Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

HARRY POULOS ένας Έλληνας psych hero στη Νότια Αφρική του ’60

Ο ελληνικής καταγωγής συνθέτης, κιθαρίστας και οργανίστας Harry Poulos υπήρξε κυρίαρχη φυσιογνωμία στη νεανική μουσική σκηνή της ταραγμένης Νότιας Αφρικής στα τέλη του ’60. Η καταλυτική του παρουσία σε μερικά από τα κορυφαία folk και rock συγκροτήματα της χώρας, απλώς, μαρτυρά το αληθές. Η διαδρομή του, μικρή στο χρόνο, έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά ενός κλασικού «ψυχεδελικού» ήρωα.α. «Τραγούδι χωρίς μουσική»«Η δεκαετία του ’60 άρχισε άσχημα στη Νοτιοαφρικανική Ένωση. Τον Απρίλιο του ’59 διασπάστηκε το Αφρικανικό Εθνικό Κονγκρέσο. Ο Ρόμπερτ Ζομπούκβε, ένας νέος ακαδημαϊκός, μέλος της οργάνωσης νεολαίας του Κονγκρέσο, στην οποία ανήκε και ο Νέλσον Μαντέλα, διαφώνησε με τη συμμαχία των κομμάτων και την πολιτική της παθητικής αντίστασης στα χρόνια του ’50, επειδή κατά την άποψή του δεν οδήγησε πουθενά. Ίδρυσε το Παναφρικανικό Κονγκρέσο και ανάγγειλε μια ημέρα αγώνα κατά του νόμου για τα εσωτερικά διαβατήρια. Ήταν η 21 Μαρτίου 1960, που ακόμη και σήμερα είναι γνωστή διεθνώς με μια μόνο λέξη: Σάπερβιλ. Η σφαγή των μαύρων στο προάστιο Σάπερβιλ. Εκ μέρους της ρατσιστικής κυβέρνησης επιβλήθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης· χιλιάδες μαύρων, Ινδών και μιγάδων, καθώς και εκατοντάδων λευκών συνελήφθησαν. Τα δύο Κονγκρέσο τέθηκαν εκτός νόμου. Η χώρα αποχώρησε από τη Βρετανική Κοινοπολιτεία, επειδή η πολιτική του Απαρτχάιντ που εφάρμοσε δεν ήταν αποδεκτή από τα άλλα κράτη-μέλη· έτσι κάπως, το 1962, ιδρύθηκε η Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής. Οι ηγέτες των δύο μαύρων κομμάτων πήραν το δρόμο της εξορίας, ίδρυσαν παράνομες οργανώσεις και κήρυξαν τον ένολπο αγώνα». Αυτά γράφει η γερμανο-εβραία δημοσιογράφος Ρουθ Βάις στο βιβλίο-ντοκουμέντο «Ένα Τραγούδι Χωρίς Μουσική» (εκδόσεις Μετά Τη Βροχή, Αθήνα 1986), υφαίνοντας ένα πρώτο πολιτικό και κοινωνικό πλέγμα, μέσα στο οποίο θ’ αρχίσει να αναπτύσσεται, έτσι κι αλλιώς, η pop μουσική της εποχής. Μέρος εκείνης της pop (με την ευρεία έννοια) κατεύθυνσης ήταν οπωσδήποτε το folk παρακλάδι, το οποίο ακολουθούσε κατά πόδας τη γενικότερη folk λογική, που αναπτυσσόταν την ίδια χρονική στιγμή οπουδήποτε στον κόσμο. Το κορυφαίο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας, το Πανεπιστήμιο του Witwatersrand στο Johannesburg (Wits University), θα αναδειχθεί σε ναό μιας νέας ομάδας τραγουδοποιών, οι οποίοι στην κύρια αίθουσά του θα ηχογραφήσουν «ζωντανά» το άλμπουμ “National Folksong Festival” [CBS, 1965], δίνοντας μία πρώτη ιδέα του τι θα επακολουθούσε. Και