Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

blues κοινά και παράξενα

Έχω γράψει κι άλλες φορές για τον Αυστραλό (Τασμανός), αλλά με ιταλική ρίζα Rob Tognoni. Έχω αναφερθεί στο άλμπουμ του “Capital Wah” [Blues Avenue, 2008], στο live στην πατρίδα του (κυρίως) “Ironyard Revisited” [Blues Boulevard, 2009], στο “2010db” [Blues Boulevard, 2009]… Το γενικό συμπέρασμα είναι πως ο Tognoni είναι ένας… προτεταμένος κιθαρίστας, με blues-rock καταβολές, βαριά, ενίοτε δε και μεταλλική χροιά, απείρως προτιμότερος στα ζωντανά (μιας και στις στούντιο δουλειές ενίοτε ξεφεύγει και προς… FM μεριές), στα οποία καταθέτει όλη του τη μαεστρία.
Ζωντανός δε πιάνεται και στο παρόν διπλό Rock and Roll Live [Blues Boulevard, 2010], ηχογραφημένο την 5/3/2010 στο Spirit of 66 Club, στην Verviers του Βελγίου (πόλη της Βαλονίας, κοντά στη Λιέγη), δίνοντάς τα όλα. Στηριγμένος, βασικά, στις δικές του συνθετικές δυνάμεις (υπάρχει και ο απαραίτητος Jimi, ένας Tony Joe White, ένας Muddy Waters, ένας Johnny Young – όχι ο bluesman, ο αυστραλός rocker) κι έχοντας δίπλα του τον Frank Lennartz μπάσο και τον Mirko Kirch ντραμς, ο Rob Tognoni «σκοτώνει» στο σχεδόν 10λεπτο “Dark angel”, παίρνει scalp στο “Bad girl”, σαρώνοντας ό,τι έχει απομείνει με το “Itty bitty mama”. Πενιά καθαρή, παρ’ όλη την κατάχρηση φορές-φορές του wah-wah, ο Αυστραλός ροκάρει άνευ συστολής, βγάζοντας από το τσεπάκι του (που και που) και κάτι blues-boogie ιδέες, θυμίζοντάς μας από που κρατάει η σκούφια του…
Αλλά και για τον Stevie Cochran έχω ξαναγράψει αναφερόμενος κατά πρώτον στο άλμπουμ του “Live at Montreux” [Music Avenue, 2009] σημειώνοντας πως… επειδή έναν καλλιτέχνη ποτέ δεν μπορείς να τον... απορρίψεις από τα live, περιμένω ν’ ακούσω και κάτι “studio” δικό του, ίνα σχηματίσω πλήρη γνώμη. Να λοιπόν τώρα ένα τέτοιο άλμπουμ, που έχει τίτλο “12 Reasons[Blues Boulevard, 2010] και το οποίον είναι γραμμένο στα Matt Miller Studios, στην Glen Ηead της Νέας Υόρκης. Ο Cochran είναι ένας σοβαρός blues, ή περίπου blues, τραγουδοποιός. Γράφει μουσικές, στίχους, παίζει κιθάρα και τραγουδά, έχοντας ενσωματώσει στο στυλ του πλείστες όσες «λευκές» αναφορές –όχι μόνον της blues-rock κατηγορίας– πιάνοντας peak με το “Just about to give up”, ένα τραγούδι, που ανακαλεί στη μνήμη μου κάτι από την μαγεία των Crazy Horse και των Flying Burrito Brothers. Τελικώς, κι εκείνο που επιβεβαιώνεις, ακούγοντας έως τέλος το άλμπουμ και ξαναπιάνοντάς το από την αρχή, είναι πως το blues αποτελεί ένα μόνο μέρος των αναφορών του Cochran. Το… περισσότερο είναι το «προσωπικό» του κράμα.
Μέσα στο ’10 όμως ο Cochran έδωσε ένα ακόμη άλμπουμ, το The Next Stage [Blues Boulevard] που δεν είναι live (αν παρασύρει ο τίτλος), αλλά ηχογραφημένο σε διάφορα στούντιο της Νέας Υόρκης. Είναι, δε, αλήθεια πως σε τούτο το μιας ώρας δισκάκι ακούγεται καλύτερος από κάθε προηγούμενη φορά, παρουσιάζοντας αρχικώς ένα σπιντάτο rock-blues, με τα τρία κομμάτια-βόμβες στην αρχή (“Heckle and Jeckle”, “Next stage”, “Dont need you no more”) να παραχωρούν θέση στα περισσότερο αργόσυρτα και μπαλαντικά (με κορυφαίο το “Between the lines”, που θα μπορούσε να συναγωνιζόταν το “Still got the blues” του Gary Moore, αν έβγαινε 20 χρόνια πριν). Από ’κει και πέρα οι ρυθμοί ανεβοκατεβαίνουν, με τα αργά και γρήγορα κομμάτια να εναλλάσσονται και το δισκάκι να ολοκληρώνεται μέσα σ’ ένα κλίμα σχετικής (και κάτι παραπάνω) επάρκειας.
Και να κλείσω με κάτι παράξενο· για το Shake A Bone [Kartel, 2010] ο λόγος τού Son of Dave (πραγματικό όνομα Benjamin Darvill). Ο Darvill είναι Καναδός, έκανε καριέρα αρχικώς στην πατρίδα του ως μέλος των alternative Crash Test Dummies, για να μετακομίσει κάποια στιγμή στη Βρετανία (προς τα τέλη των nineties), δίνοντας ώθηση στην προσωπική του πλέον καριέρα. Το “Shake A Bone” είναι το πέμπτο CD του, μία 38λεπτη ιδιότροπη blues καταγραφή, η οποία ηχογραφήθηκε και μιξαρίστηκε από τον Steve Albini στο Σικάγο (έτσι πες μου). Ο Darvill (στο εξώφυλλο, με την πρώτη ματιά, μου θύμισε τον Bruce Willis) παίζει φυσαρμόνικα βασικά, μ’ έναν ενισχυμένο τρόπο που φέρνει στο νου τον Big Walter Horton (και άλλους ενδεχομένως). Έχοντας ετοιματζίδικες ρυθμικές βάσεις (έτσι μοιάζουν) βοκαλίζοντας, τραγουδώντας, ραπάροντας και φυσώντας-ρουφώντας στο όργανο, δημιουργεί ένα προσωπικό άκουσμα, που ναι μεν έχει τις αναφορές του, αλλά λέει και μία λέξη παραπάνω. Δεν ξέρω αν πρόκειται για το blues του αύριο, είναι όμως ένα blues του σήμερα (που δεν αρνείται το blues του χθες).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου