Με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στο Χυτήριο θυμήθηκαν ορισμένοι παλαιότερες
περιπτώσεις λογοκρισίας και επεισοδίων με αφορμή κάποιο έργο Τέχνης. Εγώ λέω να
θυμηθώ κάτι για το οποίο δεν έγραψε κανείς. Αλλιώς τι νόημα έχει, όταν γράφουμε
όλοι τα ίδια και τα ίδια; Θα πάμε λοιπόν πολύ πίσω στο χρόνο, στο 1966, και
στην περίπτωση της ταινίας του Δημήτρη Κολλάτου «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου».
Την ταινία αυτή την είχα δει μικρός, στην κρατική τηλεόραση,
στην πρώτη πασοκική τετραετία (1981-85) και θυμάμαι ακόμη πως μου είχαν κάνει τεράστια
εντύπωση –έφηβος γαρ– οι κάπως μπρούτες ερωτικές στιγμές ενός ετοιμοθάνατου. Το στόρι του έργου το αντιγράφω από το βιβλίο
του Γιάννη Σολδάτου Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου [Αιγόκερως, Αθήνα
1982].
«Ο Δημήτρης Κολλάτος με τον ‘Θάνατο του Αλέξανδρου’ προχωράει σε μερικές καινοτομίες που σοκάρουν τους θεατές. Ο μύθος του είναι απλός. Θυμίζει το ‘Θάνατο του παλληκαριού’ του Παλαμά. Ένας νέος πεθαίνει στο νοσοκομείο από λευχαιμία. Γύρω από αυτή την ιδέα πλέκονται διάφορα επεισόδια είτε σύγχρονα είτε παρελθόντα με φλας μπακ, που κύριο στόχο τους έχουν τον παραλογισμό του θανάτου. Ο Αλέξανδρος προσπαθεί να αντιδράσει σε μια παράλογη ροή των πραγμάτων και να κρατηθεί στη ζωή. Ετοιμοθάνατος αγωνίζεται να κάμει έρωτα με τη γυναίκα του και ταυτόχρονα, με φλας μπακ, επαναφέρεται στη θύμηση τού πρώτου έρωτά του σ’ ένα πορνείο. Η απόπειρά του είναι μάταιη. Ο θάνατος έρχεται. Στους φίλους αντανακλάται ο παραλογισμός του θανάτου. Τους είναι απίστευτο και όμως οι ίδιοι ζουν και κινούνται φυσιολογικά. Ο Κολλάτος τους παρακολουθεί ακόμα και στην τουαλέτα. Και όταν ο παραλογισμός θα νικήσει, ο κόσμος θα συνεχίσει να κινείται κανονικά».
Ο «Θάνατος του Αλέξανδρου» προβλήθηκε για πρώτη φορά στο 7ο Φεστιβάλ Κινηματογάφου Θεσσαλονίκης, στο διάστημα 22-28 Σεπτεμβρίου του 1966 και (δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω «φυσικά») αγνοήθηκε από τα βραβεία. Αν και κάποιοι της κριτικής επιτροπής, την οποίαν αποτελούσαν οι Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Τσαρούχης, Έλλη Λαμπέτη, Γιάννης Μπακογιαννόπουλος και Φιλοποίμην Φίνος, υποθέτω πως είχαν καλή γνώμη για την ταινία. Το γνωρίζω, σίγουρα, για τον Χατζιδάκι…
«Ο Δημήτρης Κολλάτος με τον ‘Θάνατο του Αλέξανδρου’ προχωράει σε μερικές καινοτομίες που σοκάρουν τους θεατές. Ο μύθος του είναι απλός. Θυμίζει το ‘Θάνατο του παλληκαριού’ του Παλαμά. Ένας νέος πεθαίνει στο νοσοκομείο από λευχαιμία. Γύρω από αυτή την ιδέα πλέκονται διάφορα επεισόδια είτε σύγχρονα είτε παρελθόντα με φλας μπακ, που κύριο στόχο τους έχουν τον παραλογισμό του θανάτου. Ο Αλέξανδρος προσπαθεί να αντιδράσει σε μια παράλογη ροή των πραγμάτων και να κρατηθεί στη ζωή. Ετοιμοθάνατος αγωνίζεται να κάμει έρωτα με τη γυναίκα του και ταυτόχρονα, με φλας μπακ, επαναφέρεται στη θύμηση τού πρώτου έρωτά του σ’ ένα πορνείο. Η απόπειρά του είναι μάταιη. Ο θάνατος έρχεται. Στους φίλους αντανακλάται ο παραλογισμός του θανάτου. Τους είναι απίστευτο και όμως οι ίδιοι ζουν και κινούνται φυσιολογικά. Ο Κολλάτος τους παρακολουθεί ακόμα και στην τουαλέτα. Και όταν ο παραλογισμός θα νικήσει, ο κόσμος θα συνεχίσει να κινείται κανονικά».
Ο «Θάνατος του Αλέξανδρου» προβλήθηκε για πρώτη φορά στο 7ο Φεστιβάλ Κινηματογάφου Θεσσαλονίκης, στο διάστημα 22-28 Σεπτεμβρίου του 1966 και (δεν ξέρω αν πρέπει να γράψω «φυσικά») αγνοήθηκε από τα βραβεία. Αν και κάποιοι της κριτικής επιτροπής, την οποίαν αποτελούσαν οι Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Τσαρούχης, Έλλη Λαμπέτη, Γιάννης Μπακογιαννόπουλος και Φιλοποίμην Φίνος, υποθέτω πως είχαν καλή γνώμη για την ταινία. Το γνωρίζω, σίγουρα, για τον Χατζιδάκι…
| Δεν κάλυψα εγώ το στήθος τής Αρλέτ Μπωμάν |
Πριν μερικά χρόνια είχα βρει ένα 16σέλιδο booklet στο
Μοναστηράκι, που αναφερόταν στην ταινία κι ήταν γεμάτο από πληροφορίες,
κριτικές και στοιχεία. Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει για το φιλμ:
«Η σημαντικωτέρα ταινία που προεβλήθη εις το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αληθινά πανίσχυρη παρουσία που με άφησε άναυδον με το θάρρος και την δύναμιν της συλλήψεώς της, ήταν η ταινία του Δημήτρη Κολλάτου 'Ο Θάνατος του Αλέξανδρου'. Αυτή είναι η αληθινά μεγάλη ταινία του φεστιβάλ. Ο Δημήτρης Κολλάτος είναι ο πρώτος Δραματουργός του ελληνικού κινηματογράφου».
«Η σημαντικωτέρα ταινία που προεβλήθη εις το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αληθινά πανίσχυρη παρουσία που με άφησε άναυδον με το θάρρος και την δύναμιν της συλλήψεώς της, ήταν η ταινία του Δημήτρη Κολλάτου 'Ο Θάνατος του Αλέξανδρου'. Αυτή είναι η αληθινά μεγάλη ταινία του φεστιβάλ. Ο Δημήτρης Κολλάτος είναι ο πρώτος Δραματουργός του ελληνικού κινηματογράφου».
Παρά τα καλά λόγια του Χατζιδάκι, αλλά και κάποιων εκ
των κριτικών κινηματογράφου που παρευρέθησαν στην προβολή (από τις εφημερίδες
Βραδυνή, Απογευματινή, Καθημερινή…) η ταινία αντιμετώπισε προβλήματα στη
διανομή της. Πέρασε από πρωτοβάθμια λογοκριτική επιτροπή (την αποτελούσαν ο διευθυντής
του Εξωτερικού Τύπου του Υπουργείου Προνοίας, ένας διευθυντής Οπτικών Μέσων, ο
διευθυντής Αποδήμου Ελληνισμού, ο διευθυντής Ελέγχου Δημοσίων Θεαμάτων κι ένας
Τμηματάρχης του Υπουργείου Παιδείας – δεν αναφέρω τα ονόματα, δεν έχει νόημα,
αλλά τις ιδιότητες των ανθρώπων…), η οποία κατ’ ουσίαν απαγορεύει την δημόσια
προβολή της, αφού ζητά να περικοπούν τέσσερις σκηνές.
Ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος
(Ακαδημαϊκός και Υπουργός Παιδείας της υπηρεσιακής κυβέρνησης του Ιωάννη
Παρασκευόπουλου από την 22/12/1966 έως την 3/4/1967 –μία μεγάλη εν πάση
περιπτώσει μορφή των ελληνικών γραμμάτων– δηλώνει για τον Θάνατο του Αλέξανδρου): «Και
ο ρεαλισμός έχει όρια. Ένας άρρωστος από λευχαιμία, που θα πεθάνη σε λίγα
λεπτά, βάζει τη γυναίκα του να γυμνωθή εντελώς και προχωρεί σε πλήρη σεξουαλική
ομιλία μαζί της. Αυτά ξεπερνούν κάθε αντοχή», ενώ ο Υφυπουργός παρά τη
Προεδρία της Κυβερνήσεως Στεφάνου Στεφανόπουλου (17/9/1965- 22/12/1966)
Δημήτριος Γεωργίου αποφαίνεται: «Ο
Έλληνας νοικοκύρης δεν πρέπει να δη αυτή την ταινία. Οφείλω να προστατεύσω τον
ελληνικό λαό από το φιλμ σας».
Φυσικά, ακόμη και κατά τη διάρκεια της
προβολής στο Φεστιβάλ, τα προβλήματα για την ταινία δεν ήταν λίγα. Στην
εφημερίδα Τα Νέα της 30/9/1966
διαβάζουμε πως ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος, ο Ακαδημαϊκός και Πρόεδρος της κριτικής
επιτροπής υπενθυμίζω, αποχώρησε κατά τη διάρκεια της προβολής «περιφρονώντας το καθήκον του να παραμείνη
στη θέση του ως το τέλος κάθε ταινίας και χωρίς να προβαίνη
δημοσία σε σχόλια ή άλλες εκδηλώσεις υπέρ ή κατά του κρινομένου», ενώ στη Δημοκρατική Αλλαγή της 28/9/1966 διαβάζουμε
πως «ενώ συνεχιζόταν ακόμη η προβολή του
φιλμ ‘Ο Θάνατος του Αλέξανδρου’, οι παραγωγοί Τζέημς Πάρις και Κλέαρχος
Κονιτσιώτης άρχισαν να θορυβούν ζωηρά, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους στον εξώστη
και κατεβαίνοντας στην πλατεία με τις κραυγές ‘αίσχος, δεν είναι ταινία αυτή’
αξίωσαν από το κοινό να συμμερισθή την άποψή τους και να διακοπή η προβολή της
ταινίας!! Δημιουργήθηκε φυσικά
πανδαιμόνιο, οι αντιδράσεις του κοινού στράφηκαν κατά των δύο παραγωγών και με
την απαίτησή του (του κοινού) οι
ταραξίες απεχώρησαν από την αίθουσα χωρίς να διακοπή η προβολή».
Ο Δημήτρης Κολλάτος που είχε άκρες στη Γαλλία είχε στείλει κόπιες στο
Παρίσι εισπράττοντας τις θετικότατες κριτικές γνωστών γάλλων επαϊόντων της
εποχής, όπως του ηθοποιού και θεατρικού σκηνοθέτη Jean Vilar, του δημοσιογράφου και
κινηματογραφικού συγγραφέα-κριτικού Georges Sadoul, του συγγραφέα και δημοσιογράφου Claude Mauriac, του φιλoσόφου Roger Garaudy (τα επαινετικά λόγια
όλων καταγράφονται αναλυτικώς στο 16σέλιδο booklet) κάτι που μάλλον «βοήθησε» την δευτεροβάθμιο επιτροπή λογοκρισίας
που συστήθηκε λίγο καιρό αργότερα (αποτελούμενη από τον Γενικό Διευθυντή του
Υπουργείου Τύπου, έναν Αστυνομικό Διευθυντή, τον Πρόεδρο του Παιδαγωγικού
Ινστιτούτου, κάποιον... Παπαδημητρίου ειδικών γνώσεων, τον Διευθυντή Ελέγχου
Δημοσίων Θεαμάτων και μία… γραμματέα κάποια δίδα Στίππα!) να αποφανθεί υπέρ της
δημόσιας προβολής του φιλμ, χωρίς καμμία περικοπή.
Στο booklet που βρήκα στο Μοναστηράκι ήμουν διπλά τυχερός, καθότι
ανάμεσα στις σελίδες του υπήρχε κι ένα διπλωμένο Α4 φύλλο, που διαφήμιζε την
δημόσια, πλέον, προβολή της ταινίας, τονίζοντας το «Χωρίς Περικοπές».
Πραγματοποιήθηκε δε αυτή την 6/3/1967 στους κινηματογράφους Άστορ (Σταδίου) και
Σελέκτ (Πατησίων).
Δεν έχω πληροφόρηση για ενδεχόμενες αντιδράσεις και
επεισόδια από θιγμένους… νοικοκύρηδες. Εξάλλου, τότε, δεν απασχολούσαν και τόσο
αυτά τα ζητήματα (ο κόσμος είχε άλλα ζόρια), καθώς έληγαν συνήθως σε στενό κύκλο, παίρνοντας, τις πιο πολλές φορές, ήσυχα το δρόμο τους.
Και κάτι ακόμη. Μουσική στον Θάνατο του Αλέξανδρου είχε γράψει ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Στο
16σέλιδο υπάρχει μία αναφορά σ’ αυτήν, δημοσιευμένη στην Καθημερινή τής 29/9/1966 (από την Ροζίτα Σώκου; – πιθανώς).
Διαβάζουμε:
«Ο μουσικός Γιάννης Μαρκόπουλος θαυμάσια κατάλαβε το μοντέρνο στυλ της ταινίας και η μουσική του μας ξεκούρασε από τα ατέλειωτα εκείνα μπουζούκια και τις κιθάρες και τα ‘λαϊκά’ μοτίβα που είχαμε υποστή όλον τον τελευταίο καιρό, αναπόφευκτη πλέον συνοδεία και των καλυτέρων ταινιών μας. Και πολύ όμορφα κοροϊδεύει στην παρωδία από τα… ‘πράσινα’ φανάρια, και αυτή δίνει τον τόνο της τελικής ‘κηδείας’ και τον ρυθμό της ζωής που ξαναρχίζει».
Το απόσπασμα αυτό υπάρχει και στο οπισθόφυλλο τού soundtrack «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου» [Philips 630 139 PL] που κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή, ενώ ο ίδιος ο Μαρκόπουλος είχε γράψει για τη μουσική του (πάντα από το οπισθόφυλλο):
«Η μουσική στον Αλέξανδρο δεν είναι ένα τυπικό σχήμα που χρησιμεύει σαν υπογράμμιση ή σαν υπόκρουση. Προσπάθησα να συνθέσω ένα έργο αυτοδύναμο και ανεξάρτητο που στις προεκτάσεις του να συναντά τις θέσεις και το ύφος της ταινίας».
Το άλμπουμ «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου» είναι ένα από τα σπανιότερα της ελληνικής δισκογραφίας (πουλήθηκε το Καλοκαίρι στο eBay στην τιμή των 1400 ευρώ!) και απορώ γιατί δεν έχει επανεκδοθεί έως ώρας σε… 180άρι βινύλιο (παρουσιάζει εξάλλου rock και avant ενδιαφέρον) από τις εταιρείες μας που ασχολούνται με τις επανατυπώσεις.
«Ο μουσικός Γιάννης Μαρκόπουλος θαυμάσια κατάλαβε το μοντέρνο στυλ της ταινίας και η μουσική του μας ξεκούρασε από τα ατέλειωτα εκείνα μπουζούκια και τις κιθάρες και τα ‘λαϊκά’ μοτίβα που είχαμε υποστή όλον τον τελευταίο καιρό, αναπόφευκτη πλέον συνοδεία και των καλυτέρων ταινιών μας. Και πολύ όμορφα κοροϊδεύει στην παρωδία από τα… ‘πράσινα’ φανάρια, και αυτή δίνει τον τόνο της τελικής ‘κηδείας’ και τον ρυθμό της ζωής που ξαναρχίζει».
Το απόσπασμα αυτό υπάρχει και στο οπισθόφυλλο τού soundtrack «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου» [Philips 630 139 PL] που κυκλοφόρησε εκείνη την εποχή, ενώ ο ίδιος ο Μαρκόπουλος είχε γράψει για τη μουσική του (πάντα από το οπισθόφυλλο):
«Η μουσική στον Αλέξανδρο δεν είναι ένα τυπικό σχήμα που χρησιμεύει σαν υπογράμμιση ή σαν υπόκρουση. Προσπάθησα να συνθέσω ένα έργο αυτοδύναμο και ανεξάρτητο που στις προεκτάσεις του να συναντά τις θέσεις και το ύφος της ταινίας».
Το άλμπουμ «Ο Θάνατος του Αλέξανδρου» είναι ένα από τα σπανιότερα της ελληνικής δισκογραφίας (πουλήθηκε το Καλοκαίρι στο eBay στην τιμή των 1400 ευρώ!) και απορώ γιατί δεν έχει επανεκδοθεί έως ώρας σε… 180άρι βινύλιο (παρουσιάζει εξάλλου rock και avant ενδιαφέρον) από τις εταιρείες μας που ασχολούνται με τις επανατυπώσεις.
Να το πράξει κάποιος-κάποια τάχιστα.
Kala tha'nai na epanekdothei....o Markopoulos omws to dinei????
ΑπάντησηΔιαγραφήΈχω την εντύπωση πως το τελευταίο πρόβλημα θα είναι ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Δεν ξέρω κιόλας… Υποθέτω…
ΔιαγραφήΗ μουσική απο το ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (και τα εννέα tracks) έχει πάντως επανεκδοθεί το 1994 απο την POLYGRAM/UNIVERSAL, σε ένα cd που περιλαμβάνει επίσης τη μουσική απο τις ταινίες ΔΙΧΑΣΜΟΣ και ΨΑΡΟΓΙΑΝΝΟΣ.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤο είχα δει αυτό το CD στις «προσφορές» στο Metropolis (5-6 ευρώ, κάτι τέτοιο) και από κακή εκτίμηση δεν το είχα πάρει.
ΔιαγραφήΤι να το κανουμε το σαουντρακ την ταινια να δουμε
ΑπάντησηΔιαγραφήΑ.Κ.
Τι να τη κάνουμε την ταινία, το soundtrack ν’ ακούσουμε (πλάκα κάνω).
ΔιαγραφήΌλο και κάποιος χριστιανός (ας είναι και ειδωλολάτρης) θα την ανεβάσει στο γιουτιούμπι.
Εδώ λέει ότι πήρε το 1ο βραβείο σκηνθεσίας...
ΑπάντησηΔιαγραφήhttp://backtomono.wordpress.com/2008/11/03/%CE%BF-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%85-philips-630-139-pl-1966/
Αντώνης.
Είναι λάθος.
ΑπάντησηΔιαγραφήΒραβείο σκηνοθεσίας το 1966 είχε πάρει ο Ροβήρος Μανθούλης ("Πρόσωπο με πρόσωπο") και μουσικής ο Χρήστος Λεοντής ("Με τη λάμψη στα μάτια").
Δες εδώ για τα βραβεία του 1966:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A6%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B2%CE%AC%CE%BB_%CE%9A%CE%B9%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85_%CE%98%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%82_1966
Ευχαριστώ πολύ για την απάντηση και το link.
ΑπάντησηΔιαγραφή27 χρονών ήταν ο Μαρκόπουλος τότε. Ήταν ΚΑΙ ο Κολλάτος?
Ευχαριστώ,
Αντώνης
Επειδή το έψαξα λίγο.
ΑπάντησηΔιαγραφήΔεν βρήκα κάπου το έτος γεννήσεως του Κολλάτου (μπορώ να το υποθέσω, με μεγάλη πιθανότητα να πέσω μέσα, αλλά δεν υπάρχει λόγος). Τα βιογραφικά που υπάρχουν στα βιβλία του ξεκινούν ως εξής: «Ο Αθηναίος Δημήτρης Κολλάτος άρχισε την πολύπλευρη σταδιοδρομία του…» κ.λπ., κ.λπ.
Ο «Θάνατος του Αλέξανδρου» πήρε τρία βραβεία Κριτικών (το τονίζω «Κριτικών») το 1966 (καλύτερης ταινίας, καλύτερου σεναρίου, καλύτερης μουσικής). Τα βραβεία αυτά τα απένειμαν ξέχωρα οι κριτικοί, δεν ήταν τα επίσημα βραβεία του φεστιβάλ. Ίσως γι’ αυτό να υπάρχει ένα μπέρδεμα.
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
ΑπάντησηΔιαγραφήΗ σελίδα στη Wikipedia που λογικά είναι μεταγενέστερη των τελευταίων σχολίων (https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82), δίνει ημερομηνία γέννησης 9 Ιουνίου 1937, άρα ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον Μαρκόπουλο, 29.
ΑπάντησηΔιαγραφήΑπό το βιβλίο της Ροζίτας Σώκου "Ο αιώνας της Ροζίτας".
ΑπάντησηΔιαγραφή"Τότε, το καταστατικό απαιτούσε πρόεδρος της επιτροπής να είναι ένας ακαδημαϊκός. Πράγμα που μονίμως δημιουργούσε προβλήματα.
Έτσι την είχαμε πάθει με το Σπύρο Μελά που περιφρονούσε τον κινηματογράφο και συνήθιζε να λέει κάτι που επανέλαβε και από τη σκηνή της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών όπου τότε γίνονταν οι προβολές και οι βραβεύσιες: ότι δηλαδή «ο κινηματογράφος είναι το θέατρο των αγραμμάτων». Γνώμη που επανέλαβα έξαλλη στα γραφεία του «Γαλαξία» και που όμως βρήκε απόλυτα σύμφωνο τον Αντώνη Βουσβούνη. Οι συνέπειες αυτής της νοοτροπίας δεν άργησαν να φανούν, αφού έθαψε τον Ουρανό.
Πρόεδρος της επιτροπής αυτή τη φορά ήταν ο καθηγητής Φιλοσοφίας Γιάννης Θεοδωρακόπουλος. Ο άνθρωπος, ευγενέστατος, καλότατος, εν τούτοις δεν είχε ιδέα από κινηματογράφο, και μάλιστα στην αναγγελία των βραβείων είπε ορισμένα βραβεία ανάποδα.
Αλλά το πιο σοβαρό λάθος ήταν το ότι σηκώθηκε και έφυγε από την αίθουσα στη διάρκεια της προβολής της ταινίας του Κολλάτου. Και δεν ήταν ο μόνος που αντέδρασε. Κάποιοι είδαν το Τζαίημς Πάρις με τον Κλέαρχο Κονιτσιώτη να φωνάζουν «αίσχος» και να λένε στον κόσμο να σηκωθεί να φύγει... Κατόπιν ο Θεοδωρακόπουλος, σε μιά συνέντευξη, στον δημοσιογράφο που ήθελε να μάθει το γιατί της αποχώρησής του, έδωσε την εξής απίστευτη απάντηση:
«Όταν βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη, και τίτλος της ταινίας είναι ‘Ο θάνατος του Αλέξανδρου’, πιστεύουμε πως πρόκειται για το Μέγα Αλέξανδρο. Δεν μπορεί ο κ. Κολλάτος να μας κοροϊδεύει!»
Ο Κολλάτος όμως δε θεωρούσε το όνομα Αλέξανδρος αποκλειστικότητα του μεγάλου στρατηλάτη. Απόδειξη πως βάφτισε Αλέξανδρο το γιό του...
Ο Μάνος είχε έρθει με ένα φίλο του και είμασταν από το πρωί έως τη νύχτα μαζί οι τρεις μας. Μάλιστα, έγινε και κάτι αστείο.
Τα μέλη της επιτροπής, όταν πλησίαζε η ψηφοφορία, με έβαλαν να τον ρωτήσω ποιος ήταν ο καλύτερος μουσικός ταινίας, γιατί εκτιμούσαν βέβαια τη γνώμη του παραπάνω από τη δική τους. Ο Μάνος μου είπε να τους διαβιβάσω ότι η καλύτερη μουσική ήταν του Μαρκόπουλου.
«Δεν τον συμπαθώ ιδιαίτερα» - πρόσθεσε – αλλά το σωστό, σωστό. Η δική του είναι η καλύτερη!»
Είπα λοιπόν το όνομα στον απεσταλμένο της επιτροπής με κάθε... μυστικότητα, εκείνος όμως το ξέχασε και είπε άλλο. Έτσι, όλοι ψήφισαν τον άλλο και μόνον ο Μάνος ψήφισε Μαρκόπουλο, προς μέγιστη έκπληξη των υπολοίπων!
Όμως οι τελευταία ημέρα του φεστιβάλ μας επιφύλαξε και άλλες φοβερές εκπλήξεις.
