Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

PANAIOTIS deep listening...

«‘Deep Listening’ είναι σήμα κατατεθέν του The Pauline Oliveros Foundation, Inc.’ διαβάζουμε στο εξώφυλλο ενός CD που λέγεται The Ready Made Boomerang. Πολύ σοβαρό μου ακούγεται αυτό. Ευτυχώς, ακριβώς κάτω από αυτήν την έμμεση απειλή υπάρχει μια φωτογραφία των τεσσάρων μελών της Deep Listening Band: η ακορντεονίστα Pauline Oliveros, ο τρομπονίστας Stuart Dempster, ο κλαρινετίστας William O. Smith κι ο ηχομοντέρ Panaiotis μοιάζουν με κουαρτέτο θαλασσόλυκων, που μόλις έχουν επιστρέψει απ’ το κυνήγι της μεγάλης λευκής φάλαινας και αυτοσχεδιάζουν πένθιμα ναυτικά τραγούδια σε κάποιο παραλιακό καταφύγιο».
David Toop, «Ωκεανός του Ήχου» [εκδ. οξ υ, Αθήνα 1998]
Πρωτοδιάβασα για τον Panaiotis στο βρετανικό περιοδικό Audion (No 15) τον Ιούλιο του 1990, ή, μάλλον, λίγο αργότερα· όταν έπεσε το συγκεκριμένο τεύχος στα χέρια μου. Εκείνη την εποχή δεν μπορούσες να μάθεις περισσότερα στοιχεία για τον ελληνικής καταγωγής μουσικό, μπορούσες όμως με λίγο κόπο να εντοπίσεις το άλμπουμ των Deep Listening Band στην New Albion [NA 022], ένα απολύτως ιδιόμορφο ηχητικό κατασκεύασμα για ακορντεόν, φωνή, κοχύλια, μεταλλικά αντικείμενα, τρομπόνι, didjeridu, λάστιχο ποτίσματος, σφυρίχτρες και μεταλλικούς σωλήνες. Ηχογραφημένο στον πάτο μιας άδειας, στρατιωτικής, υπόγειας δεξαμενής, το… deep listening είναι ένα παιγνίδι με τις αναδράσεις, τους βόμβους και τα extreme παιξίματα των οργάνων, το οποίον, 22 χρόνια, μετά εξακολουθεί να φαίνεται (και ν’ ακούγεται) απρόβλεπτο.

Ο Panaiotis έκανε ακόμη δύο άλμπουμ με την Deep Listening Band, το “Troglodyte’s Delight” (1990) και το “The Ready Made Boomerang” (1991), έπαιξε μαζί τους στα πιο ασυνήθιστα μέρη (σε ορυχεία, σε κατακόμβες, σε κρατήρες ηφαιστείων), συμμετείχε σε άλμπουμ της Pauline Oliveros, πριν ξεκινήσει από το 1994 και μετά μία περισσότερο προσωπική καριέρα. Για την έως το 2003 πορεία του ελληνικής καταγωγής μουσικού (η μητέρα του ήταν Ελληνίδα), υπάρχει πλήρης ανάλυση στο Jazz & Τζαζ, στο τεύχος 127, από τον Θωμά Ταμβάκο.
Προσφάτως βρήκα και άκουσα ένα μάλλον σπάνιο CD του Panaiotis (στη φωτογραφία που βλέπετε είναι το front cover), από τα ελάχιστα, φρονώ, της δικής τους περιπετειώδους διαδρομής. Έχει τίτλο “Rising Sun” έγινε με τη συνεργασία του ινδού σαντουρίστα Nandkishor Muley και κυκλοφόρησε το 2001, σε ανεξάρτητη παραγωγή. Το άλμπουμ έχει διάρκεια 68 λεπτά και αποτελείται από πέντε συνθέσεις, οι τέσσερις εκ των οποίων είναι βασισμένες σε κλασικές ινδικές ragas. O Ινδός παίζει santur, tabla και κάνει φωνητικά, ενώ ο Panaiotis έχει την ευθύνη της ηχητικής πλοκής, κάνοντας φωνητικά και παίζοντας κρουστά. Το φερώνυμο “Rising sun” ξεκινά μέσα σ’ ένα meditation κλίμα, κάπως σαν εισαγωγή (alap) της επερχόμενης raga (Bhairav), την οποίαν συνοδεύει ο Panaiotis προσαρμόζοντας γύρω της μία κάπως αντιστικτική μελωδία. Στο “Jungle stroll” συντελείται ένα παράδοξο fusion ανάμεσα σε μια raga (Tilang), και την γκαμελανική πεντατονία. Στο “Evening prayer” έχουμε και πάλι μιαν αργή εισαγωγή (alap), η οποία τροφοδοτείται μετά τα 5 λεπτά (όλο το κομμάτι διαρκεί 17) από μία κρουστή ηχοπλοκή, την οποίαν παράγει ο SoundCycler (computerized όργανο, με software αλγοριθμικό ανεπτυγμένο από τον Panaiotis). Το 22λεπτο “Sweet dreams” είναι το πιο ελεύθερο κομμάτι του άλμπουμ. Βασικά, πρόκειται για μία αυτοσχεδιαστική επικοινωνία ανάμεσα στο σαντούρι και την tabla (χειρίζεται ο Sandip Bhattacharya), την οποίαν εμπλουτίζει ο Panaiotis με επιπλέον «όργανα». Η “Mantra”, που ολοκληρώνει το CD βασίζεται σε κλασική θιβετιανή, βουδιστική ψαλμωδία, η οποία αναπτύσσεται μέσα από ένα συνδυασμό «πειραγμένων» φωνητικών των Muley και Panaiotis, τα οποία επίσης «προστατεύονται» από ένα ηχητικό ηλεκτρονικό περίβλημα.
Απολύτως ενδιαφέρον άκουσμα, που έχει, πια, μια δεκαετία πίσω του, ηχογραφημένο στο Panatorium στούντιο της Maitland (Florida).

2 σχόλια:

  1. Πρωτοάκουσα το Deep Listening Βand "Troglodyte’s Delight", το 1993 στο σπίτι του Μαλεβίτση. Με απώθησε εκείνο το πρωταρχικό άκουσμα, είχε όμως "κάτι" που συνέχισε να με τρώει τα επόμενα χρόνια ώστε να ανακεφαλαιώσω με το συγκεκριμένο album, ζητώντας από το Νικόλα να μου το δανείσει. Περιττό να πω ότι αυτό το δεύτερο άκουσμα ήταν και το ουσιαστικό. Με κέρδισε αυτή η ενδοσκοπική ομορφιά του, ειδικά στο εξαίρετο "After Dinner With The Trogs". Παρ' όλα αυτά, δεν είναι album που θα ανατρέξεις περισσότερο από μια φορά σε κάθε 5 χρόνια, ιδιαίτερα αν τους ορίζοντές σου δεν περιορίζει μόνο το experimental, avant garde ύφος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. To "Deep Listening" με συγκλόνισε όταν πια μετά από ακροάσεις ωρίμασε μέσα μου. Πέρα από τον "under earth reverb" ήχο του, υπάρχει το κομμάτι το οποίο συνδέει τη μουσική εμπειρία με το "πυκνό" αισθητικό-αισθητηριακό στοιχείο του άγριου φυσικού τοπίου και τον τρόπο που αλληλεπιδρά με τον άνθρωπο. Πράγμα που φαίνεται να διερευνεί τα τελευταία χρόνια η Oliveros με τους συνεργάτες της.Βασικά είναι ένα από τα αγαπημένα μου album!

    ΑπάντησηΔιαγραφή