Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

ΦΡΕΝΙΤΙΣ και ELECTRO-POP

Πήρα Τα Νέα του Σαββάτου εξ αιτίας της «προσφοράς» Το Πάρτυ της Ζωής Μας, με τραγούδια από τα greek sixties. Τσίμπησα, με άλλα λόγια. Είπα κι εγώ ότι θα πρόκειται για κάτι διαφορετικό (ίσως). Είχα δει και μια φωτογραφία των Idols (αν δεν κάνω λάθος) στην πρώτη σελίδα, που με οδηγούσε να καταλάβω πως θα υπήρχε μέσα και κάποιο κείμενο, κάποιες φωτογραφίες… Τίποτα απολύτως. Ούτε λέξη. Και το CD; Μία από τα ίδια. Τρελοκόριτσο, Jeronimo yanka, Ξαφνικά μ’ αγαπάς, Tereza κ.λπ., κ.λπ… ούτε για να το χαρίσεις δεν κάνει. Ο Γιαννίκος (Lyra) αφού έδωσε τα 45 CD με το TiVo/ Μοντέρνοι Ρυθμοί, πούλησε(;) τώρα μερικές 15άδες στον ΔΟΛ, για να κάνει κι αυτός (ο ΔΟΛ) τη δουλειά του. Τέλος πάντων… Καλά να πάθω. Πήρα όμως, μαζί, και το «Φρενίτις» του Χίτσκοκ. Το είχα δει παλιά στην τηλεόραση… δεν μου άρεσε. Προτιμώ, δε, να ξαναδώ το cult «Φρενίτις» (1966) του Γιάννη Χριστοδούλου – έχει γράψει μουσική ο Βαγγέλης Παπαθανασίου (στην ντουμπλαρισμένη κόπια από το 1971, αν θυμάμαι καλώς, αναγράφεται ως Βαγγέλης Παπαναστασίου!) και τραγουδάει ένα πολύ ωραίο κομμάτι η Αλέκα Κανελλίδου –, παρά «Χιτς» από τα seventies. Στο ένθετο Ιδέες διάβασα κι ένα κείμενο, το οποίον υπογράφει η Μαρία Μαρκουλή, σχετικό με την ελληνική electro-pop [Marsheaux, May Roosevelt – και όχι Roosvelt – Kid Moxie (δεν τις έχω ακούσει) κ.λπ.]. Σ’ ένα μονόστηλο, κι ενώ δεν αναφέρεται κουβέντα για το παρελθόν τής «ανάλογης» ελληνικής σκηνής από τα eighties, η συντάκτις επιχειρεί να μας πληροφορήσει πως, σε σχέση με την electro-pop, «όλα άρχισαν από τη Γερμανία», εννοώντας τους Kraftwerk. Ουδέν ανακριβέστερον τούτου. Οι Kraftwerk, οι οποίοι αναφέρονται ως «πρωτοπόροι» δεν είχαν βγει ακόμη από τ’ αυγό τους, όταν θέριζαν οι δίσκοι του Γερμανο-εβραιο-αμερικανού Gershon Kingsley (1969). Για να μην πάω ακόμη παλαιότερα (1967) στα duo του με τον Jean-Jacques Perrey στην Vanguard – όποιος έχει ακούσει το “Kaleidoscopic Vibrations” θα διαπιστώσει ότι ελάχιστα πράγματα, στο αισθητικό κομμάτι της electro-pop, συνέβησαν έκτοτε – και ακόμη πιο πίσω (1956) στο “Forbidden Planet” των Louis and Bebe Barron ή και ακόμη πιο πίσω... Και μιλάω για την pop, όχι, γενικώς, για electro ήχους. Αφήστε το, τέλος δεν έχει η ιστορία. Ενδιαμέσως; Κάτι δεκάδες, για να μην πω εκατοντάδες, ονόματα…
Θα το ξαναπώ· με αφορμή το παρόν. Δεν υπάρχει λόγος να ανακατεύεστε με πράγματα που δεν γνωρίζετε καλώς (ο πληθυντικός της ευγενείας), αναπαράγοντας τα κλισέ που ακούγονται τριγύρω. Εδώ το αθάνατο electro-pop “Pop corn” του Gershon Kingsley, που προέρχεται από το LP “Music to Moog by Gershon Kingsley” [USA. Audio Fidelity AFSD-6226] του 1969...

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2010

ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΝΘΟΣ…

Πήγα δύο μέρες ταξίδι. Στο πατρικό μου. Ανάμεσα σε διάφορα κρασοκατανυκτικά βρήκα το χρόνο να ψάξω στο… υπόγειο της παλιάς βιβλιοθήκης μου, στην οποία είχα στοιβάξει φοιτητόθεν διάφορα έντυπα. Παλιές εφημερίδες και πολιτικά περιοδικά (από Θούριους, Οδηγητές και Αγωνιστές - ένα απίστευτο τεύχος της Νεολαίας ΠαΣοΚ από το 1975! -, μέχρι Μαμή και Άναρχο), διάφορους Σχολιαστές (το αγαπημένο μου περιοδικό στα eighties – έχω κορνιζάρει το πρώτο τεύχος του, δεξιά στα… out of time), κάμποσες Βαβέλ, 2-3 Παρά Πέντε, ποικίλα fanzines, χειρόγραφα από παμπάλαια κείμενα, δημοσιευμένα ή μη, άπειρες σημειώσεις από το Πολυτεχνείο (τα βιβλία τα έχω αλλού), άδεια πακέτα από τσιγάρα, που δεν μπορώ να θυμηθώ για ποιο λόγο τα κράταγα, «εξωσχολικές» Φυσικές και Χημείες από την εποχή που παρέδιδα «ιδιαίτερα», ένα πακέτο με γράμματα από φίλους και φιλενάδες και άλλα διάφορα, άπαντα σε αποχρώσεις ώχρας. Όλα τα περνούσα, δίχως να σταματώ. Σχεδόν χωρίς να σκέφθομαι. Κάπως σαν κάτι νά’ψαχνα… και φυσικά το βρήκα. Μερικά τεύχη από το Αγκάθι, ένα σπάνιας αξίας περιοδικό, που κυκλοφορούσε και αυτό στα eighties, γραμμένο εξ ολοκλήρου(!) από τον Θανάση Μάνθο. (Η φωτό είναι από το www.worldcity.wordpress.com)

Τον Μάνθο τον ήξερα από τις κριτικές του στο Ποπ και Ροκ (που δεν το αγόραζα, αλλά όπου τό’βρισκα το ξεφύλλιζα), ποτέ όμως δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι αυτός ο άνθρωπος θα έφτιαχνε παντελώς μόνος του – το ξαναλέω –, ένα, κλασικό πια, αληθινά ανατρεπτικό περιοδικό, μπροστά στα κείμενα του οποίου ωχριούν, σήμερα, τα διάφορα των… πιτσιρίκων. Ο Μάνθος, με το γεωτρυπανικό του χιούμορ, δεν άφηνε σε χλωρό κλαρί την (τότε) εξουσία. Ανδρέας Παπανδρέου, Αβέρωφ, Μητσοτάκης, Κουτσόγιωργας, τα Σώματα Ασφαλείας (που είχαν την τιμητική τους)… εν πάση περιπτώσει όλο το πολιτικό προσωπικό της δεκαετίας του ’80 (και το αθλητικό και το καλλιτεχνικό…) παρείχε άπειρη ύλη στον Μάνθο, στην προσπάθειά του να συντάξει τα οξικά του κείμενα, να καγχάσει και να σατιρίσει, χωρίς ίχνος ελέους, τους κρατούντες (ποιος Λαζόπουλος τώρα;). Φυσικά, οι μηνύσεις έπεφταν βροχή. Τα φωτομοντάζ του ήταν άλλο πράγμα, τα φωτορομάντζα του επίσης, οι fake συνεντεύξεις του απολαυστικές, τα multiple choices του απίθανα, οι σπόντες του, σαφείς και κατευθυνόμενες, σαν τις διαδρομές του ταύρου, χτύπαγαν αμέσως στόχο. Αντιγράφω, για ’σας, την «ταυτότητα» του περιοδικού:
Αγκάθι
Μηνιαίο, ειρωνικό, σαρκαστικό, αμπλαούμπλα περιοδικό
Γράφουν: Γούντυ Αλλαντάλλεν, Τύφλος Σκοτίδης, Μάριος Αχρηστίδης, Τζένιφερ Μπουρμπούτσαλου
Συνεργάζονται: Αδέλφως Χίτλερ, Μαριγούλα, Μάργκαρετ Σκάσερ και χιλιάδες άλλοι συγγραφείς, λογοτέχνες και μπετατζήδες
Αποκλειστικότητες: Πένθος, Πορνοσυφιλιδική, Χτεσινή, Ελεύθερη Ψώρα, Αξεστία, Κοριέρε Ντέλα Ξέρα, Φρικαρό
Πρακτορεία Ειδήσεων: Αρρωστέητεντ Πρεςς, Καρρόητερ, ΦΑΠΕ
Ανταποκριτές: Νόρμαν Μαίηλερ (Καρδίτσα), Τζων Κέννεθ Γκαλμπραίηθ (Δομοκός), Μικ Τζάγκερ (Φάρσαλα), Έντγκαρ Άλλαν Πότε (Αγουλινίτσα)
Ορθογραφικά Λάθη: Νίτσα (Σαντιάγκο Καλαμάτας)
Δαίμων του Τυπογραφείου: Μήτσος
Εθνική Μασκώτ: Αλίκη Βουγιουκλάκη
Εθνικά Γκολ: Νίκος Αναστόπουλος
Εθνικό Δάκρυ: Γιάννης Πάριος
Συνδρομές: (εσωτερικού) Γροιλανδία τρεις τάρανδοι κι ένας μινώταυρος, Ηγουμενίτσα ένα κουτί σπίρτα, (εξωτερικού) Καλαμαριά, μισό κιλό καλαμάρια φρέσκα, Ουάσιγκτων, τρεις στρατηγοί βραστοί, Σομαλία τρία κυβικά χαρτοπετσέτες
Καφέδες: Σπύρος
Ολυμπιακός: Ομαδάρα
ΑΓΚΑΘΙ: κυκλοφορεί σε 30.000.000 τεύχη, πουλάει 65.000.000 τεύχη
Πόσα Αγκάθια να φύτρωσαν στα περίπτερα; Διάβασα στο www.epohi.gr/verionis_manthos_culture_2112003.html πως ήταν 49. Φυσικά, δεν τα έχω όλα. Είχα αγοράσει περισσότερα, αλλά τώρα έχω καμιά δεκαριά. Σαρώνω το τεύχος 3 (Μάιος 83) και επίσης, σε υψηλή ανάλυση, για να το διαβάσετε (να σκάσει και το χειλάκι μας, μέρες πού΄ναι), το αφιέρωμα στον Μητσοτάκη, που υπογράφει η… Ναστάζια Κίνσκυ. Ο Θανάσης Μάνθος πέθανε (για τους συγγενείς και φίλους του) τον Μάιο του 2003, σε ηλικία 47 ετών.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2010

JAZZ & ΤΖΑΖ 202

Στο νέο τεύχος του Jazz & Τζαζ (Ιανουάριος 2010) μπορείτε να διαβάσετε ουκ ολίγα. Κατ’ αρχάς ένα 5σέλιδο αφιέρωμα στο Folk Revival των 60s/70s και το Folk Rock. O Σπύρος Σερλεμές φτιάχνει μία ωραία εισαγωγή, διακρίνοντας έξι (βασικές) εθνότητες μουσικών που υπηρέτησαν το στυλ (Άγγλοι, Σκωτσέζοι, Ουαλοί, Ιρλανδοί, Κέλτες, Βρετόνοι), για να ακολουθήσει μία δική μου επιλογή «10 χαρακτηριστικών άλμπουμ», διαλεγμένων, συνήθως, από το πίσω ράφι… (ούτε Fairports, ούτε Pentangle, ούτε Steeleye Span, ούτε Gryphon…). Ο Γιώργος Χαρωνίτης γράφει για τον μεγάλο jazz-trombonist Curtis Fuller, που εμφανίζεται οσονούπω στην Αθήνα, ο Βαγγέλης Αραγιάννης κάνει μία εξαιρετική συνέντευξη με τον ανερχόμενο μπασίστα της jazz (και του rock…) Ben Allison, ενώ ο Δημήτρης Κατσουρίνης συνομιλεί με τον κιθαρίστα των Brand New Heavies Simon Bartholomew, με θέμα – τι άλλο; – την ιστορία του γκρουπ και το σύγχρονο funk. Τρία ακόμη κείμενα με σημασία: o Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για την ουγγρική τετράδα Hortobagyi/ Kurtag Jr./ Haasz/ Lengyelfi, που προσφάτως κυκλοφόρησε εξαιρετικό άλμπουμ στην ECM, ο Θανάσης Μήνας σκύβει πάνω από το “Glitter and Doom Live” του Tom Waits, ενώ εγώ καταπιάνομαι με την τρανή περίπτωση του σκωτσέζου folkist Jackie Leven, που ξεκίνησε ως John St.Field στα early seventies, πριν καταλήξει κάτοικος Αστυπάλαιας… Στο Δισκορυχείον κάτι ελληνικό και ιδιαίτερο, και ακόμη κριτικές, επανεκδόσεις, νέοι δίσκοι από την Αφρική και άλλα διάφορα. Στο CD ο Γιώργος Χαρωνίτης επιλέγει “Legendary Jazz Swingers” (Lester Young, Gene Ammons, Meade Lux Lewis, Count Basie, Jay McShann κ.ά.).

RICARDO MARRERO την έκανε ο Jazzman...

Αν ψάξεις στο popsike το LP “A Taste” του αμερικανού keyboard player και περκασιονίστα Ricardo Marrero (γεννήθηκε στο Harlem το 1951), δε θα πιστέψεις στα μάτια σου. Οι τέσσερις κόπιες του συγκεκριμένου άλμπουμ που εμφανίστηκαν στο eBay την τελευταία τριετία «έκλεισαν» σε τιμές από 4500 δολάρια (η ακριβότερη), έως 2200 δολάρια (η φθηνότερη)!! Τζάμπα πράμα δηλαδή... Βγαλμένο, παράνομα στην «κυνηγημένη» εταιρία TSG το 1977, το άλμπουμ αυτό θεωρείται ένα από τα σπανιότερα jazz-funk από καταβολής σύμπαντος. Να πως έχει, εν τάχει, η ιστορία... Απόφοιτος του νεοϋορκέζικου LaGuardia High School of Music and Art (εκεί σπούδασαν οι Kenny Drew, Jeremy Steig, Eddie Gomez κ.ά.), ο Ricardo Marrero οδηγεί δικές του latin μπάντες από το 1965 (όντως;), μπαίνει στις ηχογραφήσεις στα τέλη των sixties δίπλα στον Bobby Marin, όμως έπρεπε να ιδρύσει μια δική του εταιρία, την Yu Qui Yu Records, το 1975, για να δει μια εγγραφή με τ’ όνομά του στην ετικέτα. Το “Babalonia” των Ricardo Marrero and The Group γράφτηκε τότε, όμως δεν ήταν εκείνη η edit που ακούστηκε περισσότερο. Ο τύπος θα το ηχογραφήσει άλλες δύο φορές για τη Yu Qui Yu, λίγο πριν τακιμιάσει με τον Don King, μία executive φίρμα της πυγμαχίας, ο οποίος έσπρωξε το γκρουπ να πλαισιώσει... πολιτιστικώς μεγάλα πυγμαχικά events ανά τον κόσμο (θα εμφανιζόταν στις Φιλιππίνες, στο «παρά» της αναμέτρησης των Muhammad Ali και Joe Frazier, την περίφημη “Thrilla in Manila”). Μάλιστα ο King στο δικό του πλέον label, την Don Records, είχε προλάβει να δώσει την τέταρτη(!) μέσα σε λίγους μήνες edit του “Babalonia”, κομμάτι που είχε ήδη αρχίσει να έχει airplays στα latin ραδιόφωνα. Ήταν η περίοδος κατά την οποίαν οι Ricardo Marrero and The Group ετοίμαζαν ολοκληρωμένη δουλειά για την Don, λίγο πριν χαθούν-κλαπούν οι αρχικές ταινίες. Τζίφος! Το γκρουπ θα... σπαστεί. Θα ξαναμαζευτεί σιγά-σιγά και θα ξαναηχογραφήσει κάποιο από ’κείνο το υλικό, το οποίο θα δει τελικώς το φως της δισκογραφίας το 1977 – πρόκειται για το LP “Time” της Vaya Records. Τι είχε γίνει όμως το κλεμμένο “A Taste”; Θα βγει στη ζούλα από κάποιαν TSG, περί το ’77... φαληρίζοντας, τώρα, τους συλλέκτες. Αυτό ακριβώς το άλμπουμ επανεξέδωσε πριν από λίγο καιρό ο Βρετανός Jazzman, προσφέροντας και δύο bonus tracks – με το ένα να αφορά σε μία τρίλεπτη version της “Babalonia”. «Τι συμβαίνει μ’ αυτό το κομμάτι;», θ’ αναρωτηθεί και με το δίκιο του ο καθείς. Ακούγοντας λοιπόν τη σχεδόν 6λεπτη αρχική εκδοχή ερχόμαστε να σας πούμε πως πρόκειται για ένα θανατηφόρο up-tempo οργανικό, με μεγαλιθικό πνευστό τμήμα και απίθανο παίξιμο στο Fender Rhodes από τον Marrero. Το σόλο του δε στο συγκεκριμένο όργανο είναι ένα από τα ωραιότερα που έχω ποτέ ακούσει – μπορώ να το συγκρίνω μόνο μ’ εκείνο του Peter Nelson στο “Argument’s”, από το LP τού Charles Hilton Brown “Owed To Myself” [ιταλική Ariston, 1974]. Φυσικά στο “A Taste” δεν υπάρχει μόνον ένα κομμάτι. Όλο το άλμπουμ στέκει σε πολύ υψηλό επίπεδο με τους σκληροπυρηνικούς funky δυναμίτες του “Algo” και “My friend”, τα funky lounge “And we’ll make love”, “Get yourself together” και “A taste of latin”, το latin-funky “Vengo”. Μπήκε η καρδιά μου στη θέση της...
(Πιθανώς να δουλεύει αυτό: http://www.filestube.com/6c91cbeeb6bca8b603ea,g/Ricardo-Marrero-And-The-Group-A-Taste-Reissue-CD-2009.html).
Αλλά, όπως είπε κι ένας φίλος, καλύτερα εδώ: http://rs45.rapidshare.com/files/302971042/Ricardo_Marrero-A_Taste_2009_M.I.S.S.rar)

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010

Les SkartOi! - BLUES CARGO - Angelo & His Egos - Λόγκο κ’ Βία - Peaceful Minds - R.D.R. υπάρχει μια σειρά...

Πριν δύο μέρες έλαβα ένα CD από μία καινούρια (σοβαρή) ska/reggae ελληνική μπάντα, τους Les SkartOi!, η οποία, μάλλον, προέρχεται από το Αίγιο. Το CD τους το άκουσα μια φορά (θα γράψω πρώτα στο Jazz & Τζαζ), αλλά ήταν αρκετή για να καταλάβω αυτό το «σοβαρή». Στο ίδιο πακέτο υπήρχε, ακόμη, μία χειρόγραφη επιστολή του ντράμερ της μπάντας Στέλιου Γαβριηλίδη, ο οποίος έδειχνε συγκινημένος εξ αιτίας ενός κειμένου που είχα γράψει στο περιοδικό (τεύχος 195) για το άλλο σημερινό συγκρότημά του, τους Blues Cargo. Το λόγο, διαβάζοντας το κείμενο, είναι εύκολο να τον αντιληφθείτε… Τράβηξα από τη δισκοθήκη μου το πρώτο LP των Blues Cargo, το “First Delivery” [Pegasus, 1993], έτσι για να το... περιεργαστώ. Να το χαζέψω λίγο, να δω το label... Βρήκα κάτι μέσα, ένα κιτρινισμένο δελτίο τύπου, που, μάλλον, δεν το είχα ξαναπροσέξει. Το διάβασα με ενδιαφέρον, καθότι με συνέδεσε με την ξεχασμένη blues σκηνή της Αθήνας στα χρόνια του ’80... και με κάτι ακόμη. Ο Δημήτρης Ιωάννου μπάσο, φωνή τότε και τώρα στο γκρουπ υπήρξε μέλος των Juke Blues, των B.U.M. (Blues United Musicians), των Blues Power, των Blues Machine... κάποιους τους είχα δει... δεν θυμάμαι τι έπαιζαν... μάλλον blues... Ο κιθαρίστας, τότε και τώρα, Στέλιος Ζαφειρίου είχε εμφανιστεί με τα ίδια ακριβώς γκρουπ, έχοντας μια συνεργασία με τον Γιώργο Σταυριανό στο άλμπουμ «10 Παιδικοί Καϋμοί», ο ντράμερ, τότε και τώρα, Στέλιος Γαβριηλίδης έπαιξε με τα ίδια πάνω-κάτω σχήματα και, μεταξύ άλλων, είχε βοηθήσει (όντως) στα ultra rare σήμερα electro-pop 45άρια των Λόγκο κ’ Βία και Peaceful Minds· αμφότερα είχαν κυκλοφορήσει το 1984 από την πατρινή εταιρία 80’s Ways Records του Alexandros (για τον οποίον έχω ήδη κάνει ένα post). Κάτι ακόμη σημαντικότερο; Ο Γαβριηλίδης ήταν ντράμερ των R.D.R., ενός από τα καλύτερα γκρουπ που υπήρχαν στην Πάτρα και το Αίγιο στις αρχές του ’80 (τους είχα δει – δεν δισκογράφησαν). Αν θυμάμαι καλά στους R.D.R. τραγουδούσε ο Angelo, ο οποίος αργότερα (1985), ως Angelo & His Egos, έκανε εκείνο το LP στην Creep Records του Μπάμπη Δαλίδη. (Θα το ψάξω λίγο, και αν θυμάμαι λάθος θα ανασκευάσω... Δεν θ' ανασκευάσω. Το γράφει και ο Ντίνος Δηματάτης στο "Get that Beat" τόμος Β, σελ. 295). Μ’ αυτά και μ’ αυτά, έβαλα στο player ν’ ακούσω με... αυξημένο ενδιαφέρον το δεύτερο άλμπουμ των Blues Cargo, που κυκλοφόρησε λίγο καιρό πριν από την Pan-Vox· μία ιστορική ελληνική ετικέτα που τώρα επανδραστηριοποιείται. Το “Delayed Delivery” βρίσκει τους Blues Cargo καλύτερους από ποτέ. Η κουβέντα μοιάζει κοινότοπη και αναμενόμενη. Είναι. Αλλά είναι και... αληθινή. Οι Blues Cargo είναι ένα απολύτως «εργατικό» γκρουπ. Ένα σχήμα του πάλκου, των live sessions, των... one night stand συνεργασιών, μία μπάντα που έχει οργώσει τους χώρους παίζοντας με ή δίπλα στους – αντιγράφω από το... λευκό δελτίο τύπου – Louisiana Red, Big Time Sarah, Guitar Shorty, Angela Brown, U.P. Wilson, Eddie C. Campbell, Lurrie Bell, Lefty Dizz, Byther Smith, Jimmy Morello, John Mayall, Nick Gravenites-John Cipollina, John Hammond και άλλους. Αντιληπτό, λοιπόν, γιατί με τέτοιου είδους «τριβή» δεν μπορεί παρά να γίνεσαι από καλός καλύτερος και από καλύτερος κυρίαρχος. Και όντως δηλαδή, ακούγοντας κομμάτια όπως το “95%”, σύνθεση του Δημήτρη Ιωάννου, με «καπάκι» το “Ain’t that I don’t love you” του Buzz Clifford, αντιλαμβάνεσαι πώς ακριβώς επιδρά στη ψυχοσύνθεση του γκρουπ η πορεία του στη σκηνή, ο τρόπος δηλαδή να γίνεσαι «αλοιφή» με το κοινό σου, προσφέροντάς του χαρά και ευχαρίστηση. Ουσιαστική βρίσκω, επίσης, τη version του “I got the blues” (σύνθεση του Leo Nocentelli των Meters, από το φανκο-ντίσκο άλμπουμ του Albert King “New Orleans Heat” στην Tomato, το 1978) και τούτο γιατί αποδίδεται «τιμή» σ’ έναν θρύλο καλλιτέχνη, αλλά και σε μια λοιδωρημένη blues period, που άφησε, όμως, κι αυτή το στίγμα της. Τα τελευταία επτά tracks του άλμπουμ – όλα συνθέσεις των Blues Cargo – απλώς καταδεικνύουν την αξία της μπάντας στην διευθέτηση ενός blues-funk ρεπερτορίου (κυρίως), με μελετημένη χρήση του horn section, «κοφτερές» κιθάρες και αδρά φωνητικά. Έπαιξαν οι: Δημήτρης Ιωάννου μπάσο, φωνή, Στέλιος Ζαφειρίου κιθάρες, Μπάμπης Τσιλιβίγκος σαξόφωνο, Ορέστης Βαβίτσας, Γιώργος Λαγογιάννης πλήκτρα, Στέλιος Γαβριηλίδης, Πέτρος Δακτυλίδης ντραμς, ενώ στο mixing βοήθησε ο Michael Dotson.

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

ED SANDERS Archilochus rock n’ roll

Ρίχνοντας μια ματιά σε μερικά βιβλία και περιοδικά που έχω πρόχειρα στη βιβλιοθήκη μου, γύρω από τη «σύγχρονη αμερικανική ποίηση», εντόπισα κάμποσους τίτλους με αρχαιοελληνικές αναφορές. Ενδεικτικώς αναφέρω: «Για τον Όμηρο» του Gregory Corso, “Kore” (Κόρη) του Robert Creeley, “Oedipus at San Francisco” του Donald Finkel, “Seabattle of Salamis took place off Perama” του Allen Ginsberg, “Delphi” του Peter Davison, “The fire at Alexandria” του Theodore Weiss… Η ελληνική αρχαιότητα, κυρίως μέσω της ποίησης (επική, λυρική, τραγική…) έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας φόρμας, η οποία δεν εξαντλείτο φυσικά στην παράθεση ορισμένων κυρίων ονομάτων, αλλά πήγαινε πιο πέρα· στον ίδιο το ρυθμό που υπαγόρευε το μέτρο.
Ο Ed Sanders υπήρξε (είναι) ο αμερικανός ποιητής, που μελέτησε περισσότερο απ’ όλους την «ενέργεια» και την «ορμή» της αρχαίας ελληνικής ποιητικής (είχε δίπλωμα Ελληνικών από το New York University ήδη από το ’64) και κατ’ επέκτασιν της δυνατότητάς της να δεχθεί σύγχρονο μουσικό ένδυμα. Γεννημένος το 1932 στο Kansas City, ο Ed Sanders θα γίνει γνωστός στο underground circuit της Νέας Υόρκης το 1962, όταν θα εκδώσει το περιοδικό Fuck You/ A Magazine of the Arts και ακόμη περισσότερο το 1964, όταν θ’ ανοίξει στην East 10th Street το βιβλιοπωλείο Peace Eye, έναν τόπο συγκέντρωσης της «εναλλακτικής κουλτούρας». Τότε, θα γνωρίσει τον Harry Smith και ακόμη τον ποιητή Tuli Kupferberg, με τον οποίο θα θέσει σε κίνηση το σχέδιο για τη δημιουργία ενός σταθερού γκρουπ, το οποίο με άξονα την ποίηση και με κάποια εξωτερική μουσική βοήθεια, θα μπορούσε να παίξει ρόλο αφυπνιστή στην κοινωνία. Έτσι κάπως, στο τέλος του '64, ή το αργότερο στην αρχή του ’65, θα δημιουργηθούν οι Fugs, μια παρέα, οι δραστηριότητες της οποίας είναι αδύνατον να καλυφθούν σ’ ένα post.
Τον Οκτώβριο του ’67 ο Sanders θα πρωταγωνιστήσει στον Εξορκισμό του Πενταγώνου, ένα παράξενο happening, που πήρε μεγάλη δημοσιότητα μέσα στο αντιπολεμικό κίνημα. Τραγουδώντας “Out, demons, out!” (κάτι, που θα επαναλάβουν, δύο χρόνια αργότερα, οι Edgar Broughton Band στη Μεγάλη Βρετανία) και απαγγέλοντας λόγια όπως τα ακόλουθα, βρισκόταν εκεί, αλλά και ταυτοχρόνως μπροστά από την εποχή του:
«Στ’ όνομα της θεϊκής ενέργειας του Πριάπου, στ’ όνομα της ολοκλήρωσης, καλούμε τους δαίμονες του Πενταγώνου ν’ απελευθερωθούνε απ’ τα καρκινώματα των στραταρχών του πολέμου, των γραμματέων και των λοιπών ενστόλων που δεν ξέρουν τι τους γίνεται, όλης της γραφειοκρατίας, της ίντριγκας και του μίσους, όλων των ξερατών που έχουνε ζευγαρώσει με τον προστάτη καρκίνο στο νεκροκρέββατο…».
(Από το “Underground Press” του Βλάση Ρασσιά, Ανοιχτή Πόλη 1982).
Στο τέταρτο άλμπουμ των Fugs “Tenderness Junction” που κυκλοφόρησε στην Reprise στις αρχές του ’68 υπάρχει μία ηχητική αποτύπωση του εξορκισμού, ως “Exorcising the Evil Spirits from the Pentagon Oct. 21, 1967”, και ακόμη η Λειτουργία της Αφροδίτης (σε 5 μέρη) με το τέταρτο να έχει τίτλο “Sappho’s hymn to Aphrodite”. [Φυσικά τα γεγονότα εκείνου του Οκτώβρη τα περιγράφει με το δικό του τρόπο ως … ιστορία σαν μυθιστόρημα, αλλά και σαν… μυθιστόρημα ως ιστορία, ο Norman Mailer στο βιβλίο του The Armies of the Night, που είχε κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα το 1970 ως Οι Στρατιές της Νύχτας από τις εκδόσεις Νέοι Στόχοι (δύο τόμοι σε μετάφραση Ηρούς Κανακάκη). Ένα «όπλο», τότε, στα χέρια του έλληνα αναγνώστη, ένα ισχυρό εγχειρίδιο αντίστασης απέναντι στον αμερικανικό μιλιταρισμό· κάτι που αποδίδεται στη βαθιά θέληση ορισμένων ανθρώπων και, βεβαίως, στη σταδιακή «φιλελευθεροποίηση» του χουντικού καθεστώτος]. Δεν ξέρω πόσες φορές ακόμη βρέθηκε μπροστά στην ποίηση της Σαπφούς ο Ed Sanders. Πάντως αυτό θα συμβεί ξανά 20 χρόνια αργότερα (1988), σ’ ένα άλμπουμ που θα εκδώσει στη δανική εταιρία Olufsen. Ο τίτλος του ήταν “Songs in Ancient Greek” κι εδώ θα συναντήσουμε τον αμερικανό δημιουργό να τραγουδά και να απαγγέλλει στην αρχαία ελληνική (αλλά και στην αγγλική), μαζί με τους φίλους/ες του Steve Taylor, Amy Fradon και Leslie Ritter στίχους της Σαπφούς, του Ομήρου, του Σιμωνίδη, του Αριστοφάνη (από τους «Όρνιθες» - τιό τιό τιό τιξ κ.λπ.), του Αρχίλοχου και ακόμη Ηράκλειτο και Πλάτωνα. Εντάξει, η ελληνική, πόσο μάλλον η αρχαία ελληνική, είναι δύσκολη γλώσσα, για να την μιλήσει κάποιος όπως πρέπει (Έλληνας ή μη) –ο Sanders το ξέρει και ευελπιστεί σε ήπια κριτική– όμως εκείνο που έχει περισσότερη σημασία εδώ είναι ο τρόπος με τον οποίον αντιλαμβάνεται τη δύναμη και τη ροή του λόγου ο αμερικανός ποιητής και από 'κει και πέρα οι ήχοι τους οποίους επιλέγει, για να συνοδεύσουν τις τραγουδο-απαγγελίες. Για παράδειγμα στο "High tech Heraclitus" επιλέγει, μαζί με τον Scott Petito, dance ρυθμολογία, γενικώς, αναπτυγμένη μέσω samples φωνών και εφφέ, πάνω στην οποία απλώνονται τα επιγράμματα του ίωνα φιλοσόφου, ενώ στο “Archilochus rock & roll wait-out” απαγγέλλει ως ραψωδός, με minimal μουσική συνοδεία, τα θραύσματα ποιημάτων του Αρχίλοχου, για να ακολουθήσει μια άγρια ροκιά του Steve Taylor, προς τιμήν του παριανού ποιητή.
Διαβάζοντας κανείς στο δίκτυο αποσπάσματα από το Fuck you του Ed Sanders, περί ελεύθερου και χωρίς ταμπού έρωτα, δεν μπορεί να μην ανακαλέσει στη μνήμη του την ωμή ερωτικότητα του Αρχίλοχου.
(Η έγχρωμη φωτογραφία του Ed Sanders προέρχεται από το www.detroitartistsworkshop.com)

FONAL II

Οι Risto είναι από τα πλέον θορυβώδη συγκροτήματα της Fonal – αν κρίνω, βεβαίως, από το πώς παρουσιάζονται στο “Live!” [FR-58, 2008], το δεύτερο πλήρες άλμπουμ τους. Τετράδα κατά βάση (Risto Yliharsila τραγούδι, Tuomas Eriksson κιθάρες, Minna Kortepuro μπάσο, Ville Leinonen ντραμς), αλλά και με βοήθειες (δεύτερα ντραμς, ακορντεόν), οι Φινλανδοί εμφανίζουν ένα διαυγέστατον ήχο – προφανώς το live αποτυπώθηκε με στουντιακή επιμέλεια – καταφέρνοντας να προτείνουν μιαν... έντεχνη τραχύτητα με τρόπο λειτουργικό. Βαριές μπασογραμμές, κιθάρες σκληρές, με εφέ ή χωρίς, «πάνκικες» ταχύτητες, φωνητικά (στη φινλανδική) που βγαίνουν πάνω από τα όργανα, ένα κλίμα «βελβετικό» γενικώς, που δεν ξεχνά στη διαδρομή και κάποια περισσότερο ήπια jazzy-bluesy χρώματα, ιδίως στα κιθαριστικά μέρη (“Hiirimuori ja Buddhan paa”)· σκεφθείτε πως δεν... περιφρονούνται ούτε οι μπαλάντες (“Pikkuoravat”). Φαντάζομαι πως hard driving τραγούδια, με κιθαριστικό παιγνίδι τερατόνων, όπως π.χ. το “Unessa mies, valveilla nainen” ή το “Rakkaani, mennaan Aasiaan” θα κάνουν τους Φινλανδούς... αλοιφή – αν και μάλλον χαλαρούς τους άκουω, κρίνοντας από τα επιφωνήματα... Εντυπωσιακό το bonus “Discopallo”, που θα μπορούσε να είναι ένα ξεχασμένο κομμάτι των Vavoura Band, μπολιασμένο με την απαραίτητη «ψυχρότητα». Συν μια νοβοκαΐνη «30ετίας»... Και η απορία δεν μπορεί παρά να αναδύεται αμέσως. Πώς άραγε να ηχούν οι Risto σε μια στούντιο ηχογράφηση; Νομίζω πως το καινούριο τους άλμπουμ “Sahkohairioon” [FR-63, 2009] δίδει τις πρώτες απαντήσεις. Κατ’ αρχάς να πούμε πως οι Φινλανδοί, γενικώς, τρέφουν παλαιόθεν ατελείωτη αγάπη για την punk και post-punk βρετανική σκηνή (περισσότερο από κάθε άλλο Σκανδιναυό). Τούτο δε μεταφράστηκε – και μεταφράζεται – σε δεκάδες δικά τους γκρουπ, από τα 80s και τα 90s, τα οποία διέπρεψαν είτε προς art-punk, είτε προς πιο hardcore κατευθύνσεις. Έτσι, είναι θεμιτό να υποστηρίξει κάποιος, ακούγοντας το “Sahkohairioon”, πως από τη μια μεριά o βρετανικός παράγων – A Certain Ratio, The Pop Group, Gang of Four, Human League, Deep Freeze Mice, για να μη μιλήσω για τους Beatles (ναι) – και, οπωσδήποτε, τα τοπικά γκρουπ όπως οι Suonihiuksisto, Matosalaatti, Banjo Band “Bullet” και Deep Turtle έχουν επιδράσει με αποφασιστικό τρόπο στο «μέταλλο» των Risto, το οποίο, εδώ, ξεκαθαρίζει απολύτως. Με ανανεωμένη line-up – Minna Kortepuro μπάσο, Tuomas Eriksson κιθάρες, Alina Toivanen ντραμς, Risto Yliharsila τραγούδι, Laura Laurila βιολί, Mirja Mattinen τσέλο – οι βόρειοι μουσικοί, μέσα σε 33 μόλις λεπτά, απλώνουν δέκα δικές τους συνθέσεις, «στοιχειώδεις» όσον αφορά στα ρυθμικά, μελωδικά και αρμονικά τους συστατικά, μετερχόμενοι «παλαιολιθικά» εφέ, οικοδομώντας, εναλλάξ, art και core περιβάλλοντα. Θα έλεγα δε ότι καθώς εξελίσσεται το άλμπουμ, πλησιάζοντας προς το τέλος του, το ενδιαφέρον ανεβαίνει· με τα τρία έσχατα κομμάτια (“Ihmeauto KITT”, “Hiljaa, hiljaa”, “Putoan kaivossa”) ν’ αποτελούν, ίσως, την πρόταση των Risto για ένα σύγχρονο, lo-fi πάντα, φινλανδικό τραγούδι, με μαγιά τη folk πρωτογενή ύλη. Αφήνω εδώ τη Fonal, στο μακάριο εκλεκτισμό της, γράφοντας τις εντυπώσεις μου για το (δεύτερο) άλμπουμ των Shogun Kunitoki “Vinonaamakasio” [FR-62, 2008]. Τρία χρόνια μετά το “Tasankokaiku”, που χαιρετίστηκε ως η νέα avant-electro-psych σκανδιναυική πρόταση με μέλλον, το κουαρτέτο από το Ελσίνκι επανέρχεται μ’ ένα ακόμη κολοσσιαίο έργο, από ’κείνα που πρόκειται να γράψουν, άμεσα, την ιστορία των προσφάτων λυσεργικών ριγών. Είναι δύσκολο να περιγράψεις και να γράψεις για ένα άλμπουμ τόσο πυκνό, τόσο ερμητικό, με τόσες και τέτοιες συμπαγείς προεκτάσεις, ικανές ν’ ανακεφαλαιώσουν όχι μόνον επιμέρους «αναφορές», μα μουσικά κινήματα. Ο πρώιμος μινιμαλισμός του Riley και του Glass, το mystic krautrock των Brainticket, σ’ εκείνο το άπιαστο αλλά μάλλον υποτιμημένο “Celestial Ocean” του ’73, το ψυχοτρόπο folk των διπλανών τους Σουηδών Algarnas Tradgard, το πνευματικό drop-out των Ιαπώνων Brast Burn, και βεβαίως η εξώκοσμη «αρχαία ηχώ» του συμπατριώτη τους Jorma K. Saarikangas (1974), είναι πέντε, μόλις, βαθύτατα tips από το παρελθόν ικανά να προσδιορίσουν-προσεγγίσουν απολύτως το κεφάλαιο Shogun Kunitoki. Το “Vinonaamakasio”, που διαρκεί μόλις 35 λεπτά, είναι το ύπατο ψυχεδελικό trance των τελευταίων χρόνων, πλημμυρισμένο απο proto-electro ήχους, δηλητηριώδη πλήκτρα (φιλικόρντα, αναλογικά σύνθια), θερεμίνες, παραποιημένα τοξωτά (σιτάρ, ταμπουράς) κι ένα τελετουργικό ρυθμικό τμήμα ικανό από μόνο του να σε οδηγήσει στην επόμενη μετάπτωση. Μεγάλο άλμπουμ. Ορρωδώ μπροστά στο άγνωστο...

ΕΙΔΗΣΕΙΣ… της κακιάς ώρας

Οι «ειδήσεις» που παρακολουθώ στην TV είναι οι νυχτερινές των 11 στην ΕΤ1 – όταν είμαι σπίτι. Τον τελευταίο καιρό παρατηρώ μία εμμονή, στο επίπεδο της αρρώστιας πλέον, σε σχέση με τα οικονομικά ζητήματα. Πρώτο θέμα οι «οικονομικές ειδήσεις», οι φόροι, τα νέα μέτρα – οι κατάφορες αδικίες δηλαδή, καθότι στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας, όταν μπαλώνεις ένα ξεσκίζεις δέκα – μία μαύρη μαυρίλα, με άλλα λόγια, που δε σ’ αφήνει ν’ ανασάνεις. Δεν πρόκειται να τις ξαναδώ. Μέχρι και ο Σαμαράς τους τα ’χωσε. «Η μισή οικονομία είναι ψυχολογία» είπε, κι έχει δίκιο.
Η κυβέρνηση και το λεγόμενο «οικονομικό επιτελείο» σπερμολογούν ασυστόλως, εδώ και κάτι μήνες, την ώρα που θα’πρεπε κανονικά να σιωπούν. Να δουλεύουν και να σιωπούν. Να καταρτίσουν ό,τι νομίζουν, να το δώσουν για «διαβούλευση», να το ψηφίσουν και να τελειώσει η ιστορία. Αφού θα τα πάρουν, ούτως ή άλλως, γιατί να μας τα πρήζουν μήνες πριν; Είναι απαράδεκτο αυτό που συμβαίνει. Σε κάνουν να νοιώθεις σαν να απειλείσαι μέσα στο ίδιο σου το σπίτι. Το οποίον, και αυτό, αρχίζεις να μην το νοιώθεις και τόσο «ίδιο». Σαν να σε πιάνουν από το πέτο και να σε ταρακουνάνε, για να κυλήσουν και οι τελευταίες σου δεκάρες. Λες κι είσαι στο Γουέστ και σε κυνηγάνε οι Dalton Brothers. Ντροπή. Τι πράγματα είναι αυτά. Είδηση δεν μπορεί να είναι η «σκέψη» και η «πρόθεση», αλλά το «γεγονός» και το «δεδομένο». Έως ώρας συνηθίζαμε ν’ ακούμε τα «θα» πριν από τις εκλογές. Τρεις μήνες μετά τ’ ακούμε ακόμη. Δεν έχει ξαναγίνει. Θέλουν να φανούν «καλά παιδιά» στην Κομισιόν –να δείξουν έργο– και αδιαφορούν για το πώς θα φανούν στους πολίτες που τους ψήφισαν· και σε όσους δεν τους ψήφισαν, αλλά, ίσως, περιμένουν κάτι. Δεν είναι θέμα τακτ… αλλά από τακτ «μηδέν».

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

FONAL Ι

Ακούγοντας και μελετώντας τις κυκλοφορίες της φινλανδικής εταιρίας Fonal Records (για την οποία έχω ξανα-ανεβάσει κείμενα) αντιλαμβάνεσαι, αμέσως, πως έχεις να κάνεις με κάτι πολύ «προσωπικό», το οποίο δύσκολα προσεγγίζεται με δύο ή τρεις λέξεις... Θα το επιχειρήσω... Και με περισσότερες… Η... Eleanoora Rosenholm δεν είναι... κάποια, αλλά συγκρότημα. Τρίο κατά πάσα πιθανότητα, απαρτίζονται από την τραγουδίστρια Noora Tommila και ακόμη τους Pasi Salmi και Mika Ratto. Το “Vainajan Muotokuva” [FR-54, 2007] είναι η πρώτη long-play ολοκληρωμένη τους δουλειά, ένα βινυλιακής διάρκειας έργο (33:38), με ξεκάθαρες αρχέτυπες ρυθμοδομές. Από πλευράς ατμόσφαιρας θα μιλούσα για κάτι dark, όχι τόσο πλησίον του βαρυφορτωμένου gothic, όσο μιας... ρομαντικότερης κατάστασης. Η lo-fi γενικώς αντίληψη που διέπει το άλμπουμ είναι οπωσδήποτε μέρος της τοπικής παράδοσης, μα ακόμη και του νεοϋορκέζικου dance underground των early eighties, του τρόπου δηλαδή να δημιουργείς pop (έστω και μέσα σε folk πλαίσια, όπως οι Φινλανδοί), χρησιμοποιώντας, και εκμεταλλευόμενος, τα στοιχειώδη (έναν απλό computerized ρυθμό, ένα πρωτόλειο σύνθι...). Τραγουδώντας δε στη φινλανδική, μία γλώσσα που ηχεί... κομματάκι απόκοσμη, οι τρεις μουσικοί επιτυγχάνουν και κάτι ακόμη που, μάλλον, οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται. Ν’ ακούγονται στ’ αυτιά εκείνων που αγνοούν τη γλώσσα τους έτι περισσότερο «χαμένοι». Κομμάτια που ξεχωρίζουν; Το ψυχεδελικό ασμάτιο “Kopiokissa”, το space-electronic ορχηστρικό “Pyhapietarinaukio” και το α λα Human League, με φωνητικά περασμένα από vocoder, “Kiltti vai tuhma”. Στο “Ala kysy kuolleilta, he sanoivat” [FR-60, 2008], οι Eleanoora Rosenholm εμφανίζονται κάπως... συνθετότεροι. Δίχως, όμως, υπερβολές. Εξακολουθεί, δηλαδή, να διατηρούν το minimal του «φαίνεσθαι», εμβολιάζοντας τις μουσικές τους με περίτεχνα στοιχεία τού δικού τους «είναι». Μάλλον είναι και περισσότεροι – πιθανώς οκτώ – όσοι εμφανίζονται δηλαδή στις «ζωντανές» τους παραστάσεις. Τα φωνητικά της Tommila «τονώνονται» και με ανδρικά, το folk ως διαρκής αναφορά υπάρχει πάντα, ενώ τα εφέ είναι και αυτά περισσότερα, δίχως να αλλοιώνεται η «καθαρή» φιλοσοφία της μπάντας. Τραγούδι όπως το “Pesulassa” θυμίζει τον τρόπο «εξομοιωμένης παιδικότητας» του Pascal Comelade, ενώ τα έσχατα 5λεπτα “Kopiokissa 2 - Syystalven demoni” και “Suljetun osaston astronautti”, ως προτάσεις είναι τα πλέον «προχωρημένα», αφού και οι επεξεργασίες δεν είναι «στοιχειώδεις», ιδίως στον αρμονικό τομέα, και οι μουσικοί έχουν πιο ενεργό (σολιστικό) ρόλο και το electro δεδομένο συνδέεται πληρέστερα με το rock και το avant. Μοναδική, ούτως ή άλλως, περίπτωση. Οι εκπλήξεις όμως στον κατάλογο της Fonal είναι μόνιμες. Οι Paavoharju είναι ένα γκρουπ xian avant folk, οδηγημένο από τ’ αδέλφια Lauri και Olli Ainala. Το “Laulu Laakson Kukista” [FR-55, 2008] συνοψίζει τις ιδέες τους για ένα χριστιανικής έμπνευσης έργο (xian), σκορπισμένο μέσα στη νέα πραγματικότητα του σύγχρονου αναχωρητισμού-παγανισμού. Αν και πλαισιώνονται από κάμποσους συνοδοιπόρους, ίσως περισσότερους από 15, οι Ainala φαίνεται να έχουν υπό την ευθύνη τους τη συνολικότερη τακτοποίηση του ακούσματος, διανθισμένο πάντα από τα απαραίτητα μαγικά γυναικεία φωνητικά (Jenni Koivistoinen, Leena Uotila...). Το παράξενο με τις μουσικές των Paavoharju είναι πως έχουν τον χαρακτήρα του collage, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Ο «ασυνάρτητος» σε πρώτο πλάνο ηχητικός πλούτος, ένα κατεργασμένο μόρφωμα folk, concrete, psych εφέ α λα St. Mikael, kraut πτήσεων και z-songs τύπου Jandek (ακόμη κι ένας αέρας Bollywood διαπερνά το καταπληκτικό “Uskallan”), είναι απολύτως ελεγχόμενος, δίχως ποτέ να ξεστρατίζει σε... προβοκατόρικες καταστάσεις. Εξάλλου, τόσο η φιλοσοφία του γκρουπ, όσο και η διάρκεια του άλμπουμ (35:07) δεν προσφέρονται για... παραπληροφόρηση ή ανέξοδα πειράματα. «Άλλο» άκουσμα.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

WEIRD FINLAND

Η «εξωτική» μουσική στη Φινλανδία είναι παλαιά ιστορία, οι ρίζες της οποίας θα πρέπει να αναζητηθούν – ως συνήθως – νωρίς στα sixties, όταν νέοι, τότε, μουσικοί θα ξεκινήσουν να πειραματίζονται με πρωτο-ηλεκτρονικούς, concrete, folk, jazz και rock ήχους, εκμεταλλεύομενοι την... παραδοσιακή “do it yourself” τεχνική. Τώρα, γιατί «παραδοσιακή»; Αυτό είναι ένα ερώτημα· η απάντηση στο οποίο θα μπορούσε να αναζητηθεί σε εξω-καλλιτεχνικές (εννοείται) καταστάσεις που σχετίζονταν με το minimal φυσικό τοπίο, τη χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα (όπερ σημαίνει, πως, συχνά, οι «λύσεις» θα έπρεπε να είναι εκ των ενόντων), και βεβαίως με την υγιώς αναπτυσσόμενη σχέση του μουσικού, στην περίπτωσή μας, με τον αχανή περιβάλλοντα χώρο. (The Sperm: Peter Widen, J.O. Mallander, Pekka Airaksinen)

Ποία θα μπορούσε να ήταν η «αρχή» αυτής της DIY ανάγκης; Την απάντηση θα την βρούμε σε μία εγγραφή του 1961 από το τρίο των M.A. Numminen, Tommi Parko και Pekka Kujanpaa, που είχε τίτλο “Eleita kolmelle royhtailijalle” (ας το μεταφράσω ως «Χειρονομίες για τρεις ρεψιματίες»), εκεί όπου, πάνω σ’ έναν «έτοιμο» acoustic blues ρυθμό οι τρεις φινλανδοί προβοκάτορες ρεύονται(!) ασυστόλως και αηδιαστικώς(!!) για δύο ολόκληρα λεπτά(!!!). Το κομμάτι «ανοίγει» τη συλλογή “Arktinen Hysteria, Suomi-avantgarden esipuutarhureita” [Love, 2001], για την οποία είχαμε πρωτοκάνει λόγο στο τεύχος 139 του Jazz & Τζαζ (10/2004), σ’ ένα κείμενό μου για το κορυφαίο συγκρότημα της Φινλανδίας στα sixties, τους Blues Section. Εκεί, στις ηχογραφήσεις αυτού του CD από τη δεκαετία 1961-1970 με θέματα των Sahkokvartetti, Erkki Kurenniemi, The Sperm, J.O. Mallander, Pekka Airaksinen, Blues Section κ.ά. και βεβαίως, στα παλαιά, κρυφά βινύλια των Karelia (ντράμερ ο Edward Vesala) και του Pekka Streng – δεν... έσπασαν τα τηλέφωνα, όταν μετέδωσα πέρυσι στον «Κόκκινο 105,5» το “Olen erilainen” από το άλμπουμ του “Magneettimiehen Kuolema” του ’70, που είχε κάνει σε συνεργασία με τους Tasavallan Presidentti – μπορεί κανείς εντοπίσει τους ήρωες του Sami Sanpakkila, του ανθρώπου που έδωσε ζωή στη Fonal Records στα μέσα πια των nineties. (Θα συνεχίσω αύριο… με το σήμερα)
Eλπίζω αυτό να λειτουργεί... http://rapidshare.com/files/19629882/blues_section_-__blues_section__1967_.zip. Αν λειτουργεί, λογικώς πρόκειται για το πρώτο LP των Blues Section από το 1967. Ακούστε το πρώτο κομμάτι (και το δεύτερο... και το τρίτο...), που έχει τίτλο "Paint it Michael and others, maybe". Είναι απίστευτο. Το τριπλό σόλο στην κιθάρα από τον Hasse Walli, και βεβαίως το sax-break του Eero Koivistoinen είναι από άλλο πλανήτη. Αδιανόητη pop (δηλαδή... blues) ηχογράφηση για το 1967. Πολύ μεγάλη μπάντα. Το απέδειξε και αργότερα...

E. LAMNECK/ E. SANNA άγριες προθέσεις... EA SILENCE δράμα

Για την Amirani Records έχω ξαναγράψει. Το άλμπουμ “Intentions, an improvised cycle” της Esther Lamneck και του Eugenio Sanna είναι εκείνο που με ξανασυνδέει, τώρα, με την ιταλική ετικέτα. Η Lamneck στο κλαρίνο και το ουγγρικό πνευστό tarogato και ο Sanna, που χειρίζεται «ενισχυμένες» κιθάρες, δεν είναι νέες παρουσίες στο χώρο. Συνεργάζονται από 15ετίας, ενώ έχουν ακόμη μακρύτερη διαδρομή στο χρόνο ως συμμετέχοντες σε avant-improv projects. Το “Intentions”, που αποτελείται από 30 θέματα μικρής διάρκειας (όλο το άλμπουμ ολοληρώνεται σε 57 λεπτά), είναι ένα έργο που χωρίζεται θα έλεγα σε 5 μέρη, με εναλλάξ συνδυασμούς tarogato-κιθάρας και κλαρίνου-κιθάρας. Αυτό που φαίνεται να έχει αξία εδώ είναι, κυρίως, οι εφαρμοσμένες τεχνικές επικοινωνίας των δύο μουσικών προς την κατεύθυνση «οικοδόμησης» διαφορετικών ατμοσφαιρών (από απλές-ρομαντικές, έως επικίνδυνες-χαοτικές). Τα πνευστά, πιο συχνά, έχουν ένα ρόλο περισσότερο «πρώτο», με την κιθάρα να δρα σε «πίσω πλάνο», υπογράφοντας με τα κοφτερά, απότομα και συριστικά ηχοχρώματά της (φρίκη και τρόμος στο #17) το... αντι-δημοφιλές του ακροάματος.Η ονομασία του συγκροτήματος EA Silence (δηλαδή ElectroAcoustic Silence) ορίζει ένα πρώτο περιβάλλον, το οποίο αρχίζει να παίρνει σχήμα (το περιβάλλον) άμα τη αναφορά των μουσικών. Luca Cartolari live electronics, ηλεκτρικό μπάσο, Mirio Cosottini τρομπέτα, φλούγκελχορν, Alessio Pisani μπασούν. Παράξενος, οπωσδήποτε συνδυασμός οργάνων, απ’ αυτούς που επιδιώκει η Amirani και καταγράφει στις, έως ώρας, κυκλοφορίες της. Με τα πνευστά να εκπέμπουν σε «δραματικές» συχνότητες, συγκλίνοντας προς ένα μόρφωμα τζαζ-σύγχρονης κλασικής, ανασκαλεύοντας τα πρωταρχικά συστατικά του (τα εκθέματα των Bechet και Στραβίνσκυ φερ’ ειπείν), και με το μπάσο και τα live electronics να ορίζουν ουσιαστικώς τις πλατφόρμες επί των οποίων θα παρελάσει το «δράμα», οι τρεις ιταλοί αυτοσχεδιαστές καθορίζουν με το “Cono di Ombra e Luce” ένα ηχο-αισθητικό όριο. Συντείνει, υποθέτω, η ηχογράφηση του έργου εντός της Antica Sinagoga της Ivrea (πόλη κοντά στο Τορίνο), αλλά, κυρίως, η ισοβαρής (και δοκιμασμένη) επικοινωνία ανάμεσα στην πολυφωνία και το θόρυβο.

EYAL MAOZ’S EDOM Hope and Destruction

Δεν είχα ακούσει καμμία προηγούμενη δουλειά του ισραηλινού κιθαριστή Eyal Maoz· βασικά το άλμπουμ του “Edom”, που είχε ηχογραφήσει με τον John Medeski στο όργανο πριν από 5-6 χρόνια. Έτσι, εκείνη η λεζάντα που διάβασα στο δελτίο Τύπου... where avant-garde meets new wave and echoes of Joy Division are counterposed with John Zorn’s Electric Masada, begins the rocking odyssey of Edom, μου φάνηκε αρκετά ερεθιστική. Βεβαίως, οι ισραηλινοί μουσικοί, συχνά, είναι απρόβλεπτοι (ας μην επιχειρήσω να εξηγήσω γιατί) και σχεδόν πάντα με διάθεση να εξερευνήσουν το πρωτοποριακό και το ακραίο. Τούτη η διαπίστωση, η κομματάκι ασαφής και πάντως γενικόλογη, δεν μπορεί αναγκαστικώς να προεξοφλήσει το σημαντικόν του πράγματος. Το “Hope and Destruction” [Tzadik] είναι ένας παράξενος δίσκος και, ίσως, γι’ αυτό αληθινώς ενδιαφέρων. Κατ’ αρχάς μιλάμε για μία τετράδα μουσικών (Eyal Moaz, Brian Marsella, Shanir Ezra Blumenkranz, Yuval Lion), που χειρίζεται τέσσερα βασικά όργανα (κιθάρα, keyboards, μπάσο, ντραμς). Περαιτέρω, μιλάμε για ένα σχήμα rock αισθητικής, επεκτείνοντας, οπωσδήποτε, αυτό το “rock” στα πιο απρόσιτα όριά του, που, βεβαίως, υπερβαίνουν, για να μην πω πως ούτε καν αγγίζουν, τους Joy Division... Οι Edom μπορεί να εκκινούν από το νεοϋορκέζικο no wave των late 70s/early 80s, τους Material ας πούμε – οι τετράγωνες ρυθμοδομές τους τούς θυμίζουν εντόνως –, όμως στη διαδρομή παρεισφρέουν πλείστα όσα στοιχεία από... ακατανόητες πηγές. Βασικά, εκείνο που υπάρχει διάσπαρτο στο άλμπουμ είναι το avant-rock της Futura (Red Noise, Fille Qui Mousse, Travelling...), το ύστερο zeuhl των Magma, αλλά και το "εν γένει" απροσάρμοστο των Flamen Dialis· όσον αφορά στη «θετική» χρήση των πλήκτρων και της μελωδίας γενικότερα («παραδοσιακής» ή μη). Τα φλερτ, όμως, των Edom δεν έχουν τελειωμό, αφού ακόμη κι εκείνο το garage psych-rock των ανεκδιήγητων Mystic Siva – με τη farfisa, ή το κάτι σαν farfisa, να πρωταγωνιστεί (“Slight sun”) – δείχνει, απλώς, τη διάθεση του ισραηλινού γκρουπ να κόψει τις γέφυρες με το αναμενόμενο (έστω για ένα γκρουπ της Tzadik), ερευνώντας ένα-ένα τα σκοτεινά κατάλοιπα της rock side-story.

EVELYN PETROVA Living Water

Αν και γνωστή για τις «προχωρημένες» εγγραφές της – σόλο ή σε συνεργασία με τον Alexander Balanescu κ.ά. –, η ακορντεονίστα Evelyn Petrova, προχωρά, με το “Living Water” [Leo], σε κάτι ακόμη πιο «ακραίο», το οποίο αδυνατεί να αποκαλύψει μία απλή audio έκδοση. Την duo παράστασή της με την χορεύτρια Tanya Khabarova, στο Interier Theatre της ρωσικής Πετρούπολης, τον Φεβρουάριο του ’08. Το σαφές folk ηχόχρωμα των συνθέσεων τής Petrova, που αναπτύσσεται μέσα από τα αλλόκοτα παιξίματα και το τραγούδισμά της (υπερ-ταχύτητες, «σπασίματα» και αλλαγές ρυθμών, «ψυχρές» avant εκτροπές, «σκοτεινός» λυρισμός) έχει τη βάση της, όπως αναφέρει ο Alex Kan στο ένθετο, σε μία ανάγνωση της «Μορφολογίας της Λαϊκής Αφήγησης» του ρώσου θεωρητικού Βλαντιμίρ Προπ (1895-1970).Επηρεασμένος από τον Ρωσικό Φορμαλισμό (Γιάκομπσον, Σκλόβσκι, Αϊχενμπάουμ), ο Προπ επιχειρεί να «επιστημονικοποιήσει» τις παλιές, παραδοσιακές ιστορίες και αφού ανακαλύψει τα αρχέτυπα στοιχεία τους να προσδιορίσει, εν συνεχεία, τη «λογοτεχνικότητά» τους. Η Petrova, κατ’ αντιστοιχία, επιζητά να μεταφέρει ορισμένα από τα συμπεράσματα της φορμαλιστικής θεωρίας – μέσω των folk σκοπών – στο επίπεδο του Ήχου και της Κίνησης. Όπως αντιλαμβάνεστε είναι δύσκολο να αξιολογήσει κάποιος την προσπάθειά της, όχι μόνον επειδή δεν του παρέχεται η εικόνα της παράστασης, αλλά και γιατί, πάντα, θα μένουν πολλά ν’ απαντηθούν (από την ίδια την καλλιτέχνιδα) στο επίπεδο της θεωρίας. Contact: www.leorecords.com
(Για μερικά avant CD του τελευταίου καιρού θα γράψω και στη συνέχεια)

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

για το BLACK SNAKE MOAN

Ένας φίλος μού θύμισε, πριν από λίγο, κάτι που είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ, για το soundtrack της ταινίας “Black Snake Moan”. Ανασύρω λοιπόν το κείμενο από το αρχείο, για να το θυμηθώ κι εγώ μαζί σας… Το CD πρόλαβε και πάλιωσε λιγάκι, αφού κυκλοφόρησε το 2007, αλλά... ας ξεπεράσω την αργοπορία μου· καθότι η μουσική είναι εκείνη που μετράει κι όχι τα «τι», τα «πότε» και τα «πώς». Στο soundtrack της ταινίας του Craig Brewer “Black Snake Moan” [New West] αναφέρομαι, μια ταινία κατ’ αρχάς – άγνωστον αν προβλήθηκε στην Ελλάδα – η οποία επιχειρεί να αναπαράγει, όπως διάβασα στο δίκτυο, κάτι από τη μυθολογία του αγροτικού αμερικανικού Νότου· fiction βασικά (παίζουν οι Samuel L. Jackson, Christina Ricci και Justin Timberlake), η οποία αν αγγίζει – αν λέμε – έστω κι ένα νυχάκι τού “O Brother, Where Art Thou?” των αδελφών Coen, τότε δεν μπορεί παρά να πρόκειται περί αριστουργήματος. (Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η ταινία κακοπερπάτησε και στο εμπορικό κύκλωμα και στην «κριτική» και σήμερα κανένας πλέον δε φαίνεται να τη θυμάται). Το soundtrack πάντως «λέει». Έστω και ως συλλογή αν το δω (αλλιώς πώς; – αφού δεν έχω υπ’ όψη μου το φιλμ), έστω και ως μια προσπάθεια να καταγραφεί το deep blues κλίμα, που δέρνει ακόμη το Νότο και το οποίον τόσο αποδοτικά καταγράφει, ανάμεσα σε άλλες ετικέτες, η Fat Possum. Είπα τη μαγική λέξη; Μάλλον. Αν κρίνω από κάποια ονόματα καλλιτεχνών που παίρνουν μέρος στο άλμπουμ (Kenny Brown, The Black Keys, R.L Burnside), και βεβαίως από κάποια παλαιότερα (Bobby Rush, Jessie Mae Hemphill) ή παμπαλαιότερα (Son House). Υπάρχει δηλαδή μία αισθητική συνοχή στις ηχογραφήσεις, η οποία προφανώς συνάδει με το σενάριο, αλλά θα έλεγα και με τις... φάτσες των πρωταγωνιστών. Ok, η Ricci μπορεί να υποδύεται το «ξέκωλο», αλλά ο Samuel L. Jackson μοιάζει υπερβολικώς στον μακαρίτη R.L. Burnside, κομμάτια της ζωής του οποίου, υποτίθεται ότι, αναβιώνει στο πανί. Θά’θελα να δω το φιλμ... αν το πετύχω κάποια στιγμή στην τηλεόραση...

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ Καταμεσίς του χάους

Θυμάμαι τον Λεωνίδα Χρηστάκη (1928-2009) –όπως πολλοί που δεν τον γνωρίσαμε από κοντά, που δεν μιλήσαμε μαζί του– με μια αγκαλιά Ιδεοδρόμια σε διάφορα στέκια, βιβλιοπωλεία και δισκάδικα, των Εξαρχείων. Άφηνε περιοδικά, έπαιρνε τ’ αντίτιμα... αν και δεν είχε πάρα πολλά με τους μαγαζάτορες... ή έστω με κάποιους απ’ αυτούς... Όλοι όμως τον σέβονταν. Σίγουρα κατά βάθος, γιατί απ’ έξω-απ’ έξω άκουγες μερικά σαρκαστικά... Έμοιαζε, ορισμένες φορές, σαν να του έκαναν χάρη, σαν να συνηγορούσαν δείχνοντας «κατανόηση», άπαντες όμως ένοιωθαν πως ο Χρηστάκης ήταν ένας αυθεντικός χαμάλης απόψεων, ο τύπος και η αλήθεια του εντόπιου underground (ας το πούμε έτσι). Ένας «έντυπος» διακινητής ιδεών –ήταν ακριβώς αυτό–, που κράταγε από τις πέρα μέρες του ’50. Αντιγράφω από το βιογραφικό του, έτσι όπως αποτυπώθηκε στο βιβλίο του Χάος Και Κουλτούρα [Απόπειρα, Αθήνα 1983]: «Από πατέρα Κωνσταντινουπολίτη και μητέρα Πόντια, ο Λεωνίδας Χρηστάκης είναι ο πρώτος που κυκλοφόρησε με μούσι, στην Αθήνα, πριν ακόμη και από τον υπαρξιστή Σίμο, στα τέλη του 1951. Ο πρώτος που μήνυσε για ‘διατάραξη οικιακής γαλήνης’ την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών, επειδή του έστελνε τα διάφορα προπαγανδιστικά έντυπά της, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές του διαμαρτυρίες. Ο πρώτος που δικάστηκε 26 φορές για ποινικά και αστικά αδικήματα και που αθωώθηκε τις 25 (μερικές από τις κατηγορίες: δυσφήμιση, αυτοδικία, υπεξαίρεση ευτελούς αξίας, καταδολίευση, αδικήματα δια του Τύπου, εγκωμίαση εγκλημάτων, άσεμνα δημοσιεύματα, σύσταση και συμμετοχή σε τρομοκρατική ομάδα κ.ά.). Απ’ τους πρώτους που άλλαξε μέσα σε 30 χρόνια –για λόγους οικονομικούς– 26 σπίτια. Αλλά δεν είναι ο πρώτος που μπήκε μια φορά στη φυλακή για χρέη (1970) και μια φορά στη φυλακή για τρομοκρατία... (1980). Το 1942 φοίτησε για μερικά χρόνια στη Σχολή Καλών Τεχνών, πήρε υποτροφία, στη Σουηδία, ζωγραφικής για εφηρμοσμένες γραφικές τέχνες. Νέος ήταν μέλος της ΕΠΟΝ και λίγο μεγαλύτερος εργάστηκε 1947-49 στο κλιμάκιο της πρώην βασίλισσας Φρειδερίκης, που συγκέντρωνε παιδιά για να γλυτώσουν απ’ το παιδομάζωμα. (...)». Άνω, κάτω και πλαγίως... Ο Χρηστάκης ήταν μέσα σ’ όλα. Στα δικά του «όλα». Χωρίς σαφές ιδεολογικό περίγραμμα, αλλά με σαφείς αναφορές (Guy Debord, Norman Spinrad, Edgar Morin, Jason Xenakis, Norbert Wiener, Carlos Marighella κ.ά.), ανακάτεψε στα βιβλία του την... άμμο της θάλασσας. Ορισμένοι τον θεωρούσαν προχειρογράφο. Ήταν. Από πεποίθηση. Μετέφερε πληροφορίες μ’ έναν τρόπο κυβερνητικό, πολύ πριν μας ενώσει το διαδίκτυο. Τα γραφτά του, μισά από τα οποία ήταν δανεικά –δεν κώλωνε να θίγει μέσω των πηγών του– είχαν ρευστό, δυναμικό χαρακτήρα, αφού ο ίδιος τα αναμόρφωνε από έκδοση σε έκδοση, από έντυπο σε έντυπο. Τα θέματα που επέλεγε ν’ ασχοληθεί είχαν σημασία, και όχι τόσο η μέθοδος(;) που ακολουθούσε στην ανάδειξή τους. Ήταν σύντομος στα όρια της βιασύνης, οξυδερκής και σε βαθμό κακουργήματος εφαρμόσιμος. Επίσης δεν ανακατευόταν σε ξένα χωράφια. Δεν το ’παιζε φιλόσοφος, ιστορικός, κοινωνιολόγος, κριτικός της Τέχνης ή του Λόγου... τρώγοντας αλλωνών ψωμί. Τα ’γραφε και ο ίδιος, για να μην είχαν να λένε: «ακόμη μία φορά διευκρινίζω ότι η εργασία μου αυτή δεν είναι ιστορική...» και άλλα τέτοια. Η Ιστορία της Αλητείας [Κατσάνος, Θεσσαλονίκη 1990] μάλλον ήταν το πιο επιτυχημένο βιβλίο του, αφού έκανε 3-4 εκδόσεις (Στύγα, Δελφίνι...). Αλλά και Η Δυστυχία του να Είσαι Μαλάκας [Κάκτος, 1984] ή οι Δικοί μας Άγιοι [Χάος και Κουλτούρα, 1998] διαβάστηκαν επίσης στο χώρο. Ως εκδότης τύπωσε βιβλία που τον ενδιέφεραν, αν και, συχνά, κακόπεφτε στις μεταφράσεις (στους μεταφραστές δηλαδή). Θυμάμαι το εξαιρετικό Τα Παρασκήνια Των Μουσικών της Ροκ του Αυστραλού Clem Gorman [Ideo-Tsepi, Αθήνα 1985] - ακόμη και το όνομα του συγγραφέα είναι τυπωμένο λάθος στο εξώφυλλο - ή ας πούμε το κλασικό Χίππηδες Και Κυνικοί του Τζέησον Ξενάκη [Εκδόσεις Μη Άμεσης Επανάστασης, α.χ.]. Οι μονογραφίες του επίσης είχαν ενδιαφέρον –πολλαπλάσιο στην προ internet εποχή–, όπως και οι επιμέλειές του. Από τις πρώτες θα ξεχώριζα το Γιώργος Μακρής [Χάος Και Κουλτούρα, 1992] και από τις δεύτερες το Προνώπιον Τέμενος και άλλα κείμενα του σκηνοθέτη του underground Γκρέγκορυ Μαρκόπουλος [Δελφίνι, 1993]. Και φυσικά ποιος μπορεί να ξεχάσει τα περιοδικά: τον Κούρο, το Panderma, το Ιδεοδρόμιο, το Bismuthum και κάποια ακόμη. Ο Λεωνίδας Χρηστάκης εμβόλισε ως γνωστόν ποικίλα καλλιτεχνικά πεδία. Ίσως, δε, μία από τις λιγότερο διαδεδομένες περσόνες του ήταν αυτή τού performer-απαγγελτή. Τον θυμάμαι –πρέπει να ήταν 1995, στο Καφέ Παράσταση– σε μια σπάνια συνύπαρξή του με τον Σάκη Παπαδημητρίου στο πιάνο. Πώς λέμε «τζαζ+ποίηση»; Κάπως έτσι. Ή, μάλλον, ακριβώς έτσι. Ο Χρηστάκης είχε διδαχθεί την «σχιζοφωνητική» εκφορά του λόγου, όταν άκουσε για πρώτη φορά γάλλους ποιητές και μουσικούς να απαγγέλλουν με τρόπο ανάλογο, στις όχθες του Σηκουάνα το 1963. Ευτυχώς, είχε την πρόνοια να ηχογραφήσει τον «τρόπο» του σ’ ένα σιντάκι, υπό τον τίτλο «Σχιζοφωνητικά», το οποίο μοιράστηκε με το τεύχος 2 του περιοδικού Heteron 1/2 τον Οκτώβριο του 2006. Καθώς τον ακούω, τσιτώνοντας το “Girl I want to be with you...” του Τέου Ρόμβου, τελώ αυτό το μνημόσυνο... Chaos bless...