Είχε νυχτώσει, λοιπόν, στο Θέατρο Μακεδονικών Σπουδών βλέπαμε μια παλιά ταινία για την τελετή λήξης, περιμένοντας την επιτροπή που συνεδρίαζε, και αργούσε ανησυχητικά.
Καθόμασταν με το φίλο του Μάνου στο θεωρείο ακριβώς ίπλα στο κεντρικό θεωρείο της επιτροπής. Περνούσε η ώρα, αυτό παρέμενε άδειο και δεν ξέραμε τι να υποθέσουμε.
Κοντά στο τέλος της ταινίας, νά σου η επιτροπή. Κάθισαν όλοι, και ο Μάνος ήταν κολλητά στο χώρισμα με το δικό μας θεωρείο, δηλαδή σε απόσταση είκοσι εκατοστών από εμένα, αλλά ούτε γύριζε να με δει. Θυμάμαι ακόμα το πεισμωμένο προφίλ του στο σκοτάδι, το οποίο φωτιζόταν από τον προβολέα της ταινίας Κάτι πολύ άσχημο πρέπει να είχε συμβεί. Και πράγματι!
Για να μην τα πολυλογούμε, οι Ξεχασμένοι Ήρωες (μια από τις τρεις κακές) απέσπασαν και στις δύο ψηφοφορίες το βραβείο της καλύτερης ταινίας, με 6 από τις 11 ψήφους.
Όταν λοιπόν ο ακαδημαϊκός Θεοδωρακόπουλος ανήγγειλε πως βραβεύτηκε η ταινία του Πάρις ενώ υπήρχαν τέσσερεις-πέντε όχι απλώς καλύτερες, αλλά πραγματικά επιτεύγματα της παραγωγής μας, η αίθουσα σηκώθηκε όρθια, φωνάζοντας «Αίσχος!»
Ο καημένος ο Θεοδωρακόπουλος, ο οποίος ούτε καταλάβαινε τι έγινε, κόντεψε να λιποθυμήσει, καθώς άκουγε το κοινό να ουρλιάζει ρυθμικά «Που-λη-μέ-νε! Που-λη-μέ-νε!»,
Και τότε ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης σηκώθηκε και κρεμάστηκε ολόκληρος έξω από το θεωρείο του:
«Τζίμη, είμαι φίλος σου!», φώναξε, και τράνταξε το θέατρο. «Αλλά το βραβείο πρέπει να το δώσεις πίσω!»
Φυσικά κανείς δεν έδωσε πίσω βραβείο, και αυτό το περιστατικό υπήρξε κρίσιμο για τη φιλία των δύο παραγωγών. "
(μέρος Β')
ΑπάντησηΔιαγραφή"
Φαίνεται ότι οι πέντε Θεσσαλονικείς, φίλοι του Βελλίδη της εφημερίδας Μακεδονία, ο οποίος με τη σειρά του ήταν φίλος του Τζέημς Πάρις, είχαν πάει «μιλημένοι» και είχαν ψηφίσει μονοκούκι. Οι άλλοι είχαν ψηφίσει ο καθένας μία από τις τέσσερεις καλές ταινίες, αφού δεν είχε προηγηθεί μεταξύ τους καμιά συνεννόηση.
Οι «φίλοι» μας βγήκαν από το θεωρείο κατάχλωμοι.
Η μεν Λαμπέτη, η οποία είχε δώσει την αποφασιστική ψήφο για να τελειώνουν επειδή βιαζόταν να γυρίσει στην Αθήνα, είπε γελαστά: «Βραβεύσαμε τη χειρότερη ταινία του φεστιβάλ».
Ο δε Τσαρούχης, πράσινος κυριολεκτικά, μου έδωσε ραντεβού στην Αθήνα να φάμε στο «Ελλάς» της Ομόνοιας για να μου δώσει συνέντευξη για την «Καθημερινή».
Ο Χατζηδάκις όμως δεν άντεχε να περιμένει. Με άρπαξε από το χέρι.
«Πάμε», μου είπε.
Και πήγαμε στη «Ρέμβη», όπου μου υπαγόρευσε τη δική του άποψη-συνέντευξη. Την είχα κρατήσει για χρόνια. Γραμμένη πάνω στο πρόγραμμα του φεστιβάλ και με ένα ελεεινό μολύβι που ζήτησα από το γκαρσόνι."