Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ μελοποιώντας Krishnamurti... και μερικά zig zag

Ένας αθόρυβος μουσικός, με έργο εμπρός από τα φώτα, αλλά, κυρίως, πίσω απ’ αυτά, ο Γιώργος Στεφανάκης μας συστήνεται μ’ ένα προσωπικό άλμπουμ ύστερα από 25-26(!) χρόνια. Τότε, το 1984, ήταν το «Σλόγκαν» [Δισκογραφικός Συνεταιρισμός Καλλιτεχνών] σε στίχους Αρλέτας, τώρα (2009) είναι το “Come Away” [Studio Recording] σε στίχους Jiddu Krishnamurti και ερμηνεία από τον ίδιον. Λίγα λόγια για το παρελθόν του… πριν πω λίγα λόγια για το παρόν του. Τα αντιγράφω, προσθέτοντας και αφαιρώντας, από ένα CV που πήρα μέσω e-mail (το ίδιο CV υπάρχει και στο internet)… Ο Γιώργος Στεφανάκης γεννήθηκε το 1952 στο χωριό Λατσίδα (σημαίνει ηλιαχτίδα) Λασιθίου Κρήτης. Σε ηλικία 10 ετών εγκαθίσταται στην Αθήνα με την οικογένειά του. Με έφεση στη μουσική από παιδί ξεκινά σπουδές στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών με δάσκαλο τον Μιχάλη Βούρτση, πατέρα της ηθοποιού Μάρθας Βούρτση. Διδάσκεται, ακόμη, ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας από τον Βασίλη Βασιλειάδη. To πρώτο του γκρουπ ήταν οι Baronetti, μαζί με τον Λάκη Ζώη, στα τέλη του '60, ενώ το 1970 γίνεται μέλος των Πελόμα Μποκιού, ως οργανίστας. Το 1972, συνεργάζεται, ως μέλος των Ρουθ, με τον Κώστα Τουρνά στα «Απέραντα Χωράφια». Από το 1971 έως τον Αύγουστο του 1976 ενορχηστρώνει μια σειρά από δίσκους, όπως το «Μια Στο Καρφί και Μια Στο Πέταλο» [Minos] της Μαρίζας Κωχ, το 45άρι «Μηχανισμός/ Ρωμηός» [Zodiac] του Νικόλα Άσιμου, το «Εύθυμος καλαματιανός» με τον Θανάση Γκαϊφύλλια, μία δική του σύνθεση (σε στίχους Γκαϊφύλλια), στην οποία συμμετείχαν ο Γιώργος Φιλιππίδης μπάσο, ο Τάκης Μαρινάκης τύμπανα, ο Νίκος Ξυλούρης λύρα και ο Γιώργος Μαγκλάρας βιολί (σ.σ. Γιώργο, σ' ευχαριστώ για την πληροφορία). Επίσης, δίσκους (LP, singles) των συγκροτημάτων Νοστράδαμος [Zodiac, 1972], Αγάπανθος [EMI, 1976], Sunset [EMI, 1975], του Κώστα Μπίγαλη, του Χρήστου Κουλουμπή κ.ά. Τον Αύγουστο του 1973 πηγαίνει για πρώτη φορά στο Παρίσι, όπου συνεχίζει τις σπουδές του σε ανώτερα θεωρητικά με τον διακεκριμένο δάσκαλο Julien Falk, ενώ παράλληλα φοιτά στο Universite Paris 8 μέχρι το 1979. Το καλοκαίρι του ’79 επιστρέφει στην Ελλάδα και ηχογραφεί τον πρώτο του μεγάλο δίσκο σε ποίηση Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ και Δέσποινας Τριανταφύλλου «Έλα Να Σταθούμε Αντίκρυ» [CBS], με ερμηνευτή τον Κώστα Καράλη. Το 1982 συλλαμβάνει την ιδέα να ελευθερωθούν οι καλλιτέχνες από την καταπίεση των εταιριών και ιδρύει μαζί με άλλους έξι συνθέτες τον Δισκογραφικό Συνεταιρισμό Καλλιτεχνών. Από ’κει κυκλοφορεί ο δίσκος «Φεγγαρόγιομα», σε ποίηση Ταγκόρ και ερμηνείες των Άριελ Κωνσταντινίδη, Ελένης Τσαγκαράκη και Μάκη Κολοβού. Το 1984 κυκλοφορεί το jazz-blues «Σλόγκαν» σε στίχους Αρλέτας και ερμηνεία από τον ίδιο (το "Σιγά μη φωνάζεις" το ακούω και σήμερα με συγκίνηση). Ταυτόχρονα συνεργάζεται ως πιανίστας με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη, την Γλυκερία, τον Αντώνη Βαρδή, τον Μάριο Τόκα κ.ά. Προς τα τέλη των 90s πρωτοστατεί στο ξαναζωντάνεμα των Πελόμα Μποκιού (συμμετείχαν όλα τα original μέλη). Προέκυψε μάλιστα κι ένα άλμπουμ στη RiA Music [32018-2] το 2000, το οποίον όμως αποσύρθηκε αμέσως. (Σε όποιους μιλάω για το δεύτερο άλμπουμ των Πελόμα Μποκιού, με κοιτάνε παράξενα...). Από το 2002 έχει αφιερωθεί αποκλειστικά στη μελοποίηση των ποιημάτων του Jiddu Krishnamurti. Από τον περασμένο Σεπτέμβριο κυκλοφορεί το πρώτο CD από αυτά τα μελοποιημένα ποιήματα με τίτλο “Come Away” στην αγγλική (αναμένεται να κυκλοφορήσει και στην ελληνική), ενώ είναι σχεδόν έτοιμα εννέα ακόμη CD.
Παρ’ ότι έχω το “Come Away” στα χέρια μου μερικούς μήνες, εντούτοις ούτε βιάστηκα να το ακούσω, ούτε βιάστηκα να γράψω (κακώς, από μια μεριά, για τον καλλιτέχνη και την γνωστοποίηση του άλμπουμ του). Ο λόγος ήταν ένας. Ήθελα, με αφορμή αυτό ακριβώς το CD, να βρω λίγο χρόνο, ώστε να ξαναδιαβάσω για τον Krishnamurti (1895-1986), να ξανασυνδέσω εντός μου κάποια πράγματα για τη ζωή του, το έργο του, τη διδασκαλία του, να μπω ελαχίστως, έστω, στο πνεύμα του, ώστε να μπορέσω να αντιληφθώ (αυτός ήταν ο στόχος μου) τον τρόπο που επέλεξε ο Γιώργος Στεφανάκης στην απόπειρα μελοποίησης των ποιήμάτων. Περιττό να πω, αλλά, ίσως, όχι και τόσο, πως ο Krishnamurti επηρεάζοντας με τις διδαχές του προσωπικότητες της μουσικής όπως τον Ιγκόρ Στραβίνσκι, τον John Coltrane, τους Beatles εννοείται, μα ακόμη τους Future Sound of London, τον Jon Davies των Secret Syde, τον Ed Kowalczyk των Live και άλλους διαφόρους, παραμένει ένα παντοτινό σύμβολο (και) της ευρείας pop culture. Εδώ θέλω ν’ ανοίξω μία παρένθεση (κάπως μεγάλη), πριν επανέλθω στο CD του Στεφανάκη. Όποιος γνωρίζει το βιβλίο του Νίκου Πιλάβιου (www.paramithas.gr) «Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα» [εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998] σίγουρα πέφτει απ’ τα σύννεφα, ή, εν πάση περιπτώσει, ξαφνιάζεται, όταν μαθαίνει πως ο ινδός φιλόσοφος είχε επισκεφθεί την Ελλάδα τέσσερις φορές, τον Δεκέμβριο του 1930(!), τον Ιούνιο του 1933, τον Μάρτιο του 1954 και τον Σεπτέμβριο του 1956. Όπως διαβάζω στο βιβλίο του Πιλάβιου: «(Ο Κρισναμούρτι) το Δεκέμβριο του 1930 επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα κι έμεινε στην Αθήνα στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεττανία». Έδωσε μία ομιλία στο θέταρο ΟΛΥΜΠΙΑ με θέμα, «Ο άνθρωπος και το εγώ». Τον Ιούνιο του 1933 οργανώθηκε μια πενθήμερη συγκέντρωση φίλων του από την 1η ως τις 5 Ιουνίου, στο Καστρί, όπου έδωσε πέντε ομιλίες κάτω από τα πεύκα(…), ενώ οργανώθηκε και μία δημόσια ομιλία στις 7 Ιουνίου, στο κινηματοθέατρο «Παλλάς», στο Σύνταγμα». Εκείνο που μου έκανε εντύπωση και μ' έβαλε σε… ψάξιμο ήταν – πέραν αυτών καθ’ αυτών των επισκέψεων – το ποιόν εκείνων των Ελλήνων, που θα καλούσαν εν έτει 1930 τον Κρισναμούρτι στην Ελλάδα. Οδηγήθηκα έτσι στον Πάρι Χατζηπέτρο, βλέποντας μια φωτογραφία του (από το βιβλίο του Νίκου Πιλάβιου), τραβηγμένη στο Καστρί, παρουσιάζοντας ο ίδιος στο κοινό (ναι, υπήρχε και κοινό) τον Jiddu Krishnamurti. Το όνομα «Πάρις Χατζηπέτρος» το είχα ξαναδιαβάσει, κάπου, σε κάποιο περιοδικό, δίχως, όμως, να μπορώ αμέσως να το ανακαλέσω στη μνήμη μου. Κι είναι αλήθεια πως χρειάστηκα λίγη προσπάθεια, ώστε να εντοπίσω τελικά, κάπου στα έγκατα μιας dexion βιβλιοθήκης, ένα παλιό τεύχος του γνωστού(;)... μασονικού περιοδικού Ιλισός, το οποίο διηύθηνε ο τέκτονας Κωστής Μελισσαρόπουλος. Τώρα, θα μου πείτε… έχεις και μασονικά περιοδικά; Έχω, δηλαδή εκμεταλλεύομαι, οτιδήποτε μπορεί να συνδράμει στην έρευνα, το ντοκουμεντάρισμα και την αξιολόγηση-αξιοποίηση της πληροφορίας. (Είχα βρει πριν χρόνια ένα πακέτο «Ιλισούς» των sixties στο Μοναστηράκι και τό’χα σηκώσει). Εκεί λοιπόν, στο τεύχος 75-76, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1969, υπήρχε ένα κείμενο της Μελισσάνθης (μία μεγάλη ποιήτρια του "πέραν"), ένας επικήδειος, στην ουσία, για τον Πάρι Χατζηπέτρο, ο οποίος είχε πεθάνει εκείνη την εποχή (4 Αυγούστου του 1969), στα 77 του χρόνια. (Στο Καστρί ο Πάρις Χατζηπέτρος παρουσιάζει τον Κρισναμούρτι - από το βιβλίο τού Νίκου Πιλάβιου "Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα")
Έγραφε ανάμεσα σε άλλα η Μελισσάνθη: «Ο Πάρις Χατζηπέτρος υπήρξε από τους πρώτους που άκουσαν και δέχτηκαν το μήνυμα του Κρισναμούρτι, γιατί κατάλαβαν την τεράστια σημασία του για τον Κόσμο μας – τη δύναμή του να τον μεταμορφώσει ριζικά. Ήταν την εποχή που ο Κρισναμούρτι – το 1927 – εγκαινίαζε την διδασκαλία του στα κάμπινγκ του Όμμεν της Ολλανδίας, συγκεντρώνοντας χιλιάδες ακροατές, όλων των εθνοτήτων(…). Στο ξεκίνημά του, τότε, και ο Πάρις Χατζηπέτρος είχε την αγαθή τύχη να ζήσει από κοντά το μεγάλο αυτό γεγονός που σφράγισε ολόκληρη τη ζωή του. Από τότε, περιώρισε τα πνευματικά ενδιαφέροντά του και διωχέτευσε ολόκληρη τη δραστηριότητά του, στον ένα και μοναδικό σκοπό, κάνοντας έργο της ζωής του τη διάδοση της διδασκαλίας του Κρισναμούρτι, και στον τόπο μας. Η δραστηριότητά του αυτή κάλυψε το χρονικό διάστημα 42 χρόνων με ομιλίες, με μεταφράσεις κι εκδόσεις έργων του Κρισναμούρτι, με την παρουσίαση, κατά καιρούς, του ιδίου του Κρισναμούρτι στο Αθηναϊκό κοινό (την τελευταία φορά ήταν το 1956 απ’ την αίθουσα του Παρνασσού) και την οργάνωση της εδώ παραμονής του». Παραθέτω ένα ποίημα της Μελισσάνθης, που βρήκα στο http://www.peri-grafis.com/, πριν κλείσω την παρένθεση… Προσπαθώ δε να το φανταστώ μελοποιημένο από τον Γιώργο Ρωμανό...

Ηρωική Φυγή

Ξοπίσω μου δαιμονικό φυσομανούσε, του Άδη,
πύρινο ανασασμό
κι έτρεχα, σ’ άφεγγες νυχτιές, μες στο βαθύ σκοτάδι,
μ’ έν’ άγριο καλπασμό.

Και τον μαντύα τον ταπεινό ξεδίπλωνα του επαίτη
σ’ ηρωική φυγή
κι έσερνα ατίθασα λυτή της κόμης μου τη χαίτη
και σάρωνα τη γη.

Του ανέμου το καμτσίκωμα που αφάνιζε τα δάση
με λύγαε, καλαμιά
και στέγνωνε στα χείλια μου, τη φούχτα μου, άδειο τάσι
στην άνυδρη ερημιά.

Κι απ’ την αρμύρα θέριευε της φλογισμένης άμμου
της δίψας το ουρλιαχτό,
μα έφευγα, ενώ, σε σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
τ’ ανήμπορο ερπετό.

Η γη κάτω απ’ τη φτέρνα μου προδοτικά βογγούσε
καφτή ως λαβωματιά,
μα βέλος ξέφευγα γοργό και πίσω μου αστοχούσε
η εχθρική σαϊτιά.

Με παραμόνευε γαμψά το νύχι στα σκοτάδια
του πειναλέου βραχνά
κι ως γλύτωνα, οι φοβέρες του, μαύρων όρνιων κοπάδια
πίσω έκραζαν βραχνά.

Κι η νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
τον έναστρο ουρανό
και την οργή του κεραυνού σε νέφη καταιγίδας
σπαθί έκρυβε γυμνό.

Στο πέρασμά μου σφύριζε της έχθρητας το φίδι
μες στα ξερά κλαδιά,
μα της φυγής μου η αστραπή περνούσε όπως λεπίδι,
της νύχτας τη καρδιά.

Και του θριάμβου μου η κραυγή βόλι καφτό τρυπούσε
τα σπλάγχνα της σιγής
κι αντίλαλους η φόρμιγγα του στήθους μου ξυπνούσε,
στις εσχατιές της γης.

Επιστρέφοντας λοιπόν στο CD του Γιώργου Στεφανάκη, να πω εξ αρχής πως βρίσκω συμβατή με την «εσωτερική» αύρα των στίχων τού Krishnamurti την «ανοιχτών οριζόντων» μελοποίησή του. Θα μπορούσα να μιλήσω για ένα είδος τραγουδιστικού new age, κοντά σ’ εκείνο της αμερικανικής Heart of Space, στηριγμένο στις αβίαστες μελωδίες, τους… πανανθρώπινους ρυθμούς, το συντεταγμένο αρμονικό περιβάλλον. Καθαρά άσματα, με άλλα λόγια, άψογα υποστηριγμένα από τους μουσικούς (Τάσος Φωτίου, Μιχάλης Ζαμπέτας, Γιάννης Σπάθας) και με εμφανή θέληση στην ερμηνεία τους από τον ίδιο το συνθέτη. Θα πω κάτι εδώ. Δέχομαι, γενικώς, την άποψη που λέει ότι ο πρώτος που δύναται να ερμηνεύσει τα τραγούδια του είναι εκείνος που τα σχηματίζει. Υπάρχουν, όμως, τραγούδια και τραγούδια. Αλλά, που απαιτούν να «έχεις» φωνή και άλλα όχι. Ο Γιώργος Στεφανάκης, παρότι τον ακούω με συμπάθεια, να το πω, δεν έφτιαξε τραγούδια για να τα πει ο ίδιος· εννοώ πως έπρεπε να δώσει το έργο του να το ερμηνεύσει άλλος. Ο Nick Cave, ας πούμε. Δεν γνωρίζω πώς θα μπορούσε να γίνει – και πλάκα δεν κάνω. Αν μάλιστα το “Come Away” διέθετε περισσότερα φυσικά όργανα στην ενορχήστρωσή του (το ξέρω, για ανεξάρτητη, ιδίοις εξόδοις παραγωγή πρόκειται), σε συνδυασμό δηλαδή με μία εγνωσμένου κύρους φωνή (σαν εκείνη που προανέφερα – ή αν ζούσε ο Alex Harvey…), τότε θα μιλούσα για ένα απρόσμενο αριστούργημα. Εννοώ, δηλαδή, πως συνθετικώς (και συναισθηματικώς) ο Στεφανάκης έκανε πολύ καλή δουλειά. Κομμάτια όπως το “Poem” (ιδίως αυτό – καταπληκτικό ταργούδι), το “The strangers”, το “As the potter’s vessels” θα μπορούσε να είναι, με υπερηφάνεια, στα χείλη μιας μεγάλης φωνής. Να το προσπαθήσει. Ενόψει και των επόμενων CD του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου