Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

όψεις του νέου rock

Η Creative Eclipse PR είναι μια γερμανική εταιρεία, η οποία διανέμει ποικίλα labels από την Ευρώπη (Σουηδία, Ισπανία, Γερμανία, Μεγάλη Βρετανία, Βέλγιο…), την Αμερική και την Αυστραλία, που αφορούν στο νέο rock και τη νέα jazz. Δύο από αυτές τις ετικέτες είναι η ισπανική Aloud Music Ltd. και η γερμανική Denovali Records, στην οποίαν ηχογραφούν συγκροτήματα και μουσικοί με αναφορές που ξεκινούν από τον Arvo Pärt και τον γενικότερο ECM-ήχο, για να καταλήξουν στον Brian Eno και τους Einstürzende Neubauten. Τέτοια γκρουπ είναι οι Αυστραλοί A Dead Forest Index, οι Alvaret Ensemble (με μέλη από την Γερμανία, τη Βρετανία και την Ολλανδία), οι Βρετανοί Blueneck, καθώς και οι Ισπανοί Toundra
Η Denovali Records ιδρύθηκε το 2005 κι έχει ως βάση της τη γερμανική πόλη Wenden. Όπως γράφουν στο site της οι άνθρωποι που την δημιούργησαν τα ενδιαφέροντά τους είναι ποικίλα ξεκινώντας από τους «σκοτεινούς» αυτοσχεδιαστικούς-πειραματικούς ήχους, την ambient, την drone music ή την electronica και καταλήγοντας στην jazz και στις σύγχρονες συνθέσεις για πιάνο και έγχορδα. Πάμε, όμως, στις λεπτομέρειες…
Οι Alvaret Ensemble είναι ένα νέο αυθόρμητο κουαρτέτο που κινείται σε electro-ambient/neo-classical περιβάλλοντα. Αποτελούνται εκ των Greg Haines πιάνο, ακορντεόν, Jan Kleefstra φωνή, απαγγελίες, Romke Kleefstra κιθάρες, εφφέ και Sytze Pruiksma κρουστά (υπάρχουν ακόμη «βοήθειες» σε τρομπόνι, βιολί και εκκλησιαστικό όργανο), με το φερώνυμο άλμπουμ τους (2012) να κυκλοφορεί και σε 2LP. Ας πω από την αρχή πως το άκουσμα κινείται σε αργά tempi, καθώς αναπτύσσεται εκμεταλλευόμενο την άπλα του χρόνου. Οι μελωδίες είναι «ανοιγμένες», στηριζόμενες σε λίγες πιανιστικές νότες, με το ακορντεόν να έχει ένα πολύ ιδιαίτερο, αλλά όχι αμέσως αναγνωρίσιμο ρόλο. Γενικώς, όλα τα όργανα (ακόμη και τα ηλεκτρονικά) ακούγονται σαν «ξεπνεομένα», οδηγημένα μέσα από τις επαναλήψεις στην συγκρότηση μιας minimal ατμόσφαιρας, την οποίαν επιχειρούν να διασπάσουν από καιρού εις καιρόν (τα ίδια τα όργανα) με κάποια λελογισμένα κρεσέντα. Η αφήγηση έχει οπωσδήποτε κινηματογραφική ροή – και είναι αλήθεια πως η μουσική των Alvaret Ensemble δημιουργεί εικόνες, αλλά, μάλλον, δεν είναι αυτό το πιο σημαντικό. Ίσως, σημαντικότερο όλων να είναι η πίστη του συγκροτήματος σ’ έναν ήχο, που να μην εντάσσεται ολοφάνερα κάπου, αλλά να… παραπλανά με τον ανεπαίσθητα ευμετάβλητο χαρακτήρα του. Όσον αφορά στους μουσικούς του κουαρτέτου, ο Haines είναι Βρετανός, αλλά ζει στο Βερολίνο. Ηχογραφήσεις του διατίθενται από τις Miasmah, Sonic Pieces και Preservation, έχει εμφανισθεί σε κονσέρτα στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Αυστραλία, ενώ ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς του αφορά σε μουσικές για μπαλέτα. Τα αδέλφια Kleefstra είναι μέλη μιας ολλανδικής improv-experimental μπάντας, των Piiptsjilling, ενώ έχουν συνεργαστεί με τους Peter Broderick, Nils Frahm κ.ά. Τέλος, ο Pruiksma έχει σπουδάσει κλασικά κρουστά και είναι μέλος των Royal Concertgebouw Orchestra και Dutch Philharmonic Orchestra.
Οι Blueneck δεν είναι καινούριο συγκρότημα (έχουν παίξει μάλιστα κανα-δυο φορές και στην Αθήνα). Σχηματίστηκαν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας κάπου στο North Somerset, έχοντας ηχογραφήσει έως σήμερα τέσσερα άλμπουμ (το τέταρτο είναι αυτό για το οποίο θα κάνω λόγο παρακάτω). Κουαρτέτο βασικά (Duncan Attwood, Ben Paget, Johnny Horswell, Ben Green) –αν και αυξάνονται επί σκηνής (Michael Maidment) για τις ανάγκες των live–, οι Blueneck βρίσκονται στην Denovali από το 2011, όταν κυκλοφόρησαν το “Repetitions”· ένα άλμπουμ που τους παρείχε μια ξεχωριστή θέση στο χώρο του νέου british rock. Ποιο είναι όμως αυτό το rock, που ενδιαφέρει τους Blueneck; Θα μπορούσε να το αποκαλέσουμε ακόμη και «πειραματικό», αλλά, και πάλι, ο χαρακτηρισμός δεν είναι απολύτως ορθός. Οι Blueneck αποδίδουν εντός ενός μινιμαλιστικού rock πνεύματος (δεν θα ήταν άστοχο αν έγραφα για ένα γκρουπ του ήχου της 4AD…), στηριγμένοι στις «ανοιγμένες» μελωδίες, στα ατμοσφαιρικά keyboards, στα κάπως βαρύγδουπα επαναληπτικής φύσεως passages, σε κάτι που θα μπορούσε να θυμίζει έναν συνδυασμό Brian Eno και Air ας πούμε, αν δεν ήταν τόσο καλοβαλμένο και οριοθετημένο αφήνοντας μία «προσωπική» αύρα. Με διάρκεια που ξεπερνά μόλις τα 30 λεπτά, το νέο άλμπουμ των Βρετανών που έχει τίτλο Epilogue (2012), να το πω κι αυτό, είναι ένα soundtrack κατά βάση (άνευ ιδιαίτερων φωνητικών) προορισμένο, όπως αναφέρεται και στο σχετικό αυτοκόλλητο, να συνοδεύσει κάποιο… φανταστικό φιλμ. Έχει δηλαδή κινηματογραφικά χαρακτηριστικά· αν και εξ ίσου καλώς θα μπορούσε να λειτουργεί και δίχως τη συμβολή της εικόνας (μιας συγκεκριμένης εικόνας). Εννοώ πως είναι «ανοιχτό» σε ελεύθερες οπτικές απεικονίσεις… φανταστικές ή πραγματικές.
Δύο αδέλφια από την Μελβούρνη είναι οι A Dead Forest Index, ο Adam Sherry φωνή, κιθάρες, αρμόνιο, όργανο και ο Sam Sherry ντραμς, τύμπανα, κρουστά, φωνή. Ένα πρώτο δικό τους δισκάκι που έχω στη διάθεσή μου έχει τίτλο Antique (είναι πρόσφατη, βεβαίως, κυκλοφορία) και αποτελεί –ως 5-tracks EP με διάρκεια 18 λεπτά–, τον προπομπό ενός πλήρους άλμπουμ τους, που θα διατεθεί μέσα στο ’13. Στηριγμένοι στα κάπως τελετουργικά χτυπήματα των ντραμς (και των κρουστών) και φυσικά στις κιθάρες και τα… τσιτωμένα φωνητικά (ωραίος τραγουδιστής ο Adam, αποδίδει με μεγάλη ένταση – μία φυσική, δυνατή φωνή), οι A Dead Forest Index φαίνονται αρκετά συμπαγείς σε τραγούδια όπως το πρωταρχικό “Distance”, αλλά ξεφεύγουν κατά τι σε tracks όπως το έσχατο “Turning”· εκεί όπου το medieval electro-folk των Dead Can Dance συνυπάρχει με… dark παραδοξότητες τύπου Scott Walker εποχής “Tilt”. Το άκουσμα είναι κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον, ιδίως σε κομμάτια που ηχούν περισσότερο poppy (“Black mud”), δίχως να υπολείπονται και οι πιο πειραματικές στιγμές (“A new layer”), με τον Adam να παίζει (από φωνητικής πλευράς) σχεδόν μόνος του στο γήπεδο.
Το επόμενο CD είναι μία διαφορετική περίπτωση, αφού τα ξεκάθαρα rock ηχοχρώματα διαφοροποιούν τους Ισπανούς Toundra απ’ όλα τα προηγούμενα ονόματα. Παρά ταύτα δεν θα την αποκαλούσα και «εντελώς διαφορετική» (την περίπτωση), επειδή οι Μαδριλένοι (που σχηματίστηκαν το καλοκαίρι του 2007) έκαναν ένα instrumental άλμπουμ, προσβλέποντας, ενδεχομένως, να αντιμετωπιστούν όπως ένα… κουαρτέτο. Λέω τώρα… Δύο κιθάρες, μπάσο και ντραμς είναι ένα setting που μπορεί από μόνο του να φανερώνει πολλά, αλλά όχι περισσότερα απ’ αυτά που θα συμπεράνει κάποιος με το που θα ξεκινήσει να γυρίζει το CD στο player. Οι Toundra είναι μία «βαριά» μπάντα, τόσο με την «μεταλλική» της έννοια, όσο μ’ εκείνη του stoner ή του math, ή καλύτερα ενός συνδυασμού τους. Μπορεί να μην εξοβελίζονται τα ακουστικά μέρη (το μισό “Requiem”, ας πούμε, είναι ακουστικό), αλλά ο ακράτητος ηλεκτρισμός, που σκάει, συχνά, με γδούπους, είναι ό,τι χαρακτηρίζει τις μουσικές των Ισπανών. Οι Σκωτσέζοι Mogwai θα μπορούσε να ήταν μία καλή αναφορά (τώρα που το σκέφτομαι), αν κι εγώ θα πάω ακόμη πιο πίσω στο χρόνο και σε κάτι όχι τόσο προφανές, που πρέπει, πάντως, να έχει αγγίξει βαθιά τους Toundra. Στους King Crimson αναφέρομαι, στις ρυθμικές αλλαγές των, στα απότομα «κοψίματα», σε μια ιδιότροπη χρήση της αρμονίας, και όλα αυτά περασμένα μέσα από ένα κράμα βορειοευρωπαϊκού έπους και νοτιοευρωπαϊκού (για να μην πω μεσογειακού) λυρισμού. Το III, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο Οκτώβριο στην εταιρεία από την Βαρκελώνη Aloud Music Ltd., και που διακινείται σε όλη την Ευρώπη από την Creative Eclipse PR, είναι ένα εξαιρετικό 40λεπτο rock άλμπουμ, που, αν και ανακαλεί στη μνήμη μας πολλά, διαθέτει τη δική του σφραγίδα. Να πω μόνον πως το “III”, ακολούθησε τα “II” (Μάιος 2010) και “I” (Απρίλιος 2008) και πως, με αφορμή αυτό, το συγκρότημα βγήκε για πρώτη φορά από την πατρίδα του παίζοντας σε Γαλλία, Ελβετία και Γερμανία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου