Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

SAROLTA ZALATNAY funky νύχτες στη Βουδαπέστη...

Είναι γνωστό πως η διαρκής ανάγκη για ανανέωση της... γκαρνταρόμπα των DJs, έχει φέρει στο προσκήνιο εκατοντάδες ξεχασμένες ηχογραφήσεις από το pop παρελθόν. Παρατηρείται, μεταξύ μας, κι ένα είδος ανταγωνισμού (ενίοτε αθέμιτου) στα ισχυρά ντιντζεϊκά κέντρα του εξωτερικού –εδώ, όσο να ’ναι, υπολειπόμαστε– ο οποίος, εν τέλει, για τον απλό και κατανοητό μουσικόφιλο, μόνο θετικά αποτελέσματα μπορεί να έχει. Γιατί; Μα γιατί, όταν οι DJs «εκδικηθούν» ο ένας τον άλλον, ρουφώντας όλη τη χαρά και την ευχαρίστηση με το να αλληλο-κοντράρουν τα πιο απρόσιτα breaks κι επειδή, στην ουσία, είναι πολύ καλά παιδιά, αποφασίζουν να φτιάξουν κάποια στιγμή ένα label, ώστε να παρουσιάσουν, στο πλατύ κοινό πια, όλα εκείνα που «ανακάλυψαν». Έτσι, γινόμαστε κι εμείς κοινωνοί του απροσδόκητου, πλουτίζοντας, κατά περίπτωση, τις γνώσεις μας και τον ψυχικό μας κόσμο. Φυσικά, όσα μπορεί να φέρει σήμερα στο φως ένας βρετανός DJ (ακόμη κι αν λέγεται Andy Votel), πολύ πιθανόν να τα γνωρίζει από χρόνια ένας Έλληνας, απλός και... κατανοητός μουσικόφιλος. Όμως... Όμως... Εκείνος που έχει το μαχαίρι θα φάει, στο τέλος, το πεπόνι. Όλοι οι υπόλοιποι απλώς δαγκώνουμε... Πάντως με όλην αυτή την ιστορία, προσωπικώς, νοιώθω κομματάκι δικαιωμένος. Υπό την έννοια ότι δεν ντρέπομαι πια (όχι ότι ντρεπόμουν παλαιότερα δηλαδή) για τα «ευτελή» ακούσματά μου. Μου άρεσε πάντα η ωραία ελληνική pop των seventies –κυρίως εκείνη της Ελπίδας, της Μαρίνας, της Μίλλη, της Τζέσσικα, το εντυπωσιακά ενορχηστρωμένο, με τον γελοίο τίτλο, άλμπουμ «Έλα Τώρα... Που Δε Θες...», της Τζελσομίνα, ακόμη και κάποια κομμάτια τής Αργυράκη– , η γεμάτη με αστείρευτο fun και άπιαστα breaks (open drums, δραματικές αλλαγές ρυθμών, ιλλιγγιώδη σόλο στο φλάουτο, το hammond, τις κιθάρες, τα ντραμς και τα πνευστά από συνήθως uncredited μουσικούς). Σωστά το τοποθετεί το πράγμα ο Andy Votel στη συλλογή της Finders Keepers, αναφερόμενος στην Sarolta Zalatnay (Cini για τους φίλους της):
«Στην παγκόσμια κλίμακα το ντεμπούτο της Cini στέκεται δίπλα στο ‘Did You Give the World Some Love Today Baby’ της Σουηδέζας Doris Svensson, στο ‘Songy A Balady’ της Τσεχοσλοβάκας Marta Kubisova, στα πρώτα LPs της Ελπίδας στην Ελλάδα, της Maryla Radowics στην Πολωνία, και βεβαίως στις περισσότερο γνωστές εγγραφές της France Gall στη Γαλλία ή της Lulu και της Petula Clarke εδώ στη Βρετανία».
Γεννημένη το 1947 η Sarolta Zalatnay ξεκίνησε την καριέρα της πολύ μικρή, στα 16 της, όταν βρέθηκε να τραγουδά στους Bergendy – ένα από τα διασημότερα γκρουπ του ουγγρικού rock. Οι Bergendy στα μέσα των sixties, και πολύ πριν εξελιχθούν στο δυνατό prog σχήμα της επόμενης δεκαετίας, έπαιζαν ένα είδος beat-jazz διασκευάζοντας συχνά κλασικά κομμάτια (Strauss, Brahms) – κάτι που ήταν, μάλλον, προχωρημένο για την εποχή. Όπου χρειάζονταν φωνητικά η Zalatnay δήλωνε παρούσα, όπως παρούσα δήλωνε και στα εξώφυλλα των singles, ντυμένη όμορφα και απλά, κραδαίνοντας πότε-πότε μια κιθάρα. Ο φακός την έθελγε, όπως έθελγε κι εκείνη το φακό. Σε μια κοινωνία «ανατολικού τύπου» που αγνοούσε μέχρι τότε τη λογική, τη λειτουργία και τη λατρεία των μουσικών ειδώλων, η νεαρή τραγουδίστρια φαίνεται πως ενδύθηκε μία πρώτη pop περσόνα. Η φήμη της θα ξεπεράσει άρδην τα σύνορα της χώρας και πολύ γρήγορα η Sarolta Zalatnay θα εμφανισθεί live σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης, μα ακόμη και στην Βρετανία, την εποχή του swinging London ή λίγο πιο μετά, κάνοντας παρέα με τους Bee Gees και ερμηνεύοντας στην αγγλική τραγούδια που έγραψαν οι Gibbs για ’κείνη. Ισχυριζόταν μάλιστα πως ο Maurice Gibb της είχε κάνει πρόταση γάμου – αν αυτό έχει κάποια σημασία... Με τούτα και μ’ εκείνα η νεαρή ακόμη Sarolta, που αρνήθηκε εν τω μεταξύ τη διεθνή της καριέρα για να επιστρέψει στην πατρίδα της, είχε αποκτήσει ήδη το στυλ του ye-ye girl και ίσως, ακόμη περισσότερο, εκείνo της rock woman. Η ίδια διέδιδε, εξάλου, πως είχε γνωριστεί και είχε παίξει στο Νησί με τον Alan Price, τον Georgie Fame και άλλους εκλεκτούς κυρίους (αλήθεια ή ψέμματα δεν έχει σημασία), πράγμα το οποίο «δούλευε» από μόνο του. Τα νέα γκρουπ, που άρχισαν σιγά-σιγά να «μαζεύονται» στη χώρα τ’ άκουγαν όλα τούτα, μάλλον συνεπαρμένα. Μια συμπατριώτισσά τους να έχει τέτοιο παρελθόν; – ήταν μια γοητευτική πρόκληση. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα η Sarolta, που διέθετε μία πολύ καλή και κυρίως εύπλαστη φωνή (ακουγόταν άλλοτε ως pop Faithfull και άλλοτε ως ultra αγριεμένη Joplin) μπήκε μπροστά σε όλα τα μεγάλα συγκροτήματα του ουγγρικού rock (Locomotiv GT, Skorpio, Metro, Omega – οι Bergendy είχαν προηγηθεί) ηχογραφώντας μαζί τους. Εννοούμε δικά της άλμπουμ, στα οποία ως backing band ήταν κάποιοι από τους προαναφερθέντες. Το πρώτο της προσωπικό LP στα seventies πια (έπαιζαν οι Metro) ήταν το “...Ha Fiu Lehetnek” [Qualiton SLPX 17404, 1970]. Εκεί υπάρχει το “Zold borostyan”, απλώς, ένα από τα κορυφαία τραγούδια του ουγγρικού rock. Ανοιχτό drumming, ρέουσα μελωδία με έξοχη υποστήριξη από το rhythm section, κιθαριστικό σόλο απολύτως ενταγμένο στη ροή του κομματιού, απίθανα κοψίματα και κυρίως μια δυναμική, γεμάτη σιγουριά ερμηνεία από την Zalatnay, συνθέτουν ένα έξοχο, ηδονικά ανατριχιαστικό, δείγμα ψυχεδελικού funk.
Το “Zalatnay” [Pepita SLPX 17426] κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά (1971). Στο εξώφυλλο η Sarolta ποζάρει σε μάγκικη φάση, με τα χοντροκομμένα γυαλιά της εποχής (αυτά που φοριούνται και σήμερα) και τα πέτσινα ρούχα, μοιάζοντας περισσότερο με glam-star. Ο ήχος όμως αλλού παραπέμπει. Στο σκληροτράχηλο rock των Free, με prog κατευθύνσεις (παίζουν οι Locomotiv GT, ίσως πριν την ηχογράφηση του πρώτου δικού τους άλμπουμ). Κομμάτια όπως το “Keso esti oran” μένουν στη μνήμη για το άπιαστο drumming του Jozsef Laux, αλλά και τον τσιμεντένιο ήχο του γκρουπ, με την Sarolta να ζωγραφίζει όπως γουστάρει – αν και το ίδιο σπουδαία εμφανιζόταν και στις μπαλάντες (“Munanyag almok”). Ήταν η περίοδος στην οποία το όνομά της βρισκόταν παντού, όντας η απόλυτη «ροκ σταρ» στη χώρα της. Το πέρασμά της από το σινεμά ήταν κάτι ανάμεσα στ’ άλλα. Θα εμφανισθεί σε μερικά φιλμ και, κυρίως, στην ταινία τής Marta Meszaros “Szep Lanyok, Ne Sirjatok!” (Μην Κλαίτε Κοριτσάκια) παίζοντας και τραγουδώντας.
Ο επόμενoς δίσκος της είχε τίτλο “Almodj Velem” [Pepita SLPX 17450] και κυκλοφόρησε το 1972. Πάντα με τους Locomotiv GT πίσω της, η Zalatnay υιοθετεί ένα πιο σοφιστικέ στυλ, τραγουδώντας με έπαρση (με τη σιγουριά δηλαδή μιας τραγουδίστριας που ξέρει ότι είναι πρώτη, γιατί δεν μπορεί να είναι δεύτερη) φάνκικα rock (“Ki tiltija meg”) ή απαιτητικά folk με φωνή που σπάει κόκκαλα (“Adj egy percet”).
Πολλά και τα 45άρια που έγραψε τότε, αρκετά εξ αυτών απόντα από τους μεγάλους δίσκους της. Κάποια –τα καλύτερα και τα πιο heavy– ήταν σε στίχους της Anna Adamis (άγνωστον αν είχε κάποια ελληνική ρίζα), που αποτελούσε στην ουσία το πέμπτο μέλος των Locomotiv GT. Ένα τέτοιο, το “Fekete arnyek” (το εξώφυλλο το βλέπετε πιο πάνω) ακούγεται και στην βρετανική συλλογή.
Τέταρτο και τελευταίο πολύ σημαντικό άλμπουμ της Sarolta Zalatnay –ίσως σημαντικότερο όλων– είναι το “Hadd Mondjam El” [Pepita SLPX 17466] από το 1973. Είναι το πιο funky κι εκείνο που αναζητείται περισσότερο. Όχι χωρίς λόγο. Το παίξιμο από τους Skorpio είναι top of the top, με το εκτός περιγραφής rhythm section των Karoly Freinreisz μπάσο (από τους Metro και τους Locomotiv GT) και Gabor Fekete ντραμς (από τους Hungaria) και βεβαίως με τη φωνάρα της Zalatnay στην καλύτερή της φόρμα. (Φανταστείτε μία πιο... σπουδαγμένη Joplin). Κομμάτια όπως τα “Egyszer”, “Ne hidd el”, “Sracok, oh sracok” και “Hadd mondjam el” είναι βούτυρο στο ψωμί για τους DJs που ψάχνουν στα σκουπίδια για open drums breaks και φάνκικες κοφτερές κιθάρες (παίζει ο Gabor Antal Szucs). Εδώ υπάρχουν όλα. Σε πληθώρα.
Από εκεί και κάτω δεν αξίζει να μείνει κανείς σε πολλά, αν και πρέπει να αναφέρουμε ένα LP που βγήκε τότε (1975) μόνο στη γειτονική Τσεχοσλοβακία –το “Sarolta Zalatnay” [Supraphon 1 13 1643]– στο οποίο η Sarolta ακουγόταν, πάντα με τους Skorpio, να ερμηνεύει αμερικανικό (“Move over” ώπα της, “Heard it through the grapevine”, “Killing me softly”) και.. ουγγρικό songbook. Κι εδώ, άψογη. Άλμπουμ, φυσικά, θα συνεχίσει να κυκλοφορούν, όπως τα “Szeretettel” (1975), “Szines Triko, Kopott Farmer” (1976), “Minden Szo Egy Dal” (1978), “Tukorkep” (1980), “Nem Vagyok En Apaca” (1985), όμως η Zalatnay επέλεγε με τον καιρό άλλη διαδρομή. Αποφασίζει να εκτεθεί στον κόσμο, που την ξέχναγε σιγά-σιγά, εκμεταλλευόμενη οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει... sequel συγκίνηση. Τυπώνει τη ζωή της σε σειρές βιβλίων, που μοσχοπουλήθηκαν στην Ουγγαρία, παντρεύεται, το 1995, τον συμπατριώτη της σκηνοθέτη ταινιών πορνό Csaba Marton (aka Martin del Toro – ολέ ο ταύρος...) και για χάρη του, μάλλον, ποζάρει στα 54 της γυμνή στο Playboy (horny mature...), παίζει στον Big Brother των επωνύμων (camera inside me...), μιλάει δημοσίως για τη σοβαρή ασθένειά της, μπαίνει στη φυλακή καταδικασμένη για απάτες του δικού της τριτοκάναλου CiNN (πλήρης ροκ τρόπος ζωής που λένε...) και γενικώς πράττει οτιδήποτε θα μπορούσε να τη φέρει εκεί όπου ήταν πάντα. Μπροστά από τα φώτα... ακόμη και τα κίτρινα. Funk off...Και κάτι το οποίον ελάχιστοι γνωρίζουν ή θυμούνται. Η Sarolta Zalatnay έχει εμφανιστεί στην Ελλάδα, διαγωνιζόμενη με το τραγούδι "I keep you calling" στην 6η Ολυμπιάδα Τραγουδιού, στο Παναθηναϊκό Στάδιο, την Παρασκευή 13/7/1973.

1 σχόλιο:

  1. Πολύ ωραίο άρθρο Φώντα και πληρέστατο. Μία από τις καλύτερες γυναικείες φωνές παγκοσμίως! Στην Ελλάδα δεν έχει την απήχηση που έχει την υπόλοιπη Ευρώπη (φαίνεται εν μέρει και από τον αριθμό των σχολίων), αλλά αυτό δε λέει κάτι. Στο κάτω κάτω, όπως και την περίπτωση των 'άγνωστων' Τέσσερα Επίπεδα που είχες αναφέρει σε άλλο άρθρο σου, είναι και θέμα διαφήμισης. Για να μη μακρυγορώ πάντωςμ ευχαριστώ πολύ.

    Λάμπρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή