Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

sound stories

Γεννημένος στο Camp Springs του Maryland το 1978, ο Marshall Gilkes είναι ένας από τους πιο διακεκριμένους jazz-trombonists της νέας γενιάς. Αν και μόλις τριάντα τεσσάρων έχει ήδη μία σημαντική πορεία πίσω του που συνίσταται σε συνεργασίες (live και ηχογραφήσεις) με τους Richard Bona, Billy Cobham, Dave Douglas, The Maria Schneider Orchestra, The Village Vanguard Orchestra κ.ά. και βεβαίως σε μια προσωπική δισκογραφία, που αριθμεί έως σήμερα τρία άλμπουμτο “Edenderry” [Alternate Side, 2004/5], το “Lost Words” [Alternate Side, 2008] και το “Sound Stories” [Alternate Side, 2012]…
Ηχογραφημένες τον Απρίλιο του 2011 στη Νέα Υόρκη, οι «Ηχητικές Ιστορίες» φέρουν μαζί μία δυνατή ομάδα μουσικών αποτελούμενη εκ των Donny McCaslin τενόρο, Adam Birnbaum πιάνο, Yasushi Nakamura μπάσο, Eric Doob ντραμς και βεβαίως τον Marshall Gilkes τρομπόνι. Με όλες τις συνθέσεις τού 75λεπτου άλμπουμ ν’ ανήκουν στον Gilkes, το “Sound Stories” είναι ένα CD που ενώ αφορά σε κουιντέτο σού δίνει την αίσθηση μιας μεγαλύτερης ορχήστρας. Τούτο συμβαίνει επειδή οι συνθέσεις και οι αυτοσχεδιασμοί, που είναι γενικώς μέσης και μεγάλης διάρκειας, έχουν μία λογική διαχείρισης, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση περισσότερων σολιστών που λαμβάνουν ή παραδίδουν τη σκυτάλη. Για παράδειγμα στο εισαγωγικό “Presence”, που χωρίζεται σε δύο μέρη (“part 1” και “part 2”), έχουμε την φουριόζα εισαγωγή, με το τρομπόνι να οδηγεί κατά βάση μία balkan μελωδία, πριν παραδώσει στο τενόρο (με τον McCaslin να επιδίδεται σ’ ένα εντυπωσιακό σόλο, με διαδοχικούς αυτοσχεδιασμούς πάνω στο θέμα). Η «αντίθεση» που ακολουθεί, με το πιάνο ν’ αυτοσχεδιάζει μελωδικώς με μιαν ελευθερία, κλείνει κατ’ ουσίαν το πρώτο μέρος, με το δεύτερο να ξεκινά με παραλλαγές του βασικού σχήματος ερμηνευμένες από το τρομπόνι και το τενόρο, πριν επανέλθουμε στην αρχική μελωδικό/αρμονική σχεδίαση. Στο “Anxiety”, που χωρίζεται και αυτό σε δύο μέρη, η pop μελωδία που υποστηρίζεται αρχικώς από το τρομπόνι, πουσάρεται από το τενόρο και το κοντραμπάσο, για ν’ αλλάξουν οι ρόλοι στην πορεία, με το δεύτερο μέρος να αφορά σ’ ένα «διαφορετικό» κομμάτι, με επιμήκη σόλι από το τρομπόνι και το πιάνο. Η τρίτη σύνθεση είναι η “Armstrong - part 1” και “part 2” (το κομμάτι δεν σχετίζεται με τον Louis Armstrong, αλλά με τον εκλιπόντα παππού τού Gilkes). Η μινόρε μελωδική γραμμή, που εισάγεται από τα πνευστά, είναι βούτυρο στο ψωμί για το πιάνο του Birnbaum, που παραδίδει ένα έξοχο σόλο, επαναφέροντας στο δεύτερο μέρος τα πνευστά, τα οποία αυτοσχεδιάζουν με πάθος πάνω στην πένθιμη μελωδία. Το 9λεπτο “Thruway” είναι ένα blues, το οποίο δίδει την ευκαιρία και στους πέντε μουσικούς ν’ αποδείξουν, για ακόμη μία φορά, το ομαδικό και (νευρικό εδώ) σολιστικό πνεύμα τους, ολοκληρώνοντας ένα άλμπουμ που σε κερδίζει με την απλότητα και την ουσία του.
Ποιο είναι το πιο groovy setting στην jazz; Τοvibraphone, hammond B3, guitar, drums λέω εγώ, πράγμα που επιβεβαιώνει και ο Mark Sherman με το πιο πρόσφατο CD του που έχει τίτλο The L.A. Sessions [Miles High]. Μέσα σε 71 λεπτά, ο βιμπραφωνίστας Sherman και οι μουσικοί που στέκονται δίπλα του, ο χαμοντίστας Bill Cunliffe, ο κιθαρίστας John Chiodini και ο ντράμερ Charles Ruggiero καταπιάνονται με το κυρίως σώμα τής jazz historyήτοι συνθέσεις των Dizzy Gillespie, Charlie Parker, Bud Powell, Benny Golson, John Coltrane, Milt Jackson και Miles Davisφτιάχνοντας ένα νέο-bop άλμπουμ με σαφή χρηστική (πλην της καλλιτεχνικής) αξία. Όπως τονίζει και ο ίδιος ο Sherman: «Είχα πάντα στο όνειρό μου να ηχογραφήσω μερικά από τα αγαπημένα μου μπίμποπ στάνταρντ. Ως νεαρός ντράμερ έπαιξα τα περισσότερα από αυτά, μα όταν έφθασα στα 18, ξεκινώντας το βιμπράφωνο, τα πέρασα στο νέο μου όργανο, αλλά και στο πιάνο. Κομμάτια όπως τα Donna Lee, Confirmation, Quasimodo, Celia, Giant steps και πολλά άλλα ήταν τα στάνταρντ πάνω στα οποία βασίστηκε η γενιά μου (σ.σ. ο Sherman είναι γεννημένος το 1957). Ο Τσάρλι Πάρκερ και ο Ντίζι Γκιλέσπι ήταν εκείνοι που οδήγησαν το μπίμποπ ως γνωστόν. Άλλαξαν τον τρόπο που σκέφτονταν οι μουσικοί της τζαζ γύρω από την αρμονία. Ο Κολτρέιν πήγε το πράγμα ακόμη πιο μπροστά. Στο σημείο της καριέρας μου που βρίσκομαι δεν διανοούμαι να μην αποδώσω τιμή σε όλους εκείνους τους ανθρώπους. Σε μια πρόσφατη περιοδεία μου στη Δυτική Ακτή είχα την τύχη να μπω στα Berkeley Street Studios, στο Apogee Electronics συνεργαζόμενος μ’ έναν πολύ σπουδαίο μηχανικό, τον Ρότζερ Ρόμπιντορ. Το Apogee είναι στην εμπροσθοφυλακή των ψηφιακών εγγραφών από χρόνια. Σήμερα, είναι αναγνωρισμένο, στο είδος του, ως το νούμερο 1 στον κόσμο. Έτσι, έχοντας μπροστά μου αυτή τη δυνατότητα, κάλεσα τρεις από τους καλύτερους μουσικούς του Λος Άντζελες να έρθουν και να παίξουν μαζί μου αυτές τις κλασικές συνθέσεις».
Σύγχρονο bop, λοιπόν, στηριγμένο σε παλαιές συνταγές, αλλά παιγμένο και ηχογραφημένο με όλα τα σημερινά κομφόρ. Jazz με… ευμεγέθη blues χαρακτηριστικά, soulish γκρούβα φισκαρισμένη στα breaks (ο ντράμερ Ruggiero κάνει ωραία δουλειά), νουάρ ατμόσφαιρες, improv σόλι (που «αιτιολογούνται» από τις μελωδίες), γενικώς ένα απολύτως ευχάριστο/ απολαυστικό άκουσμα, από μία επαγγελματική μπάντα που γνωρίζει εις βάθος την ιστορία τής jazz, σερβίροντάς την με τον προσωπικό της τρόπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου