Πήγα, είδα, προχθές, στη Συγγρού, το ντοκυμαντέρ του Δημήτρη Αθυρίδη “T4Trouble and the Self Admiration Society, The life and music of TERRY PAPADINAS”. Είχα γράψει και παλιότερα ένα κείμενο (μπορείτε να δείτε το post http://is.gd/Rn7Xyi) με αφορμή την έκδοση (τότε) του soundtrack από το Polytropon – και, όπως ανέφερα κι εκεί «απαιτούνται, λίγα λόγια για τον ωραίο κιθαρίστα, κάτι για το soundtrack και ίσως επανέλθω - αν καταφέρω να δω το φιλμ»... Το είδα λοιπόν το φιλμ – ευτυχώς βρήκε διανομή – και λέω, τώρα, τα λίγα λόγια…
Ο Αθυρίδης έκανε πολύ καλή δουλειά (άιντε και μια ταινία, τώρα, για τον Νίκο Τζονιχάκη). Αξεπέραστη – για τα ελληνικά δεδομένα. Συμμάζεψε εκατόν τόσα… λεπτά φιλμ (ή, μάλλον, βίντεο), της πιο ασυμμάζευτης ελληνορόκ προσωπικότητας. Αυτό είναι άθλος. Και άθλους κάνεις μόνον όταν δίνεσαι ψυχή τε και σώματι σε ό,τι αγαπάς. Το πορτρέτο που σκαλίζει είναι συγκλονιστικό. Υπό ποία έννοια το λέω… Όπως ο Σαββόπουλος πήρε μία περίπου τυπική ιστορία «φονικού της νύχτας» – στην περίπτωση Κοεμτζή αναφέρομαι – ανεβάζοντάς την στα ουράνια μέσω του «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο», το ίδιο έπραξε και ο Αθυρίδης για τον δικό του ήρωα· έναν άνθρωπο, για τον οποίο λέω πως είναι ζήτημα αν έχει αφήσει 3-4 τραγούδια που ν’ αξίζουν. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Γιατί ο Θόδωρος Παπαντίνας δεν ήταν, βασικά, τραγουδοποιός, ήταν ένας μουσικός με ιδέες, που στέκονταν υψηλότερα από το… μέσον όρο της εποχής. Αυτό που είπε ο Σαββόπουλος στην ταινία αρκεί. Τα βασικά ακόρντα στο «Μπάλλο» ήταν δικά του· αυτά που αφορούν στο πασίγνωστο παραδοσιακό ουγγρικό θέμα, εννοώ. Πήγε, τά’παιξε, τά’δειξε, έφυγε. Και μείνανε. Στον αιώνα τον άπαντα. (Κι ας μην αναφέρεται πουθενά τ’ όνομά του).
Η ταινία βγάζει γέλιο και δάκρυ μαζί, δίχως να εκβιάζει ούτε τό’να, ούτε τ’ άλλο. Η σκηνή στο μπαρ με τον Παπαντίνα να ζητάει σκόντο για κάτι ποτά και ο διάλογος που ακολουθεί με τον μπάρμαν είναι για ανθολογία. Πέφτεις κάτω… Όπως δαγκώνεσαι, από την άλλη μεριά, στις συναντήσεις με τη μάνα του… Εκείνος στα 56, εκείνη στα 80, ή και παραπάνω… Πουθενά υπερβολή, πουθενά το μελό και το κλάμα… μόνο σιωπή… και περηφάνεια...
Περισσότερο όμως κι από μουσικός ο Παπαντίνας υπήρξε το έμβλημα μιας εποχής. Ένας άνθρωπος «χύμα», ανίκανος να στοχεύσει στο αύριο, αλλά με μία σχεδόν θεόσταλτη συμπεριφορά έναντι του τώρα. Οι άγγελοι που βρέθηκαν δίπλα του το βεβαίωσαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Είδα την Έλσα Σαμαρά – την… Έλσα σε φοβάμαι σα φωνή Κυρίου… – και το φωτεινό της πρόσωπο, καθώς αναπολούσε τον Terry και βεβαίως την πρώην γυναίκα του, την Κατερίνα Μιχαήλ, που μεταμορφωνόταν σε εξαπτέρυγο, όταν ανακαλούσε την κοινή ζωή τους στο Παρίσι.
Στην ταινία δεν υπάρχει αρχή και τέλος, να το πω κι αυτό. Θα μπορούσε να την δεις ανάποδα και να είναι το ίδιο σπουδαία. Όταν αφηγείσαι μια ζωή – τη ζωή σου – έχεις μπροστά σου μόνο στιγμιότυπα. Κάτι ακαθόριστα φλας που αναβοσβήνουν. Χρόνος είναι οι άνθρωποι, που περνάνε από μπροστά σου κι εκτοξεύονται σαν όνειρο. Που κατάφερες και τό’ζησες όμως…
Ο Αθυρίδης έκανε πολύ καλή δουλειά (άιντε και μια ταινία, τώρα, για τον Νίκο Τζονιχάκη). Αξεπέραστη – για τα ελληνικά δεδομένα. Συμμάζεψε εκατόν τόσα… λεπτά φιλμ (ή, μάλλον, βίντεο), της πιο ασυμμάζευτης ελληνορόκ προσωπικότητας. Αυτό είναι άθλος. Και άθλους κάνεις μόνον όταν δίνεσαι ψυχή τε και σώματι σε ό,τι αγαπάς. Το πορτρέτο που σκαλίζει είναι συγκλονιστικό. Υπό ποία έννοια το λέω… Όπως ο Σαββόπουλος πήρε μία περίπου τυπική ιστορία «φονικού της νύχτας» – στην περίπτωση Κοεμτζή αναφέρομαι – ανεβάζοντάς την στα ουράνια μέσω του «Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο», το ίδιο έπραξε και ο Αθυρίδης για τον δικό του ήρωα· έναν άνθρωπο, για τον οποίο λέω πως είναι ζήτημα αν έχει αφήσει 3-4 τραγούδια που ν’ αξίζουν. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Γιατί ο Θόδωρος Παπαντίνας δεν ήταν, βασικά, τραγουδοποιός, ήταν ένας μουσικός με ιδέες, που στέκονταν υψηλότερα από το… μέσον όρο της εποχής. Αυτό που είπε ο Σαββόπουλος στην ταινία αρκεί. Τα βασικά ακόρντα στο «Μπάλλο» ήταν δικά του· αυτά που αφορούν στο πασίγνωστο παραδοσιακό ουγγρικό θέμα, εννοώ. Πήγε, τά’παιξε, τά’δειξε, έφυγε. Και μείνανε. Στον αιώνα τον άπαντα. (Κι ας μην αναφέρεται πουθενά τ’ όνομά του).Η ταινία βγάζει γέλιο και δάκρυ μαζί, δίχως να εκβιάζει ούτε τό’να, ούτε τ’ άλλο. Η σκηνή στο μπαρ με τον Παπαντίνα να ζητάει σκόντο για κάτι ποτά και ο διάλογος που ακολουθεί με τον μπάρμαν είναι για ανθολογία. Πέφτεις κάτω… Όπως δαγκώνεσαι, από την άλλη μεριά, στις συναντήσεις με τη μάνα του… Εκείνος στα 56, εκείνη στα 80, ή και παραπάνω… Πουθενά υπερβολή, πουθενά το μελό και το κλάμα… μόνο σιωπή… και περηφάνεια...
Περισσότερο όμως κι από μουσικός ο Παπαντίνας υπήρξε το έμβλημα μιας εποχής. Ένας άνθρωπος «χύμα», ανίκανος να στοχεύσει στο αύριο, αλλά με μία σχεδόν θεόσταλτη συμπεριφορά έναντι του τώρα. Οι άγγελοι που βρέθηκαν δίπλα του το βεβαίωσαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Είδα την Έλσα Σαμαρά – την… Έλσα σε φοβάμαι σα φωνή Κυρίου… – και το φωτεινό της πρόσωπο, καθώς αναπολούσε τον Terry και βεβαίως την πρώην γυναίκα του, την Κατερίνα Μιχαήλ, που μεταμορφωνόταν σε εξαπτέρυγο, όταν ανακαλούσε την κοινή ζωή τους στο Παρίσι.
Στην ταινία δεν υπάρχει αρχή και τέλος, να το πω κι αυτό. Θα μπορούσε να την δεις ανάποδα και να είναι το ίδιο σπουδαία. Όταν αφηγείσαι μια ζωή – τη ζωή σου – έχεις μπροστά σου μόνο στιγμιότυπα. Κάτι ακαθόριστα φλας που αναβοσβήνουν. Χρόνος είναι οι άνθρωποι, που περνάνε από μπροστά σου κι εκτοξεύονται σαν όνειρο. Που κατάφερες και τό’ζησες όμως…
Aφορμή, για τα όποια ολίγα, μού παρέχει το
Στην περίπτωση του 
Ακούγοντας, κατ’ αρχάς, το όνομα “Musea” – label στο οποίο ηχογραφούν και οι, επίσης Έλληνες, La Tulipe Noir – ανακάλεσα αμέσως στο νου μου το neo-prog ήχο της ετικέτας· με το (*) έστω, που υποδήλωναν τα λόγια του Ρωμαλιάδη (είναι αυτές οι 4-5 λέξεις “ambient, progressive rock, folk, electronica”, που σε βγάζουν αμέσως από τη... δύσκολη θέση). Το 

Το ακούω-αντιλαμβανόμαι αυτό σε κομμάτια όπως το εναρκτήριο 

Κανονικά, για να είμαι ακριβής, θα έπρεπε να γράψω 35 (ή έστω… 18) γνώμες για κάθε μία από τις δασκευές. Δεν είναι εφικτό κάτι τέτοιο. Συνοψίζοντας λοιπόν θα έλεγα το προφανές(;). Αλλού τα πράγματα είναι καλύτερα, και αλλού όχι τόσο καλά. Μου κάνει, δε, εντύπωση το γεγονός πως στα «ξένα» κομμάτια η Φριντζήλα και το συγκρότημα που την συνοδεύει (
Η καριέρα όμως του Ricardo Credi είχε και συνέχεια· ας πω, με την αφορμή, δυο λόγια. Το 1967 συνεργάζεται με την ορχήστρα του
To “Siga siga” είναι το… «Σιγά-σιγά», που τραγούδησαν λίγο καιρό αργότερα οι 