όντως. Κάτι επακολούθησε... Ανάμεσα στους νεαρούς με τις κιθάρες, και με το «πνεύμα της αμφισβήτησης στην εικόνα τους, ξεχώρισαν αμέσως οι Mel Green, Mel Miller, Louis Meyer, Leon Rabinowitz, Mike Sonenberg, Des Lindberg (δες προηγούμενη ανάρτηση), Keith Blundell, Jill Kirkland και Brenda Newfield. Σιγά-σιγά, οι σόλο καλλιτέχνες και τα ντούο θ’ αρχίσει να δίνουν τη θέση τους στα πρώτα συγκροτήματα, τα οποία κινούμενα στην παράδοση των Kingston Trio, των Peter Paul and Mary και των Weavers θα ξεκινήσουν να παρουσιάζουν ένα «μυστήριο» υλικό, αποτελούμενο από παλαιά παραδοσιακά τραγούδια, «ανώδυνα» pop της εποχής (Nancy Sinatra, Francoise Hardy), αλλά και συνθέσεις του Paul Simon ή του P.F. Sloan, τραγουδώντας σχεδόν πάντα στην αγγλική. Από τους πρώτους που θα ξεχωρίσουν, κάνοντας μάλιστα, κάποια στιγμή, παγκόσμια καριέρα ήταν οι Four Jacks And A Jill, δηλαδή οι Clive Harding μπάσο, Bruce Bark κιθάρες, σαξόφωνα, φυσαρμόνικα, Keith Andrews κιθάρες, όργανο, τρομπέτα, Tony Hughes ντραμς και Glenys Lynne φωνητικά. Τον Μάιο του ’66 τη θέση του Keith Andrews θα πάρει ένας έλληνας νεαρός, που είχε κάνει ήδη «όνομα», παίζοντας με διάφορα σχήματα στο Durban, ο Harry Poulos.Παρένθεση. Κατά έναν, μάλλον απρόσμενο, τρόπο, οι Έλληνες θα βρεθούν στο επίκεντρο της πολιτικής αναταραχής στη Νότιο Αφρική, όταν ο Δημήτρης Τσαφέντας, μιγάς από έλληνα πατέρα και μοζαμβικιανή μητέρα, υπάλληλος του Κοινοβουλείου, θα μαχαιρώσει τον Σεπτέμβριο του ’66, τον πρωθυπουργό της χώρας, φιλέλληνα (άμα έχεις τέτοιους φίλους, που λένε...) και ιδεολόγο του Απαρτχάιντ Hendrik Verwoerd. (Δημήτρης Τσαφέντας)
Αν και τα κίνητρα της δολοφονίας δεν αποσαφηνίστηκαν ποτέ – ο ίδιος ο Τσαφέντας ουσιαστικώς δεν δικάστηκε, ζώντας όλα τα επόμενα χρόνια του σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, για να πεθάνει σε ψυχιατρείο το 1999 – εντούτοις είναι δύσκολο να πιστέψει κάποιος πως το έγκλημα ήταν προϊόν «αρρωστημένης σκέψης». Ο άνθρωπος ήταν μορφωμένος (όχι πως οι μορφωμένοι δεν εγκληματούν – αντιλαμβάνεστε με ποια έννοια το λέμε), μιλούσε 8 γλώσσες, είχε προσληφθεί υπάλληλος στη Βουλή της χώρας, αλλά φαίνεται πως είχε νοιώσει στο κάπως σκούρο δέρμα του τις πολιτικές του Απαρτχάιντ. Η περίπτωσή του καταγράφεται στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ του Μανώλη Δημελλά “Live and Let Live”. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, που δεν ήταν το καλύτερο για την ευνοημένη έως τότε νοτιο-αφρικανική κοινότητα – η οποία, πάντως, φρόντισε να ευθυγραμμιστεί με την επίσημη άποψη περί «ανισόρροπου ατόμου» – οι ελληνικής καταγωγής νεολαίοι συνέχιζαν το δρόμο τους. Κλείνει η παρένθεση.
Γεννημένος το 1945, ή κατ’ άλλες πηγές το 1949, ο Marc “Harry” Poulos (πιθανώς Παπαθανασόπουλος), μουσικός με πληθωρικό ταλέντο και ιδέες πρωτότυπες, «αλλάζει» τον ήχο των ήδη επιτυχημένων στη χώρα Four Jacks And A Jill. (Ο Harry Poulos δεύτερος από αριστερά)
Γράφει μαζί τους δύο LP, το “Listen! Listen!” (1966) και το “The House With The White Washed Gables” (η ενορχήστρωσή του στο φερώνυμο κομμάτι είναι «ένα βήμα μπροστά» για ένα folk συγκρότημα του ’67), εγκαταλείποντάς τους προς την άνοιξη εκείνη της χρονιάς φτιάχνοντας τους soul-rockers Little People, ένα χρόνο πριν οι Four Jacks And A Jill κατακτήσουν τον κόσμο. Αναφερόμαστε, φυσικά, στο τραγούδι τους “Master Jack”, με τους σπουδαίους χειραφετημένους στίχους, γραμμένο από έναν άλλον Έλληνα της Νοτίου Αφρικής, τον David Marks, άλλως Σπύρος Δ. Μαρκαντωνάτος. (Το κομμάτι πήγε στο νούμερο 1 στο top της χώρας, όσο και στη γειτονική Ροδεσία, τη σημερινή Zimbabwe, φθάνοντας μέχρι το νούμερο 18 του Billboard’s Hot 100 στην Αμερική, τον Ιούνιο του ’68). Ο Marks δεν υπήρξε ποτέ μέλος των Four Jacks And A Jill, γνώριζε όμως τον Poulos (ήταν Έλληνες εξάλλου στην ίδια πόλη), φτιάχνοντας μαζί, προς το φθινόπωρο του ’67, ένα τρίο (τους Drive), το οποίο γρήγορα θα μετατραπεί σε κουιντέτο, υπό το όνομα Privilege. (Οι Privilege με τον Harry Poulos - δεύτερος από δεξιά)
Οι Davy James ρυθμική κιθάρα, φωνή, Harry Poulos hammond B3, fender stratocaster, φωνή, Yvette φωνή, Dave Crawford ντραμς και David Marks μπάσο, οι Privilege δηλαδή, δεν φαίνεται να ηχογράφησαν κάτι, ήταν όμως η ισχυρή παρουσία τους στο χώρο του... θεάματος που οδήγησε τον Poulos γρήγορα στους Freedoms Children· για τους Νοτιοαφρικανούς, απλώς, το κορυφαίο rock συγκρότημα που εμφανίστηκε ποτέ στη χώρα.
β. Acid Kafka
Ο Harry Poulos ήταν ένας ανήσυχος μουσικός και, σίγουρα, θα ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του ένα σχήμα μέσα στο οποίο θα μπορούσε, μαζί με άλλους, να «ξεφεύγει». Αυτοί ήταν οι Freedoms Children, τους οποίους θα συναντήσει κάπου στις αρχές του ’68. Το συγκρότημα είχε σχηματιστεί στο Durban το 1966 και σε μία από τις πρώτες του line-up, προς το τέλος εκείνης της χρονιάς, είχε στις τάξεις του τους Kenny Henson κιθάρα, Ramsay MacKay μπάσο, Colin Pratley ντραμς, καθώς και τον Έλληνα Jimmy Thompson πλήκτρα (real name Δημήτρης Θωμόπουλος, πριν στους Leemen Ltd, fan του James Brown – θα εγκαταλείψει ένα χρόνο αργότερα, για ν’ ασχοληθεί με την... εστίαση). Ήταν η περίοδος κατά την οποία το γκρουπ είχε γίνει μόνιμη ατραξιόν στο live κύκλωμα του Durban, παίζοντας αγέρωχο garage-r&b. Λίγο πριν το καλοκαίρι του ’67 το συγκρότημα είχε αλλάξει και πάλι σύνθεση. Ο Julian Laxton, από τους «φολκάδες» Mel Mel & Julian, στην κιθάρα και ο Craig Ross, από τους «ποπ-γκαραζέρηδες» Gonks, στα πλήκτρα έρχονται να συναντήσουν τους Henson, MacKay και Pratley, γράφοντας όλοι μαζί τα πρώτα δύο singles του γκρουπ (The coffee song/ I can’t no satisfaction”, “You’re the better man than I/ Mud in your eye”) κάτω από το όνομα Fleadom’s Children. (Προφανώς η εταιρία Troubadour που ανέλαβε την έκδοση φοβήθηκε, λόγω πολιτικών συγκυριών, το όνομα «Παιδιά της Ελευθερίας»). Το Durban αποδεικνύεται μικρό. Γρήγορα η μπάντα θα μετακομίσει στο προάστιο Hillbrow του Johannesburg, αποκτώντας αμέσως φήμη.
