Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

VANGELIS – RIDLEY SCOTT – BLADE RUNNER

Άκουσα το σάουντρακ των Hans Zimmer & Benjamin Wallfisch για το Blade Runner 2049 του Denis Villeneuve. Μου φάνηκε τυπικό, προβλέψιμο, αντίγραφο σε σημεία από Vangelis και εν τέλει βαρετό. Φταίει, ίσως, το γεγονός πως δεν έχω δει την ταινία –ούτε προτίθεμαι να την δω, δεν έχω πια χρόνο να τρέχω στους κινηματογράφους– και συνεπώς δεν μπορώ να εντάξω ή να συσχετίσω τη μουσική που άκουσα (στο YouTube) με το φιλμ.
Κάθε ηλικία, εν πάση περιπτώσει, έχει το… ΜπλέιντΡάνερ της. Εμείς μεγαλώσαμε με το παλιό. Το είδαμε τότε, το απολαύσαμε, ακούσαμε και ξανακούσαμε τη μουσική του Παπαθανασίου και νομίζω πως… κλείσαμε. Το 2049 αφορά τους νέους – κι αυτοί πολύ καλά κάνουν και το βλέπουν και γράφουν όσα γράφουν. Με την αφορμή λοιπόν θέλω να ξαναφέρω στο φως δυο λόγια, που είχα γράψει παλιά (στο Jazz & Τζαζ) για το παλαιό Blade Runner (το σάουντρακ βασικά, αλλά και την ταινία). Έχω κάνει φυσικά κάποιες μετατροπές…
To 2007, 25 χρόνια μετά..., μία περιποιημένη έκδοση της Universal Music ήλθε να επαναφέρει στη μνήμη μας τον ηχητικό κόσμο του Βαγγέλη Παπαθανασίου για το Blade Runner (1982), το φουτουριστικό έπος του Ridley Scott.
Σ’ ένα περιποιημένο set  τριών CD είχαν χωρέσει τόσο το original score, όπως είχε πρωτοεκδοθεί επισήμως το 1994, όσο και (κάποια από) τα ποικίλα bonus, ανέκδοτα ή μη, τα οποία έως και σήμερα είναι προνόμιο λίγων μόνο συλλεκτών –εκείνων δηλαδή που είχαν τη δυνατότητα να βγάλουν από την τσέπη τους κάμποσες δεκάδες ευρώ, προκειμένου ν’ αποκτούσαν π.χ. την παράνομη κυκλοφορία της Esper από το 2003– και ακόμη, πρωτότυπη μουσική γραμμένη από τον Παπαθανασίου, με αφορμή τα 25χρονα του φιλμ.
Το πρόβλημα με τις διάφορες εκδόσεις του music-score εντοπιζόταν και εντοπίζεται στο γεγονός ότι ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει η απόλυτη αποκατάστασή του (εννοείται πως και η τριπλή έκδοση της Universal Music είχε κενά), κάτι που οπωσδήποτε εξηγείται, αλλά δεν αιτιολογείται.
Η εμπορική αποτυχία της ταινίας στην Αμερική (είχε πέσει μάλιστα πάνω στον E.T. του Spielberg, που μάζεψε τότε όλο το χαρτί) εμπόδισε, ίσως, την ταυτόχρονη έκδοση του original soundtrack, κάτι το οποίο δυσκολεύτηκε περαιτέρω από τις επτά(!) εκδοχές του φιλμ, τις οποίες επέβαλλαν οι τραβάω-τα-μαλλιά-μου παραγωγοί και βεβαίως από το directors cut, το 1992.
Οι διάφορες bootleg εκδόσεις έρχονταν, στην πορεία, να μπαλώσουν λιγάκι τα πράγματα, αλλά το πρόβλημα παρέμενε. Τι θα περιείχε, τελικώς, το original soundtrack; Ποια version του φιλμ θα προκρινόταν, ούτως ώστε να έπαιρνε σειρά, κάποια στιγμή, και το OST; Ίσως, μετά το final cut του Ridley Scott που... εθεάθη στο τέλος του 2007, ένα final cut της μουσικής να βρίσκεται στα σκαριά. Για πόσο ακόμη όμως; Ας μην προτρέχουμε πάντως, γιατί το “Blade Runner Trilogy, 25th Anniversary” δεν ήταν/είναι άνευ ουσίας.
Κατ’ αρχάς δεν είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για τη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου στο Blade Runner, ξέχωρα από τις εικόνες του Ridley Scott. Να πούμε λοιπόν τι παραπάνω, όταν έχουν γραφεί τόμοι και τόμοι γι’ αυτήν την ταινία;
[εκδ. Παρά Πέντε, 1985]
Η κινηματογράφηση όχι μόνον του μελλοντικού άστεως –την Οζάκα της Μαύρης Βροχής είχε, από τότε, κατά νου ο Scott, η κάποια άλλη ανατολικο-ασιατική μεγαλούπολη;–, όσο κυρίως η φιλμοποίηση των σχέσεων και των αισθημάτων ανθρώπων, ανθρωποειδών και μηχανών, σε συνδυασμό με το φιλοσοφικό, επιστημονικό και κοινωνικό πλέγμα που έθετε η ταινία (βασισμένη ως γνωστόν στη νουβέλα του Philip K. Dick Do Androids Dream of Electric Sheep?), δημιούργησαν ένα καινούριο «σύστημα αξιών» για τη λεγόμενη επιστημονική φαντασία, θέτοντας με μιας τη γραμματική και το συντακτικό τής κυβερνοπάνκ κουλτούρας. Νά’ταν μόνον αυτό;
Το hip του Blade Runner παραμένει, βασικά, ανεξερεύνητο, αφού η ίδια η πραγματικότητα έρχεται να επιβεβαιώσει... αιώνες μετά όχι μόνο την αισθητική του (κυρίαρχη, φερ’ ειπείν, σε πληθώρα σύγχρονων games), όσο, κυρίως, την ανάδειξη εκείνων των ηθικών ενοτήτων που σχετίζονταν με την κλωνοποίηση, την εμβιομηχανική κ.λπ. Μέσα σ’ αυτό το σύστημα η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου είχε κληθεί όχι απλώς να συνδράμει, αλλά και να αναδείξει τα γεγονότα με το δικό της τρόπο.
Έχοντας υπηρετήσει έναν cosmic φορμαλιστικό τύπο ήδη από την εποχή του “Earth”, του “Heaven and Hell” και του “Albedo 0.39”, ο Vangelis έρχεται, μέσω του “Blade Runner”, να προσαρμόσει τους δικούς του ηχητικούς προβληματισμούς, πάνω στην καθαρή μεταβιολογική βάση των φιλμικών ηρώων.
Τα σύνθια του αποκτούν έτσι μίαν υποδόρια λειτουργικότητα, ικανή να υποστηρίξει, κατ’ αρχάς, την βασική κοινωνική-πνευματική αρχή του Philip K. Dick γύρω από την τεχνολογία της μουσικής έκστασης και ονειροπόλησης – εκεί όπου ο ήχος καθίσταται κυρίαρχο μέσο στην προσπάθεια διαφυγής από το οργανικό σαρκίο, ίνα γίνει εφικτή η φαντασίωση τής εικονικής πραγματικότητας.
Μέσα σ’ αυτό το σύμπλεγμα φιλοσοφικών μαιάνδρων και τεχνολογικών αναπροσαρμογών, ο Παπαθανασίου με το hi-tech οπλοστάσιό του, αποδεικνύεται, για το “Blade Runner”, ένας ιδανικός μεταπράττης.
Μόνο και μόνο για τους συγκλονιστικούς «τίτλους τέλους» και αφού εν τω μεταξύ έχει κυλήσει μέσα σου όλο το σελιλόιντ, θα μπορείς να κλάψεις από λαχτάρα, για ’κείνο που εγκαταλείπεις...

Την ταινία πρέπει να τη δει κανείς ξανά και ξανά, αλλά κάποιες φορές αρκεί και μόνο να την ακούσει…

2 σχόλια:

  1. > ούτε προτίθεμαι να την δω, δεν έχω πια χρόνο να τρέχω στους κινηματογράφους

    σιγα ρε φωντα πολυασχολε

    ΑπάντησηΔιαγραφή