Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

«χτύπα τον τώρα χτύπα τον, στο στομάχι/ χτύπα τον CLOWN χτύπα τον, στο στομάχι»

Πήρα στα χέρια μου το δισκάκι των Clown την εποχή που βγήκε –πρέπει να ήταν καλοκαίρι ή έστω φθινόπωρο του ’83– επειδή είχα μιαν απ’ ευθείας επαφή με τους ανθρώπους της Creep και προμηθευόμουν άμεσα οτιδήποτε κυκλοφορούσαν. Αν και τους γνώριζα (τους Clown) εμμέσως, από άρθρα σε περιοδικά, δεν είχα προλάβει να τους δω live… και μάλλον δεν πρέπει ποτέ να τους είδα. Λέω «μάλλον», επειδή υπήρχαν φάσεις που βλέπαμε τρία και τέσσερα γκρουπ τη βραδιά, ορισμένες φορές δίχως συγκεκριμένο πρόγραμμα… έτσι, μπορεί κάπου να τους είχα παρακολουθήσει και απλώς τούτο να μην καταγράφηκε, ως γεγονός, στη μνήμη.
Χοντρικά, πρέπει ν’ άκουσα το δισκάκι τους το ίδιο διάστημα με τους Metro Decay (το 45άρι) και τους Χωρίς Περιδέραιο (το 45άρι). Είχα πάθει πλάκα. Όχι πως και το «Σκιές/ Κειμήλια», ή το «Άνωση/ Το χρώμα και το σχήμα» ήταν λιγότερο καλά. Απλώς ένοιωθα πως δεν υπήρχε ελληνική-ελληνόφωνη new wave ηχογράφηση (τότε) που να ηχούσε, σε κάθε επίπεδο, καλύτερα από το «Κλόουν/ Λευκά κελλιά». Ίσως να το νομίζω ακόμη... Οι Clown ήταν περιπτωσάρα. Μέχρι και οι Magazine μού φαίνονταν «λίγοι» μπροστά τους…
Εκείνα τα δύο τραγούδια, λοιπόν, ήταν δυναμίτες. Άψογοι συνδυασμοί κιθάρας-synths, στίχοι που όχι απλώς ακούγονταν (όπως έπρεπε), αλλά σου έπαιρναν ταυτοχρόνως και το σκαλπ καθώς ένοιωθες ακεραία την ορμή τους. Είτε στο «Κλόουν» με τα λόγια-φωτιά… «τίποτα δε σ’ εμποδίζει να αντιδράσεις/ μονάχα ο φόβος», «χτύπα τον τώρα χτύπα τον στο στομάχι/ χτύπα τον κλόουν χτύπα τον στο στομάχι», είτε στα «Λευκά κελλιά», ένα ελάχιστα καλυμμένο τραγούδι για τον ζόφο της ηρωίνης (έτσι νομίζω). Όλα, θέλω να πω, λειτουργούσαν στην εντέλεια καθώς φανταζόμασταν (έχοντας και την ανάλογη προσμονή) το επόμενό τους βήμα, που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ, αφού το γκρουπ που εμφανίστηκε μ’ αυτό το όνομα στη «Συνταγή Αντι-Θανάτου» [Famous Music, 1986/ B-otherSide, 2013] ήταν πια κάτι άλλο.
Αναφέρομαι φυσικά στο τρίτο και τελευταίο επίσημο κομμάτι τους, που είχε τίτλο «Πρόβα ορχήστρας». Υπάρχει, εδώ, κάποια αμυδρή σύνδεση με το παρελθόν (το δίδυμο κιθάρες-σύνθια λειτουργεί καλά), όμως το «μπέρδεμα» των φωνητικών με τα πορτουγκέζικα στην αρχή, τα γαλλικά στη συνέχεια κ.ο.κ. δεν βοηθά στην αποκρυπτογράφηση ενός προφανούς νοήματος. Eu vou falar de homens…” ή κάπως έτσι. «Θα μιλήσουμε για τους ανθρώπους, τους ανθρώπους της πόλης. Θα μιλήσουμε για τους δρόμους, τα φεγγάρια και τις θάλασσες. Θα μιλήσουμε για τη ζωή, και μετά… θα σας δώσω μια μπανάνα». Δεν ξέρω αν το κομμάτι σχετιζόταν με την «Πρόβα Ορχήστρας» (1978) του Fellini, και την δικής της ποιητική περιγραφή της κοινωνικής αλλοτρίωσης, πάντως σε κάθε περίπτωση έχει το ενδιαφέρον του.
Ποιοι αποτελούσαν τους Clown; Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε ουδεμία πληροφορία για την line-up του γκρουπ. Προσωπικώς, μόνο από την «Συνταγή Αντι-Θανάτου» είχα διαθέσιμα κάποια ονόματα, καθώς διαβάζαμε στο οπισθόφυλλο… Ηλίας Αναστασόπουλος κιθάρες, συνθετητής, ντραμ (beats), φωνές, στίχοι, σύνθεση, Γ. Πετσόπουλος φωνές, Γ. Αναστασόπουλος συμμετοχή στους στίχους. Αργότερα μάθαμε (εγώ τουλάχιστον έμαθα) πως οι Ηλίας και Γιάννης Αναστασόπουλος ήταν μέλη της αρχικής τετράδας των Clown, ενώ ο Γιάννης Πετσόπουλος (και όχι Γιώργος) πρέπει να ήταν ο γνωστός θεατρικός σκηνοθέτης κ.λπ., που είχε γεννηθεί στη Βραζιλία το 1952 (όπως διάβασα στο polymichanoi-paidon.gr/el/contents/view/-300). Πιθανώς, δε, σ’ εκείνον να οφείλονταν και τα πορτουγκέζικα στην αρχή της «Πρόβα ορχήστρας». (Αν κάτι απ’ όσα λέω-συμπεραίνω δεν είναι σωστό να με διορθώσετε…).
Ποια ήταν λοιπόν τα αρχικά μέλη των Clown; Ο Ηλίας Αναστασόπουλος κιθάρες, η Πουπέτα Λάππα synth, ο Γιάννης Αναστασόπουλος φωνή και ο Βαγγέλης Τσίπουρας (ή Τσιπούρας) ντραμς. Ήταν τετράδα δηλαδή, χωρίς μπάσο, αλλά με δύο σύνθια (ποιος έπαιζε δεύτερο σύνθι, ο Ηλίας ή ο Γιάννης; – δεν είμαι σίγουρος), ενώ απ’ αυτούς τους μουσικούς μόνον ο Τσίπουρας και η Λάππα είχαν κάποιο δισκογραφικό παρελθόν (ο πρώτος είχε συμμετάσχει στην ηχογράφηση του “Suffering of Tomorrow” των Pete and Royce το 1979-80, ενώ η δεύτερη κάνει φωνητικά στον «Ξαναπέ» του Νικόλα Άσιμου το 1982 – η Λάππα εκείνη περίπου την εποχή, 1983-84, θα τρέξει μαζί με τον Σπύρο Περιστέρη την Enigma Records, συμμετέχοντας στην πορεία σε διάφορες ηχογραφήσεις).
Όπως είχε σχολιάσει και ο Electric Looser, εδώ στο δισκορυχείον, πριν λίγο καιρό (4/6/2015): «Για την ιστορία να πω πως ο Γιάννης απ’ το 2007 έχει αλλάξει όνομα (Λυσίας). Το 2005 κυκλοφόρησε μόνος του ένα βιβλίο με δικά του ποιήματα το “Ως Σχίνον Αντιπαλεύον τον Στάχυν”, ενώ ο Βαγγελης αυτοκτόνησε».
Ακόμη, να πω πως πριν μερικούς μήνες (21/11/2014) εμφανίστηκε στο YouTube κι ένα ανέκδοτο αγγλόφωνο κομμάτι τους με τίτλο I dont know why (άλλες λεπτομέρειες δεν δίνονται). 
Στα χαρτιά μου έχουν διασωθεί δύο γραπτές αναφορές για τους Clown. Η πρώτη στο περιοδικό Μουσική, από τον Αντρέα Γιαννακουλόπουλο (τεύχος από το καλοκαίρι του ’83) και η δεύτερη στη μουσική εφημερίδα Στοιχειωμένο Τραίνο (τεύχος 1, Ιούνης ’83).
Ο Γιαννακουλόπουλος γράφει ένα εγκωμιαστικό κείμενο με αφορμή την παρουσία των Clown στη Σοφίτα, το Σάββατο 30/4/1983. Αναφέρει κάπου: «Από μια άποψη αυτό το συγκρότημα είναι διαχρονικό. Δεν πιστεύω πως θα πάψει ποτέ να υφίσταται η αλάνθαστη ικανότητα του ντράμερ τους να χτυπάει όταν πρέπει κι εκεί που πρέπει. Ούτε πως οι δύο κιμπορντίστες (ένας θηλυκός κι ένας αρσενικός) θ’ αποτύχουν στον οργανωτικό τους ρόλο. Όσο για τον κιθαρίστα αρκεί να τον ακούσετε όταν βγαίνει μπροστά να παίξει μικρές-μικρές σημαντικές φρασούλες στην κιθάρα. Η μουσική τους όταν δεν προσπαθεί να συνοψίσει αβαντγκαρντίστικες αναζητήσεις μας δηλώνει απλά πώς θα ’ναι το new-wave μετά από μερικά χρόνια».
Και το πλήρες κείμενο κάποιου Νίκου Σταματίου από το Στοιχειωμένο Τραίνο (δεν ξέρω πόσοι το θυμούνται από τους παλιότερους). Το μεταφέρω όπως είναι (εν σχέσει με τους Clown), επειδή έχει ένα νόημα… 
Σάββατο, 30 Απριλίου 1983 στη Σοφίτα 
Yell-O-Yell, Villa 21, Clown 
Την προτελευταία βραδιά της χειμερινής σεζόν στη Σοφίτα παίξανε τρία συγκροτήματα, οι Yell-O-Yell, οι Villa 21 και σε πρώτη παγκόσμια εμφάνιση οι Clown (και τα τρία είναι συγκροτήματα της Creep Records, της μόνης ανεξάρτητης εταιρείας στην Ελλάδα που ασχολείται αποκλειστικά με new wave γκρουπ). Πριν να προχωρήσουμε στην παρουσίαση των συγκροτημάτων, θέλω να υπογραμμίσω το πόσο θετικό σημείο της βραδιάς ήταν η φτηνή είσοδος (250 δρχ. για όλη τη βραδιά με ποτό), που είχε σαν αποτέλεσμα να στριμωχτούν σ’ ένα μέρος που χωράει 50-60 καθιστούς, 150 περίπου άτομα. Ήταν τόσο ζέστη βέβαια και γεμάτη ηλεκτρισμό η ατμόσφαιρα που αυτό δεν ενόχλησε κανένα, αντίθετα μάλιστα βοήθησε στο να συμμετέχει το κοινό περισσότερο, μια που οι όρθιοι πολύ εύκολα αρχίζουν το χορό. (…)
Μετά περιμέναμε να βγούνε οι Clown. Ένα κλίμα γενικής ανακατωσούρας επικρατούσε. Λίγοι φύγανε, πολλοί ήρθανε, άλλοι που ήταν έξω στην ταράτσα μπήκαν μέσα και τελικά έπηξε ο τόπος και ήταν φανερό πως 50 τουλάχιστον άτομα είχαν έρθει μόνο για τους Clown. Σχόλια, φήμες και γνώμες κυκλοφορούσανε κιόλας από διάφορους και πρόσθεταν κάμποση αγωνία στην προσμονή μας.
Άργησαν σχετικά ν’ αρχίσουν γιατί έστηναν τα όργανά τους μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο (αριστερά τα ντραμς, στο κέντρο και ψηλότερα το ένα στρινγκς-συνθεσάιζερ, δεξιά το άλλο). Και ξαφνικά κάποιος άρχισε να ωρύεται: οι Clown, οι Clown κ.ο.κ. και άνοιγε η αυλαία σιγά-σιγά. Άρχισαν να παίζουν λοιπόν. Ο ήχος τους δεν ήταν δυνατόν να σ’ αφήσει αδιάφορο. Άλλοι τους αγάπησαν και άλλοι τους μίσησαν. Δεν είδα όμως ούτε έναν που να έμεινε ασυγκίνητος από την παρουσία τους. Πριν όμως πω οτιδήποτε άλλο για την εμφάνισή τους, θέλω να τους υπερασπιστώ για αρκετά πράγματα που κατηγορήθηκαν, με τις εξής ανθρώπινες δικαιολογίες: 1. Δεν είχαν ξαναπαίξει μαζί σε κοινό και ήταν όλοι τρακαρισμένοι, 2. Το παιδί που έπαιζε το δεύτερο συνθεσάιζερ είναι γενικά άπειρο και δεν είχε ξαναπαίξει ποτέ με κοινό, 3. Το δεύτερο συνθεσάιζερ δεν ήταν δικό τους, αλλά το είχαν δανειστεί από κάποιον κι επειδή είχε 36 κουμπιά το είχαν ρυθμίσει από πριν. Στη μεταφορά όμως πατήθηκαν άσχετα κουμπιά και έτσι δημιουργήθηκε τραγέλαφος σε ένα τραγούδι όπου ο τραγουδιστής έχασε τον έλεγχο του συνθεσάιζερ που δεν ήθελε να υπακούσει.
Οι Clown (που δεν θέλουν να δοθεί η σύνθεσή τους στη δημοσιότητα) παίξανε μόνο δικά τους κομμάτια με ελληνικό στίχο, υπερβολικά απλό, αλλά όχι άστοχο ή γελοίο. Οι συνθέσεις ήταν η μεγαλύτερη αδυναμία τους. Χαλαρές στη δομή τους, δεν δείχνανε να υπάρχει αστείρευτη έμπνευση. Άλλη μια αδυναμία τους ήταν η παράξενη αλλά στερεότυπη κινητικότητα του τραγουδιστή. Χωρίς να υποστηρίζω ότι ήταν φτιαχτή ή ότι προσπαθούσε να μιμηθεί κάποιον, απλά δεν ταίριαζε με το κλίμα του γκρουπ και δεν μπορούσε να «τραβήξει» τον κόσμο. Πολλοί μάλιστα κράτησαν αρνητική στάση απέναντι στο γκρουπ, μόνο και μόνο γιατί τους την έσπαγε το «σώου» του τραγουδιστή.
Οι Clown όμως είχαν και ένα αφοπλιστικό ατού: το ηχόχρωμά τους. Ένας καταπληκτικός ντράμερ, που μπορούσε να δίνει μια ξεχωριστή προσωπικότητα σε ό,τι παίζανε. Μια αλάνθαστη, σίγουρη και θαυμάσια το όργανό της κοπελίτσα μάγευε με το παίξιμό της. Και τέλος, ένας κιθαρίστας, σπουδαίος σολίστας, αλλά και με μια ατέλειωτη ευρηματικότητα και έμπνευση στο παίξιμό του, σου μετέδιδε αμέσως το κέφι του, ενώ συνέχεια έβλεπες να βάζει παραμορφωτές, να παίζει slide, να κατεβαίνει κάτω από τα τάστα και να κάνει του κόσμου τα πράγματα, βγάζοντας τελικά πολύ πιο πολύπλοκους ήχους από τα συνθεσάιζερ.
Οι Clown είχαν κάτι που μ’ έκανε ν’ ανήκω σ’ αυτούς που τους αγάπησαν. Τους αγάπησα όχι γιατί μου άρεσε ιδιαίτερα η εμφάνισή τους, αλλά γιατί δείξανε ότι έχουνε φοβερές δυνατότητες και πιστεύω ότι όταν θα τους ξαναδούμε, θα ’χουν προλάβει να τις καλλιεργήσουν.
Κλείνοντας θέλω να πω ότι ήταν μια καταπληκτική βραδιά, ίσως η πιο ωραία στη Σοφίτα, μαζί με την τελευταία εμφάνιση των Reporters, που μας κράτησε σε ένταση επί 4 ολόκληρες ώρες.
Το 2012 η εταιρεία Ειρκτή επανεκδίδει το μοναδικό 45άρι των Clown στην Creep σε 400 κόπιες. Μπράβο στα παιδιά! Και μπράβο για όλα όσα εκδίδουν και επανεκδίδουν (το λέω στα ίσια), όμως εκείνα που γράφουν στο soundcloud.com/eirkti/clown-1 είναι για γέλια. Λυπάμαι που το λέω. Μεταφέρω το κείμενό τους:
«Μπορεί οι Clown να διέθεσαν ελάχιστες εκδοτικές παρακαταθήκες των ηχητικών τους περιπλανήσεων κατά τη δεκαετία του ‘80 ωστόσο, το στίγμα τους παρέμεινε και παραμένει ανεξίτηλο στην υπόγεια μουσική Ελληνική σκηνή. Τετραμελής σύνθεση ευρύτερα καλλιτεχνικά (παρά αυστηρά μουσικά) ανήσυχων πνευμάτων κατόρθωσαν μέσα από τις ευφυείς τους συνθέσεις, τις ιδιάζουσες στιχουργικές τους εμπνεύσεις και το συνολικότερο αισθητικό τους ήθος να καταλάβουν μία ξεχωριστή θέση στην εγχώρια αλλότροπη μουσική πραγματικότητα. Η παρούσα επανέκδοση του μοναδικού τους αυτοτελούς έργου επαναφέρει στο προσκήνιο τη γνήσια εναλλακτική δυναμική του συγκροτήματος. Με βάση πάντοτε τη συνειδητή έντεχνη εκφραστική παρέκκλιση και κινούμενα κύρια σε σκοτεινόχρωμες ατραπούς, τα Λευκά κελιά και ο Κλόουν αποτελούν δύο από τις εξαιρετικότερες ηχητικές στιγμές της εποχής παρουσιάζοντας συνάμα το κρίμα της έλλειψης πρόσθετου εκδοσμένου έργου της μπάντας. Ειδικότερα, τα κομμάτια αυτά προσαρτούν όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά στοιχεία προκειμένου να αποτελούν δύο άρτια αμαλγάματα διανοούμενων μετα-πανκικών πλέον νεοκυματικών καταδηλώσεων».
Δεν ξέρω ποιος δίδαξε τέτοια ελληνικά σ’ αυτούς που γράφουν το συγκεκριμένο κείμενο… και αν έτσι μιλάνε, σαν κακέκτυπο του Βέλτσου δηλαδή, μεταξύ τους, στις παρέες ή τα σπίτια τους. Αν όχι, τότε τι προσπαθούν ν’ αποδείξουν με όλες αυτές τις κοτσάνες; Να προσδώσουν αξία στους Clown; Με τίποτα…
Εντάξει, γουστάρουν, το καταλαβαίνω. Όμως όταν εκτίθεσαι μέσω ενός δελτίου Τύπου μιας δισκογραφικής (όσο μικρή και αν είναι αυτή) οφείλεις να είσαι ψύχραιμος, γράφοντας σε απλά ελληνικά και αφήνοντας τον κόσμο να κρίνει, μόνος του, εκείνο που παράγεις. Επειδή η κοτσανολογία πάει σύννεφο και στα κείμενα τού site τους, τους συμβουλεύω να τα βελτιώσουν άμεσα (τα κείμενα), επειδή γουστάρουν, το ξαναλέω, και αγαπούν αληθινά αυτό που κάνουν. Φιλικά το γράφω.

3 σχόλια:

  1. φωντα ανεβασε τις κριτικες και για yelloyell και villa21

    γιαννης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κι εγώ που νόμιζα ότι μόνο σε μένα φαινόντουσαν ακατανόητα αυτά τα δελτία τύπου..........

    ΑπάντησηΔιαγραφή