Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

ZA ROCK

Τον Ιούλιο του 2009 ξεκινούσα κάποια κείμενα στο J&T, σχετικά με το νοτιο-αφρικανικό rock της δεκαετίας του ’70 (κυρίως). Λίγους μήνες αργότερα η Missing Vinyl ερχόταν σ’ επαφή με την εταιρία Fresh Music, από το Sandton του Johannesburg, ζητώντας δικαιώματα για την κυκλοφορία στην Ελλάδα(!) και οπουδήποτε αλλού, τριών (κατ’ αρχάς) LP από τα… ZA (Zuid Afrika) seventies. Μου φάνηκε παράξενη η σύμπτωση, καθότι με τον Νίκο Β. της Missing Vinyl, δεν είχε προϋπάρξει καμμία μεταξύ μας επαφή· επίσης, δεν είμαι σίγουρος αν είχε υπ’ όψιν του τα κείμενά μου στο περιοδικό. Βρέθηκαν, έτσι, δύο Έλληνες να επικοινωνούν, σχεδόν ταυτοχρόνως, με τον ίδιον Νοτιοαφρικανό, τον Benjy Mudie (της Fresh Music), και ανεξαρτήτως ο ένας από τον άλλον, να προχωρούν τo νοτιο-αφρικανικό «σχέδιο» στην Ελλάδα. Εγώ, μέσα από τα κείμενα και τις κριτικές και ο Νίκος Β. μέσα από τις εκδόσεις του. Κάποια στιγμή συμπέσαμε βεβαίως, αλλά αυτό ήταν… μοιραίο.Το πρώτο από τα νοτιο-αφρικανικά LP που κυκλοφόρησε η Missing Vinyl ήταν το παρθενικό των McCully Workshop, υπό τον τίτλο “McCully Workshop Inc.” [MV014, 2010], που είχε πρωτοβγεί στην Trutone, το 1970. Το συγκρότημα δημιουργείται το 1969 από τους Mike McCullagh (McCully κανονικά) κρουστά, Richard Hyam ρυθμική κιθάρα, Glenda Wasmann όργανο, φωνή, Ian Smith πνευστά και Tully McCully μπάσο, φωνή, με τους περισσοτέρους από τους μουσικούς να έχουν παρελθόν σε folk και folk-rock συγκροτήματα (Tiny Folk, The Blue Three), αλλά και λίγο πιο μετά σε πιο ροκάδικα σχήματα (The Blue Beats, The Larfing Stocke). Το “McCully Workshop Inc.” είναι ένα κλασικό flower-power άλμπουμ, εφάμιλλο των καλυτέρων αμερικανικών που κυκλοφορούσαν 2-3 σεζόν νωρίτερα. Στηριγμένο στις εμπνευσμένες μελωδίες, βεβαίως στην πολύ καλή δουλειά στον αρμονικό τομέα, φυσικά στο ταλέντο των οργανοπαικτών και οπωσδήποτε στην παραγωγή τού Billy Forrest (μορφή του za rock – βρες και άκου Quentin E Klopjaeger, αλλά κοίτα κι αυτό http://is.gd/f4yLK), το… Inc. εκπλήσσει με τη ψυχή και τη δυναμική του.

Στο άλμπουμ υπάρχουν εξαιρετικά κομμάτια, που μπορεί να συγκριθούν μόνο με τα καλύτερα των Growing Concern ας πούμε (“Ice lover”, “Stargazer”, “Rush hour at midnight”, “Jackin’ around”, "Why can't it rain"), με άλλα ν’ αφήνουν μία απερίγραπτη coolness που σε στέλνει (“Four walls”), άλλα να ενσωματώνουν spacey effect alla Pink Floyd (“Head for the moon”, “Seance”) και άλλα να φέρνουν στο νου την british psychedelia των Attack, των Jason Crest και των Flaming Youth (“The circus”, “Years of my life”). Σπουδαίο άλμπουμ.Το “Genesis” [Trutone/ Missing Vinyl MV015, 2010], δεύτερο LP των McCully Workshop από το 1971, ήταν μία διαφορετική περίπτωση. Το συγκρότημα, με τη σταθερή παρουσία των αδελφών McCully και του τρομπετίστα Ian Smith και βεβαίως με την άφιξη του κιθαρίστα και τραγουδιστή Bruce Gordon μπαίνει σε περισσότερο prog χωράφια, δημιουργώντας ένα άλμπουμ επηρεασμένο, βεβαίως, από τη Bίβλο, αλλά και με τις προσωπικές (μεταφυσικές) αγωνίες του Tully McCully (αυτός φαίνεται πως είχε γράψει τους στίχους) να κυριαρχούν ενίοτε. Οι συνθέσεις ρέουν δίχως προβλήματα, με τον κιθαρίστα Gordon να παρουσιάζει ωραία δουλειά· την ώρα κατά την οποίαν η απουσία των πλήκτρων κάνει το άκουσμα πιο ροκάδικα σφιχτό και κομματάκι πιο… απόκοσμο. (Έχω την αίσθηση πως γι’ αυτό το «χρώμα» ευθύνονται τα πνευστά – η τρομπέτα, το φλάουτο, το φλούγκελχορν, το τρομπόνι –, τα οποία χειρίζεται ο Smith). Παρ’ ότι οι psych, flower power υπαινιγμοί δεν απολείπουν, ιδίως στη δεύτερη πλευρά – με τα μικρότερα σε διάρκεια κομμάτια “Sweet fields of green”, “Togetherness” και “Order out of chaos” να φέρνουν στη μνήμη… C.A. Quintet ηχοχρώματα – το γενικότερο κλίμα θα έλεγα πως περιγράφεται ως proggy. (Οι McCully Workshop το 1972 - η photo είναι από το "Astral Daze/ Psychedelic South African Rock 1968-1972)
Και κάτι ακόμη για τους McCully Workshop. Από το τέταρτο άλμπουμ τους και μετά, το “Workshop Revisited” [Nitty Gritty Records NGC 1018, 1977], βασικός κιμπορντίστας τους ήταν και είναι (αφού το γκρουπ υπάρχει ακόμη) ο Rupert Mellor, «αξία» του za rock, με καριέρα που ξεκινάει από τα sixties (The Difference, First Acquaintance, The Hedgehoppers…). Όπως μου είχε πει ο θεματοφύλακας του νοτιο-αφρικανικού rock Tertius Louw, o Rupert Mellor μοιραζόταν το ίδιο διαμέρισμα με τον Harry Poulos στα τέλη του ’60. Προσπάθησα, μάλιστα, να επικοινωνήσω μαζί του για κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες, αλλά δεν κατέστη δυνατόν. Κάποια στιγμή θα το ξανα-επιχειρήσω. (Αυτό το στοιχείο δεν το είχα αναφέρει στο σχετικό κείμενο, για τον ελληνικής καταγωγής μουσικό – δες και http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/11/harry-poulos-psych-hero-60.html).
Τo τρίτο LP, από τον κατάλογο της Fresh Music, που τυπώνει η Missing Vinyl είναι το “Concept” [MV016, 2010] των Canamii. Να τι είχα σημειώσει, γι’ αυτό το άλμπουμ, την 18/11/2009 στο blog, έξι μήνες πριν σκάσει μύτη στην Ελλάδα.
Παράξενη κυκλοφορία, για ένα... τραβηγμένο έτος, όπως το 1980. Αλλά γιατί; Ακόμη και σε... προηγμένες ροκάδικες χώρες (ΗΠΑ, Ιταλία, Ολλανδία...) δεν ηχογραφούνταν art-rock άλμπουμ – έστω και σ’ ένα underground επίπεδο; Aφήνουμε κατά μέρος, δηλαδή, την Ελλάδα, την Ισπανία ή τη Βουλγαρία... που «έβλεπαν» την ίδιαν εποχή, με μια 10ετία πίσω... Εκείνο, όμως, που έχει σημασία, πέραν του... αναχρονιστικού του πράγματος, είναι το αν και κατά πόσον ένα άλμπουμ όπως το “Concept” καταφέρνει να διαφυλλάξει την ουσία της art-rock συνείδησης (των Rennaisance ας πούμε). Κι εδώ ακριβώς μπαίνει ο δικός μας ρόλος· να αποτιμήσουμε δηλαδή, σε πρώτη φάση, ένα έργο, «τραβώντας» το από την εποχή του.
Οι Canamii ήταν, κατ’ ουσίαν, το μέσον του κιμπορντίστα και παραγωγού Phillip Nel στην προσπάθειά του να συγκεράσει «αντιθετικές» μουσικές αναφορές. Από τη μια μεριά οι ρώσοι «κλασικοί» (Ρίμσκι-Κόρσακοβ, Μουσόργσκι, Χατσατουριάν) και από την άλλην οι Emerson Lake & Palmer, οι Yes και οι Camel. Το πράγμα θ’ αρχίσει να παίρνει μία πιο ορατή μορφή, όταν δίπλα στον Nel θα πάρουν ρόλους ο κιθαρίστας Paul Woodley και, κυρίως, μία πράγματι σπουδαία τραγουδίστρια, η Claire Whittaker. Οπωσδήποτε οι συνθέσεις του Nel είναι ενδιαφέρουσες, οπωσδήποτε τα keyboards (κάτι... παλαιολιθικά Korg, Moog και ARP) δεν ακούγονται καθόλου παρωχημένα, οπωσδήποτε οι πενιές του Woodley είναι μαστορικές, εκείνο όμως που βγαίνει πάνω απ’ όλα είναι οι ερμηνείες της 23χρονης Whittaker. Εξαιρετική φωνή, πολύ κοντά στο ηχόχρωμα τής Kate Bush – καλύτερα ένα κράμα Kate Bush και Annie Haslam – η Whittaker από μόνη της ανεβάζει το άλμπουμ ένα επίπεδο.

2 σχόλια:

  1. Σπάνιο δισκακι που πιστεύω οτι χρωστάει πολλα στο εξώφυλλο του.Εντελως Renaissance φαση και μάλιστα των 80's Φώντα οι Canamii.Και βεβαια απόλυτα Annie Haslam.Υπαρχουν καποια rad περάσματα απο keyboards,αλλα δεν νομίζω οτι δικαιολογούν κανα θόρυβο γι αυτο το album.Φυσικά καλα κανει και το βγάζει ο Νίκος γιατι ειναι ηχος που πουλάει.
    Μακαρι ολος ο δίσκος να ηταν σαν το Afrock.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νίκο, όταν το πρωτάκουσα μου θύμισε (πέραν από Renaissance), κάποια κομμάτια (λίγα) των Ελλήνων Plasis, από το LP “Faces of Love” του 1982 (στο πιο… κατώτερο βεβαίως). Στους Plasis (κι εκείνοι θύμιζαν τόπους-τόπους Renaissance) ακουγόταν επίσης κάποια «γυναικεία» φωνή. Αργότερα έμαθα πως o Pandy, το όνομα του οποίου διάβαζα στο εξώφυλλο, ήταν ο κόντρα(;) τενόρος Κίμωνας Βασιλόπουλος, που είχε τραγουδήσει στο “No” των Apocalypsis και στο ελληνικό “Jesus Christ Superstar”.

    ΑπάντησηΔιαγραφή