Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

H ACT MUSIC + VISION ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ ΟΡΓΑΣΜΟ: Joachim Kühn, Scott Dubois, Diego Pinera, Andreas Schaerer, Iiro Rantala / Ulf Wakenius και Stefano Bollani… σε πρώτη φάση

JOACHIM KÜHN NEW TRIO: Love & Peace [9861-2 ACT, 2018]
Ο Joachim Kühn δεν είναι ένας όποιος κι όποιος τζαζ πιανίστας. Είναι μια σημαίνουσα μορφή της ευρωπαϊκής (γερμανικής) τζαζ ήδη από τα χρόνια του ’60, όταν μαζί με τον κλαρινίστα αδελφό του Rolf Kühn αρχίζουν να περιδιαβαίνουν (μέσα από διάφορους σχηματισμούς) τις εκτάσεις της free jazz (και μιας τομής της με το rock), φτιάχνοντας καταπληκτικούς και σήμερα ιστορικούς, πια, δίσκους. Φυσικά, η καριέρα του Joachim Kühn υπήρξε τεράστια, και οπωσδήποτε πολυδιάστατη, πράγμα που σημαίνει πως πολύ δύσκολα μπορείς να βρεις έναν γενικό, αισθητικό χαρακτηρισμό, που να την διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη. Κεφάλαια μόνον, που, παραταγμένα το ένα μετά το άλλο, μπορούν να οδηγήσουν τον ακροατή σε μιαν αρχή. Όπως «κεφάλαιο», ένα νέο τέλος πάντων «κεφάλαιο», είναι και το… Joachim Kühn New Trio που τώρα κάνει το δεύτερο μόλις βήμα του. Ας υπενθυμίσουμε, λοιπόν, πως είχε προηγηθεί το “Beauty & Truth” το 2016, ενώ τώρα έχουμε τη συνέχειά του με το “Love & Peace”.
Πάντα σε συνεργασία με τους Chris Jennings μπάσο και Eric Schaefer ντραμς, που έχουν τα μισά χρόνια του (να το πούμε αυτό), ο Joachim Kühn δεν φέρνει μόνο παλαιότερες συνθέσεις ξανά στην επικαιρότητα –όπως την “Night plans” του Ornette Coleman, από τη συνεργασία του με τον θρύλο Αμερικανό στο “Colors: Live from Leipzig” [Harmolodic, 1997], το “The crystal ship” των Doors ή το “Le vieux chateau” του Μουσόργκσκι (από το περίφημο «Εικόνες από μια Έκθεση»)–, αλλά βασικά εκείνο που φέρνει είναι μιαν επιμονή στην καλή μελωδία… απ’ όπου κι αν προέρχεται. Γράφοντας, συμμετέχοντας και εναρμονίζοντας παλαιότερες δικές του ή και όχι μελωδίες (όπως είδαμε), ο Kühn κάνει ένα άλμπουμ που οπωσδήποτε εμπεριέχει το “love” (άρα και την… ηχητική ομορφιά) και ενδεχομένως και το “peace”… αν υποτεθεί πως το πρώτο αποτελεί προϋπόθεση για το δεύτερο.
SCOTT DUBOIS: Autumn Wind [9856-2 ACT, 2017]
Κιθαρίστας είναι ο Scott Dubois, περίεργος κιθαρίστας όμως και όχι από τους πιο… τζαζ συνηθισμένους. Κάτι που μπορείς να το διαπιστώσεις και από τις προηγούμενες δουλειές του φυσικά, αλλά ακόμη περισσότερο από τούτην εδώ, το “Autumn Wind”, που σαν άλμπουμ δεν είναι και από τα πλέον… σύννομα  στον κατάλογο της ACT. Ποιο είναι εκείνο που κάνει τη διαφορά στο παρόν 2LP/CD; Μα οι συνθέσεις του Dubois, που είναι όλες δικές του, μυστήριες, ιδιαίτερες και πάντως άκρως ενδιαφέρουσες.
Ο Dubois είναι επηρεασμένος από τη μουσική του 20ου αιώνα. Και μάλιστα από πολλά και διαφορετικά παρακλάδια της. Ο ίδιος μιλάει για δωδεκαφθογγισμό, αλεατορισμό, μινιμαλισμό κ.λπ., δίχως βεβαίως να ξεχνά την μοντέρνα τζαζ σύνθεση και τον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό. Αναφορές σε όλες αυτές τις τεχνικές-αισθητικές και τα μουσικά κινήματα διακρίνονται βεβαίως στις συνθέσεις του, που παρότι είναι ιδιόμορφες δεν χάνουν ποτέ την αίσθηση τού μέτρου. Κάτι που φαίνεται ακόμη και από τις καταγραμμένες διάρκειες, οι οποίες σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούν τα επτά ή τα οκτώ λεπτά, καθώς τα περισσότερα από τα δεκατρία tracks διαρκούν τρία, τέσσερα ή πέντε. Οι κιθαρισμοί έχουν βεβαίως τον πρώτο ρόλο εδώ, αλλά και τα υπόλοιπα μέλη του βασικού κουαρτέτου και ιδίως ο τενορίστας-μπασοκλαρινετίστας Gebhard Ulmann (οι Thomas Morgan και Kresten Osgood είναι στο μπάσο-ντραμς) έχουν πολύ σημαντικό μερίδιο στα δρώμενα. Δίπλα, τώρα, σ’ αυτή τη βασική τετράδα προστίθεται ένα κουαρτέτο εγχόρδων (δύο βιολιά, βιόλα τσέλο) και ακόμη μια τετράδα φιλοξενουμένων μουσικών (σε φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο και μπασούν).
Το άκουσμα είναι σε κάθε περίπτωση… άνετο. Παρότι το “Autumn Wind” διαρκεί περί τα 70 λεπτά, πουθενά δεν παρατηρείται «κοιλιά». Οι συνθέσεις είναι πάντα διαυγείς, επεξεργασμένες, με τρομερή δουλειά τόσο στο πρώτο επίπεδο, όσο και στο background. (Άκου π.χ. το “Early November bird formations” με την εισαγωγή των εγχόρδων, τα δυναμικά breaks της κιθάρας, που συν τω χρόνω υποχωρεί σ’ ένα πίσω πλάνο, αφήνοντας μπροστά το τενόρο του Ullmann, που ακούγεται σ’ ένα εκστατικό δημιουργικό σόλο).
Πολύ καλό τζαζ άλμπουμ, που, αφού κινείται (και) πέραν της jazz, δείχνει χαρακτήρα.
DIEGO PINERA: Despertando [9854-2 ACT, 2018]
Ο ουρουγουανός ντράμερ και περκασιονίστας (ζει στη Γερμανία) Diego Pinera δεν είναι καινούριο όνομα στο χώρο της latin-jazz, ούτε ηχογραφεί τώρα για πρώτη φορά. Είναι όμως η πρώτη φορά κατά την οποίαν ένα δικό του άλμπουμ τυπώνεται από μιαν εταιρεία του διαμετρήματος της ACT – κάτι, που μπορεί να σημαίνει πολλά για τον καλό μουσικό. Πόσω μάλλον, όταν η εμφάνισή του στη γερμανική ετικέτα γίνεται μέσω του “Despertando”, ενός πολύ ευχάριστου, σχεδόν… λαϊκού, latin-jazz άλμπουμ, που στοχεύει οπωσδήποτε στην απόλαυση και βεβαίως στα πλατύτερα των ακροατηρίων.
Ο Pinera συνοδεύεται εδώ από τους Tino Derado πιάνο, ακορντεόν, Omar Rodriguez Calvo μπάσο, Daniel Manrique-Smith φλάουτα, Julian Wasserfuhr τρομπέτα, φλούγκελχορν και όλοι μαζί, είτε στις αναπαραγωγές είτε στα πρωτότυπα, δείχνουν και πόσο μουσικάρες είναι και πόσο έχουν εντρυφήσει στην ιστορία τού στυλ (μέσα από τις versions σε συνθέσεις των Ellington / Tizol, Sonny Rollins, Gato Barbieri, Ernesto Lecuona, Emiliano Salvador…). Το άκουσμα –το είπαμε– είναι απολαυστικό. Το κουιντέτο του Diego Pinera είναι πάντα «εκεί» όχι μόνο με το να αναπλάθει την ιστορία, αλλά και με τα δικά του tracks, όπως το εισαγωγικό “Osvaldo por Nueve” ή το έσχατο “Once pasos”, συνθέσεις που σε κερδίζουν με την απλότητα της αφήγησής τους και με τις διακεκαυμένες διασταυρώσεις των παιξιμάτων. Τέλειοι!
ANDREAS SCHAERER: A Novel of Anomaly [9853-2 ACT, 2018]
Για τον φοβερό ελβετό τραγουδιστή και βοκαλίστα έχουμε γράψει τουλάχιστον τρεις φορές στο δισκορυχείον. Την τελευταία, μάλιστα, τον Απρίλη του 2017, όταν αναφερθήκαμε στο άλμπουμ του “The Big Wig” (επίσης στην ACT). Τώρα, λιγότερο από ένα χρόνο μετά, ο Schaerer έχει ένα ακόμη έξοχο CD στην ACT – ένα από τα ωραιότερα με τραγούδι, που έχω ακούσει τον τελευταίο καιρό. Είναι απίστευτος ο Schaerer, είναι μοναδικός ο τρόπος που ενδύεται διάφορες φωνητικές / τραγουδιστικές περσόνες, και μάλιστα σε διαφορετικές γλώσσες, δημιουργώντας μοναδικά «τοπία». Βεβαίως και οι μουσικοί που τον συνοδεύουν (κάποιοι συνθέτουν κιόλας), δηλαδή οι Luciano Biondini ακορντεόν, Kalle Kalima κιθάρα και Lucas Niggli ντραμς (όλοι τους άσσοι και με γερό παρελθόν) δεν μένουν πίσω, αλλά ο Schaerer όπως και να το κάνουμε είναι εκείνος που πρωταγωνιστεί στο “A Novel of Anomaly”. Τραγούδια λοιπόν, που υπογραμμίζουν τις διαφορετικές καταγωγές των μελών του γκρουπ (Ιταλία, Φινλανδία… με τον Schaerer να τραγουδά ακόμη και σε μια διάλεκτο τού γερμανικού κομματιού, του καντονίου στο οποίο μεγάλωσε!) και που έχουν τον τρόπο να σε παρασύρουν άλλοτε με τον συγκρατημένο λυρισμό τους, και άλλοτε με την πηγαία εξωστρέφειά τους.
Ένα άλμπουμ, που λειτουργεί ως ύμνος για τη φωνή, είναι το “A Novel of Anomaly”, με μουσικές αναφορές πέραν των ορίων, που μπορεί να συμβολίζουν τα υπόλοιπα τρία όργανα. Αριστούργημα το “Stagione” και εκπληκτικά τα “Planet Zumo”, “Fiore salino”, “Getalateria” (άπιαστη ροκιά), “Signor Giudice” και “Flood”, δίχως να υπολείπεται κανένα από τα υπόλοιπα tracks.
IIRO RANTALA & ULF WAKENIUS: Good Stuff [9851-2 ACT, 2017]
Δύο μουσικοί, ο Φινλανδός Iiro Rantala και ο Σουηδός Ulf Wakenius, και δύο όργανα, το πιάνο και η ακουστική κιθάρα, εδώ, σε δρόμους… ας τους πούμε παράλληλους. Περί τίνος πρόκειται; Μα το είπαμε… Συνθέσεις, πρωτότυπες και διασκευασμένες, για αυτά τα δύο τόσο διαφορετικά όργανα, που άλλοτε συμπλέουν και άλλοτε εναλλάσσουν ρόλους, ρυθμικούς και μελωδικούς, επιχειρώντας να συνομιλήσουν δίχως χάσματα τονικά, ακουστικά κ.λπ. Δύσκολο εγχείρημα, με τα ζόρια να εντοπίζονται στη δυναμική των δύο οργάνων (ένταση), στα ανόμοια ηχοχρώματά τους, στη μικρή διάρκεια του ήχου της κιθάρας (σε σχέση με το πιάνο) κ.λπ., αλλά επειδή ο Rantala και ο Wakenius είναι μεγάλοι μουσικοί (κι επειδή στην παραγωγή είναι ο ίδιος ο Siggi Loch) οι σκόπελοι αποφεύγονται με τρόπο.
Το ρεπερτόριο φυσικά είναι κλασικό. Και κλασικό-κλασικό (Bizet, Puccini) και jazz (Coltrane) και pop (Louis Armstrong, Stevie Wonder), συν τις συνθέσεις των Wakenius και Rantala, που δημιουργούν τις κατάλληλες γέφυρες ώστε οι δύο μουσικοί να περνούν από το ένα στο άλλο δίχως πρόβλημα.
Υπάρχει, τέλος, και μια γεωγραφική διάσταση στο project, καθώς οι πρωτότυπες συνθέσεις τιτλοφορούνται με ονομασίες τού τύπου… “Vienna”, “Helsinki”, “Palma”, “Seoul”, “Berlin” και “Rome”, υποδηλώνοντας κατά μίαν έννοια και την ηχητική διάστασή τους.
Ενδιαφέρουσα προσπάθεια, οπωσδήποτε, ολοκληρωμένη από δύο παικταράδες, που δεν χρειάζονται συστάσεις.
STEFANO BOLLANI TRIO: Mediterraneo [9849-2 ACT, 2017]
Πρέπει να ήταν 2008, στο Θέατρο Βράχων, όταν είχα δει live τον ιταλό πιανίστα Stefano Bollani. Τώρα να πω πως εκείνη η παράσταση ήταν εκπληκτική –μία από τις 3-4 ωραιότερες τζαζ, που έχει τύχει ποτέ να παρακολουθήσω– θα πω κάτι κοινότοπο, όπως κοινότοπα θ’ ακουστούν όσα υπερθετικά και να παραθέσεις για τον Bollani. Μεγάλος μουσικός, με πάντα φρέσκιες ιδέες, που, ευτυχώς, συχνά γίνονται και δίσκοι – αυτό να πούμε. Όπως το παρόν “Mediterraneo” για παράδειγμα, που αποτελεί κατά βάση την ηχογράφηση του 17ου κονσέρτου Jazz at Berlin Philharmonic και που φέρνει σ’ επαφή το τρίο του Bollani (ο ίδιος στο πιάνο φυσικά, ο Jesper Bodilsen μπάσο, ο Morten Lund ντραμς), με τον ακορντεονίστα Vincent Peirani και βεβαίως με τα έγχορδα και με τα πνευστά της ορχήστρας (την οποία διευθύνει ο Geir Lysne).
Το κόνσεπτ εδώ έχει να κάνει με την ιταλική μουσική. Με μεγάλα κεφάλαια της ιταλικής μουσικής, τα οποία ο Bollani μαεστρικά ενώνει, πλάθοντας μιαν απολαυστική ηχητική ιστορία για όλους. Συνθέσεις των Monteverdi, Rota (“Amarcord”), Morricone (“Chi Mai”, «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»…), Puccini, Rossini καθώς και το απίθανο “Azzuro” του Paolo Conte, που έγινε πασίγνωστο από τον Adriano Celentano, εναλλάσσονται στο σετ τού Bollani και βεβαίως στο CD, δημιουργώντας ανεπανάληπτα ευφρόσυνα ρίγη.
Ας σημειώσουμε, λοιπόν, πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με απλές… νοσταλγικές διασκευές, ούτε με κάποιαν ανούσια συρραφή προορισμένη για φτηνή κατανάλωση. Απεναντίας, πρόκειται για ένα, και κατ’ αρχάς, υπεράνω κριτικής σετ, το οποίο (ξανα)απογειώνει ο Bollani, με τις ευφάνταστες διασκευές του, από τις οποίες δεν απουσιάζουν ούτε το χτίσιμο νέων μελωδιών, ούτε το χιούμορ, ούτε ο αυτοσχεδιασμός, ούτε η πρωτοπορία, ούτε η λαϊκότητα. Όπως πρέπει να συμβαίνει, και συμβαίνει, με τις παραστάσεις των πραγματικά μεγάλων καλλιτεχνών. 

Η ACT Music + Vision εισάγεται από την AN Music

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου