Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΤΕΡΙΑΔΗΣ τρία ποιήματα

Πριν ένα μήνα και κάτι μέρες στην ανάρτηση για τον Λευτέρη Πούλιο μαζεύτηκαν 104 σχόλια. Η αλήθεια είναι –και το λέω με όση ειλικρίνεια μπορεί να με διακρίνει– πως μέχρι και την τελευταία στιγμή (λίγο πριν την ανάρτηση δηλαδή) αμφιταλαντευόμουν αν θα ανέβαζα το «Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα» (το οποίον ήθελα να υπάρχει στο δισκορυχείον) ή τρία (παραληρηματικά) ποιήματα του Βασίλη Στεριάδη (1947-2003) από εκείνο το ίδιο βιβλίο. Θα τα ανεβάσω τώρα, με την πεποίθηση πως δεν θα μαζέψουν ούτε το 1/20 των σχολίων τού «Αμέρικαν μπαρ…».

ο καβαλλάρης 

στη Γιολάντα 

Κάποιο είδος ανθρώπινο μού κατέστρεψε την έμπνευση. Έτσι
έκλεισα το κορίτσι στα σκοτάδια του Μεγάλου Σαββάτου.
Ύστερα κάθισα πιο αναπαυτικά στα ξερά δαφνόφυλλα.
Θέλησα να καπνίσω κι έβαλα εκείνο το πικρό πράμα στο στόμα μου.
Την επιούσα έφευγα πίσω από τις μάντρες, έβγαινα ενισχυμένος σαν
τον Τελαμόνιο, μοναχός ευαγγέλιο. Συνάντησα ανθρώπους
όπως άλλοτε στην Αθήνα, κάτω ήταν το κρύο κι η ψυχή τους
σύνολον ενιαίον, συναχώματα και τέτοια. Κάτι απότομα
τρυφερό και στο βάθος, όπως οι ταξιδεμένες μητροπόλεις
Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου, η κοπέλα που διέκοψα μαζί της.
Στο μεταξύ όμως είχα γνωριστή με τα κουμπιά,
τα πλήκτρα και άλλα σύνεργα των γυναικών. Εκεί ήταν
και ο φίλος μου μονίμως καβάλα στο μαντρότοιχο
που αργότερο τον γέμισα κάτι περίεργες κουμπότρυπες
και τον έστειλα στον ουρανό. Εσύ το βιολί σου, μού έλεγε
γράφε ξερά κι ανυπόμονα, είναι θέματα αυτά,
ιστορίες μικρές για ένα άγριο παραθέρισμα. 

η αρραβωνιαστικιά μου 

Ο εξάδελφος Μανώλης
πιθανή συγγένεια με το γένος των ανθρώπων
σαν τους σιχαμένους. Ο μικρός το δέμας, ειδικός
επί των κυττάρων της προσόψεως. Μου έλειπε το πρόσωπο
και το έχασα στον πόλεμο τους είπα, φυσικά τους είπα
ψέματα. Η θεία μου ήτανε πεθαμένη στην αρχή της άλλης
πόλης. Το κατάλαβε πως άκουγα τη μουσική που ερχόταν
από σπάνιο ύψος κι έγραφα κι έβριζα τη Μαρία
και τη μάνα που με γέννησε. Στο γάμο μου έφεραν λουλούδια
κι αντικείμενα από μέταλλο. Ήμουν περίλυπος μ’ αυτή τη θεία
που πέθανε. Έβγαινε ο ήλιος τώρα κι έκανε στην πόρτα
μια λευκή κηλίδα. Άρχισα να διορθώνομαι λίγο-λίγο
σαν παιδί. Έβγαζα μάτια, δόντια και μαλλιά
ώσπου είδα πάλι στην πραγματικότητα την αρραβωνιαστικιά
μου· ερχόταν απ’ την άλλη πόλη με το φίλο της, όπως
κρατάμε τα σκυλιά στην αλυσίδα. Έκοψα το τηλέφωνο
κι έγινα ιατρός ψυχών. 

ο γάμος μου και τα πουρνάρια 

Καρφωμένος στην πέτρα απόγευμα πάλι θαύμαζα τα χέρια μου
την ιστορία μου. Ιδίως το γράμμα Φ από τα φτερά μου.
Τη γυναίκα μου που έμεινε κι αυτή στο γύψο
με τις προσευχές της. Παξιμάδια έπεφταν στριφογυρίζοντας ολοένα
όπως το χιόνι σε εποχές εποχούμενες πάνω στο έλκυθρο.
Τέσσερις πέντε εμπειρογνώμονες φιλονικούσανε για τα συμπτώματα
και την ουσία μου. Τους ξεγέλασα όλους. Η Πελαγία, η μάνα μου
χάρηκε πολύ που έγινα γιατρός και τι γιατρός. Είμαι
οτιδήποτε χρειάζεται για ουράνια χώματα και χρώματα
και πτώματα, κυρίως για τενεκέδες. Ύστερα, ένα χρόνο αργότερα
πάνω στις δυσκολίες του βίου μου, θέλω να πω όταν πέθανα
βρήκα τη θεία μου που είχε πεθάνει το φθινόπωρο. Είχα
ησυχάσει τώρα και αλήτευα στα κράσπεδα, στην αρχή
της άλλης πόλης, μουρμουρίζοντας εορτολόγια
και βίους αγίων σαν υποκριτής, φερσίματα ελαφρά
όπως οι πρόστυχοι. 

Από το βιβλίο «Έξη Ποιητές» [Ιδιωτική Έκδοση, Αθήνα 3/1971]

3 σχόλια:

  1. Προσθέτω δυο αγαπημένα μου:

    χόβερκραφτ (η μοναξιά του Σούπερμαν)

    Εκεί ψηλά εξακολουθούσα με τις λόξες και το μηχανάκι μου/ γιατί ο δεύτερος ουρανός στο μεταξύ ανακατεύτηκε με άλλα/ γέλια κι αυτοκίνητα κι έρχονταν πράγματα παράξενα, αγγελού-/δια/ και μουσικές από το θαυμάσιο κόσμο των αδερφών Γκριμ, ο μί-/στερ/Σόλο, ο πιανίστας, κι εγώ σκεφτόμουνα τον άλλο κόσμο, όχι/ εκείνον/που πεθαίνουμε και πάμε στη δουλειά μας, αλλά τον αληθινό/που έχουμε την περιουσία μας, με καταστήματα εφάμιλλα των ευρωπαϊκών κι ένα σκέτο κορίτσι, έβγαζε το πουλόβερ θα σου το στείλω ταχυδρομικώς, μου έλεγε και το στόμα του ήταν μια σκουριασμένη σάλπιγγα που βούλιαζες εφάμιλλη/των ευρωπαϊκών.

    Βασίλης Στεριάδης, από το "Ιδιωτικό Αεροπλάνο", Κεφάλαιο Πέμπτο: "Το ταγκό της αεροπορίας", εκδ. Εγνατία, σελ. 85

    * * *

    το συγκρότημα ή το τελευταίο και δυνατότερο

    Φτωχέ μου κόκορα δολοφονημένε. Ήταν η αγάπη μου/ μικρή και σακατεύτηκε όχι από λουλούδια. Εαρινή/ σα γκόμενα την πήρε η νύχτα. Πολύ αργότερα ονειρεύτηκα/ ότι κοιμάμαι αγκαλιά μ' ένα μαύρο σόλεξ κι ακόμα έξω από τη/ νύχτα/ ένας μεγάλος κόσμος ηλιοτρόπια. Έρωτας ήταν πιθανόν/ μες στα κυπαρίσσια πέρα απ' την άσφαλτο. Έφευγα για το/ δάσος./ Το δάσος ήταν άλλο πράμα. Ανέβηκε/ ήσυχα ο πατέρας μου με το γραμμόφωνο.Γιατί γράφεις πάλι,/μου έλεγε· είπες θα σταματήσεις, με ξεγέλασες./ Εγώ τελείωνα. Γύρω μου σαλιγκάρια, χώματα/και τενεκέδες από το άλλο οικόπεδο, υγρά/ κι απόκοσμα. Κάποτε η Μαρία, φωτεινή, φιλέρημη,/ φτερό, φυσικά χορεύοντας. Και κατάλαβα πως έβγαινα/ απ' το ποίημα, γινόμουν η ιστορία του γίγαντα/Νεμρώδ και της αγαπημένης του./ Ένα άλλο απόγευμα ήρθε ο περίφημος Βενιαμίν, πείσμωνε/ του σκασμού που ήτανε κρίμα κι άδικο, τέτοιο παιδί./Του έλεγα ψέματα ότι μοίραζα τα λουλούδια κοροϊδεύοντας την/ αρραβωνιαστικιά μου/ στην ίδια πόλη σε περαστικούς εις μνήμην της./ Δεν είναι λουλούδια, μου είπε. Έφυγε θυμωμένος/ μέσα από τα συγκροτήματα σφυρίζοντας,/ αλλιώτικος από το βιβλίο μου.

    Βασίλης Στεριάδης, ό.π., Κεφάλαιο Πρώτο: Ο δικηγόρος καβαλάρης, σελ. 52

    ΥΓ. Προσφάτως διάβαζα τις ανέκδοτες ποιητικές συλλογές δυο ανθρώπων της γενιάς μου (τριαντάρηδων) και σκεφτόμουν επίμονα έναν στίχο του ποιητή, που λέει περίπου: "Προσπαθούν να λιγοθυμίσουν τους μεγάλους άνδρες πεθαίνοντας από ίκτερο ή από καλοριφέρ..."

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μου αρέσει πολύ ο Στεριάδης, ιδίως σ’ αυτά τα ποιήματα της νιότης του.
    Κάποιοι συνάδελφοί του (ο Γιάννης Δάλλας π.χ.) τον είχαν αποκαλέσει «ψυχεδελικό» ποιητή. Δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς εννοούσαν, αλλά τέλος πάντων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Εξαιρετικός. Δεν τον γνώριζα. Χαίρομαι που τον έμαθα. Ένα μεγάλο ευχαριστώ.

    Β.Α.

    ΑπάντησηΔιαγραφή