Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΣΟΣ σεξ... 13 μποφόρ και ελαφρές μπουνάτσες

Πριν μερικές ημέρες ένας φίλος με ρώτησε κάτι σχετικό με τη μουσική της ταινίας του Χρυσόστομου Λιάμπου «Sex… 13 Μποφόρ» (1971). Μπόρεσα να τον βοηθήσω, επειδή είχα τη σχετική βιντεοκασέτα. Έβαλα, είδα, ή μάλλον ξαναείδα, και ξανάκουσα δύο τραγούδια του Βασίλη Δημητρίου, τα οποία ερμήνευε ο Γιώργος Βάρσος. Άκουσα-πρόσεξα και τα υπόλοιπα θέματα, και κατατόπισα σχετικώς τον φίλο, που μάλλον γράφει κάποιο κείμενο… Παίρνω έτσι αφορμή και λέω λίγα λόγια γι’ αυτόν τον ξεχασμένο ελαφρό/λαϊκό τραγουδιστή (που μ’ ενδιαφέρει περισσότερο), μία μικρή ιστορία δηλαδή, που παρουσιάζει, νομίζω, ενδιαφέρον.
Τον Γιώργο Βάρσο τον είχα πρωτακούσει περί τα μέσα του ’80 λοιπόν, όταν είχα δει στο βίντεο το «Sex… 13 Μποφόρ». Φυσικά, αναφερόμαστε σε μία θρυλική ταινία του ελληνικού σινεμά, στην οποίαν πρωταγωνιστούσαν, ως γνωστόν, ο Κώστας Γκουσγκούνης και ο Λυκούργος Καλλέργης. Την εντεχνο-λαϊκή μουσική (κοντά στο ύφος του Μάνου Λοΐζου) υπέγραφε ο γνωστός σήμερα συνθέτης (που τότε, περίπου, ξεκινούσε την καριέρα του) Βασίλης Δημητρίου. Το πρώτο τραγούδι, που ακουγόταν στην ταινία ήταν το «Δεν σε θέλω πια» (στίχοι Νίκος Τσιγκουνάκης). Επρόκειτο για ένα ωραίο χασάπικο, που χορευόταν από μια γυναικεία τετράδα· τις τρεις τουρίστριες που φθάνουν στο ερημονήσι και την κόρη του φαροφύλακα (τον υποδύεται ο Καλλέργης). Ο Γιώργος Βάρσος αποδίδει, ωραία, κοντά στον τρόπο του επιτυχημένου τότε Γιάννη Καλατζή. Το δεύτερο τραγούδι, που είχε τίτλο «Όνειρο είναι η ζωή» (στίχοι Μάνος Ελευθερίου), είναι ένα γρήγορο, αλλά βαρετό ζεϊμπέκικο (ακουγόταν δε σε μία ουδέτερη, τουριστική σκηνή).
Ψάχνοντας λίγο στο διαδίκτυο έπεσα πάνω στο site τού Βασίλη Δημητρίου – εκεί κάπου και η πλήρης δισκογραφία του (ακόμη και στις 45 στροφές), αν και όχι όσο θα έπρεπε αναλυτική. Ο συνθέτης ξεκινά να δισκογραφεί το 1967, και το 1971 ηχογραφεί δύο 45άρια για την His Masters Voice –«Μου’πες σου’πα/ Σκάρτη βγήκες», «Με πήρανε τα βάσανα/ Σκάρτη βγήκες»– με ερμηνευτή τον Βάρσο (δεν τα έχω ακούσει). Η συνεργασία δηλαδή συνθέτη-τραγουδιστή ήταν ευρύτερη και δεν αφορούσε μόνο στην ταινία του Λιάμπου. Επίσης στο δίκτυο (YouTube και αλλού) διατίθενται ολίγα λαϊκά, όπως τα «Έπεσες στην περίπτωση» και «Ποια απ’ τις δύο να διαλέξω» (μάλλον πρόκειται για 45άρι της His Masters Voice με κωδικό 7PG 3984, από το 1971).
Όπως είχα γράψει και παλαιότερα (27/1/2010) ο Γιώργος Βάρσος συμμετέχει και στο LP του Βαγγέλη Πιτσιλαδή «Το Ναυτικό Μας» [ΕΜΙ/ His Master’s Voice CSDG 44, 1970], αποδίδοντας τον «Ναύτη», το καλύτερο τραγούδι του δίσκου, σε στίχους Νίκου Μαστοράκη (όχι του γνωστού, αλλά ενός Σημαιοφόρου του Ναυτικού). Όπως σημείωνα και τότε: «Στον ίδιο δίσκο (στη δεύτερη πλευρά), πλην του Βάρσου, έλεγαν από δύο τραγούδια ο Σταμάτης Κόκκοτας και η Δήμητρα Γαλάνη (ψιλοπράγματα), ενώ στην πρώτη πλευρά ακούγονταν ναυτικά εμβατήρια… Ο Πιτσιλαδής υπηρετούσε, τότε, στο Ναυτικό και κάπως έτσι έγινε το άλμπουμ… με τις ευλογίες, προφανώς, και του χουντικού επιτελείου».
Το 1972 κυκλοφορεί το single «Πειραιά μου - Πειραιά μου/ Θεοδώρα» [His Masters Voice 7PG 8078]. Ο Γιώργος Βάρσος τραγουδά, στην πρώτη πλευρά, μία σύνθεση του Αριστείδη Σκυλίτση(!), του διορισμένου από τη χούντα Δημάρχου του Πειραιά, βασισμένη σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου. Η… ονειρική ενορχήστρωση του Γιάννη Σπάρτακου δεν σώζει το κομμάτι, παρόλη την υπερχειλίζουσα nostalgia. Ας πω, επί τη ευκαιρία, πως το «Πειραιά μου - Πειραιά μου» έχει την ίδια μελωδία μ’ ένα άλλο τραγούδι του Σκυλίτση, σε στίχους Α. Παπαλέξη, που είχε τίτλο «Πειραιά - Πειραιά» κι είχε τραγουδήσει ο Τώνης Μαρούδας λίγα χρόνια νωρίτερα· δισκάκι στην EMI με τα στοιχεία 7XCG 3594/95. Όμως, το flip-side η «Θεοδώρα» (μουσική και στίχοι από τον Γιάννη Σπάρτακο) έχει πραγματικό ενδιαφέρον. Πρόκειται για ένα, κατά βάση, jazz track (ασχέτως των μπουζουκιών), στηριγμένο στην επιμελημένη ενορχήστρωση του συνθέτη. H ωραία μελωδική γραμμή, η με γνώση χρήση των πνευστών, οι ρυθμικές αλλαγές, το rhythm nblues break περί τη μέση, και βεβαίως η ωραία, λιτή ερμηνεία του Βάρσου δίνουν επιπλέον πόντους στο κομμάτι.
Το 1977 υπήρξε μία καθοριστική χρονιά στην καριέρα του Γιώργου Βάρσου. Συμμετέχει στο 16ον Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού, στη Θεσσαλονίκη (15-16/9/1977) με το τραγούδι του Γιώργου Πετσίλα και της Αγαθής Δημητρούκα(!) «Περασμένα-ξεχασμένα» (η πληροφορία από το blog του Φεστιβάλ Τραγουδιού), ενώ κυκλοφορεί και ο μοναδικός(;) προσωπικός του δίσκος, το «Κορίτσι Μου» [EMI/ Columbia 2J 062-70812]. Πρόκειται για ένα… ανάμεικτο άλμπουμ. Περιέχει λαϊκά, ελαφρολαϊκά, ελαφρά ακόμη και… φανκολαϊκά τραγούδια, τα περισσότερα (οκτώ στα δώδεκα) σε στίχους Δημήτρη Ιατρόπουλου (άρα υπάρχει μια στιχουργική εγγύηση). Ξεχωρίζουν περισσότερο το «Έννοια σου» σε μουσική Κώστα Πρέντα (γεμάτη λαϊκή μπαλάντα), το λαϊκό funky που λέγαμε «Καλημέρα-καληνύχτα» (μουσική Γ. Μπιθικώτσης – υποθέτω Γιάννης) με τις ρυθμικές κιθάρες και το ηλεκτρικό πιάνο να φτιάχνουν κατάσταση, το «Είμαστε μια φωτογραφία», όπου ακούγεται ακόμη και mellotron και πάνω απ’ όλα το «Στην πιο φτωχή τη γειτονιά» (μουσική Νίκος Τζαβάρας) μία πανέμορφη μπαλάντα, με σταλμένη μελωδία και γραμμή πνευστών για (ελαφρύ) σεμινάριο· η ενορχήστρωση, εξάλλου, σε όλο σχεδόν το άλμπουμ, ανήκει στον Νέστορα Δάνα (στα 60s μέλος των Βορείων).
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας ο Γιώργος Βάρσος θ’ ακουστεί σ’ ένα άλμπουμ της Πόλυς Πάνου και σε κανα-δυο τουριστικά, το “This isthe best of Mikis Theodorakis” [EMI/ Columbia 14C 026-70877, 1978] και το “A Taste of Greece/ 14 songs & music” [EMI/ Columbia 14C 026-70879, 1978]. Στο δεύτερο τραγουδούσε «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» και «Εγνατίας[sic] 406»… Αυτά, δεν αντέχονται ούτε στο πρωτότυπo.

