Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

τζαζεπιδρομή…

Πρόσφατα και… σχετικώς πρόσφατα jazz άλμπουμ, που άκουσα τον τελευταίο καιρό.
Το “Narrow Margin” [Microphonic, 2008] του κιθαρίστα Andrew Green δεν κρύβει, από τον τίτλο του κιόλας, τη σινεφίλ αναφορά του (το “Narrow Margin” ήταν ένα χαμηλού budget, film noir, του 1952, σε σκηνοθεσία Richard Fleischer). Παρατάσσοντας δίπλα του, στα Park West Studios του Brooklyn, έξι μουσικούς που χειρίζονται τενόρο, τρομπέτα, τρομπόνι, μπάσο, ντραμς και wurlitzer πιάνο, κι έχοντας μελετήσει, προφανώς, τον τρόπο που αρθρώνεται ο ήχος στις ταινίες του είδους, ο Green δημιουργεί ένα μετα-σάουντρακ θα έλεγα, κινούμενος σε bop (post-bop δηλαδή), free, fusion (το σόλο του στο “Short cut” π.χ. είναι αμιγώς rock), ακόμη και pop φόρμες. Ως αποτέλεσμα όλων τούτων μάς παρουσιάζει επτά δικές του συνθέσεις, καθώς και μία διασκευή στον «Ταξιτζή» του Bernard Herrmann, οι οποίες μπορεί να αναπαραστήσουν τις επιμέρους δράσεις μιας ταινίας noir. Groovy, ευχάριστο άκουσμα από ένα μουσικό και δάσκαλο (έχει εκδώσει δύο βιβλία για την τζαζ κιθάρα), που ζει κι εργάζεται στη Νέα Υόρκη.
Για τον αμερικανό κιθαρίστα Bruce Eisenbeil είχα γράψει για πρώτη φορά στο τεύχος 170 του Jazz & Τζαζ (5/2007), όταν είχα αναφερθεί στο άλμπουμ του “Carnival Skin” [Nemu], μία δυνατή συνεργασία του με παίκτες κλάσης, όπως τον άσσο κλαρινετίστα Perry Robinson και τον ντράμερ Klaus Kugel. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο μουσικό της free-improv/avant σκηνής, ο οποίος το τελευταίο διάστημα «αναπτύσσεται» με το δικό του τρόπο. Totem αποκαλείται ένα πρόσφατο σχήμα τού Bruce Eisenbeil και “Solar Forge” [ESP Disk’, 2008] είναι το CD γνωριμίας με τον ήχο του. Ο Eisenbeil στις κιθάρες, ο Tom Blancarte στο κοντραμπάσο και ο Andrew Drury στα ντραμς κτίζουν ηχητικά τοπία χωρίς γραμμική συνοχή, τονίζοντας την εικονοκλαστική ταυτότητα της μουσικής τους, μέσα από το ανορθόδοξο παίξιμο των τριών, κατά τ’ άλλα... κλασικών, οργάνων. Το εγνωσμένο... rock setting στα χέρια των Αμερικανών απεμπολεί τα λεγόμενα λαοπρόβλητα χαρακτηριστικά του, για να κινηθεί με απόλυτη ελευθερία προς έναν ήχο, η βάση του οποίου μοιάζει να είναι ασταθής. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο υποτυπώδες σχέδιο, αν οι πολυρυθμίες φερ’ ειπείν είναι προσυμφωνημένες, ή αν αναδύονται ως το αποτέλεσμα ενός free, σχεδόν πυξ-λαξ χειρισμού (το κρουστό ποδοβολητό του Drury, το φάντασμα του – τσελίστα – Tom Cora, πάνω από τον Blancarte, το πνεύμα του – πνευστού – Anthony Braxton καθώς κυριεύει τον Eisenbeil), εκείνο όμως που μοιάζει σίγουρο είναι η ανάγκη των Totem να κινηθούν στα πλαίσια ενός, μονίμως σε αναζήτηση, νέου timbre-αλισμού.
Αυστριακής καταγωγής, η Elisabeth Lohninger διηγείται πώς γίνονται σήμερα τα vocal-jazz CD. Δεν μέμφομαι την καλλιτέχνιδα (ποσώς), απλώς εκείνο που διαπιστώνω (για ακόμη μία φορά) είναι το πρόδηλο. Ρίχνοντας, δηλαδή, μια ματιά στο track list του “Songs of Love and Destruction” [Lofish Music, 2010] βλέπεις πώς είναι δυνατόν να ενοποιούνται – ενοποιούνται; – η Joni Mitchell, η k.d. Lang και οι Beatles, με τα jazz standards και τα ισπανόφωνα κομμάτια (το “La puerta” του Luis Demetrio)· τα πάντα, κάτω από μία φωνή. Η Lohninger δεν είναι τυχαία τραγουδίστρια, ούτε πρωτοφανέρωτη στη δισκογραφία. Η φωνή της είναι πολύ καλή και βοηθούμενη από τους άσσους μουσικούς που έχει δίπλα της (Bruce Barth πιάνο, Ingrid Jensen τρομπέτα, φλούγκελχορν, Donny McCaslin σαξόφωνα…) δημιουργεί ένα άλμπουμ, που δεν στηρίζεται σε… περιφερειακές δυνάμεις, αλλά στο σύνολό του. Η διασκευή στο “Here there and everywhere” (Lennon/McCartney) δεν την «κρεμάει», γιατί και φωνητικώς το υποστηρίζει με άνεση και τα soli του McCaslin σπάνε τον πάγο, που προς στιγμήν πηγαίνει να δημιουργηθεί.
Μία μέρα πριν φύγει από τη ζωή (2/4/2009), ο σημαίνων (λευκός) αμερικανός άλτο-σαξοφωνίστας και φλαουτίστας Bud Shank βρέθηκε στο Studio West του San Diego, ηχογραφώντας, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, το τελευταίο του άλμπουμ. Το “In Good Company” [Capri, 2011] μπορεί να έγινε βεβαίως εξ αιτίας της φροντίδας που επέδειξε γι’ αυτό ο βρετανός μαθητής του, αλτίστας Jake Fryer (έχει συνεργαστεί με τους Stan Tracey, Guy Barker και άλλους), όμως δεν πρόκειται, επ’ ουδενί, για μία τρόπον τινά υποχρέωση. Οι μουσικοί, που παρέστησαν, ο πιανίστας Mike Wofford, ο μπασίστας Bob Magnusson, ο ντράμερ Joe LaBarbera και φυσικά οι δύο αλτίστες, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, εμφανίζοντας εν τέλει ένα άψογο νέο-bop άλμπουμ, στηριγμένο στις original συνθέσεις του Fryer (επτά στον αριθμό) και σε δύο (μόλις να πούμε;) διασκευές, το “Caravan” και το “Speak low” του Kurt Weill (και όχι “Weil”, όπως αναγράφεται στα credits). Ο τρόπος, που αρθρώνεται το πρώτο κομμάτι του “In Good Company”, το “Caravan”, δίνει αν θέλετε και τη γραμμή γύρω από το πώς θα προχωρήσει η κατάσταση. Τo σόλο του Shank προηγείται, ακολουθεί εκείνο του Fryer, για να συμπληρώσουν συν τω χρόνω όλοι οι υπόλοιποι. Οι μελωδικές γραμμές τού Fryer ξεχωρίζουν με την πρώτη, και συνθέσεις όπως η “Agnieszka” (εξαιρετικό κομμάτι) είναι βούτυρο στο ψωμί, όχι μόνο για τους saxmen, μα και για τον πιανίστα Wofford, ο οποίος δεν παραλείπει να δώσει μερικά όμορφα soli, τα οποία δεν κρύβουν τη… ρομαντική καταγωγή τους. Απλό, ανεπιτήδευτο άλμπουμ, που ολοκληρώνεται προβάλλοντας, πάνω απ’ όλα, τη χαρά τής session.
Επαφή: http://www.caprirecords.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου