Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ εις μνήμην

Η ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΒΙΤΡΙΝΑ 
                  Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις.
                                             Να μην τις παίρνει ο άνεμος.
                                                  Μανόλης Αναγνωστάκης

Ι
Το πρωί στο λεωφορείο
ξετυλίγεται η σκέψη μου
σαν τόπι από ύφασμα
χρώματος τυρκουάζ
και τυλίγει την πόλη.

Κάθε πρωί
η ελεύθερη σκέψη
ντύνει την πόλη στο μετάξι.

ΙΙ
Φοράω ένα ζευγάρι γάντια από το δέρμα σου
και χαζεύω τον Μαγιακόβσκι
που βρίζει τον πύργο του Άιφελ.

Τι Παρίσι και πράσινα
άλογα.
Είμαι στον Κορυδαλλό.
(Όλη η έκφρασή μου
μια ρυτίδα τσεκουριά).

ΙΙΙ
Της χάιδεψα το χώρισμα
του στήθους – φούντωσε
βασιλικός και μύρισε ο αέρας –

Σιδερένιες τανάλιες οι πρωτεύουσες
μου χαμογελούν χωρίς δόντια.

Μη βάφεις τα νύχια σου.
Φοβάμαι.

IV
Νομίζεις ότι θα σ’ αφήσω
να γλεντάς με τους αμερικάνους ναύτες
πίνοντας κόκα-κόλα και ναρκωτικά;

Θα τους ξεκάνουμε μαζί
με τον Ιουλιανό τον παραβάτη
και θα σε βάλουμε ξανά παρθένα εστιάδα
να ξαγρυπνάς πλάι
από την τρομερή φωτιά στο ναό
– ρίχνοντας για προσάναμμα τα καλοκαίρια μου –   

V
Σα λύκος θα ουρλιάζω έξω
από την πόρτα σου.
Και η σελήνη – α η σελήνη των ποιητών –
θα μου ανοίξει το κεφάλι στην μέση,
για να διαβάσει τον χάρτη των ιδεών μου.

VI
                                         του Βασίλη Στεριάδη 

Ο φίλος μου δάκρυσε
μόνο από τόνα μάτι.
– Τ’ άλλο ήτανε γυάλινο –
Μ’ αυτό όμως σημάδεψε
την βιτρίνα σας
και την έκανε κομμάτια.

Τότε άνοιξε το τρίτο του μάτι
και είδε τον κόσμο
μιγαδικό αριθμό. 


Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Κοντού Το Χρονόμετρο [Δωδώνη, Αθήνα 11/1972]

Και κάτι σχετικώς σχετικό…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου