Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

LOSEN RECORDS καινούριες κυκλοφορίες από μια νορβηγική εταιρεία, που βρίσκεται στα πάνω της

ASMUNDSEN & CO: Pastorn [LOS 167-2, 2017]
Για άλμπουμ της μπασίστριας Tine Asmundsen είχα γράψει πριν χρόνια στο Jazz & Τζαζ και σε κάθε περίπτωση χαίρομαι τώρα, γιατί ξαναπιάνω δικό της άλμπουμ στα χέρια μου. Αναφέρομαι στο “Pastorn”, το tribute της Asmundsen και της Κομπανίας της στον 87χρονο νορβηγό πιανίστα Einar PastornIversen – μια μορφή της τζαζ στη βόρεια χώρα, με καριέρα που αγγίζει τα 70 χρόνια!
Μπορεί το όνομα τού Iversen (για άλμπουμ του οποίου επίσης είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ) να μην είναι καθόλου γνωστό στην Ελλάδα, καθώς πολλοί jazz-fans ξεκινούν τη γνωριμία τους με τη νορβηγική τζαζ μέσα από τον κατάλογο της ECM (Jan Garbarek, Terje Rypdal, Arild Andersen, Jon Christensen κ.λπ.), όμως η καριέρα του (η καριέρα τού Iversen) είναι τέτοια και τόση, με αποτέλεσμα στην πατρίδα του να συγκαταλέγεται ασυζητητί μεταξύ των «ηρώων» και πιονιέρων της τοπικής σκηνής.
Γεννημένος το1930, ο Iversen (άλλως Pastorn, επειδή ο πατέρας του ήταν παπάς) γίνεται επαγγελματίας μουσικός από πολύ νωρίς και στα 23 του, το 1953, κάνει την πρώτη εμφάνισή του στη δισκογραφία με την μπάντα τού Rowland Greenberg, ενώ στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60 συνοδεύει αμερικανούς μουσικούς, που έρχονται για εμφανίσεις στη Νορβηγία (στο Molde Jazz Festival π.χ. και αλλού). Μερικοί με τους οποίους έπαιξε ο Iversen ήταν και οι Lucky Thompson, Dexter Gordon, Coleman Hawkins και Johnny Griffin (όπως διαβάζουμε και στο ένθετο του CD της Losen). Στα sixties, ο νορβηγός πιανίστας ασχολήθηκε περισσότερο με επενδύσεις χορευτικών και θεατρικών παραστάσεων, δίχως να παραλείψει πάντως και την πιο προσωπική δισκογραφία – με το άλμπουμ του “Me and My Piano” (1967) να θεωρείται must (και πολύ σπάνιο στην original έκδοσή του – διατίθεται όμως σε CD). Φυσικά και όλες τις επόμενες δεκαετίες ο Iversen θα δώσει ξεχωριστές εγγραφές, με το έργο του να αναγνωρίζεται ευρέως στην πατρίδα του (εννοείται), αλλά ελάχιστα έξω απ’ αυτήν. Τώρα, βεβαίως, με την παρούσα έκδοση τής Losen, ίσως γίνει γνωστό και αλλού. Για να δούμε…
Στο “Pastorn” καταγράφονται έντεκα συνθέσεις του Iversen, από διάφορες φάσεις της καριέρας του υποθέτω (είναι ένα θέμα το ότι δεν αναφέρονται οι χρονολογίες των original εγγραφών), τις οποίες διεκπεραιώνουν οι Vidar Johansen τενόρο, Magnus Aannestad Oseth τρομπέτα, φλούγκελχορν, Rune Klakegg πιάνο, Tine Asmundsen μπάσο και Terje Engen ντραμς. Η ορχήστρα παίζει εξαιρετικά, η ηχογράφηση έχει τη σφραγίδα του Jan Erik Kongshaug, ενώ οι συνθέσεις του Iversen προσφέρουν όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, προκειμένου να διαφανεί η ποιότητα και η αρτιότητα του Asmundsen & Co.
Στο σετ υπάρχουν tracks που έχουν άλλοτε ευρωπαϊκή και άλλοτε αμερικανική χροιά, άλλοτε euro-ballads στο nordic style δηλαδή, και άλλοτε με τυπικότερο (δηλαδή κλασικότερο) swinging, bop κ.λπ. Υπάρχουν δε και tracks ακόμη πιο «περίεργα», όπως το “Armida”, που διαθέτουν άλλου τύπου αναφορές (oriental) ή το “Eurasian goodies”, που δείχνουν ότι ο Iversen ήταν/είναι ένας μουσικός που το έψαχνε / ψάχνει και που μπορεί να εκπλήσσει, ακόμη και τώρα, με τις προτάσεις του.
Κρίμα να μην εντοπίζονται εύκολα τα παλαιά του άλμπουμ.
OLGA KONKOVA, JENS THORESEN: Old Songs [LOS 181-2, 2017]
Η ρωσονορβηγίδα πιανίστρα Olga Konkova δεν είναι χθεσινή. Βρίσκεται στη σκηνή από τα χρόνια του ’90, έχοντας ηχογραφήσει διάφορα άλμπουμ – είτε με δικά της σχήματα είτε ως συνεργάτις σε άλλα. Το ίδιο και ο κιθαρίστας Jens Thoresen. Konkova και Thoresen είχαν βρεθεί, εξάλλου, στην Norske Store Orkester του Helge Sunde γράφοντας για την ACT Music + Vision το άλμπουμ “Denada” το 2006.
Εδώ, στο “Old Songs”, το ντούο πράττει κάτι πρωτότυπο – πολύ πρωτότυπο. Πιάνει κλασικά τζαζ στάνταρντ (και κάτι από pop) και όχι απλώς τα διασκευάζει, αλλά τους… αλλάζει τα φώτα! Αλλάζει τα ακόρντα, αλλάζει τις μελωδίες, δημιουργεί νέες αρμονίες, αλλάζει ρυθμούς, tempi, διάρκειες, αισθήματα κ.λπ. – γενικώς πράττει ό,τι θέλει!
Αυτό, για να πω την πάσα αλήθεια, δεν ξέρω κατά πόσον μπορεί να λειτουργεί συνεχώς και δια παντός – αν μιλάμε για κομμάτια όπως το “Blue in green” του Miles Davis, το “Minor tweakz” (που είναι το “Giant steps” του Coltrane), το “Tristissimo” (που είναι το “The girl from Ipanema” του Jobim), το “Sol” (που είναι το “Here comes the sun” του George Harrison). Τα κομμάτια, έτσι όπως τα ξέρουμε, χάνουν κάθε αναγνωρισιμότητά τους, καθώς υπάρχουν, γενικώς, κάποια πολύ σύντομα «σχήματα», που μπορεί να μας θυμίζουν εκείνο που ξέρουμε και αγαπήσαμε.
Βεβαίως, έναν πειραματισμό έχουμε εδώ – που μπορεί να απευθύνεται στον κάθε έναν από εμάς. Τόσο σ’ εκείνους, δηλαδή, που έχουν εντρυφήσει στις συγκεκριμένες συνθέσεις, λαμβάνοντας το “Old Songs” σαν καπρίτσιο, όσο και σε κάποιους νεότερους, που δεν γνωρίζουν σώνει και καλά το παλαιό ρεπερτόριο και που μπορεί να εκλάβουν το άλμπουμ σαν κάτι, που δεν «κλωτσάει», αναγκαστικώς, και που μπορεί να φανερώνει άλλες, κρυμμένες… αρετές των κομματιών.
Μας βάζουν δύσκολα οι Konkova και Thoresen, αλλά… ας είναι.
AUDUN TRIO: Rondane [LOS 191-2, 2017]
Ακόμη ένα κλασικό σχήμα πιάνου-τρίο έχουμε εδώ, στην περίπτωση του Audun Trio, το οποίον αποτελείται από τους Audun Barsten Johnsen πιάνο, Håkon Norby Bjørgo μπάσο και Magnus Sefaniassen Eide ντραμς. Το άλμπουμ τους “Rondane” περιλαμβάνει εφτά συνθέσεις των μελών του γκρουπ, που είναι… στανταρισμένες nordic. Τζαζ δηλαδή ευρωπαϊκού τύπου, πνιγμένη στις κλασικές-ρομαντικές αναφορές, με ιδιαίτερα επεξεργασμένες αλλά πάντα απλές μελωδικές γραμμές και με αρμονικό πλούτο, χωρίς υπερβολές και εντάσεις, μα με θωπευτική ή υποδόρια επέκταση-λειτουργία.
Καθαρό γκρουπ, με ελάχιστα εφφέ και καθόλου παρελκόμενα, οι Audun Trio θα έλεγα πως εντυπωσιάζουν σε κομμάτια όπως το 7λεπτο “Rondane”, γραμμένο για το φερώνυμο Εθνικό Πάρκο της Νορβηγίας – έναν μαγικό τόπο, που περιγράφεται εξ ίσου μαγικά από το τριμελές γκρουπ. Αλλά το ίδιο εντυπωσιακά ηχούν και τα μικρότερης διάρκειας tracks, όπως το 4λεπτο “Ragtime”, που επιχειρεί να ανασκευάσει το κλασικό rag, κατεβάζοντας το τέμπο και εμμένοντας περισσότερο στην αναδυόμενη μελωδία παρά στην υπερτονισμό της ρυθμικής ακολουθίας.
Διατηρώντας αυτήν την ίδια απλή μαγική συνταγή, που στηρίζεται στη μη-κατάχρηση και την εκφραστική ολιγάρκεια, οι Audun Trio συνθέτουν αληθινά συναρπαστικά κομμάτια, όπως το εισαγωγικό “Present joy” (με χρήση και φωνητικών) ή την εντυπωσιακή, αργή, μπαλάντα “Do smalltalk with me, please”.
URO: Or [LOS 159-2, 2017]
Δεν είναι πρωτόφαντο, φυσικά, ένα σχήμα να έχει τρεις κιθαρίστες, αλλά δεν είναι και κάτι καθημερινό. Οι URO πάντως έχουν. Τον Kristoffer Spangen, ο οποίος παίζει και dobro, τον Anders Brønstad και τον Marius Igland, ενώ υπάρχει και μπάσο-ντραμς εννοείται (Torbjørn Tveit, Kristoffer Tokle). Οι πέντε τους συνθέτουν και παρουσιάζουν δέκα κομμάτια, σε τρία εκ των οποίων ακούγονται και φωνές, σαξόφωνα και φλάουτο (από guests). Όλοι οι μουσικοί, παρότι νεαροί, έχουν τη μικρή ιστορία τους κι έτσι τα μόνα που οφείλουμε να πούμε, που να έχουν και κάποιο ευρύτερο νόημα, είναι τούτα.
Βλέποντας, λοιπόν, κάποιος στο back cover αυτές τις τρεις κιθάρες και το dobro δεν μπορεί παρά να κάνει κάποιες υποθέσεις και, λογικώς, να πέσει μέσα σε αυτές. Πρώτον, δεν υπάρχει περίπτωση το άκουσμα να μην είναι και-rock. Δεύτερον, δεν υπάρχει περίπτωση το άκουσμα να μην είναι και-country. Τρίτον, δεν υπάρχει περίπτωση το άκουσμα να μην είναι, με όποιον τρόπο, και-βορειοευρωπαϊκό. Να το πω; Συμβαίνουν και τα τρία στο “Or”. Οι νεαροί Νορβηγοί παρουσιάζονται σίγουροι στα κελεύσματα τού αμερικανικού ήχου, τα οποία μπολιάζουν με έντεχνες και κάποιες φορές με… περιβαλλοντικές ενορχηστρώσεις. Και απ’ αυτήν την άποψη σίγουρα καινοτομούν.
Δεν θα τους πεις americana, σώνει και καλά, τους URO, δεν θα τους πεις τίποτα… γενικό ή ειδικό. Κι αυτό, για ένα συγκρότημα που ντεμπουτάρει, δεν είναι καθόλου μικρό.
SCHEEN JAZZORKESTER & JON ØYSTEIN ROSLAND: Tamanoar [LOS 177-2, 2017]
Η Scheen Jazzorkester είναι μία 12μελής μπάντα (μέσα και ο τενόρο σαξοφωνίστας Jon Øystein Rosland), η οποία, μέσω του “Tamanoar”, ηχογραφεί κάτι σαν σουίτα με μέρη, υπομέρη, εισαγωγές, επιλόγους και τα ρέστα. Τι ακριβώς προάγεται εδώ δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθείς. Κάτω από τον… μανδύα της μεσαίας μπάντας έχουμε ένα σχήμα σύγχρονης-τζαζ μουσικής – και σύγχρονης και jazz δηλαδή, που επιχειρεί να ανακατέψει στοιχεία απ’ αυτά τα δύο βασικά είδη, προσφέροντάς τα μ’ έναν μάλλον αναμενόμενο τρόπο.
Οι συνθέσεις είναι όλες του Øystein Rosland, o οποίος δεν φαίνεται να έχει κάποιον ρόλο leader στην μπάντα, καθότι υπάρχουν σοπράνο και άλτο σαξοφωνίστες που παίζουν σόλι συχνότερα από ’κείνον, την ώρα που όλα δένουν με τον γνωστό λεπτολογημένο σκανδιναυικό τρόπο. Με το σουινγκάρισμα να προσφέρεται με μέτρο, και με τις κλασικότροπες μελωδίες να έχουν ανά τακτά διαστήματα την τιμητική τους, το “Tamanoar” (που αναφέρεται σε κάποιον… μυρμηγκοφάγο – τον βλέπετε και στο εξώφυλλο) είναι ένα έργο, που έχει στιγμές και φάσεις για όλους. Για όλους εκείνους που κινούνται που κινούνται μεταξύ jazz και κάποιας πιο σύνθετης αφήγησης εννοώ.
LOW-FLY QUINTET: Stop for a While [LOS 188-2, 2017]
Το Low-Fly Quintet οδηγείται από την νορβηγίδα τραγουδίστρια, με αφροαμερικανή καταγωγή, Camilla Tømta. Δίπλα της βρίσκονται ο ισπανός μπασίστας Uri Sala, η νορβηγίδα τσελίστρια Siri Snortheim και οι επίσης Νορβηγοί Ole Gjøstøl πιάνο και Skjalg Lidsheim ντραμς, κρουστά. Όλοι μαζί αποτελούν ένα όχημα τραγουδιστικής jazz, το οποίον αποδίδει πρωτότυπα και στάνταρντ (συνθέσεις των Fats Walleer, Jimmy van Heusen, Sonny Burke…). Η μπάντα είναι πολύ δεμένη και παίζει με αληθινή έμπνευση και πρωτοτυπία, κάτι που φαίνεται πρωτίστως στα δικά της κομμάτια – όπως στο bluesThank you” (μουσική-στίχοι: Tømta), στη χορευτική μπαλάντα “A sweeter dreamer” (κι αυτή της Tømta), στο παλιοκαιρινό “Stop for a while” κ.λπ. Όλα αυτά τα tracks, πάντως, ακόμη κι εκείνα που εμπνέονται από την παλαιά τραγουδιστική τζαζ (των στάνταρντ) έχουν σοβαρό λόγο ύπαρξης. Είναι εξαιρετικά άσματα, ερμηνευμένα γερά από την Camilla Tømta, διαθέτοντας τέλεια παιξίματα – ομαδικά συνήθως, αλλά και με συγκεκριμένα soli κατά τόπους, που ακούγονται «σεμνά» και πάντα εντός κλίματος (έξοχα τα «γεμίσματα» της τσελίστριας Snortheim).
Άλλη μια εξαιρετική πρόταση από τη νορβηγική Losen Records.
Επαφή: www.losenrecords.no

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου