Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΡΔΗΣ μια μεγάλη τομή

Υπάρχουν πολλά που μπορεί κανείς να πει και να γράψει για το έργο του Αντώνη Βαρδή, αλλά εγώ θα μείνω στο πιο σημαντικό. Στην «επανάσταση» που έφερε κατά μίαν έννοια ο Βαρδής στο ελληνικό τραγούδι, στην δεκαετία του ’80, ανακατεύοντας ευφυώς το rock με το λαϊκό (όχι με το λαϊκό της κουλτούρας, αλλά μ’ εκείνο της καψούρας). Δεν ξέρω αν ήταν ο πρώτος –μάλλον όχι– που επιχείρησε κάτι τέτοιο, ήταν όμως εκείνος που το επέβαλλε δουλεύοντας με ακαταπόνητο μεράκι πάνω στη ίδια «συνταγή».
Ροκάς στην εφηβεία του, στα μέσα του ’60 –ως μέλος των Vikings έγραψε την “Catherine”, που την τραγούδησε κιόλας–, ο Βαρδής θα αναδειχθεί στα πρώτα χρόνια της επόμενης δεκαετίας σ’ έναν από τους κορυφαίους ακουστικούς κιθαρίστες των στούντιο (ποιος ξέρει, π.χ., πως παίζει ακουστικές και ηλεκτρικές κιθάρες στην «Τετραλογία» του Δήμου Μούτση;), δοκιμάζοντας σιγά-σιγά και τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία περνούν κατά βάση απαρατήρητα. Προς τα τέλη της δεκαετίας αρχίζει να κάνει πιο αισθητή την παρουσία του ως δημιουργός, μέσα από συνθέσεις του που δίνει στις φίρμες της εποχής (Νταλάρας, Πουλόπουλος, Γαλάνη), είναι όμως ο πρώτος δίσκος του Βασίλη Παπακωνσταντίνου (Δεκέμβριος του ’78), εκείνος που δείχνει τις πραγματικές ποιότητες και το ταλέντο του Βαρδή. Το λέω έχοντας κατά νου τα πολύ καλά τραγούδια «Με τον Μπομπ Ντύλαν», «Σακατεμένα τα τραγούδια», «Επαρχία 1978», «Στο Διονύση Σ.», «Θάρθουν στιγμές», «Πάλι βρέχει» και «Φεύγουν καράβια», άπαντα σε στίχους του Πάνου Φαλάρα.
Το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’80 βρίσκει τον Βαρδή να συνεργάζεται με την Χαρούλα Αλεξίου στο «Ξημερώνει», ένα LP που έβγαλε «επιτυχίες», όπως το φερώνυμο κομμάτι, το «Φεύγω» –με στίχους που έγραψαν από κοινού Βαρδής και Αλεξίου και που ποτέ δεν με εξέφρασε– και άλλα διάφορα. Δεν θυμάμαι κάτι σημαντικό τα επόμενα χρόνια (κάποια κομμάτια για τον Γιάννη Πάριο, την Ελένη Δήμου, την Πίτσα Παπαδοπούλου, την Άννα Βίσση ή τον Μανώλη Λιδάκη δεν έκαναν τη διαφορά), μέχρι τουλάχιστον το 1986, όταν κυκλοφόρησε το «Συγκάτοικοι Είμαστε Όλοι στην Τρέλλα» [CBS]. Το LP αυτό, παρότι τότε το έπαιζα ροκάς ή ήμουν (δεν θυμάμαι ακριβώς…), το αγόρασα με το που έσκασε μύτη επειδή μου άρεσε πάρα πολύ το… ηγετικό τραγούδι του άλμπουμ, που παιζόταν φυσικά και στο ραδιόφωνο – στο «Δεν είχα δύναμη» αναφέρομαι (σε στίχους και πάλι του Φαλάρα). Ανακαλύπτω δηλαδή, ξαφνικά, πώς θα μπορούσε να συνδυαστεί το rock με το λαϊκό μ’ έναν τρόπο που να με «φτιάχνει», χωρίς να με προσβάλλει.
Επειδή σύχναζα τότε (και ως φοιτητής) σε λαϊκά μαγαζιά, γουστάροντας ας πούμε το... ηλεκτρικό κέφι που δημιουργούσαν Τα Παιδιά απ’ τη Πάτρα με τα τραγούδια του ’60, μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως δεν θα μπορούσε να υπάρξει ένα σύγχρονο λαϊκό με ροκάδικο feeling, που να το ακούω στο Χάραμα (της Πάτρας) ή στο La Notte ας πούμε, και να νομίζω ότι είμαι στο… Roundhouse ή έστω και στο Roxy (α ρε Ian Dury…). Να σηκώνεται ο ηλεκτρικός κιθαρίστας δηλαδή και να σολάρει με την έπαρση ενός Ritchie Blackmore ή ενός Tommy Bolin. Αυτό το ανακάτεμα, αυτό το… νόθο πράγμα με είχε ενθουσιάσει τότε. Το γούσταρα περισσότερο από το πιο «πιστό» ελληνόφωνο rock της εποχής (για το ’86 μιλάμε – Μπουλάς, Φατμέ, Πανούσης, Γιοκαρίνης και τέτοια… ok υπήρχε και η αξιοσέβαστη Γενιά του Χάους ή η φοβερή Λευκή Συμφωνία), βρίσκοντας συγχρόνως κι ένα νέο νόημα σε ό,τι θα αποκαλούσα έκτοτε «ελληνικό, ελληνικότατο ροκ». Rock ρε παιδί μου, ok, αλλά να μου θυμίζει και κάτι από Ελλάδα – και όχι μόνο στο στίχο και στη γλώσσα, αλλά ακόμη και στη μελωδία, στο ρεφρέν και τα κουπλέ. Το… «κι όμως δεν είχα δύναμη/ την πόρτα να σου κλείσω/ άνοιξα και τα χέρια μου/ γλυκά να σε κρατήσω» με τις πενιές του Άκη Τουρκογιώργη, το… «Ψυλλιάστηκα τα ζόρικα/ κι’ από μειοψηφία περνώ στην κατανάλωση κι εγώ» (στίχοι Τασούλα Θωμαΐδου), το εξαίρετο αλλά άγνωστο «Τον καιρό μου ηλεκτρίζεις» («Τα πόστα πιάνεις με πολιτικά εφφέ/ τις αντιρρήσεις μου με ροκ τις αφοπλίζεις»… και πάλι της Θωμαΐδου) με την φωνάρα της Χριστίνας Μαραγκόζη (που μου θύμιζε την Αλεξίου, αλλά στο πιο… σκυλέ, και γι’ αυτό την γούσταρα περισσότερο), μα ακόμη και το «Σχήμα λόγου» του Κώστα Τριπολίτη, που το ακούγαμε δίχως να καταλαβαίνουμε ακριβώς τι ήθελε να πει ο ποιητής, αφού «η περσινή μας η κοπέλα», για εμάς, φορούσε… «μαύρο νυχτικό» και όχι «μαύρο νυφικό»… και άλλα διάφορα. Επ, ξέχασα και το «Πάντα δραπέτης απ’ το όνειρο» σε στίχους του Σάκη Μπουλά – τι ωραίο τραγούδι κι αυτό!
Και όμως την μεγαλύτερη έκπληξη δεν την είχα νοιώσει ακόμη. Τούτη θα ερχόταν δύο χρόνια αργότερα (1988) με το LP «Τραγουδάμε Μαζί» (Βαρδής – Μαραγκόζη) και το πυρακτωμένο «Θα εκραγώ» (στίχοι Αντώνης Ανδρικάκης) που άνοιγε την δεύτερη πλευρά. Το κομμάτι αυτό ήταν στάνταρντ όχι μόνο στο κοσμικά λαϊκά μαγαζιά της εποχής, μα ακόμη και στα σκυλάδικα, με τους κιθαρίστες να το παίρνουν πάνω τους (λες και άκουγες τους… λαϊκο-μεταλλάδες Europe… στα πανηγύρια) και με τις τραγουδίστριες (γιατί περισσότερο γυναίκες το έλεγαν παρά άντρες) να το τεντώνουν όσο δεν πήγαινε άλλο με τις θυμιατισμένες αγριοφωνάρες τους. «Σε ποιον να μιλήσω, αλήθεια να πω/ τα μάτια να κλείσω, να ονειρευτώ./ Ανώνυμο θύμα κρυφής μηχανής,/ εκπέμπω ένα σήμα, μ’ ακούει κανείς;».
Ακούγοντας το «Θα εκραγώ» (καλή σου ώρα Αντώνη Βαρδή…), τους συγκεκριμένους στίχους, τις διαλυμένες ερμηνείες από λογιών-λογιών κορίτσια και κυρίως τις πίστες που καίγονταν (στην κυριολεξία) συνειδητοποίησα, τότε, στα 20 και κάτι μου, για πρώτη φορά στη ζωή μου, πως στον Έλληνα αν θέλεις να «μιλήσεις» –να του πεις κάτι βρε αδελφέ και να σκύψει να σ’ ακούσει, και όχι απλώς να γεμίσει το Ηρώδειο κοιτώντας την πανσέληνο ή να στοιβάζεται ο ένας πάνω στον άλλον στα εγχώρια ροκ κιβούρια βρίζοντας το… κατεστημένο– θα το επιχειρήσεις μόνο στον κατάλληλο τόπο με το «σωστό» ελληνικό τραγούδι. Απορώ πως ο… ΣΥΡΙΖΑ και η Monika δεν το έχουν πάρει ακόμη χαμπάρι…

6 σχόλια:

  1. βρε Φώντα η ΜΟΝΙΚΑ τι σχέση έχει με το Ελληνικό ροκ;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ponte:

    Φωντα, εχεις ακουσει το "θα εκραγω" στην εκτελεση Μαχαιριτσα; Για μενα ισαξια της πρωτης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ponte:

      Ενταξει, καποτε το "μαζικο" ειναι και κορυφαιο...βλ. Beatles.

      Διαγραφή
  3. Ιδιαίτερα συμπαθής ο Αντώνης Βαρδής, ένας από τους πρωτοπόρους και ίσως ο...γνησιότερος εκφραστής της Εγχώριας "Dog Rock σκηνής". Δεκαετία 80, το χρήμα έρεε άφθονο, η Ελληνική δισκογραφία στο εμπορικό της απόγειο, στα "μπουζούκια" τα μεροκάματα τεράστια (πόσο μάλλον αν ήσουν και συνθέτης), κάποιοι "Ροκάδες" βρήκαν την υγειά τους εκεί. Ξέρω γω...δεν μπορείς να κακολογήσεις κανέναν στην τελική.

    Κι εγώ τον άκουγα τότε και μου άρεσε αρκετά.

    Προσωπική αδυναμία και μάλλον ότι ξεχώρισε από εκείνον τον "κουρνιαχτό" το "Δεν θα με ξεχάσεις" που όποτε το ακούω μου ανασύρει όμορφες μνήμες από τα early 90's και ότι τις συνόδευε.

    Δεν θα σε ξεχάσουμε Αντώνη...

    ΑπάντησηΔιαγραφή