Βρισκόμαστε στις αρχές του ’68, όταν ο Harry Poulos θα μπει στο σχήμα· αν και κάποιοι νοτιοαφρικανοί ιστορικοί του ροκ, όπως ο Raymond Joseph, τον θέλουν να συμμετέχει και στα πρώτα δύο singles – δεν πρέπει να είναι σωστό. (Freedom's Children - o Harry Poulos με τα άσπρα, στο κέντρο)
Τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς οι Freedoms Children θα βγάλουν το τρίτο 45άρι τους, στην Parlophone αυτή τη φορά, στο οποίο και θα καταγραφεί το πρώτο ολοδικό τους κομμάτι· το “Kafkasque”, σύνθεση των MacKay και Poulos (flip-side το “Little games” των Yardbirds). Το γκρουπ, φεύγοντας από τη λογική των covers, φτιάχνει έναν psych-pop ύμνο, με spoken word εισαγωγή, απίθανες αλλαγές, απανωτά breaks από διπλές κιθάρες και περιπετειώδη φωνητικά, κοντά στο στυλ των Βρετανών Attack. Παρ’ όλα αυτά η line-up θ’ αλλάξει και πάλι, όταν ο σαξοφωνίστας Mike Faure θα πάρει τη θέση του οργανίστα Ross, αφήνοντας το ρόλο αυτόν αποκλειστικώς στον Poulos. Θυμάται ο Faure: «Έκανα τζαμ περιστασιακά με τους Freedoms, όταν τον Ιούνιο του ’68 πήρα ένα τηλεγράφημα από τον Poulos, ο οποίος μου ζητούσε να μπω κανονικά στο γκρουπ. Γούσταρα, και παρότι ανήκα περισσότερο στον soul, funk, blues και r&b ήχο, ένοιωθα μια χαρά· ειδικά με το στυλ του Harry στο όργανο». Όμως και πάλι θα υπάρξουν προβλήματα, αφού οι Faure και Poulos φεύγουν από την μπάντα, αποφασίζοντας να φτιάξουν κάτι δικό τους. Αυτοί ήταν οι βραχύβιοι Laughing Convention, οι οποίοι ξεκίνησαν μ’ ένα δίμηνο συμβόλαιο στο club Blow-up του Cape Town τον Δεκέμβριο του ’68, για να διαλυθούν όμως στις αρχές του ’69, όταν ο Harry Poulos θα φύγει ξαφνικά για το Λονδίνο. Οι υπόλοιποι, βασικά ο MacKay και ο Pratley, σκόπευαν κι αυτοί να φτιάξουν στο Λονδίνο μία νέα μορφή των Freedoms Children, στηριζόμενοι και στην εύνοια που παρείχε ο συγκεκριμένος χώρος-χρόνος. Εν τω μεταξύ, είχαν ξεκινήσει οι εγγραφές του πρώτου άλμπουμ “Battle Hymn of The Broken-Hearted Horde”, το οποίο θα ολοκληρωνόταν με ορειβατικό τρόπο, κυκλοφορώντας τελικά περί την άνοιξη του ’69 από την Parlophone. Υπήρχε μέσα το “Kafkasque”, αλλά και μία άλλη σύνθεση των MacKay και Poulos, η “Eclipse” που άνοιγε τη δεύτερη πλευρά, στο ίδιο πληθωρικό στυλ. (Ακούστε την εδώ http://www.youtube.com/watch?v=KNsG-s7GrZ4). Εν τω μεταξύ, γύρω στον Φλεβάρη του ’69, οι τέσσερις μουσικοί (Poulos, MacKay, Pratley, Laxton), όντας όλοι ξανά στην πατρίδα τους, αποφασίζουν να δώσουν και πάλι πνοή στο γκρουπ φεύγοντας για το Λονδίνο. Θα παίξουν με τους Pink Floyd στο Country Club, στο Belsize Park στο Camden, αλλά και στο Hampstead Country Club, τον Απρίλιο, δίπλα στους Van Der Graaf Generator. Ήταν η περίοδος που θα μπουν βαθειά στην ψυχεδελική εμπειρία, λαμβάνοντας acid και πειραματιζόμενοι με νέες φόρμες, τις οποίες θα παρουσίασουν στο επόμενο άλμπουμ τους, το περίφημο “Astra” [Parlophone, 1970], ένα από τα «βαρύτερα» ψυχεδελικά LP που ηχογραφήθηκαν ποτέ στον κόσμο (ανατριχιάζεις στο άκουσμα του “The homecoming”). Νωρίς το ’70 «πιάνουν» πάλι Cape Town, αλλά ο Poulos ήταν πια ένας «άλλος άνθρωπος». Η απρόβλεπτη συμπεριφορά του θα τον θέσει εκτός γκρουπ, αν και πάντα υπήρχαν «πόρτες» γι’ αυτόν τον ταλαντούχο παίκτη. Μπλέκει μ’ ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα της χώρας, τους Abstract Truth από το Durban, του κιθαρίστα Ken E Henson – είχε περάσει κι αυτός από τους Freedoms κάποια φεγγάρια του ’66 –, βοηθώντας τους κυρίως στη σκηνή. (Δεν θα συμμετάσχει στα δύο LP που θα ηχογραφήσουν). Παρ’ όλες τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, θα καταφέρει να σταθεί στα πόδια του γι’ άλλη μια φορά, βρίσκοντας πεδίο δράσης μέσω των Otis Waygood, ενός ακόμη άξιου σχήματος του νοτιο-αφρικανικού rock. Αυτοί είχαν σχηματιστεί στην Bulawayo της Ροδεσίας το 1968, για να βρεθούν στη Νότια Αφρική την επόμενη χρονιά αναδεικνυόμενοι, με το πρώτο κιόλας άλμπουμ τους, σε κορυφαία blues band της χώρας. Μέσα σε δύο χρόνια θα καταφέρουν να γράψουν τρία LP. Πληροφορίες λένε πως στο “Simply” [Parlophone, 1971] και το “Ten Light Claps And A Scream” [Parlophone, 1971] τους βοήθησε ο Harry Poulos. Για το δεύτερο είναι σίγουρο, αφού στο track list περιλαμβάνονται δύο συνθέσεις του. Το “Straight ahead” είναι ένα «δολοφονικό» underground heavy instro track στη παράδοση των Βρετανών May Blitz και Elias Hulk (έχει σαξόφωνο πάντως), ενώ το “Devil Bones”, που κινείται στο ίδιο κλίμα, διαθέτει τα οργίλα φωνητικά του τραγουδιστή Rob Zipper. Το τέλος...
γ. Κηλίδες στο πεζοδρόμιο...
Πότε συνέβη; Δεν κατάφερα να μάθω. Και λοιπόν τι; Ποια η διαφορά; Ένας άνθρωπος λίγο πάνω-λίγο κάτω από τα 25, με συνείδηση ποτισμένη από το LSD, ένας έλληνας μουσικός που μέσα στις δεκάδες πηγές του internet περιγράφεται ως «ξεχωριστός» και «ταλαντούχος», νοιώθει(;) ότι δεν πάει άλλο. Ο Harry Poulos, ένας “pale greek god of keyboards” κατά τον μουσικοκριτικό Rian Malan, θ’ ανεβεί μόνος του, για τελευταία φορά, σε κάποιο κτήριο του Durban, ξεδιπλώνοντας αργά τα φτερά του...

Δισκογραφίαμε τους Four Jacks And A Jill1. Listen! Listen! – LP, RCA Victor 32.191 – 1966
2. The House With The White Washed Gabless – LP, RCA Victor 32.249 – 1967
με τους Freedoms Children 1. Kafkasque/ Little games – 7”, Parlophone SPD 458 – 1968
(το flip side ακούγεται στην CD-έκδοση του “Astra” Fresh Music FRESHCD 145)
2. Eclipse/ My death (Kafkasque, 2nd movement) – 7”, Parlophone SPD 469 – 1968
3. Battle Hymn of The Broken-Hearted Horde – LP, EMI/ Parlophone PCSJ 12049 – 1969
–. Battle Hymn of The Broken-Hearted Horde – CD, Fresh Music FRESHCD 152 – 2007 [Περιέχει ως bonus το “My death (Kafkasque, 2nd movement)”]
με τους Otis Waygood1. Ten Light Claps And A Scream – LP, EMI/ Parlophone, PCSJ 12077 – 1971
–. Ten Light Claps And A Scream – GER. Shadoks Music 108 – 2008
ως συμπαραγωγός
1. The In-set – Morning dew/ Where in the world – 7”, Parlophone SPD 475 – 1968
2. First Acquaintance – Sunnyside/ Speaking my mind – 7”, Continental PD. 9475 – 1968
3. Gill Thomas – Special day tomorrow/ Go around – 7”, Continental PD. 9474 – 1969 (backed by First Acquaintance)
4. The Exotics – Tears of a clown/ Give a little love – 7”, Continental PD. 9525 – 1969

Θερμές ευχαριστίες στους Brian Currin (από το www.rock.co.za), Tertius Louw (αρχειοθέτη του νοτιο-αφρικανικού rock), Benjy Mudie της Fresh Music και David Marks (www.3rdearmusic.com). Βοήθησε επίσης το κείμενο του Nick Warburton από την κασετίνα της Shadoks Music [100-101-102] με τα τρία LP των Freedoms Children, καθώς και το www.garagehangover.com .
(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Jazz & Tzaz, τεύχος 196)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου