Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

J.J BAND killer breaks

Θα μπορούσα να τα γράψω και μόνος μου, αφού έχω στη διάθεσή μου κάμποσες ηχογραφήσεις των Jess & James (ας πούμε το άλμπουμ “Move” στην Palette το ’67, με το φερώνυμο hit, σε παραγωγή του Roland Kluger), αλλά ας τ’ αντιγράψω από το δελτίο Tύπου της Sonorama. «1966. Στην πόλη Σαρλερουά του Βελγίου δύο αδέλφια, Πορτογάλοι, ο Toni και ο Fernando Lameirinhas ιδρύουν την μπάντα Jess & James, κάπως σαν την ‘βελγική απάντηση’ στη soul music. Είχαν ζήσει λίγο στην Αγγλία πιο πριν κι είχαν κολλήσει το soul μικρόβιο από τo γκρουπ του Screaming Lord Sutch, στο οποίο συμμετείχαν. Το τραγούδι τους “Move” ξαφνικά έγινε hit σε όλη την Ευρώπη, με την μπάντα να ηχογραφεί τρία LP μέχρι το 1969-70. Ήταν η περίοδος που είχαν γίνει εμπορική ατραξιόν στο Βέλγιο και την Ισπανία· κάτι που θα οδηγούσε τα μέλη σε διαφωνίες, σχετικά με τη μελλοντική πορεία τους. Έτσι κάπως, την ίδια εκείνη εποχή, οι παίκτες πίσω από τους Jess & James, αποφασίζουν να αυτονομηθούν, δημιουργώντας τους J.J Band, γκρουπ με μεγαλύτερη διάθεση πειραματισμού και μέσα στη νέα soul-jazz φάση». (Jess & James and The J.J. Band, from left to right: Garcia drums, Guido organ, James guitar, vocals, Jess bass, vocals, Ralph sax, Douglas trumpet, Titinne sax)

Το πρώτο άλμπουμ των J.J Band με τίτλο τ’ όνομά τους [Polydor, 1970], επανεξέδωσε πριν από λίγο καιρό η γερμανική εταιρία, φέρνοντάς μας σ’ επαφή με μία άγνωστη πτυχή του euro-soul ήχου από τα πρώτα χρόνια του ’70. Έχοντας εντρυφήσει (ως μονάδες) σε top κατω-χωρίτικα σχήματα όπως ήταν οι Chakachas και οι El Chicles, οι J.J Band είναι προσανατολισμένοι προς την... εφαρμόσιμη, διονυσιακή θα έλεγα, πλευρά της soul – εκείνη λόγου χάριν, που θα μπορούσε ν’ αποτελέσει αμέσως «κλαμπίστικο» δεδομένο. Αν και με κομμάτια όπως το 8λεπτο “Intro/ We’ve been so happy/ Into a world” ή το μπητλικό “Norwegian wood” δείχνει να αντιμετωπίζουν την soulish πατέντα τους με μίαν αίσθηση progressive (χωρά και η jazz), είναι τα μικρότερα σε διάρκεια θέματά τους εκείνα που δείχνουν την ικανότητα των J.J Band να κινούνται σε... αεικίνητους δρόμους. Πρώτα τη τάξει, εδώ, τα δύο bonus: το “Cousins Jack”, με hints από... Μίμη Πλέσσα των musicals, και βεβαίως το soul-mod “Nicky’s at the P.C.” (αμφότερα γνωστά μας από το πρώτο LP των Jess & James).

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

ALDOUS HUXLEY - TIMOTHY LEARY

Τα άλμπουμ-αφηγήματα, ή spoken words LP (ή CD) όπως τα λένε και τα καταχωρίζουν οι Αγγλο-αμερικανοί, είναι πολύ παλιά ιστορία. Και όχι μόνο στην Αμερική ή την Αγγλία. Υπάρχουν δεκάδες spoken words ελληνικές ηχογραφήσεις (από τον «Γέρο της Δημοκρατίας» να κυρήσσει τον Ανένδοτο, μέχρι τον Μίλτο Σαχτούρη να διαβάζει τον «τρελλό λαγό») και βεβαίως δεκάδες χιλιάδες «ξένες». Οι δύο που παρουσιάζονται εδώ έχουν το δικό τους... πανανθρώπινο ενδιαφέρον.
Η πρώτη αφορά στην επανέκδοση ενός άλμπουμ του 1979 [Pelican Records], το οποίο είχε τίτλο “Aldous Huxley’s Brave New World” και η δεύτερη στο θρυλικό... μετά τα sixties άλμπουμ “Turn On, Tune In, Drop Out” [ESP-Disk’, 1966] του Timothy Leary. Για την περίπτωση του πρώτου, το οποίο επανεξέδωσε το 2008 η el-Cherry Red, λέω πως το ενδιαφέρον του αφορά σε δύο στοιχεία. (Δεν πρόκειται να κάνω κριτική στην πολυδιαβασμένη νουβέλα του Huxley). Πρώτον, στο «αποκομμένο» score του Bernard Herrmann που διαρκεί περί τα 9 λεπτά (μία spaced-out exotica στηριγμένη στο όργανο και τα κρουστά) και δεύτερον σ’ αυτόν καθ’ αυτόν τον τρόπο που διαβάζει ο ίδιος ο Huxley και «παίζουν» οι υπόλοιπες φωνές (πρόκειται για ραδιοφωνική παραγωγή του 1956), μεταφέροντας άψογα το πνεύμα της αποχαυνωμένης μακαριότητας, στην οποία ζούσε ο κόσμος... του 26ου αιώνα. Επηρεασμένος σαφώς από το έργο του Huxley (δες π.χ. το κεφάλαιο «Φόρος τιμής στον Χάξλεϋ» στο βιβλίο «Η Πολιτική της Έκστασης» των εκδόσεων Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1989), ο Timothy Leary είναι ήδη από τις αρχές των sixties ο guru των ψυχεδελικών «ταξιδιών». (Όπως λέει η ιστορία πρωτο-δοκίμασε magic mushrooms τον Αύγουστο του ’60). Αυτές ακριβώς τις ψυχεδελικές εμπειρίες άρχισε να τις κοινοποιεί από πολύ νωρίς· στην αρχή μέσω άρθρων, διαλέξεων και συνεντεύξεων και βεβαίως, στη συνέχεια (και) μέσω της δισκογραφίας. Το άλμπουμ της ESP-Disk’, με τον hip τίτλο “Turn On, Tune In, Drop Out”, που επανεκδόθηκε πριν από λίγους μήνες, ηχογραφημένο στο χωριό Millbrook της Νέας Υόρκης, στο ορμητήριο του Δόκτορα, ήταν το δεύτερο LP του Leary (είχε προηγηθεί το “The Psychedelic Experience” στην Broadside) κι εκείνο που θα επιβεβαίωνε τη θέση του στην κορυφή των πιο... επικίνδυνων εκμαυλιστών της νεολαίας (σιγά τα ωά!). Οι αφηγήσεις του Leary, «σκοτεινές», ηχητικώς «άκομψες», παρ’ όλη την προσπάθεια του μηχανικού David Hancock και οπωσδήποτε πλήρως ταυτισμένες με τη δράση και τα κείμενά του είναι ένα αυθεντικό παράγωγο των mid sixties, που έπαιξε(αν) καθοριστικότατο ρόλο στη διαμόρφωση της ψυχεδελικής εμπειρίας και της επίδρασής της στις Τέχνες και τα Γράμματα της εποχής (ή και πέραν αυτής). «Φτιάξου, Συντονίσου, Εξαφανίσου». Το psych-triptych του αμερικανού ερευνητή στο αέναο κυνήγι της επικοινωνίας με το θείο (τη «γνωριμία» με το θεό, τη «γνωριμία» με τον άλλον). Προσοχή, κίνδυνος... Υπάρχει ακόμη ένα LP του Dr. Leary στη Mercury (1967) με τον ίδιο τίτλο, δεν είναι spoken word (περιέχει και μουσική) και, εν πάση περιπτώσει δεν έχει καμία σχέση με το άλμπουμ της ESP-Disk’.

ΑΝΤΡέΙ ΓΚΟΡΕΝΚΟ – ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ

Πριν από λίγες μέρες πήρα στο γραφείο ένα e-mail από το πολύ καλό λογοτεχνικό περιοδικό Πλανόδιον (πιθανώς να το πήραν κι άλλοι), το οποίον είχε ξεχωριστό ενδιαφέρον. Το αναδημοσιεύω αυτούσιο… και επανέρχομαι.
Πέρυσι τoν Δεκέμβριο τo Πλανόδιον αφιέρωσε το τεύχος του αρ. 45 στην μεγάλη ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα. Στο ίδιο τεύχος ο Γιάννης Πατίλης με τον Γιώργο Ζεβελάκη έφεραν στο φως τις άγνωστες λεπτομέρειες της απόπειρας αυτοκτονίας, με ενέσεις μορφίνης, του αδελφού της Αντρέι Γκορένκο και της συζύγου του Μαρίας Σμουντσίλλο – πολιτικούς πρόσφυγες στην Αθήνα – το βράδυ της 11ης Φεβρουαρίου 1920 (λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του μονάκριβου παιδιού τους), στο ξενοδοχείον «Κρόνιον» της πλατείας Ομονοίας. Την επομένη ο Αντρέι υπέκυψε, ενώ η Μαρία μόλις διεσώθη από τους γιατρούς. Οχτώ μήνες αργότερα γεννήθηκε το παιδί τους Ανδρέας, το οποίο εκυοφορείτο εν αγνοία τους κατά την στιγμή της απόπειρας. Το παιδί αυτό, ο Ανδρέας Γκορένκο ο νεώτερος, ως Έλληνας πλέον, μεγάλωσε στην Αθήνα, έκανε καριέρα στην Ελληνική Αεροπορία και υπηρέτησε ως αρχηγός σμήνους βομβαρδιστικών κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον πόλεμο της Κορέας. Η Ηρώ Νικοπούλου συνεχίζοντας τις έρευνες του περιοδικού εντόπισε τον Ιανουάριο του 2009 τον τάφο της οικογενείας Γκορένκο στην Αθήνα. Οι ανακαλύψεις αυτές έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση, ιδίως στη Ρωσία. Το Μουσείο Αχμάτοβα στην Αγία Πετρούπολη και η Ρωσική Πρεσβεία στην Αθήνα, ύστερα από πρωτοβουλίες του περιοδικού, ζήτησαν με αίτημά τους να κηρυχθεί ο τάφος των Γκορένκο «Αθηναϊκό Μνημείο», ενώ η συνεργάτιδά μας Ευγενία Κριτσέφτσκαγια συμμετείχε με σχετική ανακοίνωσή της στο συνέδριο για τα 100 χρόνια από τη γέννηση της Άννας Αχμάτοβα στο Νόβγκοροντ, και το ρωσικό κανάλι TV 100 της Αγίας Πετρούπολης στις 29/09/2009 παρουσίασε στο κεντρικό βραδινό του δελτίο τα γεγονότα με εκτενές ρεπορτάζ και συνεντεύξεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι από εληνικής πλευράς ετοιμάζεται παραγωγή της γνωστής σειράς «Παρασκήνιο» της Ελληνικής Τηλεόρασης με σκηνοθέτη τον Λευτέρη Ξανθόπουλο και θέμα την ανακάλυψη αυτή του περιοδικού. Στον σύνδεσμο που σας επισυνάπτουμε [www.youtube.com/watch?v=WLteadNz4D0] μπορείτε να παρακολουθήσετε (δυστυχώς χωρίς ελληνικούς υπότιτλους) την σχετική εκπομπή της ρωσικής τηλεόρασης. Εκεί μπορείτε να δείτε πλάνα από την παράδοση των κειμηλίων της Μαρίας Σμουντσίλλο στο Μουσείο της Άννας Αχμάτοβα, τα οποία διέθεσε η Λία Κοσσαρά-Γκορένκο, χήρα του Ανδρέα Γκορένκο του νεώτερου, καθώς και μοναδικά στιγμιότυπα από το μνημόσυνο που έκανε το Πλανόδιον και οι φίλοι του στις 15 φεβρουαρίου 2009 στον τάφο της οικογενείας Γκορένκο στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, εις μνήμην του Αντρέι Γκορένκο αλλά και όλων των λογίων και καλλιτεχνών που χάθηκαν από τις διώξεις του σοβιετικού καθεστώτος.
Το Πλανόδιον
Απίστευτη ιστορία, με πρόδηλο ενδιαφέρον, αφού αφορά κομμάτι της ζωής τής μεγάλης ρωσίδας ποιήτριας Άννα Αχμάτοβα (1889-1966). Κι εδώ έρχεται η δική μου μικρή και πιστευτή ιστορία… όταν πριν από κάμποσα χρόνια εντόπισα στο Μοναστηράκι ένα 10ιντσο LP της σοβιετικής εταιρίας Μελόντια από το 1982 [ΜOHO δηλ. μονοφωνική έκδοση, 33 Д 21655-6], στο οποίο ακουγόταν η ίδια η Αχμάτοβα να απαγγέλει τα ποιήματά της στη ρωσική, εννοείται, γλώσσα. Δεν τη γνωρίζω τη γλώσσα, ούτε διαβάζω το κυριλλικό αλφάβητο, επειδή όμως πολλά γράμματα είναι κοινά με τα δικά μας υπάρχουν λέξεις που αποκρυπτογραφούνται. Τέλος πάντων… Εκείνο που έχει αξία, στη συγκεκριμένη ηχογράφηση (για όσους δεν αντιλαμβάνονται τη ρωσική εννοώ) είναι η φωνή, ο τρόπος και το αίσθημα που αφήνουν οι απαγγελίες. Η ποιήτρια πρέπει να είναι σε σχετικά προχωρημένη ηλικία (ίσως κοντά στα 70). Η φωνή της, σταθερή, αλλά καταπονημένη, παίρνει, στην πορεία του δίσκου, διάφορα χρώματα. Άλλοτε ξερή και στριγγή, σχεδόν μακάβρια, και άλλοτε περισσότερο συναισθηματική, αποδίδει τους στίχους της με πλήρη μουσικότητα. Υποβοηθά, φυσικά, το γεγονός ότι πολλοί εξ αυτών είναι ομοιοκατάληκτοι (με διπλή ή σταυρωτή ομοιοκαταληξία). Τα πέντε τελευταία ποιήματα (απόσπασμα από το Τρίπυχο) μοιάζουν πιο «ελεύθερα» και γι’ αυτό, ίσως, ακόμη πιο προσωπικά. Καρφωμένες λέξεις, που σύρονται σχεδόν χωρίς ανάσα…

JAZZ SOCIETY Thessaloniki 2008-2009

Δεν έχω παρακολουθήσει ποτέ, και από κοντά, κάποιαν από τις εκδηλώσεις του συλλόγου «Φίλοι της Τζαζ & Δημιουργικής Μουσικής», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη – δεν μπορώ να γνωρίζω δηλαδή την ακριβή οργανωτική προσπάθεια και το αποτέλεσμα που δύναται να έχει αυτή σε ενεστώτα χρόνο· ok, δικό μου το πρόβλημα. Το λέω, όμως, γιατί κάποιες από τις «ζωντανές ηχογραφήσεις» που ακούγονται στο παρόν CD του Polytropon (live είναι οι 8 στις 10, καθώς υπάρχουν δύο tracks γραμμένα σε στούντιο), δεν πληρούν υψηλές τεχνικές προδιαγραφές. Κυρίως όσον αφορά στις δυναμικές των οργάνων (άλλα ακούγονται «πίσω», όπως π.χ. το hammond του Γιώργου Κοντραφούρη των Baby Trio και άλλα πολύ «μπροστά», ως συνήθως τα ντραμς) και δευτερευόντως, όσον αφορά στην επιλογή, αυτή κάθε αυτή, του υλικού. Βεβαίως, σ’ αυτή τη (δεύτερη) περίπτωση δεν μπορώ να γνωρίζω, επίσης, από τι ακριβώς είχε να επιλέξει η παραγωγή, όμως αυτό το οποίο ξέρω, σίγουρα, είναι πως ορισμένοι από τους συμμετέχοντες, έχοντας «συνολικότερη» παρουσία στους προσωπικούς τους δίσκους – ο κιθαρίστας Γιάννης Παυλίδης φερ’ ειπείν – εδώ μοιάζουν «αδικημένοι». Το ζήτημα με τη δισκογραφία είναι ιδιαίτερο, ως γνωστόν. Πέραν από το ότι κάνουμε «κάτι» για τους φίλους μας ή για ’μας, θα πρέπει αυτό το «κάτι» να ξεπερνά τους εαυτούς μας, ερχόμενο να συναντήσει τα υψηλότερα των στάνταρντ. Εκεί πρέπει να προσβλέπουμε δηλαδή, ανεξαρτήτως συγκυριών, χρηματοδοτήσεων, προσωπικών σκέψεων ή εμμονών. Και το βασικότερο απ’ όλα; Κάθε δισκογραφικό εγχείρημα, απαραιτήτως – για να έχει και λόγο ύπαρξης δηλαδή – θα πρέπει να διαθέτει, «ενότητα» και «κλίμα». Εδώ, τούτα τα τελευταία, είναι από λίγο έως πολύ συζητήσιμα. Φυσικά, αν ερωτάτε, οι καλές στιγμές δεν λείπουν. Θα ξεχώριζα τη στρωτή ηχογραφική παρουσία των Sax Voyage (Καρυζώνης άλτο, σοπράνο, Κατσαβούνη άλτο, Καπετανάκης τενόρο, Αβράμογλου βαρύτονο) στο “Segments” του Charlie Parker, τους «δεμένους» Σάκη Παπαδημητρίου/ Χρήστο Γερμένογλου στο “Monk memories”, συνθετικώς το απλό αλλά μεστό “Alex” των Gorilla Band (Παπατριανταφύλλου, Πατερέλης, Σαμαράς, Κτιστάκης), καθώς και το στούντιο “Peace boat” των Chuck Manning Quartet (Manning, Στεφανίδης, Τζήμκας, Γερμένογλου), την καλύτερη, και με διαφορά, «συνολική» στιγμή του άλμπουμ. Συμμετέχουν επίσης οι: Γεωργία Συλλαίου/ Στέργιος Βαλιούλης, Athina, Σάσα Παπαλάμπρου/ Δημήτρης Γουμπερίτσης και οι Συμβουλόπουλος/ Στόικος/ Currie/ Γερμένογλου.
Να συνεχιστεί η προσπάθεια. Αλλά όπως ο Σύλλογος μοιάζει να επενδύει στην «εξωτερική εμφάνιση» (με το «αχρείαστο», για μένα, καλλιτεχνικό εξώφυλλο) να επενδύσει και παραμέσα. Ας είναι τα εξώφυλλα πιο κοινά, κι ας βρεθούν τα χρήματα, ώστε να μπουν οι μουσικοί στα στούντιο έτοιμοι, κι ετοιμασμένοι, να ηχογραφήσουν όπως πρέπει.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

ΕΡΩΤΙΚΑ ΕΝΑΤΗΜΟΡΙΑ…

Είναι γνωστόν πως ο Γιάννης Μόραλης, που πέθανε χθες σε ηλικία 93 ετών, είχε φιλοτεχνήσει, ή είχε "δανείσει" πίνακές του, ώστε να γίνουν εξώφυλλα δίσκων (ο «Μεγάλος Ερωτικός» του Μάνου Χατζιδάκι, μου έρχεται προχείρως στο νου). Κάπως έτσι θυμήθηκα και το άλμπουμ «Ενατημόριον» του Κορνήλιου Διαμαντόπουλου, φίλου και συνεργάτη στο Jazz & Tζαζ. Στο εξώφυλλό του το έργο τού Γιάννη Μόραλη «Ερωτικό» (ακρυλικό σε πανί, διαστάσεων 230 εκ. Χ 200 εκ.), φιλοτεχνημένο το 1972. Επί τη ευκαιρία ξανάκουσα και το CD, που είχε εκδώσει ιδίοις εξόδοις ο Κορνήλιος και το οποίο μοίραζε (τότε) δωρεάν – και τώρα το ίδιο θα κάνει, αν έχει στοκ – σε όσους ήθελαν να το αποκτήσουν. Το βρήκα ενδιαφέρον, όπως και τότε που το πρωτάκουσα, πριν από 6-7 χρόνια. Ο Διαμαντόπουλος είναι ο θεωρητικός, αλλά και ο πρακτικός, υπό την έννοια ότι δε μένει μόνον στη θεωρία, τού… φάλτσου. Ασχολείται με τη μικροτονική μουσική και τα μικροδιαστήματα, συνθέτοντας έργα, τα οποία, συχνά, είναι δύσκολο (έως αδύνατον) να ερμηνευθούν από φυσικό χέρι· εκεί, αναλαμβάνουν τα κομπιούτερ (προγραμματισμένα στην περίπτωσή μας από τον Δημήτρη Χασούρο). Στο CD, που έχει διάρκεια 31 λεπτά, υπάρχει κι ένα κομμάτι, το τελευταίο (4:19), το οποίο τιτλοφορείται «Γιάννης Μόραλης – Θέμα και Ανάδραση». Γράφει ο Κορνήλιος Διαμαντόπουλος στο ένθετο: «Ήταν μία έμπνευση της στιγμής. Όλα ξεκίνησαν όταν ζήτησα, μεταξύ σοβαρού και αστείου, από τον «εκ του μακρόθεν» δάσκαλό μου Γιάννη Μόραλη, να σχεδιάσει τυχαία σημεία σ’ ένα πεντάγραμμο ‘έτσι… για να δούμε τι θα βγει’. Ο δάσκαλος δέχτηκε (με την απλότητα που χαρακτηρίζει κάθε πραγματικά μεγάλο καλλιτέχνη) και με σχεδόν παιγνιώδη διάθεση, χάραξε ‘νότες’ κατά την οπτική του αίσθηση ή… διαίσθηση! Η τροποποίηση αυτού του σχεδίου σε αναγνωρίσιμη μουσική σημειογραφία ήταν η, κατά το δυνατόν, λιγότερο υποκειμενική(…)».
Μία «σύνθεση» του Γιάννη Μόραλη, σίγουρα δεν είναι κάτι που θα μπορούσε να αναμένει ο οποιοσδήποτε.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΑ… ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ…

Δεν συμπαθώ τα οργανωμένα παζάρια δίσκων. Έτσι, παρότι γνώριζα πως, σήμερα Κυριακή, υπήρχε το σχετικό αλισβερίσι στο Bios, δεν πήγα. Προτίμησα να πάρω το τρένο και να κατεβώ μέχρι τον Πειραιά, προκειμένου να χαζέψω 2-3 ώρες στο εκεί… flea market. Χάος… Αλλά, αν έχεις πυξίδα βγαίνεις… Δίσκοι; Πολλοί. Σαβούρα; Aκόμη περισσότερη. Αυτή είναι όμως και η γοητεία του ψαξίματος. Η προσμονή πως, πάντα, θα βρεις κάτι που δεν το λογαριάζεις… Τι να τις κάνω τις τακτοποιημένες ντάνες με τα avant βινύλια (avant θα βεις), τα jazz (jazz θα βρεις), τα ψυχεδελικά (ψυχεδελικά θα βεις)… Το ζήτημα είναι να ψάχνεις, δίχως να ξέρεις τι σε περιμένει. Αλλιώς, αν περίπου ξέρεις, αν ψάχνεις δηλαδή για κάτι συγκεκριμένο, δεν έχει και τόσο νόημα. Ψωνίζεις από το internet. Γρήγορα και καθαρά. Η λογική του γιουσουρούμ είναι άλλη. Πας για το απίθανο. Κάπως έτσι, στην κατηγορία του απίθανου, ανήκουν τρία πορτογαλικά 45άρια που μάζεψα, από τα χρόνια του ’70, και με καθαρή επάνω τους την επαναστατική σφραγίδα.
Βρισκόμαστε στο 1974. Τη χρονιά που άλλαξε τη σύγχρονη πορτογαλική ιστορία. Ένα σύντομο χρονολόγιο, έτσι όπως το αντιγράφω από το βιβλίο των εκδόσεων Κάλβος «Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων Πορτογαλίας» [Αθήνα, 1981]: 25 Απριλίου: το ΚΕΔ (Κίνημα Ενόπλων Δυνάμεων) ανατρέπει το φασιστικό καθεστώς, που είναι στην εξουσία από το 1926. 26-30 Απριλίου: Παραιτείται ο πρωθυπουργός Caetano. Επιστρέφουν οι εξόριστοι Σοάρες (του Σοσιαλιστικού Κόμματος) και Κουνιάλ (του Κομμουνιστικού). 10 Ιουλίου: το ΚΕΔ επιβάλλει στην πρωθυπουργία τον Vasco Goncalves. 12 Ιουλίου: ιδρύεται η Copcon, η υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας. Διοικείται από τον Οτέλο ντε Καρβάλιο, έναν από τους ιδρυτές του ΚΕΔ και οργανωτή της εξέγερσης της 25ης Απριλίου. 27 Ιουλίου: αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία της Γουινέας-Μπισάου. 24 Αυγούστου: το πρόβλημα των νήσων του Πράσινου Ακρωτηρίου θα ληθεί με δημοψήφισμα. 7 Σεπτεμβρίου: συμφωνία για την ανεξαρτησία της Μοζαμβίκης. 26 Νοεμβρίου: με κυβερνητική απόφαση είναι δυνατή η εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που κάνουν μαζικές και χωρίς άδεια απολύσεις. 29 Ιανουαρίου (του ’75): γυμνάσια του ΝΑΤΟ κοντά στις πορτογαλικές ακτές, με ενδεχόμενη αποβατική άσκηση σε πορτογαλικό έδαφος. Η απόβαση ματαιώθηκε μετά από μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση στη χώρα. 11 Μαρτίου: αποτυχία πραξικοπήματος. Αντεπίθεση της κυβέρνησης κατά των καπιταλιστικών δυνάμεων που παρακίνησαν το πραξικόπημα, με την εθνικοποίηση των Τραπεζών. Ο σοβιετικός στόλος βρίσκεται στο Οπόρτο. Οι Δυτικοί εκδηλώνουν έντονες ανησυχίες. Η σοβιετική κυβέρνηση συμβουλεύει[sic] τους Πορτογάλους να μείνουν στο ΝΑΤΟ, για να μην διαταρaχθεί η πολιτική ισορροπία στην Ευρώπη... Μένω έδω.
Μέσα σ’ αυτό, λοιπόν, το περιβάλλον είναι λογικό να υποθέσει κάποιος πως το «αριστερό» τραγούδι, στην Πορτογαλία των mid-seventies, βρίσκεται στο φόρτε του. Ξεχασμένοι τραγουδοποιοί και συγκροτήματα, που κράταγαν το στόμα τους κλειστό ή, εν πάση περιπτώσει, δεν το άνοιγαν όσο θά’θελαν, βγαίνουν στο προσκήνιο, ηχογραφώντας «μαζικά» τραγούδια. Τρία τα 45άρια, όπως προείπα, που βρήκα στο λιμάνι. Το πρώτο: Luisa Basto “Avante/ Hino da Juventude Democratica” [Zip ZIP 30 064/S]. H Basto, τραγουδίστρια οργανωμένη στο Partido Comunista Português (PCP), ξεκίνησε την καριέρα της από τη Μόσχα. Το “Avante”, σύνθεση ενός μεγάλου πορτογάλου τραγουδοποιού, του Luís Cília, είναι ένα μαρς, με ξεκάθαρο λαϊκό μήνυμα (ύμνος για το PCP). Η πίσω πλευρά είναι τραγούδι «ανωνύμου». Έχει το πομπώδες των κόκκινων εμβατηρίων, αλλά και μελωδικά patterns ιδιαίτερης ευαισθησίας. Το δεύτερο:Samuel “De Pe Pela Revolucao” [Guilda Da Musica SM 7600/E]. 7ιντσο EP, 6 τραγουδιών (τρία και τρία), που παίζει στις 33 1/3 στροφές. Το πλήρες όνομα του Samuel είναι Samuel Leonor Lopes Quedas. Δισκογράφησε, κατά πρώτον, μέσα στη χούντα (1972), αλλά η καριέρα του εκτοξεύτηκε μετά την επανάσταση. Στην πρώτη πλευρά και τα τρία τραγούδια (“A minha terra”, “Tu dizes que me queres muito”, “Cantiga das sandalias rotas”) είναι δικά του. Ενορχηστρωμένα για κιθάρα, φλάουτο, ξυλόφωνο, adufe (πορτογαλικό ταμπουρίνο) και bombo (αργεντίνικο τύμπανο), αφήνουν ένα μελαγχολικό αίσθημα. Έχουν ωραίες, «ευγενείς» μελωδίες, ενταγμένα, θα έλεγα, σ’ ένα acoustic folk πλαίσιο. Η cantiga ξεχωρίζει (μου θύμισε Λήδα-Σπύρος). Στη δεύτερη πλευρά ο ύμνος “Venceremos” του Χιλιανού Sergio Ortega (αφιερωμένος στην εκλογική νίκη του Allende το 1970), το “Povo unido” επίσης του Ortega και των Quilapayun – ένα από τα ωραιότερα, και πιο διάσημα, δείγματα του nueva cancion chilena –, καθώς και το δικό του “De pe pela revolucao”, σε παρεμφερές ηχητικό στυλ. Το τρίτο: Evolucao Africa: “Merengue Santo Antonio/ Mamae Anita” [A Voz De Cabo-Verde VCV 1027]. Οι Evolucao Africa ήταν ένα από τα καλύτερα «καμπο-βερντιανά» γκρουπ στα χρόνια του ’70. Ροκάδες εν μέρει, με folk, ακόμη και με funk στοιχεία στα τραγούδια τους ηχογράφησαν και LP στην καλή τους εποχή. Το “Merengue Santo Antonio” είναι ένα up-tempo πανέμορφο τραγούδι, με ωραίο hammond και αφρο-κιθάρα. To δε flip-side, το οργανικό “Mamae Anita” είναι ακόμη ωραιότερο. Θυμίζει σενεγαλέζικα κομμάτια (Orchestra Baobab ας πούμε), με υπέροχα σόλο στο hammond, την ηλεκτρική κιθάρα και το άλτο.
Αυτό, σίγουρα θα το ξανακούσω…

BELLOWHEAD – JON BODEN το british folk τώρα

Η ιδιομορφία των Bellowhead στο “Matachin” [Navigator] αφορά σε μία «μπρεχτ-οποίηση» του παραδοσιακού κατά βάσιν υλικού που διαχειρίζονται, όχι μόνον αναφορικώς με τις συνθέσεις, τα όργανα, τις ενορχηστρώσεις, αλλά κυρίως με την θεατρικότητα που, όλα τούτα, αναδίδουν. Τηρουμένων των αναλογιών – ποιών αναλογιών δηλαδή, δεν υπάρχουν αναλογίες – θα μπορούσα να μιλήσω για μία επέκταση του ήχου των Nuova Compagnia di Canto Popolare προς το αγγλο-σαξωνικότερον, αν η έκδηλη «βρετανικότητα» αυτού του πολυμελούς συγκροτήματος δεν υπέτασσε, εν τέλει, κάθε επιμέρους αναφορά. Θίασος κανονικός, είτε στο στούντιο, είτε στη σκηνή, οι 11 Bellowhead δανείζονται το υλικό τους από κλασικές βιβλιογραφικές ή δισκογραφικές πηγές (ποικίλες ανθολογίες, άλμπουμ του A.L. Lloyd, της Shirley Collins, της Maddy Prior), προκειμένου να παρουσιάσουν μία σειρά σκοπών, διαμορφωμένων μέσα στο δικό τους αισθητικό τελάρο. Περαιτέρω, δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο ρόλο των πνευστών (τρομπέτα, τρομπόνι, σαξόφωνα, μπάσο κλαρίνο, όμποε, helicon – η φανφάρα είναι εντός των επιθυμιών τους), επιτυγχάνοντας να δώσουν, κάποιες φορές, αξέχαστες versions. Το θριλερικό “Bruton town” (το έχουν πει μεταξύ άλλων και οι Davy Graham, Martin Carthy, Sandy Denny, Louis Killen, Maddy Prior & Tim Hart) αναδεικνύεται σε κορυφαία στιγμή του άλμπουμ τους – πρόκειται για την ωραιότερη απόδοση του τραγουδιού απ’ όσες έχω ακούσει, κι αυτό λόγω ενορχήστρωσης –, σπάζοντας την αλυσίδα με τον... στρατιωτικό χορό του νεκροταφείου “Spectre review”. Είπαμε Νuova Compagnia... με τη διαφορά ότι το φως, εδώ, έστω και το πλάγιο, μετατρέπεται σε σκότος. Έστω και ευθύ…
Φυσικά, την ίδια ισχυρή βρετανική παράδοση του folk δράματος διατηρεί – χωρίς συντηρητικά και πρόσθετα – και ο Jon Boden. Μέλος των Bellowhead, ο Boden προτείνει με το “Songs from the Floodplain” [Navigator] ένα πλήρες δικό του ημερολόγιο καθημερινών ιστοριών, διασκορπισμένων μέσα σ’ ένα ρεαλιστικά μαγικό κάδρο. Αυτές τις ιστορίες, τις ντύνει ο ίδιος με ωραίες μουσικές (και ακόμη ωραιότερες μελωδίες), χειριζόμενος άπαντα τα όργανα (κιθάρες, βιολί, κονσερτίνα, κοντραμπάσο, ντραμς, κρουστά, bagpipes, μπάντζο, μαντολίνο…), και, κυρίως, τραγουδώντας με την άνεση ενός φτασμένου μουσικού, που λαμβάνει επαξίως τη σκυτάλη από τους πρωτομάστορες του παρελθόντος. Να μην αρχίσω να λέω ονόματα. Γιατί ακόμη και τα «ονόματα», όταν ακούσουν το “The pilgrims way”, ασμένως θα παραμερίσουν.

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

L.L. GROOVE σοουλούλουδο

Το άλμπουμ “Soulflower” [Prominence Recordings] του L.L. Groove (κατά κόσμον Λάκης Λελούδας) έγινε για ένα συγκεκριμένο σκοπό. Να δημιουργήσει «ευγενή» dance περιβάλλοντα στην ημέτερη clubland (ή αλλαχού), προκειμένου να καταστεί για ακόμη μία φορά σαφές, πως άνευ «συγκοπής» (φάνκικης, ασιντικής ή αφρομπιτικής), δύσκολα μπορείς να εγκαταλείψεις το σαρκίο σου. Ήτοι, να κρεμάσεις το μπουφάν σου στον καλόγερο και ν’ αρχίσεις να πηγαινοέρχεσαι ωσάν έρημη μαούνα στο κέντρο του Πασιφικού. Δηλώνω fan της «εφαρμογής». Κυρίως, γιατί – και τυπικώς – αυτό ακριβώς εσπούδασα. Να δίνω-δίνουμε λύσεις, μπακαλίστικες ενίοτε, αλλά πάντα ασφαλείς, προσεγγίζοντας με δυο προσθέσεις και τρεις πολλαπλασιασμούς την απτή πραγματικότητα. Δεν λέω πως, σώνει και καλά, ασχολείται με το… engineering ο L.L. Groove, διαπιστώνω όμως, ακούγοντας το “Soulflower”, πως τίποτα δεν του ξεφεύγει. Ως καλός μαθητής, με κρίση και συνείδηση, έχει κατανοήσει τις βασικές παραμέτρους του μαθήματος των… ταλαντώσεων, κρατώντας τις καλύτερες των σημειώσεων από Byrne & Eno, Fela, Manu Dibango, Booker T. και King Tubby – για ν’ αναφέρουμε μόνον τους… τακτικούς και ουχί τους αναπληρωτές καθηγητές –, προτείνοντας ένα απολύτως επιστημονικό (και αρκούντως artistic) set, ικανό να σου κρατήσει την καλύτερη συντροφιά, για τα επόμενα 47 λεπτά. Τα πιο καλογραμμένα… κεφάλαια; Το africadelic “Jungle tobacco”, το φερώνυμο soul-funk “Soulflower” και φυσικά, το “Afro-funky popcorn”, με το ωραίο χαμοντικό αξάν (πληκτρολογεί ο John Stone των Crossroads) να σε στέλνει αδιάβαστο… στη ζούγκλα με τον Ταρζάν. Πηγαίνω...

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ face to face

Ξαναείδα σε βίντεο (γραμμένο από το κανάλι της Βουλής πριν μερικά χρόνια – κάτι προσφέρει κι αυτό…) μία αγαπημένη ελληνική ταινία. Το Πρόσωπο με Πρόσωπο (1966) του Ροβήρου Μανθούλη. (Κώστας Μεσσάρης, Θεανώ Ιωαννίδου... Κολωνάκι place)

Την ταινία την είχα πρωτοδεί στην κρατική TV στα χρόνια του ’80. Μου είχε κάνει εντύπωση, το θέμα της, η σκηνοθεσία της, τα εφφέ της, η μουσικής της, οι ηθοποιοί της. Δυνατές ερωτικές σκηνές, εξαιρετική σκιαγράφηση της εποχής (έτσι νομίζω) και βεβαίως άψογη απεικόνιση της… πάλης των τάξεων. Του μεγαλοαστού Κολανακιώτη, της κυράτσας και της κόρης τους (η λιγότερο διεφθαρμένη, εκείνη που ακόμη νοιώθει και σκέφτεται) από τη μια μεριά, και του άτολμου μικροαστού καθηγητή, που μπαίνει στο άβατο με στόχο να το αλώσει, λίγο πριν συντριβεί εξ αποστάσεως, από την άλλη… (O, πρόωρα χαμένος, καλός τραγουδιστής του νέου κύματος και ηθοποιός Αλέξης Γεωργίου, ο υιός της οικογένειας, καθώς στοχεύει την... κυρία της τιμής)

Η υπόθεση του έργου είναι απλή. 
«Ένας καθηγητής αγγλικών αναλαμβάνει να εκμάθει κατεπειγόντως τη γλώσσα στην κόρη ενός μεγαλοεπιχειρηματία. Μ’ αυτόν τον τρόπο εισέρχεται σε μιαν ατμόσφαιρα ζωής διαποτισμένη από τη φθορά των ευτελών απασχολήσεων, τη συμβατικότητα των σχέσεων και την ερημία των αληθινών αισθημάτων...» γράφει ο Νίκος Καλλιόρης στην Επιθεώρηση Τέχνης (Νοε/Δεκ, 1966).(Κώστας Μεσσάρης... οι μνήμες σε στήνουν στον τοίχο)

Και ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην Δημοκρατική Αλλαγή (27/9/1966): 
«Η ανηλεής σάτιρα του αστικού νεοπλουτισμού, οι συνεχείς υπαινικτικές αναφορές στην προϊστορία της μεγαλοαστικής οικιγένειας όπου τοποθετείται η δράση, η προσαρμοστικότητα τού τέλεια αλλοτριωμένου «πάτερ φαμίλια» στις κατ’ εξοχήν τοκογλυφικές «επιχειρήσεις οικοδομών», η ανεκδιήγητη οικοδέσποινα με την ζωώδη αισιοδοξία, ο τεντυμποΐζων υιός, η χαμένη και πελαγωμένη μέσα σ’ αυτόν τον ηλίθιο κυκεώνα κόρη – η μόνη που διατηρεί μερικά ίχνη πρωτόγονης ανθρωπιάς και καλοσύνης – δημιουργούν έναν κωμικοτραγικό περίγυρο, μέσα στον οποίον κινείται επαγγελματικά ο νεαρός δάσκαλος των Αγγλικών». (Ελένη Σταυροπούλου, Κώστας Μεσσάρης... cache - όπως λένε και οι Γάλλοι)

Η μοντέρνα σκηνοθεσία του Ροβήρου Μανθούλη, οι πρώτοι ρόλοι (Κώστας Μεσσάρης – καθηγητής, Ελένη Σταυροπούλου – κόρη, Θεανώ Ιωαννίδου – μητέρα, έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε) και βεβαίως η μουσική (η ιδιότυπη... jazz του Νίκου Μαμαγκάκη) μετατρέπουν το Πρόσωπο με Πρόσωπο σε μια ταινία για… όλη την οικογένεια. (Σταυροπούλου, Μεσσάρης, πανέμορφοι, σε μία first class ερωτική πόζα)

Ανεβάζω 5 original φωτογραφίες από το φιλμ, καθώς και το εξώφυλλο του βιβλίου με το σενάριο, που είχε κυκλοφορήσει από τον Εξάντα, το 1976.UPDATE
Αρχικά, στο post, είχα ανεβάσει και δύο φωτογραφίες των Riddles, συγκρότημα το οποίο φαίνεται(;) να εμφανίζεται στο φιλμ. Ίσως ήμουν λίγο απρόσεκτος... Ίσως... Γιατί το λέω; Στο φιλμ εμφανίζεται κάποιο συγκρότημα να παίζει live σ' ένα γήπεδο (Στάδιο Καραϊσκάκη), αλλά το τραγούδι που ακούγεται είναι το "Boys" των Idols - των Shirelles δηλαδή, το οποίο είχαν τραγουδήσει και οι Beatles στο "Please Please Me". Μάλιστα στο δισκάκι των Idols αναγράφονται ως συνθέτες οι Lennon / McCartney, αντί των Luther Dixon και Wes Farrell, που είναι το σωστό.Οι θεατές που παρακολουθούν το live στο Πρόσωπο Με Πρόσωπο σηκώνουν πλακάτ που γράφουν Riddles, επευφημώντας το γκρουπ που είναι στη σκηνή - έτσι, είναι λογικό να υποθέσεις πως αυτοί που παίζουν στη σκηνή είναι οι Riddles. Αν και ούτε γι' αυτό είμαι σίγουρος, γιατί τα πρόσωπα φαίνονται για πολύ λίγο. Αλλά ακόμη και σ' αυτή την περίπτωση το playback που ακούγεται είναι Idols, παρότι το τραγούδι είναι αναμεμιγμένο με fake(;) θόρυβο, προκειμένου να δωθεί η live αίσθηση. Να λένε οι Riddles το "Boys", στο κανονικό live, και το ηχητικό background να είναι original; Απίθανο, αλλά όχι και αδύνατον. 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ χειμώνας…

Τον Δημήτρη Πουλικάκο τον γνώρισα (εννοώ από κοντά) το Φλεβάρη του ’97. Θυμάμαι πως με είχε επιπλήξει, τότε, γιατί, ενώ είχα αναφέρει στο «Ραντεβού στο Κύτταρο», που κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή, το περιοδικό Πάλι και τους συντάκτες του Νάνο Βαλαωρίτη, Πάνο Κουτρουμπούση, Γιώργο Μακρή και Κώστα Ταχτσή, είχα λησμονήσει τον ίδιον. Θεώρησε την έλλειψη σοβαρό ατόπημα, κι είχε δίκιο. Του είχα πει «λάθος μου». Κυρίως, γιατί είχα υποτιμήσει – κακώς – τη συμβολή του στο στήσιμο εκείνου του εντύπου· ένα φωτεινό παράθυρο στο βόρβορο των greek sixties. Το 2004, όταν κυκλοφόρησαν τα «Αδέσποτα Σκυλιά» [MBI] έγραψα ένα κείμενο στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 134), το οποίον ανασύρω (σ’ ένα μέρος του – το πιο γενικό), τώρα, με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία της κασετίνας του (σε συνεργασία με το Σταύρο Λογαρίδη) μεθαύριο Κυριακή, από την Ελευθεροτυπία. Αυτό που ονομάζουμε «ελληνικό ροκ» κανείς δεν το εκπροσωπεί πιστότερα, μέσα στο χρόνο, από τον Δημήτρη Πουλικάκο. Πιθανώς, ο ίδιος να διαφωνεί με την κατηγοριοποίηση αυτή, αφού ουδείς αρέσκεται να χρεώνεται ξεφτισμένες ταμπέλες… εγώ, όμως, θα επιμείνω. Αν λοιπόν «ελληνικό ροκ» αποκαλούμε ό,τι μετέρχεται στη φόρμα τον κλασικό ηλεκτρισμό του ’60, την ελληνική γλώσσα στο στίχο και βεβαίως ένα πνεύμα out, αντι-εξουσιαστικό, ασυμβίβαστο και σκωπτικό, που δεν εμποδίζεται να πει αλήθειες, με πίκρα, με χιούμορ, με πλάκα χοντρή, τότε το ροκ του Πουλικάκου είναι ελληνικό, και είναι το ίδιο ακριβώς, στον πυρήνα του, 40 χρόνια τώρα. Έτσι, γίνεται κατανοητό γιατί (και για μένα) ο όρος «ελληνικό ροκ» έχει υψηλή νοηματική αξία, αφού θέτει εκτός, αυτομάτως, πλήθος τυχάρπαστων, προσκυνημένων και σαλονάτων. Κι αν το «σαλόνι» είναι για το χώρο η Σκύλλα, από την άλλη μεριά το «περιθώριο» είναι η Χάρυβδη. Προσωπικώς, αδιαφορώ και για τα δύο. Γι’ αυτό ακριβώς δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ η ναρκω-καριέρα του Σιδηρόπουλου π.χ. (ο Πουλικάκος ήταν φίλος και συνεργάτης του, ok), μεγάλο κομμάτι του ροκ των Εξαρχείων – τη εξαιρέσει του Άσιμου – και γενικώς ένας φαινότυπος ροκ μιζέριας, κοινός σ’ ένα μέρος της σκηνής, που δεν γνωρίζει από υψηλά αναχώματα. Έχω την αίσθηση πως ο Πουλικάκος ήταν, μονίμως, έξω απ’ αυτά. Άνθρωπος με καλλιέργεια, με άποψη, που έζησε στην αλλοδαπή τότε που έπρεπε, είχε πάντα κατά νου ένα τραγούδι original, με στίχο κοινωνικό. Ισχυρό ατού; O σαρκασμός και το χιούμορ του· εκείνο το σούρεαλ πνεύμα, που κουβαλoύσε (και κουβαλά) μονίμως πάνω του από την εποχή του Πάλι…
Για ν’ ακούσουμε…

Υ.Γ. Κάπου διάβασα χθες-προχθές, υπό τύπον ερώτησης (σε free press, σε εφημερίδα, στο δίκτυο; – δεν μπορώ να το βρω τώρα), πώς είναι δυνατόν να «γιορτάζονται» τα sixties στην Αθήνα, δίχως τη συμμετοχή του Πουλικάκου. Προσωπικώς, την ξέρω την απάντηση. Μα και όσοι δεν τη ξέρουν, νομίζω πως τη φαντάζονται…

SISTER FA σενεγαλέζικο hip-hop

Rapper και ακτιβίστρια, η Σενεγαλέζα Sister Fa είναι μία από τις βασικότερες γυναικείες εκπροσώπους της τοπικής hip-hop σκηνής (θεωρείται η κορυφαία της Αφρικής). Το άλμπουμ της “Sarabah” [Piranha, 2009], που είναι μάλλον το πρώτο της ευρωπαϊκό, δεν είναι μία υπερατλαντική καρικατούρα, αλλά ένα ισχυρό αυτόχθονο έργο, με σαφή κοινωνικά χαρακτηριστικά. Την Sister Fa την απασχολούν τα θέματα χειραφέτησης του τοπικού γυναικείου πληθυσμού (οι δια της βίας γάμοι, το βασανιστήριο της κλειτοριδεκτομής, η εκπαίδευση, το AIDS...), τα οποία και «ντύνει» με μια γενικότερη «χιπ-χοπάδικη» διάθεση, αλλά και με μιαν ειδικότερη τοπική (wolof και mandingo ηχοχρώματα, συχνότατα παρεισφρέουν στο στιβαρό street σκηνικό, προσδίδοντας ισχυρή ταυτότητα). Εξαιρετικό το “Hip hop rek”.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ ακρογιαλιές δειλινά…

Δεν είμαι fan των δεύτερων εκτελέσεων. Ούτε των τρίτων… Ο καλλιτέχνης πρέπει να στηρίζεται στις δικές του… πηγαίες δυνάμεις ή, κυρίως, σ’ αυτές. Είναι άλλο δηλαδή να έχεις 1-2 εκδοχές σ’ ένα άλμπουμ, και άλλο να εμφανίζεις ένα άλμπουμ μόνο με εκδοχές. Κατ’ αρχάς μοιάζει «ενοχλητικός» ένας δίσκος, που στηρίζεται αποκλειστικώς σε διασκευές – χωρίς να είναι, μάλιστα, tribute σε κάτι, από κάποιον, με κάποιαν έστω άποψη. Αφήνω δε το γεγονός ότι, συχνάκις, παρουσιάζεται μ’ έναν τρόπο «φωναχτό», που δεν ταιριάζει επ’ ουδενί με τους χαμηλούς τόνους, το κάτω βλέμμα, που πρέπει να συμβαδίζει με το «φόρο». «Τα τραγούδια που με χαρακτήρισαν», «που τ’ αγάπησα» κι άλλα τέτοια ακατανόητα… Κι εμείς που παλεύουμε με το στυλό και το χαρτί μιαν 25ετία – δε συγκρίνω, δεν υπάρχει σύγκριση, απλά λέω –, έχουμε άπειρα κείμενα κατά νου, που θα θέλαμε να τά’χουμε γράψει, εμείς, αλλά προτιμούμε να γράφουμε, κουτσά-στραβά, τα δικά μας· δεν… διασκευάζουμε των άλλων. Ο τραγουδιστής, όταν δεν πάει άλλο… τσουπ, απλώνει χέρι και πιάνει ό,τι γουστάρει. Ασ’ το κάτω ρε… και δεν είσαι ούτε 30...
Προσφάτως έπεσαν στην αντίληψή μου διάφορα τέτοια ελληνικά άλμπουμ – ας μιλήσω μόνο για τα ελληνικά –, όπως της Μάρθας Φριντζήλα, του Βασιλικού των Raining Pleasure, του Κώστα Μακεδόνα κ.ά. Θα τ’ ακούσω και θα γράψω τη γνώμη μου – εδώ ή αλλού. Υπάρχουν όμως και οι μικρο-εξαιρέσεις, οι μικρο-εκπλήξεις, οι πυγολαμπίδες μέσα στο πηχτό σκοτάδι, που μαρτυρούν το «άλλο». Ναι, για τον Γιώργο Μαργαρίτη η… σπόντα. Είναι μεγάλο πράγμα η ειλικρίνεια, το να είσαι εσύ – αλλά ποιος εσύ; –, το να μη σε νοιάζει τι κουβαλάει η κοίτη, το να βαδίζεις με τον τρόπο που τό’κανες, όταν το πρωτόκανες. Τέρμα. Ο Μαργαρίτης είναι original. Δεν είμαι ο πρώτος που το λέω. Ούτε θά’μαι ο τελευταίος. Ο άνθρωπος – αυτός ο άνθρωπος – δύσκολα αλλάζει. Πέτρα. Ό,τι κάνει, σχεδόν ό,τι κάνει, έχει τη σφραγίδα ενός έμφυτου γούστου, που σχετίζεται με πρωτόγονες λαϊκές καταβολές (τουλάχιστον όσον αφορά στο πώς αναδεικνύεται αυτό, το γούστο, μέσα από την τέχνη του). Γιατί ο Μαργαρίτης κάνει τέχνη. Όχι υψηλή κι άλλες τέτοιες μπαρούφες. Τέχνη, σαν κι εκείνη του τσαγκάρη, του επιπλά, του σιδερά… Καθημερινά, απτά πράγματα δηλαδή με λόγους χρήσης. Φερ’ τον εδώ τον Τσιτσάνη, να στον τραγουδήσω, να σου στάξω στο πουκάμισο ένα δάκρυ… Ή ό,τι θέλεις, τέλος πάντων, ό,τι χρειάζεσαι.
Μαργαρίτη είσαι μεγάλος. Αγάπησες το ωραιότερο τραγούδι ανεβάζοντάς το στο Έβερεστ. (Ο δάσκαλος του Γένους δανείστηκε τις δύο ομορφότερες ελληνικές λέξεις και κατάφερε το ακατόρθωτο, φτιάχνοντας ένα άσμα που να τις ξεπερνά).
«Μπορεί να τό’χουν πλανέψει ακρογιαλιές δειλινά…».
Ποίηση δεν είναι ο στίχος. Ποίηση είναι η μελωδία, που θολώνει τον ορίζοντα. Κι ο τραγουδιστής, που σκύβει ταπεινά και βάζει πλάτη…
(Ακούστε τον www.youtube.com/watch?v=xm0ItT4GW7s)

OUTWARD BOUND cretan improv

Τo improv duo ηλεκτρική κιθάρα-πιάνο δεν είναι «καθημερινό». Παρά ταύτα μέσα σε λίγο καιρό έφθασαν στα χέρια μου δύο «τέτοια» άλμπουμ. Το “Labyrinth” των Matthew Shipp & Marc O’Leary στην FMR και το “Outward Bound” των Κρητικών Outward Bound στην... σαν πολύτιμη σταγόνα, Triple Bath του Θέμη Παντελόπουλου (ναι, πρόκειται για ένα ακόμη άψογο CD-R, 128 μόλις αντιτύπων). Οι Αντώνης Τσικανδηλάκης πιάνο και Δημήτρης Νεονάκης ηλεκτρική κιθάρα εισβάλλουν στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου στο Ηράκλειο (Αύγουστος του ’07) με σκοπό να αναψηλαφήσουν τη μουσική των... αγγέλων. Ποιών αγγέλων; Μα, προφανώς, των εκπεσόντων... Ένδεκα κομμάτια, μικρής, μέσης και μεγαλύτερης διάρκειας (συνολικός χρόνος ακρόασης 39:23), τα οποία στηρίζονται στην αγαστή επικοινωνία και συνεργασία των δύο μουσικών και βεβαίως – υποθέτουμε – στη σημαντική του χώρου. Πράξεις, άλλοτε, ομφαλοσκόπησης και άλλοτε με σαφείς εξωστρεφείς προδιαγραφές, που καλύπτουν ευρύτατο φάσμα ηχοχρωμάτων· από ρομαντικά πιανιστικά πρελούδια και low-toned κιθαρισμούς, έως free form patterns και rock δυναμικά passages. Η ηλεκτρική κιθάρα, που είναι το «ασύμβατο» με το χώρο όργανο, μέσω του παιξίματος με sustain καλύπτει, θα λέγαμε, τη «συνέχεια» της ηχητικής απαίτησης, την ώρα κατά την οποίαν το πιάνο δεν μπορεί παρά να διαμορφώνει περιβάλλοντα. Πέραν των όποιων απόψεων – και του τι θα πει ο καθείς – σημασία έχει, εδώ, να σημειωθεί τούτο. Οι νέοι μουσικοί του χώρου δεν διαγκωνίζονται μόνον ως προς το... hip και το pop. Ενίοτε έχουν τα κότσια να αντιπαρατεθούν – με καμάρι, πάντα, την ανεξαρτησία τους – στο «ελεύθερο», το «φανταστικό» και το «αφηρημένο». Προνομιακοί χώροι, κάποτε, των σαράντα-βάλε, σήμερα «κλειδώνουν» παρακάτω.
Επαφή: www.triplebath.gr

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

DISQUES NGOMA οι αδελφοί Ιερωνυμίδη στα βάθη της Αφρικής…

Πριν από 10-11 χρόνια είχα αγοράσει, από ένα βέλγο δισκέμπορο, ένα πακέτο singles, τα οποία ο ίδιος τα παρουσίαζε ως τυπικά δείγματα… κονγκολέζικης jazz από τα χρόνια του '60 . Κάτι το εξωτικόν της προέλευσης, κάτι η αστεία τιμή, δημιουργούσαν πρόσθετους λόγους ώστε ν’ αποκτήσω τελικώς εκείνο το υλικό – το «κομμένο» για την εταιρία Ngoma, που είχε για έδρα την Leopoldville (νυν Kinshasa), τότε πρωτεύουσα του Βελγικού Κονγκό, αργότερα Ζαΐρ και σήμερα Democratic Republic of the Congo.
Όταν έφθασε η ώρα λοιπόν ν’ ακούσω τα 45άρια, εκείνο που μου έκανε εντύπωση δεν ήταν, φυσικά, η «κονγκολέζικη jazz», αφού επρόκειτο, στις περισσότερες των περιπτώσεων, για τυπική κονγκολέζικη ρούμπα, αλλά τα γραφόμενα στο πίσω κάτω μέρος του εξωφύλλου:
“edites par le FIRME JERONIMIDIS – B.P. 74 LEOPOLDVILLE – B.P. 842 BRAZAVILLE”.
Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο Ιερωνυμίδης, και τι ήθελε ένας Έλληνας στην καρδιά της Αφρικής, ασχολούμενος μάλιστα με τη δισκογραφία; Τις απαντήσεις τις αλίευσα σιγά σιγά στην πορεία.
Όλα ξεκίνησαν το 1948, όταν ο Νίκος Ιερωνυμίδης (και μαζί, ίσως, ο αδελφός του Αλέξανδρος) ίδρυσε στην Leopoldville την εταιρία Ngoma, με σκοπό να καταγράψει τη ζώσα μουσική της χώρας.
Ο τύπος, απ’ ό,τι απεδείχθη, έκανε ματ. Αφού έγινε «κάποιος» κι έβγαλε φράγκα, «εξανάγκασε» κι άλλους επιχειρηματίες της ελληνικής παροικίας να ασχοληθούν με τη δισκογραφία. Εν ολίγοις, μέσα σε λίγα χρόνια, όλες οι σημαντικές εταιρίες στο τότε Βελγικό Κονγκό ήταν σε ελληνικά χέρια. Κάποιοι Αθανάσιος και Βασίλης Παπαδημητρίου ίδρυσαν το 1950 την Loningisa, κάποιος Αντωνόπουλος την Esengo, κάποιοι Έλληνες-Εβραίοι την Opika. Βεβαίως, οι συμπατριώτες μας δεν ήταν και τα καλύτερα παιδιά. Μπορεί να ήταν πιο φιλότιμοι από τους Βέλγους, και να… εμισούντο λιγότερο από τον τοπικό πληθυσμό, όμως την πάρτη τους κοιτούσαν πριν απ’ όλα. Στο χρήμα στόχευαν.
Τον Νοέμβριο του 2000, ο γερμανός αφρο-μουσικολόγος Wolfgang Bender είχε δώσει μία διάλεξη στο Μέγαρο Μουσικής κι είχε μιλήσει, εκεί, για τους αδελφούς Ιερωνυμίδη και κυρίως για τον τρόπο που δούλευαν, τόσο μέσα στο στούντιο, όσο και στο επίπεδο της εμπορίας και της διαχείρισης. Το συμπέρασμα, απ' όσα κατάλαβα; Αν περίσσευε κανένα ψίχουλο από τις δραστηριότητές τους το πέταγαν στους καλλιτέχνες… Παρά ταύτα η προσφορά τους υπήρξε μεγάλη. Ίσως, κάποτε, να γράψω περισσότερα… καθότι υπάρχει και το βιβλίο του Gary Stewart Rumba On the River: A History of the Popular Music of the Two Congos [Verso, London, 2003].
Η Beguen Band ήταν η in-house μπάντα των στούντιο της Ngoma, κι αυτή που συνόδευε τους περισσότερους από τους τραγουδιστές της μέσα στα χρόνια. Οι Tchade και Magnol ήταν μέλη του γκρουπ –τραγουδιστής ο πρώτος, κοντραμπασίστας ο δεύτερος– και το ρεπερτόριο που ερμηνεύουν στο παρόν extended είναι κλασικό… κουβανέζικο (cha cha cha, meringue, rumba). Διακρίνεται δε, κάπου, κι ένας μοντερνισμός, κυρίως στη χρήση του σαξοφώνου που παίζει jazz μέτρα (στο “Yo me moero”) και ο οποίος αντανακλά τον κοσμοπολιτισμό των αφεντικών της Ngoma σε μιαν εποχή (early 60s) όπου το αίμα στο Κονγκό έρεε ποτάμι (δολοφονία του Patrice Lumumba, απόσχιση της Katanga, θάνατος σε αεροπορικό δυστύχημα του τότε Γ.Γ. του ΟΗΕ Dag Hammarskjold και άλλα διάφορα). Πού να δείτε σήμερα…

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

η ελληνική… ROYAL JAZZ στα sixties

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 οι τότε βασιλιάδες, ή μάλλον… βασιλείς, ο Κωνσταντίνος και η Άννα-Μαρία, ήταν τα πιο ισχυρά νεολαιίστικα σύμβολα κάποιων γόνων της «καλής κοινωνίας» (ή όποιων άλλων… φουκαράδων), που δεν ανήκαν σώνει και καλά στη γενιά του 1-1-4 και των «Λαμπράκηδων», ούτε φώναζαν υπέρ του 15% για την Παιδεία. Των νεαρών δηλαδή που δεν ακούγανε τη «Φτωχολογειά» και την «Άπονη ζωή», των βουτυρομπεμπέδων, των τζιτζιφιόγκων και των «κωλόπαιδων» που διασκέδαζαν στα πιο κυριλέ πάρτυ, χορεύοντας στους ρυθμούς της εποχής, το shake και την bossa nova. (Τούτο, βεβαίως, δε σημαίνει πως και τα "παιδιά του λαού" δεν χόρευαν στα ίδια μέτρα, απλώς τα πρότυπα, ίσως, ήταν διαφορετικά). Έτσι λοιπόν η ελαφρά jazz εκείνης της περιόδου, με τους «ευγενικούς» ρυθμούς, τον «αέρα» και βεβαίως την γκλαμουριά της ήταν ό,τι έπρεπε, στην προσπάθεια να επενδυθούν ηχητικώς τα… γαλαζοαίματα όνειρα. Δεν είναι μόνον οι τίτλοι των κομματιών που λένε την αλήθεια («Μικρός βασιλιάς», “Regina twist”, ακόμη και «Άννα-Μαρία»(!) – ο πρώτος του Γιάννη Σπάρτακου, οι άλλοι δύο του Γεράσιμου Λαβράνου), αλλά και το γενικότερο κλίμα των εντόπιων… swinging sixties, το μονίμως βυθισμένο στα φρου-φρου και τα αρώματα. Να λοιπόν ένα αποδιοπομπαίο concept. Η ελληνική… royal jazz στα χρόνια του ’60. Ή κάπως έτσι. Η Γκιουλινάρ μπορεί να μην ήταν βασίλισσα, ήταν όμως η πριγκήπισσα του... Κεϋμπούτ Καμπίρ, που ερχόταν στο Mont Parnes μετά της κουστωδίας της, για να ερωτευθεί τελικώς έναν ψευτο-πλωτάρχη του τότε βασιλικού ναυτικού, κομπάρσο σε μια ταινία (μέσα στην ταινία). Το "τράβηγμα" δεν πάει άλλο. Φυσικά, αναφέρομαι στο φιλμ του Ορέστη Λάσκου «Ο Εμίρης και ο Κακομοίρης» (έξυπνο) με την Ελένη Προκοπίου και τον Γιώργο Πάντζα, τη μουσική στο οποίο είχε γράψει ο Κώστας Κλάββας. Το τραγούδι με τον Γιάννη Βογιατζή είναι πολύ καλό (πήγε και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το ’64), όμως εκείνο που σκίζει είναι το οργανικό, με vocal section, «Μορφονιά – bossa nova» στο flip-side, μία έξοχη oriental bossa που σκορπίζει στα τέσσερα τον Sergio Mendes και τους Brasilia Modern Six. Ξεκλειδωθείτε άφοβα…(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε - περίπου έτσι - στο 159 τεύχος του J&T, τον Ιούνιο του 2006)