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

PETER HANDKE βρίζοντας το κοινό

Στο τεύχος #28 (1/2012-31/5/2012) της εφημερίδας του ελληνικού φεστιβάλ εφ διάβασα τα σχετικά με την παράσταση του έργου του αυστριακού θεατρικού συγγραφέα (βασικά) Peter Handke Βρίζοντας το Κοινό, που θ’ ανεβεί από την φλαμανδική κολεκτίβα De KOE (διασκευή-σκηνοθεσία Peter Van den Eede), στο Κτίριο Ε τής Πειραιώς 260 (10-12/6).
Ο Handke ίσως είναι περισσότερο γνωστός στην Ελλάδα από τη συνεργασία του με τον Wim Wenders, έχοντας υπογράψει τα σενάρια των ταινιών «H Αγωνία του Τερματοφύλακα στο Πέναλτι» (1972), «Λάθος Κίνηση» (1975) και «Τα Φτερά του Έρωτα» (1987). Επίσης, ο Handke, είναι σκηνοθέτης μιας εξαιρετικής (σοβαρής φεμινιστικής) ταινίας –αναφέρομαι στην «Αριστερόχειρη Γυναίκα» (1978)–, που βασίστηκε βεβαίως σε δικό του σενάριο, βγαλμένο μέσα από τη φερώνυμη νουβέλα του (έχει εκδοθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από την Ανοιχτή Γωνία σε μτφ. Κωνσταντίνου Χέλμη, αλλά και από το Μελάνι, το 2003, σε μτφ. Σώτης Τριανταφύλλου). Φυσικά, κυκλοφορούν στη γλώσσα μας πολύ περισσότερα βιβλία του (δείτε εδώ http://www.greekbooks.gr/hantke-peter.person). Ακόμη, ο Handke ίσως είναι γνωστός σε κάποιους (δεν είμαι σίγουρος αν όλοι οι «κάποιοι» ταυτίζονται…) από τις πολιτικές θέσεις που κατά καιρούς έχει διατυπώσει· κυρίως εκείνες που τον τοποθετούν απέναντι στη νέα τάξη πραγμάτων. Ο αυστριακός συγγραφέας αντιτάχθηκε στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στην πρώην Γιουγκοσλαβία, προκαλώντας τους... μεταλλαγμένους –όσους αντικατέστησαν στο λεξιλόγιό τους την πρόοδο της κοινωνίας με την υπεράσπιση του ατόμου (πώς το δεύτερο δεν συνεπάγεται το πρώτο είναι κάτι που δεν απασχολεί τους μεταλλαγμένους)– με την παρουσία του στη κηδεία του Slobodan Milošević, το 2006.
Το Βρίζοντας το Κοινό (1966), πραγματικός (μεταφρασμένος) τίτλος του βιβλίου Βρίζοντας το Κοινό και Άλλα Έργα Αγόρευσης, επιχειρήθηκε ν’ ανεβεί για πρώτη φορά, στην Ελλάδα, επί χούντας. Στο τρίτο τεύχος του περιοδικού Ανοιχτό Θέατρο (Μάρτιος 1972) διαβάζουμε στο προοίμιο, με αφορμή και τη φωτογραφία του εξωφύλλου: «Το εξώφυλλό μας: ‘Αυτοψία’ του Γιώργου Μιχαηλίδη. Δόθηκε σε 6 μόνο παραστάσεις χάρη στην επέμβαση της λογοκρισίας. Η λογοκρισία από το 1967 μέχρι σήμερα απαγόρεψε μία μεγάλη σειρά έργων να δουν το φως της σκηνής. ‘Οι Ρόζεμπεργκ’ στο Σ.Ε.Θ. (σ.σ. υποθέτω Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο), ‘Εξύβριση του Κοινού’ του Χάντκε, το τελευταίο έργο της Ριάλδη στο Πειραματικό και τα πολλά έργα –που δεν ανακοινώθηκαν ποτέ– στο Θέατρο Τέχνης».
Στη στήλη αλληλογραφίας, στη σελίδα 6 τού εφ (τεύχος 28, 31/5/2012) κάποιοι αναγνώστες ρωτούν: μήπως γνωρίζετε να μας πληροφορήσετε αν και πότε παρουσιάστηκε στην ελληνική σκηνή το οριακό αυτό έργο ενός συγγραφέα που, κυρίως χάρη στον Βιμ Βέντερς, έχει γίνει ευρύτερα γνωστός και στην Ελλάδα; Και η απάντηση της σύνταξης: «Η Μαρία Ξενουδάκη είναι αυτή που όχι μόνο γνώρισε το ‘Βρίζοντας το Κοινό’ του Πέτερ Χάντκε στους έλληνες θεατρόφιλους, αλλά το μετέτρεψε σχεδόν σε σλόγκαν, σε δημοσιογραφικό κλισέ και έκφραση του συρμού. Με το έργο αυτό εγκαινίασε το 1978 το θέατρό της, που –καθόλου τυχαία– είχε βαφτίσει ‘Αντιθέατρο’. Το έργο παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία για δύο χρόνια».
Εν πάση περιπτώσει η δικτατορία μπορεί να λογόκρινε το έργο (καθότι σε μία αίθουσα θεάτρου συγκεντρώνονται άνθρωποι-θεατές, κι αυτό είναι ένα ζήτημα…), δεν είχε πρόβλημα όμως με την έντυπη μορφή του (μιας και ο καθείς διαβάζει κατά μόνας), και αναφέρομαι στο βιβλίο «-βρίζοντας το κοινό -κραυγές βοήθειας/ αντιθέατρο», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ρόμβος, το 1971 ή ’72 (δεν αναφέρεται έτος έκδοσης στο βιβλίο, αλλά σίγουρα δεν είναι από το 1973-74), σε μτφ. Μαρίας-Λουίζας Κωνσταντινίδη. Το ίδιο βιβλίο θα ξανατυπωθεί μάλιστα (και κατά πάσα πιθανότητα με το ίδιο κασέ) από τον Ελεύθερο Τύπο το 1978, με αφορμή, προφανώς, το ανέβασμα του έργου από την Ξενουδάκη. Εκεί, στις πρώτες σελίδες του, υπάρχει ένα βιογραφικό του συγγραφέα που αξίζει να παρατεθεί (η έμφαση δική μου):
«Ο Peter Handke γεννήθηκε το 1942 στο Γκρίφφεν της Αυστρίας. Απ’ το 1961 έως το 1965 σπούδασε Νομικά στο Γκρατς. Την άνοιξη του 1966 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα ‘Οι Σφήκες’. Ακολούθησαν ‘Ο Γυρολόγος’, ‘Χαιρετισμός του Διοικητικού Συμβουλίου’, τα θεατρικά ‘Βρίζοντας το κοινό και άλλα έργα αγόρευσης’, ‘Άνεμος και Θάλασσα’, ποιήματα με τίτλο ‘Ο εσωτερικός κόσμος του εξωτερικού κόσμου του εσωτερικού κόσμου’ και άλλα. Τα δυο θεατρικά του έργα ‘Βρίζοντας το Κοινό’ και ‘Κραυγές Βοήθειας’, χωρίς δράση, σκηνογραφία και αντικείμενα-ντεκόρ, είναι έργα αγόρευσης, που, θεμελιωμένα στα ηχητικά στοιχεία της μουσικής beat, κάνουν την ίδια τη γλώσσα περιεχόμενο. Αποτελούν προσπάθεια ανάκτησης στο θέατρο της πραγματικότητας, της αλήθειας, μέσω της γλώσσας. Επωφελούνται από τη φυσική εξωτερίκευση της βρισιάς, της μετάνοιας, της κατάθεσης, της ερώτησης, της απολογίας, της πρόφασης, της προφητείας, των κραυγών βοήθειας. Με τα στοιχεία αυτά ο συγγραφέας καταστρέφει τον απατηλό χαρακτήρα ακόμα και του μοντέρνου θεάτρου: ηθοποιοί είναι οι θεατές, θέμα είναι το κοινό. Ο Handke καταργώντας το θέατρο δημιουργεί καινούριο θέατρο».
Παρακάτω, οι οδηγίες του συγγραφέα προς τους ηθοποιούς έτσι όπως καταγράφονται στην πρώτη σελίδα του βιβλίου…
Ακούνε τις λιτανείες στις καθολικές εκκλησίες.
Ακούνε τις βρισιές και τις έξαλλες διαδηλώσεις στο ποδόσφαιρο.
Ακούνε την οχλαγωγία σε μαζικές συζητήσεις.
Ακούνε τις ρόδες κάποιου αναποδογυρισμένου ποδήλατου να γυρίζουν και κοιτάνε τις αχτίνες απ’ τις ρόδες ώσπου να σταματήσουν.
Ακούνε τον σιγανό θόρυβο της μπετονιέρας που δυναμώνει λίγο-λίγο καθώς τη βάλανε μπρος.
Ακούνε παρεμβάσεις και φιλονικίες.
Ακούνε τοTell meαπό τους Rolling Stones.
Ακούνε τη σύγκρουση, άφιξη κι αναχώρηση τραίνων.
Ακούνε το μουσικό σήμα του Ραδιοφωνικού Σταθμού Λουξεμβούργο.
Ακούνε τους ομιλητές των Ηνωμένων Εθνών συγχρόνως.
Ακούνε το διάλογο του γκάνγκστερ στο φιλμ «Η Παγίδα της Τούλα», με την Ωραία, που τον ρωτάει πόσους ακόμα ανθρώπους θα βάλει να σκοτώσουν, ενώ ο γκάνγκστερ, ξαπλώνοντας στην πολυθρόνα, την ρωτά: «Πόσοι άλλοι απόμειναν ακόμα;» και κοιτούν τον γκάνγκστερ.
Βλέπουν τις ταινίες των Beatles.
Βλέπουν το χαμόγελο του Ringo Starr στο πρώτο φιλμ του, τη στιγμή που τον χλευάζουν κι αυτός αρχίζει να χτυπά το τύμπανο.
Βλέπουν το πρόσωπο του Gary Cooper απ’ το φιλμ «Ο Άνθρωπος απ’ τη Δύση».
Στο ίδιο φιλμ το ξεψύχισμα του μουγκού, που κατεβαίνει κουτσαίνοντας και με πηδηχτά βήματα απ’ τον έρημο δρόμο μέσα στην εγκαταλειμμένη πόλη, με τη σφαίρα στην κοιλιά και βγάζει σπαραχτικές κραυγές.
Βλέπουν τις μαϊμούδες που μιμούνται τους ανθρώπους και τις λάμες του Ζωολογικού Κήπου που φτύνουν.
Βλέπουν τα χαρακτηριστικά πρόσωπα των λωποδυτών της ημέρας και των τεμπέληδων που γυρίζουν στους δρόμους και παίζουν στα αυτόματα μηχανάκια.

Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

HOLLYWOOD FATS το γελαστό παιδί

Αν και δηλώνω πραγματιστής κάποιες φορές θολώνω. Κουνάω το κεφάλι μου δεξιά-αριστερά μήπως μπορέσω και αγγίξω την απάντηση. Οι σπουδαίοι πεθαίνουν νέοι; Ή μήπως όσοι πεθαίνουν νέοι γίνονται από απλοί σπουδαίοι και από σπουδαίοι σπουδαιότεροι; Το πέρας ρίχνει τους προβολείς του στα σκοτάδια της ζωής, απορροφά τις σκόνες και παραδίδει σε τρίτους, προς σκέψη ή τέρψη, το θεϊκό του εαυτού μας, ή μήπως το αληθινό, έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν είναι αυτό, υψώνεται πέραν από ανούσια παιγνίδια και κούφιες εντυπώσεις;
Ο κιθαρίστας και τραγουδιστής των blues Hollywood Fats (1954-1986) έζησε λίγο και εν ζωή δοξάστηκε λιγότερο. Παρά ταύτα, σ’ έναν πυρήνα φίλων, το όνομά του είναι γραμμένο με μεγάλα κεφαλαία γράμματα. Η λατρεία δε απέναντι σε ό,τι άφησε τον τοποθέτησε αμέσως πάρα πολύ ψηλά – στο επίπεδο του Stevie Ray Vaughan ή και υψηλότερα ακόμη (για τους fans). «Υπερβολές», θα πουν κάποιοι. Όχι και τόσο, θ’ απαντούσα.
Γεννημένος κάπου στη Δυτική Ακτή (μάλλον στο L.A.), ο Michael Mann (όπως ήταν το πραγματικό όνομα τού Fats), γνώρισε από πολύ νωρίς το μυστήριο της blues ζωής, αφού ανακατεύτηκε από τα μικρά του με τα όσια και τα ιερά του χώρου (Muddy Waters, John Lee Hooker, J.B. Hutto, Buddy Guy, Junior Wells…). Χτίζοντας δηλαδή μέσα από απλήρωτα φροντιστήρια την κιθαριστική του τέχνη, ο Hollywood Fats θα αναδειχθεί, πολύ σύντομα, σε πρώτο όνομα, κυρίως σ’ ένα πιο νεανικό κοινό που επιζητούσε εναγωνίως ήρωες τής γενιάς του. (Βρισκόμαστε στα τέλη των 70s και στην Αμέρικα αναπτύσσεται ένας νέος blues ήχος με μπροστάρηδες τους Blues Brothers, τους Fabulous Thunderbirds, τους Roomful of Blues ή ακόμη και τους Blasters –με τους οποίους ο Fats τακίμιασε κάτι φεγγάρια πριν πεθάνει–, περισσότερο γήινος, κλαμπίστικος και ροκεντρολάδικος, δίνοντας καινούρια ώθηση στο στυλ). Μάλιστα, η επιρροή τού Hollywood Fats ήταν τέτοια, που δεν άφηνε ασυγκίνητους –απεναντίας μάλιστα– άλλους μουσικούς της ηλικίας του, που ξεκινούσαν κι εκείνοι, τότε, τη δική τους διαδρομή και οι οποίοι έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν ήδη φτασμένο μύθο. Ο Junior Watson, ο Kirk Eli Fletcher, ο Ronnie Earl, αλλά και ο ίδιος ο Stevie Ray Vaughan, που εκφράστηκε από πολύ νωρίς για ’κείνον με τα καλύτερα λόγια (awesome δηλαδή δεινός), υπήρξαν θαυμαστές του.
Ο Fats δεν πρόλαβε ν’ αφήσει πολύ δισκογραφημένο υλικό· ό,τι έγραψε όμως είναι επτά αστέρων. Βασικά, αναφέρομαι στο μοναδικό επίσημο άλμπουμ του από το 1979 στην εταιρεία PBR [7008] –υπάρχουν και οι συνεργασίες του με τον James Harman κ.ά., αλλά και διάφορα live, που βγήκαν μετά θάνατον–, όπου τον απολαμβάνουμε με το συγκρότημά του, την Hollywood Fats Band (Richard Innes ντραμς, Fred Kaplan πιάνο, Al Blake φυσαρμόνικα και Larry Taylor μπάσο, από τους Canned Heat), σε ανελέητους κιθαρισμούς. Από τους «εκτός» δίσκους θα ξεχώριζα το “The Key Wont Fit” [Murray Brothers MB-1002, 1983] του αρμονικίστα Shakey Jake (ασχέτως αν εδώ, ο Jake, απλώς τραγουδάει), με τον Hollywood Fats να παίζει κιθάρα στα τέσσερα από τα εννέα κομμάτια.
Εκείνο που κάνει εντύπωση στο παίξιμό του δεν είναι μόνον η τεχνική, αλλά ακόμη η γνώση του αντικειμένου και φυσικά η αστείρευτη φαντασία του. Ο Fats, αν και νεαρός, δεν ενοχλείτο να μένει πίσω και να σολάρει υπογείως, ή να παίζει ρυθμικώς φτιάχνοντας παιγνίδι για τους άλλους. Και βεβαίως, όταν αποφάσιζε να βγει μπροστά τότε τίποτα δεν τον σταματούσε. Στο παίξιμό του διέκρινε κανείς μία σπάνια μελωδικότητα, την οποία συχνά σμπαράλιαζε μέσα από δυναμικά riffs, που μετάλλασσαν ένα τυπικό blues θέμα σε κάτι άλλο… εξωπραγματικό. Δυστυχώς όμως για ’κείνον, ένα παιδί ευτραφές και σχεδόν πάντα χαμογελαστό, τα ναρκωτικά θα του κόψουν πολύ νωρίς το δρόμο. Μόλις στα 32 του ο Hollywood Fats θα εγκαταλείψει δια παντός πάλκο και ζωή αφήνοντας τις λίγες, σχετικώς, ηχογραφήσεις του ως παρακαταθήκη.
Το μοναδικό άλμπουμ του Hollywood Fats έχει επανεκδοθεί κάμποσες φορές σε CD. Σίγουρα από την Black Top και την αυστραλιανή AIM, και βεβαίως από τη γερμανική Crosscut ως “Definite Collection”, ένα ωραίο επιμελημένο 2CD-set με το κανονικό δισκάκι, συν alternative takes, extra τραγούδια κι ένα ευπρόσδεκτο ανέκδοτο (“Freds blues”).
Το 2005 η ορφανή μπάντα του Hollywood Fats, η Hollywood Blue Flames –οι τέσσερις παλαιοί συν τον Kirk Eli Fletcher στη θέση του κιθαριστή– θα κυκλοφορήσει ένα πρώτο άλμπουμ υπό τον τίτλο “Soul Sanctuary” [Delta Groove Productions DGPCD102]. Πρόκειται για μία σεμνή προσπάθεια να διατηρηθεί στην blues μνήμη η διάττουσα πορεία του Fats, όχι μέσω μιας στείρας αναπαραγωγής, αλλά κυρίως μέσω μιας προσήλωσης στις αξίες και το αίσθημα της blues τέχνης. Σημαντικό ρόλο παίζει εδώ ο Kirk Eli Fletcher, η κιθάρα του οποίου δεν ακούγεται για να μεταφέρει κάτι, αλλά για να υπογραμμίσει πως η μνήμη ενός δασκάλου τιμάται (και με το παραπάνω) μόνον όταν, ως μαθητής, γνωρίζεις να υποδύεσαι σωστά τον εαυτό σου… Τότε το αληθινό διαλύεται μέσα στο φανταστικό και, καθώς ξυπνάς, νοιώθεις το βάρος σου να σε καρφώνει όσο ποτέ στο πάτωμα…
Στην αρχή ένα κομματάκι από το δίσκο και μετά κάτι από ένα live με τον James Harman. Ο ήχος δεν είναι καλός, αλλά ο απόηχος είναι ανυπέρβλητος…

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

INNER EAR τρία παλαιότερα…

Οι Πατρινοί Abbie Gale είναι ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα της τελευταίας δεκαετίας, έχοντας τρεις ολοκληρωμένους δίσκους κι ένα 45άρι έως τώρα στην κατοχή τους αρχής γενομένης με το “Family Life” του 2005. Το άλμπουμ εκείνο είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά σε ετικέτα Vacant, για να κυκλοφορήσει ξανά πέρυσι, σε remastered edition, από την Inner Ear [INN032]. Ας μεταφέρω εν τάχει λίγα δικά μoυ λόγια, που αφορούν στις επόμενες δουλειές των Abbie Gale προκειμένου να υπάρξει μία σύνδεση. Έγραφα λοιπόν για το “No Inspiration” [Inner Ear, 2010]: «Το τρίτο ολοκληρωμένο έργο του γκρουπ, δεν είναι τίποτ’ άλλο από μιαν ακόμη απόπειρα εμβάθυνσης περί την pop σημαντική. Δυναμικές συνθέσεις, άψογο ομαδικό παίξιμο, πάντα εξαιρετικά φωνητικά, στίχοι περισσότερο σκοτεινοί ενδεχομένως (εν σχέσει με τις προηγούμενες δουλειές τους), μία τραγουδοποιία που εξελίσσεται ανοδικώς (ξεκινώντας από ένα υψηλό, ούτως ή άλλως, στάνταρντ), ακόμη και μέσα στο ίδιο άλμπουμ». Και για το “2” [Inner Ear, 2007]: «Οι Abbie Gale είναι ένα σχήμα των τεσσάρων στηριγμένο στα ‘σταθερά’ φωνητικά της Evira, τις κιθάρες και τα πλήκτρα των Salvatore και Pedal και βεβαίως στα απέριττα ντραμς του Achilles. Καλεσμένοι υπάρχουν, παραγωγή στιβαρή και απαιτητική υπάρχει, ωραία εικαστική δουλειά επίσης υπάρχει, αλλά εκείνο που κυρίως υπάρχει είναι ο ήχος ενός artistic punky σχήματος, περισσότερο artistic και λιγότερο punky, όχι πολύ μακριά από τον ανάλογο της Δυτικής Ακτής των late 70s/early 80s· τους X, τους Alley Cats και όλους τους υπολοίπους, που συνδύασαν τραχύτητα και μελωδία σε συσκευασία μία».
Το ντεμπούτο “Family Life” ήταν (είναι) το πιο poppy άλμπουμ των Abbie Gale· πράγμα που σημαίνει πως το γκρουπ, από ’κει και πέρα, σταδιακώς άρχισε να βαραίνει και να… σκοτεινιάζει (κάπως) τον ήχο του. Οι μελωδίες είναι καθαρές, το τραγούδισμα και η γενικότερη στάση είναι έστω και λελογισμένα… ηλιόλουστη (ακόμη και σε κομμάτια όπως το “The end song”), ενώ και οι folky αδάμαντες δεν απολείπουν (τραγούδια όπως το “Spring” δηλαδή ή το “Harmonica”). Σε γενικές γραμμές το “Family Life” δεν είναι από τις περιπτώσεις εκείνες τις οποίες θ’ αποκαλούσαμε… συμπαθητικό για ντεμπούτο. Είναι ένα πλήρες και ολοκληρωμένο άλμπουμ από μια μπάντα που, λογικώς, πρέπει να δουλεύει τώρα τα νέα της κομμάτια.
Το επόμενο CD διαφέρει από το κυρίως μενού τής Inner Ear. Πρόκειται για μια συλλογή που έχει τίτλο Under the Weather [ΙΝΝ050, 2011] και η οποία δεν περιλαμβάνει tracks βγαλμένα μέσα από τον κατάλογο της πατρινής εταιρείας (όπως θα ανέμενε ο καθείς). Η Μαρία Παρούση, compiler των συλλογών “Into The Clouds” (2005), “A Secret Place” (2005), “Spleen” (2006) και “Watermark” (2007) –δε θυμάμαι να έχω ακούσει κάποιαν απ’ αυτές– επιλέγει 13 tracks, γενικώς χαμηλών τόνων και της πρόσφατης αλλοδαπής παραγωγής (εξαιρείται το “Stormy weather” με την Ivie Anderson από το 1940, που δεν κολλάει, αν και η Παρούση το γεφυρώνει ωραία), προκειμένου ν’ αναπτύξει το concept της. Τα κομμάτια των Eric Truffaz 4tet/Ed Harcourt, Brett Anderson, Gonjasufi (κι αυτός μου ακούγεται κάπως…), Soap & Skin, Moddi, The Divine Comedy, Motorama, My Brightest Diamond, Jay-Jay Johanson, Cortney Tidwell, Hauschka, Lanterns On The Lake είναι λοιπόν αλήθεια πως δημιουργούν ένα περιβάλλον (το οποίον συμπίπτει με τα… τραγούδια περιβάλλοντος, που είχε κατά νουν η επιμελήτρια), πράγμα που σημαίνει πως το “Under the Weather” στέκεται ως πρόταση-συλλογή, κυλώντας με άνεση και στα 53 λεπτά του.
Αλλά και το “Paper Plane Flight Recorder” [INN044, 2011] του LogOut κινείται… εκτός πλαισίων· εκτός rock, post-rock και… τέλος-πάντων-rock πλαισίων εννοώ. Τα τραγούδια του (μπαλάντες που υποστηρίζονται από κλασική κιθάρα και λίγα off ηλεκτρονικά) είναι πρωτόλεια, δίχως να είναι άτεχνα. Απεναντίας, τούτα εμφανίζουν ενδιαφέρουσες μελωδίες, που θα μπορούσε σίγουρα να τα πάνε παραπέρα και κυρίως… παραπίσω. Έχουν δηλαδή έναν loner folky αέρα –αυτόν τον γνωστό μας από τα late sixties και τα seventies, αλλά και τα… όψιμα 00s– καθιστώντας τα σχεδόν μοναδικά (για το εγχώριο σήμερα). Η εσωστρέφειά τους, που δεν υπονομεύεται ούτε από τη στιχουργική τού LogOut, είναι οπωσδήποτε δημιουργική, πράγμα που σημαίνει πως το “Paper Plane Flight Recorder” είναι ένα πλήρες άλμπουμ – κι ας του λείπουν πράγματα. Τραγούδια όπως το “Winter + summer” π.χ. ξεπερνούν κατά πολύ τα πλαίσια ενός δίσκου που, απλώς, βγήκε-για-να-βγει, κι αν υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να επισημάνω, για την περίπτωση του LogOut, τούτο έχει να κάνει μόνο με τις διάφορες περσόνες που προσεγγίζει ερμηνευτικώς ο τραγουδοποιός. Έχω την αίσθηση, δηλαδή, πως οι θεατράλε αφηγήσεις δεν του ταιριάζουν, και πως θα άξιζε ν’ αφήσει στην άκρη τους Antony and the Johnsons κοιτάζοντας ολοταχώς προς την πηγή της folk αφήγησης.

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

XAN CAMPOS TRIO ρομαντική οδύσσεια

Τον ισπανό πιανίστα Xan Campos τον «γνώρισα» ως μέλος του κουιντέτου τού κοντραμπασίστα Paco Charlin, στο ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ (στο Teatro Principal της Pontevedra) υπό τον τίτλο “Visions” [Free Code, 2007]· για το άλμπουμ αυτό είχα γράψει παλαιότερα στο Jazz & Tζαζ (#194).
Ο Campos, γεννημένος το 1987 στο χωριό Cangas της Γαλικίας (ΒΔ Ισπανία) θα ξεκινήσει μουσικές σπουδές στην πατρίδα του από πολύ νεαρός, λαμβάνοντας όλα τα διπλώματα στο πιάνο μέχρι την ηλικία των 21. Ήδη όμως είχε μπλέξει στα live και τη δισκογραφία, αφού το όνομά του το συναντάμε τόσο στο “Tributo a Charlie Parker” [Free Code, 2005] ως μέλος του SPJ Group, όσο και στο “Mandanga Trio” [Private, 2007] ως μέλος του φερώνυμου σχήματος. Ήταν η εποχή που βρισκόταν στη σκηνή συνεχώς, παίζοντας με τους συνεργάτες του στο “Visions”, τον κιθαρίστα Virxilio da Silva και τoν τενορίστα Walter Smith III, οι οποίοι, μαζί με τους Derek Nievergelt (μπάσο) και Marcus Gilmore (ντραμς), δίνουν το 2009 την “Odysseia” [Free Code], ένα ωραίο άλμπουμ, ελληνικού τίτλου, νέο-μποπ προσανατολισμού και μεσόγειου λυρισμού, με το κλασικό “Soul eyes” του Mal Waldron να κάνει στράκες (βγαλμένο για κιθάρα και fender rhodes). Το “Orixe Cero” [Free Code, 2011] είναι το πλέον πρόσφατο άλμπουμ του Xan Campos, ο οποίος, εδώ –μαζί με τους Horacio Garcia μπάσο και Iago Fernandez ντραμς, το τρίο του δηλαδή–, πραγματικά μεγαλουργεί· δεν πρόκειται περί υπερβολής. Τρεις νέοι, να τους πούμε, μουσικοί (ο Campos είναι 24 ετών) σε πρωτότυπο υλικό, με έντονη διάθεση για προσωπική κατάθεση.
Η πρόοδος που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια στο jazz circuit της Ευρώπης είναι τεράστια (κάτι που διαπιστώνεται και σε κάθε διοργάνωση του Euro-Jazz της Αθήνας). Και δεν συζητώ για τις γνωστές και αναγνωρισμένες σκηνές της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Βρετανίας (ή όποιες άλλες), αλλά για εκείνες των περιφερειών, που (κρίνοντας και από την ημετέρα) δείχνει να καλύπτουν με ταχύτητα το όποιο χαμένο έδαφος. Τι πράττουν λοιπόν στο “Orixe Cero” οι νεαροί Ισπανοί, προτείνοντας κατεύθυνση; Το εξής απλό. Οικοδομούν ένα jazz CD, συχνά με τη λογική ενός rock άλμπουμ (και folk, και romance, και… και…), υψώνοντας τα vibes (όπως κάνουν πολλά, εξάλλου, jazz trio του καιρού μας). Και τούτο όχι με το να χρησιμοποιούν έτερο βοηθητικό και ενισχυτικό εξοπλισμό, αλλά μόνον τα όργανά τους (πιάνο, μπάσο, ντραμς, άντε και το fender rhodes, που χειρίζεται πάντα ο Campos). Έτσι, λοιπόν, παρότι έχουμε να κάνουμε μ’ ένα από τη φύση του jazz άλμπουμ, ακούγοντας μία-μία τις συνθέσεις, αρχίζει κανείς ν’ αντιλαμβάνεται τι παίζει στο μυαλό των Ισπανών.
Στο εισαγωγικό “Acrofobia” π.χ. οι επαναλαμβανόμενες πιανιστικές νότες της εισαγωγής, δίδουν τη θέση τους σ’ ένα rock ρυθμικό υπόστρωμα, πάνω στο οποίον απλώνονται απολαυστικά, περιγραφικά soli (στο πιάνο). Στο “B61” η αφηγηματικότητα της σύνθεσης είναι προφανής, όπως και οι κλασικές αναφορές της. Στην “Acrofilia”, κατ’ αναλογία με την “Acrofobia”, το rhythm section είναι η βάση επί της οποίας κτίζει ο Campos, σολάροντας στο fender rhodes (το οποίο, στις εσχατιές της παραμόρφωσής του, παράγει ηχοχρώματα ηλεκτρικής κιθάρας). Η πιανιστική romance α λα Debussy στο “A arbore imperialista” φανερώνει φυσικά το αισθητικό εύρος του Ισπανού (πρόκειται για μία σύνθεση μαγική, υψηλού συναισθηματικού εκτοπίσματος). Τo Caos magnetico”, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του εξάλλου, αποτελεί την πιο avant στιγμή του άλμπουμ. Χωρίς να απολείπουν τα mellow patterns (απεναντίας), τα ακουστικά ρυθμικά εφέ παρέχουν στη σύνθεση έναν κάπως improv αέρα. Οι “Tapia & Flik” και “Nus” ίσως είναι οι πιο καθαρόαιμες jazz συνθέσεις του “Orixe Cero”, κοντά στο Jarrett-ικό στυλ, με την “Irreversibel” που ακολουθεί, να επαναφέρει στο προσκήνιο την πιανιστική αφηγηματική γλαφυρότητα. Το έσχατο track, η “Dulce Pepita”, αποτελεί και τη μοναδική version τούτου του απλού, απολαυστικού CD – μία σύνθεση τού παππού του συνθέτη, ντράμερ Juan RialPalleiro”, ενός από τους πρώτους ανθρώπους που έπαιξαν jazz στη Γαλικία, στα χρόνια του ’50.
Ένα από τα 4-5 ωραιότερα jazz άλμπουμ που άκουσα τον τελευταίο χρόνο. Επαφή: www.xancampos.com

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

δύο εξτρεμισμοί της Leo

Ο Γερμανός Gebhard Ullmann είναι ένας από τους πιο προχωρημένους κλαρινίστες της improv και avant σκηνής. Πριν λίγο καιρό, όντας μέλος του γκρουπ BassX3 –πρόκειται για ένα… μπάσο σχήμα όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, αποτελούμενο εκ των Chris Dahlgren κοντραμπάσο, αντικείμενα, Clayton Thomas κοντραμπάσο, αντικείμενα και Gebhard Ullmann μπάσο κλαρίνο, μπάσο φλάουτο– κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Transatlantic” [Leo, 2012], το οποίο είναι ζωντανά ηχογραφημένο, όπως συμβαίνει συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σε στούντιο στο Βερολίνο την 14/8/2009. Improv σχήματα αυτού του τύπου, των παράξενων settings δηλαδή, έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Βασικά την καθολική επικοινωνία των συμμετεχόντων, η οποία έχει σφυρηλατηθεί μέσα από την παρουσία τους σε ποικίλους σχηματισμούς, την παραγωγή καινών ή καινοφανών ήχων που προέρχονται από το ακραίο, ενίοτε, παίξιμο των οργάνων (απροσδιόριστα ηχοχρώματα – αν δεν είσαι επιτόπου δύσκολα αντιλαμβάνεσαι την προέλευση εκείνων που ακούς).
Στο εναρκτήριο “Transatlantic (Part one)” το ηχητικό αποτέλεσμα σου δίνει την αίσθηση μιας ηλεκτρακουστικής κατασκευής, βασικό συστατικό της οποίας είναι οι βόμβοι και οι αναδράσεις. Στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτα απ’ αυτά. Ο κάπως (χαμηλών τόνων) εργοταξιακός ήχος προέρχεται απλώς από μία τιθάσευση, μία φραγή του παικτικού δυναμικού. Στο “The thing” η κατάσταση τείνει προς τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό, με τον Ullmann να μελωδεί, πάνω σε αρκομπάσα υποστρώματα. Στο “The no piece” το μπάσο φλάουτο, που θα μπορούσε να μοιάζει με μπανσούρι, κρατά ανοικτό το αρχικό μελωδικό πλαίσιο, πριν αρχίσει να κλείνει αυτό (το πλαίσιο), σταδιακώς, μέσα σ’ έναν κυκεώνα από (δήθεν) κρουστά εφφέ πάνω από ένα μπάσο κοντίνουο. Το 12λεπτο “The epic” ξεκινά με παράξενους ήχους (κάτι σαν glockenspiel) πριν αρχίσει να γεμίζει από το κλαρίνο και τα δύο κοντραμπάσα. Το “Transatlantic (Part two)” συνεχίζει από ’κει όπου σταμάτησε το πρώτο μέρος – μία συνεχής, σαν βόμβος, γραμμή, που σπάει από τα χτυπήματα στις τάπες του μπάσο κλαρίνου, την ώρα κατά την οποίαν τα δύο “Berlin is full of lonely people”, με τον κάπως ελεγειακό τους χαρακτήρα, προβάλλουν μίαν άλλη διάσταση του τρίο. Το έσχατο γιγαντιαίο (σχεδόν 20λεπτο) “Transatlantic (Part three)” είναι μία προβολή στο άπειρο των δύο προηγούμενων… υπερ-ατλαντικών. Το συνεχές και ακαταπόνητο υπόστρωμα που υφαίνουν τα δύο κοντραμπάσα (και ό,τι άλλο) είναι η προσφερόμενη βάση επί της οποίας θα κτίσει ο Ullmann (βασικά με φυσήματα, που παράγουν τον ήχο της ανάδρασης).
Ως Voices & Tides αναγνωρίζονται η Franziska Baumann φωνή, ηλεκτρονικά και ο Matthias Ziegler φλάουτο, μπάσο και κοντραμπάσο φλάουτο, λούπες. Έως ώρας το ελβετικό ντούο έχει κυκλοφορήσει δύο CD, το πρώτο που είχε ως τίτλο το όνομά τους [Leo, 2007] και το “Tidal Affairs” [Leo, 2010], αμφότερα ενταγμένα εντός των πλαισίων της improv music· εκείνης, τέλος πάντων, που μπορεί να οριοθετηθεί ψυχο-αισθητικώς από το φλάουτο, τη φωνή και τα ηλεκτρονικά.
Ζωντανά ηχογραφημένοι σε στούντιο και σε πραγματικό χρόνο (εννοώ δίχως εκ των υστέρων επεξεργασίες, overdubs και τα τοιαύτα), οι Voices & Tides παράγουν ένα απολύτως περιπετειώδες άκουσμα, στηριγμένο φυσικά στον αυθορμητισμό και τη δημιουργική τους φαντασία. Παράξενοι ήχοι, ανέλπιστα τίμπρε, απροσάρμοστοι βοκαλισμοί, απουσία οιουδήποτε αρμονικού σχεδιασμού, ψήγματα μελωδισμού που ανατρέπονται πάνω στην ολοκλήρωσή τους, γενικώς (γενικώς λέω) μία εικονοκλαστική διάθεση που κονιορτοποιεί τα πάντα (σχεδόν) στην εμφάνισή της. Στο διάρκειας 11:25 “Plasma chat”, πάντως, αλλά και στα δύο επόμενα (και έσχατα) κομμάτια του CD, το αποτέλεσμα είναι περισσότερο συμβατικό, αποπνέοντας έναν κάπως kraut ταξιδευτισμό, ανακατωμένον άλλοτε με οπερατικά φωνητικά και άλλοτε με «υπό» λαρυγγισμούς, ψιθύρους και κατακερματισμένους φθόγγους, παρέχοντας, κατά τόπους, μιαν αλλόκοτη αίσθηση «σόλο πολυφωνίας».
Επαφή: www.leorecords.com

Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ θεατρίνοι

Φοβερός ο δίσκος των Μωρά Στη Φωτιά, εκείνος ο παλαιός στην Ano Kato από το 1987. Το «Αδέλφια στην Κόλαση» και το «Μανιφέστο» είναι ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια της δεκαετίας του ’80· και όλος ο δίσκος εξάλλου, που αποτελεί μια βαθειά υπόκλιση στον ήχο του Brian Eno των πρώτων τραγουδιστικών LP του. Τον ξανάκουσα μετά από πολύ καιρό, πριν ρίξω στο πικάπ το δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος το «Θεατρίνοι», που πρωτοκυκλοφόρησε σε CD το 1999 από τη Lazy Dog, και που επανατυπώνεται τώρα σε LP (420 αντίτυπα) από τις Labyrinth of Thoughts/ B-Other Side (με την άδεια της Baby Records, της εταιρείας που οδηγεί από το 2004 ο Στέλιος Σαλβαδόρ, ο leader ας πούμε του συγκροτήματος).
Δεν πρέπει να είχα ακούσει ολάκερους τους «θεατρίνους» την εποχή που πρωτοβγήκαν (απλώς κάποια τραγούδια ξέμπαρκα στην αρχή, μερικά στο YouTube αργότερα, και αλλού – έτσι δεν μπορείς να εκτιμήσεις εις βάθος), άρα, για μένα, είναι ένας καινούριος δίσκος. Κατ’ αρχάς να πω πως από την πρώτη line-up του συγκροτήματος (Στέλιος Σαλβαδόρ μπάσο, φωνή, Παύλος Παυλίδης κιθάρα, Γιώργος Παπαϊωάννου ντραμς) παραμένει, εδώ, μόνον ο Στέλιος «Σαλβαδόρ» Παπαϊωάννου, με την ομάδα να συμπληρώνεται από τους Θανάση Ζαχαρόπουλο ντραμς, Αχιλλέα Β. Τσίτουρα πλήκτρα και Θάνο Νάτσικα κιθάρες. Μία πρώτη κρίση. Ο δίσκος είναι εξαιρετικός. Δεν ξέρω αν είναι εφάμιλλος του… από το ’87 (θα χρειαστεί κάποιος χρόνος για να σιγουρευτώ), εκείνο που ξέρω είναι πως περιέχει τραγουδάρες. Ακούγοντας τρεις φορές, στη σειρά, την πρώτη πλευρά δεν μπορώ να ξεχωρίσω κομμάτι. Τέλεια δεμένο κιθαριστικό rock, με τα πλήκτρα να παρεμβαίνουν ανά σημεία, εξαιρετικοί στίχοι, ερμηνείες που σού μένουν με την πρώτη. Το μεγάλο προσόν του Σαλβαδόρ ως τραγουδοποιού (πέραν των άξιων στίχων που γράφει) είναι ο τρόπος που συνθέτει. Τα κομμάτια του είναι περιπετειώδη. Δεν ακολουθούν τετριμμένες λογικές, δεν στηρίζονται σε μια μελωδία, ή σ’ ένα ρυθμικό σχήμα, έχουν κοψίματα, αλλαγές, έχουν σημεία, στιγμές όπου απογειώνονται. Δηλαδή, από ένα υψηλό επίπεδο μεταβαίνουν σ’ ένα υψηλότερο. Στριφογυρνά στο μυαλό μου η «Γυναίκα», το «Μόνος σου ξανά», η «Βαβυλωνία», τα «Διλήμματα» και πάνω απ’ όλα η μελοποίηση στο «Θεατρίνοι Μ.Α.» του Γιώργου Σεφέρη. Η ενσωμάτωση των λόγων του ποιητή στο όραμα του Σαλβαδόρ είναι απόλυτη. Θα την αποκαλούσα συγκλονιστική. Πολύ μεγάλη στιγμή, απ’ όποια πλευρά και να τη δεις.
Πηγαίνω στη δεύτερη πλευρά. Αν είναι του αυτού επιπέδου, τότε θα… αλλά ας μην προτρέχω. «Ο χαμαιλέων» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη μού προκαλεί τις ίδιες σκέψεις. Ο Σαλβαδόρ δεν μελοποιεί τυχαίως. Επιλέγει από τους «ξένους» στίχους μόνον όσους μπορεί να προσαρμοστούν, άνευ δυσκολιών, στα δικά του (μουσικά) μέτρα. Το τραγούδι είναι αξεπέραστο. Δεν είναι η ερμηνεία και ο τρόπος που τονίζονται φράσεις (και νοήματα), με τις λέξεις να αποκαλύπτουν πολλαπλές μελωδικότητες, είναι το ηχητικό ένδυμα που περιγράφεται ή υπονοείται (τι θα συνέβαινε άραγε σε μιαν άρτια παραγωγή που δεν θα φειδόταν χρημάτων;), δεν είναι το μοιραίο δίστιχο «σ’ όσους και να πάω τόπους/ ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους», είναι η συνολική λειτουργία του τραγουδιού που ευφραίνει τη ψυχή, που σε αναγκάζει αμέσως να το ψιθυρίσεις. Ακόμη και το «Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο» σε ποίηση Κώστα Καρυωτάκη, που χρειάστηκε να το ακούσω κάμποσες φορές, γιατί με ξένισε κάπως το επιθετικό του ύφος, το βρήκα εν τέλει ταιριαστό με το ειρωνικό, σαρκαστικό πνεύμα των λόγων. Δυνατό τραγούδι και τα «Funk πάθη», με στίχους που καίνε («φόβοι και θόρυβοι, κλέφτες κι εχθροί/ αθώοι κι ένοχοι, σ’ ένα κελί»), όπως και το «Ανδρείκελα», αλλά και «Ο ηλεκτρονικός άνθρωπος ελέφαντας».
Το συμπέρασμα δεν μπορεί παρά να είναι ένα. Έλειψαν ελάχιστα από τους «θεατρίνους» (σίγουρα, μερικά όργανα, οπωσδήποτε μία επιφανέστερη αρχική παραγωγή) για να καταγραφούν ως ένα ύπατο ελληνικό άλμπουμ· όχι πως τώρα δεν είναι. To rock, επί του προκειμένου, είναι το λιγότερο. Ή το περισσότερο. Όπως το βλέπει ο καθείς…
Ένας Σεφέρης κι ένας Ελύτης για το τέλος…

  www.labyrinthofthoughts.gr, www.b-otherside.gr

Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

DAVID AXELROD μουσικές με design

Πριν λίγες μέρες ένας αναγνώστης του περιοδικού μού ζήτησε τηλεφωνικώς να του προτείνω μερικούς δίσκους του David Axelrod. Του είπα. Συγχρόνως θυμήθηκα κι ένα κείμενο που είχα γράψει για την περιπτωσάρα του αμερικανού συνθέτη πριν μερικά χρόνια (Jazz & Τζαζ τεύχος 153, 12/2005), το οποίον, αφού το ανασύρω, το προσαρμόζω κάπως και το αναδημοσιεύω…
Ακούγοντας λοιπόν τις groovy, με μία νοσταλγική αύρα να τις χαϊδεύει, μουσικές του David Axelrod, κυρίως από τα χρόνια του στην Capitol (1966-1970), αναρωτιέται κανείς τι άραγε είναι εκείνο που εμποδίζει, σήμερα, το να παράγονται τέτοιοι ήχοι. Το κυνήγι του εφήμερου; Η επιτυχία για την επιτυχία; Η απουσία οράματος; Ή μήπως η έλλειψη ταλέντου, που να συνδέεται απ’ ευθείας με μία φυσική διαδικασία; Τείνω προς το τελευταίο, επισημαίνοντας την αδυναμία, πια, του να συγκινούμαστε από τα απλά πράγματα, τις καθαρές γραμμές. Στην περίπτωση όμως του David Axelrod υπάρχει και κάτι ακόμη, που κάνει αυτομάτως τις μουσικές του (εκείνης της περιόδου) να βρίσκονται διαρκώς στην πρώτη ζήτηση. Η pop διάστασή τους, ή, άλλως, η τοποθέτησή τους στο κέντρο ενός τετραγώνου, οι γωνίες του οποίου γράφουν “jazz”, “rock”, “classical”, “exotica” – πράγμα όχι σύνηθες για την εποχή, αλλά πολύ φυσικό για τον Axelrod που ένοιωθε το ίδιο κοντά στο hard-bop και την soul jazz του Cannonball Adderley, στο ψυχεδελικό rock των Electric Prunes, στο ρομαντισμό του Debussy ή του Fauré, στην πασιφική ατμόσφαιρα του Baxter ή του Denny. Αποτέλεσμα αυτής της ολιστικής προσέγγισης ήταν η δημιουργία μιας φόρμας, που ήρθε να διαδεχθεί την space-age pop των προηγουμένων χρόνων, σκορπώντας στο lounge του καλοπερασάκια τα καλύτερα μπαχάρια.
Ο «Ευρωπαίος» Axelrod, κυρίως στις προσωπικές δουλειές του, αλλά και στις περισσότερες των παραγωγών του, θα διαγράψει μία ξεχωριστή πορεία, η ολοκλήρωση της οποίας συμπίπτει με το λεγόμενο πέρας της αθωότητας. Μάλιστα, την τελευταία δεκαετία το σκάψιμο που συντελείται στο ηχητικό επιστητό θα επαναφέρει και πάλι στο προσκήνιο τον σημαντικό δημιουργό, ο οποίος όχι μόνο ξαναμπαίνει στο στούντιο, αλλά βλέπει και το παλαιό του έργο να επανεκτιμάται όπως πρέπει, να επανεκδίδεται σε LP και σε CD, να απασχολεί DJs και απλούς ακροατές με τη δύναμη τού design του.
Γεννημένος το 1931 (ή κατ’ άλλους το 1933) στο Hollywood, ο Axelrod θα ανακατευτεί από πολύ νωρίς (1956) με τις παραγωγές, αν και μόλις το 1964 θα του δοθεί η δυνατότητα για κάτι περισσότερο σημαντικό, όταν θα καταλάβει υψηλή θέση στα κλιμάκια της Capitol στο L.A. Έχοντας την υποστήριξη του προέδρου της Allen W. Livingstone, ο Axelrod αναλαμβάνει καθήκοντα στο μαύρο τμήμα της εταιρείας, βγάζοντας διαμάντια. Πουλέν, ο Lou Rawls που πουλάει σαν τρελός, επιτρέποντας στον Axelrod να θέσει σε κίνηση τα πιο προσωπικά του σχέδια. Fan της jazz, δεν χάνει την ευκαιρία όταν ο Cannonball Adderley έρχεται στην Capitol μετά το 1964 (αν και ο Adderley πρωτοεμφανίστηκε στο label μ’ ένα άλμπουμ της Nancy Wilson, το 1961) να κάνει την παραγωγή σ’ ένα ξακουστό LP των sixties, στο “Mercy, Mercy, Mercy!/ Live atThe Club’” του 1966 (το “Mercy, mercy, mercy” ήταν βεβαίως το γνωστό θέμα του Joe Zawinul), δημιουργώντας ακόμη μία εμπορική επιτυχία, ένα διαχρονικώς καλοπουλημένο jazz άλμπουμ. Οι φίλοι του rock θα γνωρίζουν τον David Axelrod από τη συνεργασία του με τους Electric Prunes στα θρησκευτικά άλμπουμ “Mass in F Minor” [Reprise, 1968] και “Release of An Oath” [Reprise, 1968] (ο Axelrod δεν έκανε την παραγωγή, έγραψε όμως όλα τα κομμάτια και ενορχήστρωσε). Αλλά και οι φίλοι του πρώιμου ethnic θα έχουν ακουστά, οπωσδήποτε, για την κυρία Leta Mbulu, μία ηρωίδα της afro-pop από τη δεκαετία του ’60, η οποία κάτω από την καθοδήγηση του Axelrod παρουσίασε όντως πρωτότυπες ηχογραφήσεις.
Και με τις αυστηρώς δικές του ιδέες τι γινόταν όμως; Παραλλήλως λοιπόν με τις παραγωγές ο Axelrod ξεκινά το προσωπικό του ταξίδι, δημιουργώντας μέσα σε τρία χρόνια τρία θαυμάσια άλμπουμ ενός μοναδικού, όσο και ελκυστικότατου pop fusion, τα “Song of Innocence” (1968), “Songs of Experience” (1969) και “Earth Rot”(1970) –όλα στην Capitol– μεταφέροντας αύρα Morricone στα αμερικανικά ορχηστρικά συντρίμμια. Αυτό ήταν! Αν και όπως διαβάζω στο booklet της συλλογής “The Edge” [Capitol Jazz, 2005], από το οποίο δανείστηκα και κάποια στοιχεία, όταν καταχώριζαν τον Axelrod στο fusion του καιρού του ο ίδιος τσατιζόταν. Θεωρούσε ότι έπραττε κάτι όπως εκείνο των τριτο-ρευματικών (Gunther Schuller, John Lewis κ.λπ.), οι οποίοι έφερναν σε επικοινωνία την κλασική με την jazz. Ναι όντως. Με μία μόνη διαφορά. Ο τύπος έγραφε ελαφρά μουσική για τον πολύ κόσμο…
Σε κάθε περίπτωση πάντως, όλα τα παραπάνω μπορεί να λειτουργήσουν μόνον ως αφορμή για ένα περαιτέρω ψάξιμο. Ένα ψάξιμο που θα ξεκινά φερ’ ειπείν από τους άξιους ψυχεδελικούς Common People του “Of the People/ by the People/ for the People from The Common People” [Capitol, 1969] –ο Axelrod αναφέρεται στα thanks– και τους Pride με το φερώνυμο άλμπουμ [Warner Bros, 1970], για να καταλήξει στο all girl γκρουπ The Four King Cousins με το “Introducing…” [Capitol, 1968] και στον ορλεανικό soulman/funkster Willie Tee με τοIm Only a Man” [Capitol, 1968]. Φυσικά, όλο και κάτι ψιλά θα υπάρχουν ενδιαμέσως…

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

ΧΑΪΝΗΔΕΣ του αγρού και του άστεως

Σημαντικός δίσκος. Ένας από τους καλύτερους της προηγούμενης χρονιάς. Στο διπλό CD των Χαΐνηδων αναφέρομαι, το «Αγροτοκτηνοτροφικά & Μητροπολιτικά» [ΜΒΙ, 2011], ένα άλμπουμ που επιβάλλει τον Δημήτρη Αποστολάκη (βασικός συνθέτης-στιχουργός του γκρουπ) ως έναν από τους ισχυρούς πόλους του σύγχρονου ελληνόφωνου τραγουδιού. Δεσμώτης, αιχμάλωτος της κρητικής μουσικής παράδοσης, αλλά ταυτοχρόνως και ανοικτός στους ήχους της πόλης, ο Αποστολάκης, και βεβαίως οι άνθρωποι που είναι δίπλα του, συγκροτούν μία ακατανίκητη ομάδα κρούσης, που ώρες-ώρες μοιάζει να παίζει άνευ αντιπάλου.
Ξεκινώντας από το πρώτο 74λεπτο CD, θα έλεγα πως κάθε ένα από τα δώδεκα τραγούδια (που είναι εμπνευσμένα γενικώς και ειδικώς από παραδοσιακούς σκοπούς – όχι μόνο κρητικούς) είναι και μία ξεχωριστή περιπέτεια. Εξαιρετικοί τραγουδιστές-ερμηνευτές (Ζαχαριουδάκης, Ψαραντώνης, Ψαρογιώργης, Τζουγανάκης, Παπαδάκης, Αποστολάκης, Αβυσσινός, Κώτη…), μελωδίες που σε ταξιδεύουν, λόγια λαϊκώς ποιητικά, βγαλμένα με τον τρόπο της μαντινάδας και με την υψηλότερη αισθητική συγκρότηση. Όλα τα κομμάτια είναι έξοχα, αλλά κάποια είναι εξοχότερα, όπως οι «Κοντυλιές του Ιερώνυμου Μονκ», το «Βαρύς πολυθεανός αμανές», το «Καλαματιανό του δειλινού», οι «Κοντυλιές του Δον Χουάν Αντόνιο Κασέρες», το «Ριζίτικο της γερακίνας», που μας εισάγει κατά μίαν έννοια και στο δεύτερο μέρος…
Εδώ, στα «Μητροπολιτικά», που διαρκούν 54 λεπτά, οι Χαΐνηδες πραγματοποιούν το δικό τους σάλτο. Φυσικά, είχαν δείξει και αποδείξει την αστική διάσταση της τραγουδοποιίας τους και σε προηγούμενα άλμπουμ, όμως στο παρόν (με τη συμβολή και του Θοδωρή Ρέλλου) ανεβαίνουν πιο ψηλά με το «Εαρινό» και τα «Λιοντάρια». Στο τελευταίο (ζεϊμπέκικο) κομμάτι του CD, ο Αποστολάκης τα χώνει ελαφρώς και στους… κριτικούς γενικώς (που δεν αποφαίνονται με την καρδιά, όπως υπονοεί). Ας σηκώσω ευγενώς το γάντι και ας πω πως με την καρδιά αγαπάμε βεβαίως, αγαπητέ Αποστολάκη, αλλά σκεφτόμαστε με το μυαλό. Γι’ αυτό και βάζουμε υψηλό βαθμό στα «Αγροτοκτηνοτροφικά» σου…

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ADAM PIERONCZYK για τον Komeda

Η μουσική του Krzysztof Komeda είναι διαρκώς παρούσα στην πολωνική σκηνή της jazz (ας επικεντρωθώ δηλαδή στην Πολωνία και στην jazz σκηνή της). Υπήρξε δηλαδή τόσο καθοριστική για τη γέννηση, την εξέλιξη και την ταυτοποίησή της, ώστε θα ήταν περίπου αδιανόητο ν’ αναζητηθεί κάποιος μουσικός της χώρας που να μην έχει μελετήσει το συγκεκριμένο έργο, που να μην έχει επηρεαστεί, κατ’ επέκταση, από τις βασικές του παραμέτρους. Αρκεί να σκεφθούμε πως ένα μόλις χρόνο μετά τον πρόωρο θάνατο τού Komeda, ο συνοδοιπόρος του τρομπετίστας Tomasz Stanko αφιέρωσε ένα ολάκερο άλμπουμ στη μνήμη του –αναφέρομαι στο “Music for K” [Muza, 1970] στο οποίο συνέπραξαν, εκτός του Stanko, οι Zbigniew Seifert, Janusz Muniak, Bronislaw Suchanek και Janusz Stefanski–, δίχως να λησμονώ την “Litania” του [ECM] είκοσι επτά χρόνια αργότερα (1997), μέσω της οποίας αναζωογονήθηκαν συνθέσεις από τα soundtracks που παρέδωσε ο Komeda, ή εμβλήματα όπως το “Svantetic”. Ακόμη, θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφερόμουν στο κουιντέτο Komeda Project –ένα κατά το μάλλον ή ήττον tribute γκρουπ που έχει δώσει δύο άλμπουμ μέχρι σήμερα, το “Crazy Girl” (2007) και το “Requiem” (2009), αμφότερα για την WM Records–, όπως επίσης και στον πολωνό πιανίστα Leszek Mozdzer  με το έργο του “Komeda” [ACT Music, 2011], που επαναφέρει τον πιανιστικό λυρισμό του τρανού απόντα στο προσκήνιο. Υπάρχει όμως και κάποιος-κάτι ακόμη. Ένας μουσικός, ο σαξοφωνίστας (και συνεργάτης του Tomasz Stanko) Adam Pierończyk, κι ένα CD ξεχωριστό, το “Komeda - The Innocent Sorcerer” [JazzWerkstatt, 2010], με το οποίο θα ολοκληρώσουμε τον κύκλο για την ώρα.
Αν υπάρχει κάτι που να διαφοροποιεί την προσέγγιση του σοπρανίστα-τενορίστα Adam Pierończyk στις μουσικές του Komeda από τις όποιες προηγούμενες, τούτο έχει να κάνει με το γεγονός της απουσίας τού πιάνου από το σχήμα του (σε πρώτη φάση σημαντικό). Δύο σαξοφωνίστες, ο Pierończyk και ο τενορίστας Gary Thomas, ο κιθαρίστας Nelson Veras, ο κοντραμπασίστας Anthony Cox και ο ντράμερ/ percussion player/ δακτυλογράφος Lukasz Zyta είναι το παικτικό προσωπικό, που αναλαμβάνει να αναπλάσει το “Kattorna”, το “Crazy girl” και όλα τα υπόλοιπα, μεταφέροντάς μας περισσότερο την αίσθηση των συνθέσεων του Πολωνού και όχι αυτό καθαυτό το ηχοχρωματικό τους πλέγμα. Όπως γράφει και ο Bert Noglik στις σημειώσεις: “Adam Pierończyk approaches Komeda by trying to understand the essence of his music rather than attempting to imitate his sound”. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν το “Wicker basket” που ανοίγει το άλμπουμ (γραμμένο, αρχικώς, για ένα cartoon του Mirosław Kijowicz από το 1965) διακρίνεται για την κάπως εσωστρεφή του διάθεση, την ώρα κατά την οποίαν το “Kattorna” (από την φερώνυμη, ομοερωτικώς προχωρημένη, ταινία του Henning Carlsen και φυσικά από το LPAstigmatic”), στηρίζεται βασικά σε μία συνομιλία σαξοφώνων (σοπράνο από τον Pieronczyk, τενόρο από τον Thomas), με το σοπράνο να προβάλλει την κλασική μελωδική γραμμή. Στο “Sleep safe and warm” από το “Rosemarys Baby” (1968) του Roman Polanski η ωραία κιθαριστική εισαγωγή παρέχει σταδιακώς χώρο για ένα κάπως avant ξεπέταγμα, με τη… γραφομηχανή να κρατάει το tempo, το κοντραμπάσο να δημιουργεί ένα (ηχητικό) βάθος πεδίου και με τα σαξόφωνα να γεμίζουν, πάνω σε μιαν εύπλαστη κατά τα λοιπά βάση. Το “Crazy girl” πρωτακούστηκε στο Jazz Jamboree του 1961 από το τρίο του Komeda (Lech Dudziak ντραμς, Roman Dylag μπάσο), με τον Bernt Rosengren στο τενόρο, για να συμπεριληφθεί και στο soundtrack της ταινίας του Polanski “Nóz w wodzie” (Μαχαίρι στο νερό), την επόμενη χρονιά. Αργότερα δε μπήκε και στο άλμπουμ “Ballet Etudes the Music of Komeda” [DEN. Metronome MLP 15132] του 1963, όταν δίπλα στον πολωνό πιανίστα βρέθηκαν οι Jan Wroblewski τενόρο, Roman Dylag μπάσο και Rune Carlsson ντραμς. Από τις πιο γνωστές συνθέσεις του Komeda – εδώ και από τις πιο περιχαρείς. Το “After the catastrophe” γράφτηκε στην Κολωνία προς τα τέλη του ’67 και πιθανώς να πρωτοηχογραφήθηκε για το Polish Radio το Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς. Έτσι όπως ακούγεται εδώ είναι, ίσως, το πιο προχωρημένο κομμάτι τού “The Innocent Sorcerer”. Το “Roman II” (1958) είναι μία παλαιά σύνθεση του Komeda, τούτο όμως σε τίποτα δεν την εμποδίζει ν’ ακούγεται, στ’ αυτιά μου τουλάχιστον, εντελώς σημερινή. Το “Kattorna reprise” που κλείνει το άλμπουμ είναι το track εκείνο που προσεγγίζει, ως αίσθηση, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο το αυθεντικό κλίμα των παλαιών εγγραφών (και όχι γιατί δεν διαθέτει μπάσο-ντραμς). Είναι περισσότερο η καθαρότητα του σοπράνο και της κιθάρας, που εναποθέτουν μία ζεστή, οικεία αίσθηση.