός του «ποιητικού αριστουργήματος». Εγώ αυτόν δεν τον μπορώ.

    Αθανάσιος Ζακόπουλος
    Τους λατρεύω. Μετά την αποχώρηση του Αλέξανδρου Μακρή που οδήγησε κ στην διάλυση των ΚΥ έκλαιγα με μαύρο δάκρυ. Ο λόγος ήταν ακριβώς οι ενορχηστρώσεις οι οποίες ήταν αριστουργηματικές..ποπ, ροκ, χατζηνάσιος, grunge, κερκυραϊκή μουσική..ιδιοφυώς δεμένα.
    Τώρα στους 2 προηγούμενους δίσκους των ΠτΠ δεν διέκρινα τέτοια διάθεση για μίξη. ήταν πιο απλές φόρμες, πλην εξαιρέσεων βεβαίως. Μόλις μου ήρθε το τελευταίο άλμπουμ, οπότε θα το ακούσω όπως του αρμόζει και επανέρχομαι.

    Patritsopoulos Nikos
    κυριως για τη μουσικη

    Spyros Diastimikos
    Με τον Δημητριάδη, τον παλιό και τον καινούριο (ΚΥ/ΠτΠ) έχω πρόβλημα ως ακροατής. Το έργο του χωρίς να είναι επιτηδευμένο, είναι μια διανοητική κατασκευή όπου χάνεσαι στις λεπτομέρειες, προσπαθώντας να καταλάβεις γιατί, ενώ υπάρχουν όλα τα αρίστης ποιότητας υλικά, δεν απολαμβάνεις το τελικό πιάτο. Η μουσική του είναι ένα πολύ μελετημένα υφασμένο χαλί για να πατήσουν πάνω της σαν επισκέπτες οι στίχοι, αλλά τίποτα δεν λειτουργεί σαν σύνολο στα αυτιά μου. Δεν μπορεί να με κάνει να μπω μέσα της και να με παρασύρει σαν τραγούδι, κάτι "δεν κυλά απρόσκοπτα" και αυτό με ενοχλεί. Επίσης, σε μένα, οι δημιουργίες του δεν λειτουργούν και πρωταρχικά ως λόγος• ο ήχος είναι πολύ εμπροσθοφανής ώστε να μπορέσω να συγκεντρωθώ στη στιχουργική. Μετά από πολλές ακροάσεις δίσκων του, έχω αποφασίσει ότι δεν είναι για μένα και δεν έχω πλέον την υπομονή να προσπαθώ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή