Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

Ο,ΤΙ ΕΜΑΘΑ… ή για ένα κομμένο αυτί...

Πήγα χθες στην Παλαιά Βουλή, στην πλατεία Κλαυθμώνος, για ν’ ακούσω την τελευταία από τις ομιλίες για τη Μουσική στην Ελλάδα και τον Κόσμο στα έτη του ’60· του γνωστού σαββοπουλικού event. Μεγαλεπήβολος τίτλος. Όπου ακούς πολλά κεράσια… το υπόλοιπο γνωστό. (Το πανηγύρι τελειώνει σήμερα, δεν το διαφημίζω...)

Κόσμος λίγος, γενικώς, και άδεια καθίσματα στην αίθουσα. Πρέπει να ήταν καμιά εκατοπενηνταριά άτομα, όχι παραπάνω. Στο τραπέζι ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Λάμπρος Λιάβας, ο Στέλιος Ελληνιάδης, ο Γιάννης «Μπαχ» Σπυρόπουλος, ο Γιώργος Κοντογιάννης, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης και κάποιος που δεν τον γνώριζα, ονόματι Βασίλης Σταυρόπουλος.
Ξεπερνώντας το άστοχο του τίτλου - στην πορεία τον… ξεπέρασαν (τον τίτλο) και οι ίδιοι οι εισηγητές – η «κουβέντα» ξεκίνησε με τον Σαββόπουλο να λέει «απ’ έξω» ένα κείμενο (περίπου, όχι ακριβώς), που το διάβαζα την ίδια ώρα τυπωμένο στο βιβλίο «60s, το ροκ του μελλοντός μας», το οποίο αγόρασα με 10 ευρώ στον προθάλαμο της Βουλής. (Επειδή το ξεφύλλισα πιο πριν, λέω πως αν έκανε 11 δεν θα το αγόραζα...). Είναι γνωστό, βέβαια, πως ο Σαββόπουλος λέει παντού τα ίδια. Κι αυτό με τον Brassens, που τον έχει επηρεάσει – «παραπονέθηκε», μάλιστα, όπως είπε, γιατί όλοι τον ρωτούν για το πόσο τον έχει επηρεάσει ο Dylan, δίχως να του λένε ποτέ για τον Brassens – το έχει ξαναπεί πολλές φορές. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που το πρωτοδιάβασα… Μετά από τον Σαββόπουλο μίλησε ο Λιάβας, ο οποίος και αυτός στηρίχθηκε στο κείμενό του που υπάρχει στο βιβλίο, γύρω από το ελληνικό τραγούδι στη δεκαετία του’ 60· στράφηκε περισσότερο προς το δίδυμο Χατζιδάκις-Θεοδωράκης. Για το λαϊκό και το «ρεμπέτικο» μίλησε ο Κοντογιάννης (δεν υπάρχει κείμενό του στο βιβλίο), ενώ με το κομμάτι της ελληνικής pop και rock καταπιάστηκε ο Ελληνιάδης, σ’ ένα κείμενο, εγώ θα το έλεγα, λίγο τσάτρα-πάτρα ή, εν πάση περιπτώσει, όχι καλώς τεκμηριωμένο. Αν είχα το χειρόγραφο θα είχα να πω πολλά… αλλά προς το παρόν μπορώ ν’ ασχοληθώ, όσο πατάει η γάτα, μόνο με όσα γράφει στο βιβλίο, όπου ανάμεσα σε άλλα λέει: «Στην Ελλάδα, με την πλούσια εντόπια μουσική και το ισχυρό πολιτικό κίνημα, η ποπ μουσική, στην πιο ελαφριά εκδοχή της, βρήκε απήχηση – τουλάχιστον μέχρι το χουντικό πραξικόπημα του 1967 – σε μία μειοψηφία της νεολαίας που ήταν πιο ανοιχτή στις δυτικές καινοτομίες και μόδες και πολύ εκδηλωτική. Ωριμάζοντας, ένα μέρος του, με καλύτερη ενημέρωση και εντονότερες ανησυχίες, πέρασε στο ‘προοδευτικό ροκ’ δημιουργώντας σχετικά γρήγορα μια δυναμική ροκ σκηνή…». Ώστε η μειοψηφία άκουγε Forminx, Olympians και Charms; Είναι γνωστό πως το “Jeronimo yanka” πουλούσε, στα μέσα του ’60, όσο κι ο Καζαντζίδης (περί τα 100 χιλιάδες 45άρια είναι το επίσημο νούμερο). Olympians και Charms, μαζί, ξεπερνούσαν σε πωλήσεις τον Γαβαλά, ή τον Αγγελόπουλο... Και τι σημαίνει «ελαφρά εκδοχή»;. Ήταν «ελαφρά εκδοχή» τα garage songs των Knacks και των Loubogg, που δεν είχαν να ζηλέψουν σε τίποτα από τα ανάλογα του Texas; Έχει ακούσει ο Στέλιος Ελληνιάδης το σόλο της κιθάρας (δεν ξέρω ποιος παίζει - αν είναι ο Καλλίρης θα τρελαθώ) στο «Αυτοκίνητο Ι.Χ» του Βαγγέλη Πιτσιλαδή από το '66; Ούτε ο Clapton δεν έπαιζε έτσι, τότε. Έχει ακούσει το “Non et non” του Ricardo Credi με το hammond του Βαγγέλη Παπαθανασίου να ουρλιάζει; Λέει ανακρίβειες ο Ελληνιάδης, όταν υποννοεί πως η χούντα έκανε πιο ώριμο το ελληνικό ροκ. Παραμύθια. Από πλευράς στίχων – εξαιρώντας τον Σαββόπουλο, που είναι ένα κεφάλαιο ξεχωριστό στο βιβλίο τού ελληνορόκ – έπρεπε να έρθει ο Εξαδάκτυλος στα early seventies, ο Γκαϊφύλλιας κι ένας-δυο ακόμη, για να μπορέσει το πράγμα να κυλήσει λιγάκι. Και το ’67 και το ’68 και το ’69 τα ελληνικά γκρουπ τραγουδούσαν «βλακείες». Αυτό δε σημαίνει φυσικά πως δεν παρήχθησαν κομμάτια με πηγαίο fun. Κι εκείνο το «καλύτερη ενημέρωση» που λέει, μου φαίνεται πως ευλογάει τα γένια του ο Ελληνιάδης, με το περιοδικό του «Μουσική Γενιά» στις αρχές του ’72. Και τι σημαίνει «προοδευτικό ροκ», για το ευρύτερο ροκ-ροκ; Τι σχέση έχουν οι Kinks, που για τον Ελληνιάδη μπορεί ν’ αποτελούν «ελαφρά εκδοχή», με τους Yes και τους Emerson Lake & Palmer, που είναι, υποτίθεται, οι «προοδευτικοί»; Και γιατί, σώνει και καλά, θεωρείται ανώριμος κάποιος που άκουγε Animals το '65, και ώριμος, όταν άκουγε Paul Butterfield το '70; Κι εκείνοι που ακούγανε Beatles και Idols το '66; Δεν θα μπορούσε, οι ίδιοι, να άκουγαν Zappa το '70; Οι ταμπέλες, ούτως ή άλλως, δε λένε τίποτα, αν, όμως, δεν ξέρουμε και να τις χρησιμοποιούμε τότε καήκαμε…

(Το εξώφυλλο του βιβλίου)

Μετά πήρε το λόγο ο Μπαμπασάκης, που ήταν ο πιο σύντομος απ’ όλους. Επειδή, όμως, κουβέντιαζα, χαμηλοφώνως, εκείνη τη στιγμή δεν συγκράτησα τι είπε. Ο Σταυρόπουλος – τον οποίον, το ξαναλέω, δεν τον εγνώριζα – θα μπορούσε να κάνει την καλύτερη εισήγηση, αλλά απέτυχε. Ο άνθρωπος έχει ασχοληθεί με το ιταλικό τραγούδι – κάνει πρόγραμμα και σε κάποιο ραδιόφωνο. Αντί να επικεντρωθεί στο πώς το ιταλικό τραγούδι επηρέασε το ελληνικό των sixties, «χάθηκε» σ’ έναν κυκεώνα στοιχείων και πληροφοριών, δίχως να βγει συμπέρασμα. Ουσιαστικά, τον διέκοψαν οι υπόλοιποι… γιατί, ακόμη θα μιλούσε. Ο Σταυρόπουλος είναι σοβαρό άτομο, και δεν έλεγε βλακείες. Απλώς αγνοούσε το «θέμα», δηλαδή για ποιον ακριβώς λόγο βρισκόταν εκεί, και κυρίως το τι θα έπρεπε να πει (προφορικώς), απευθυνόμενος σε μία «τυχαία» ομάδα ακροατών. Οφείλει να γράψει βιβλίο… αλλά κι εκεί θα χρειαστούν κάποια όρια.
Τελευταίος μίλησε ο Γιάννης «Μπαχ» Σπυρόπουλος. Είχε το ωραιότερο κείμενο, για να διαβαστεί σε μία… τυχαία ομάδα ακροατών. Αυτοβιογραφικό, ποιητικό, χωρίς να λείπουν τα στοιχεία και οι πληροφορίες. Ιδανικό θα έλεγα, για το σκοπό της «κουβέντας». Ίσως καλύτερα θα ήταν να το διάβαζε άλλος, γιατί πολλές λέξεις τις «μάσαγε» και δεν τις καταλάβαινες. Τέντωνα τ’ αυτιά μου για να τον παρακολουθήσω. Βέβαια, αν το έλεγε άλλος, θα «έχανε», ως προσωπική μαρτυρία.
Μετά το πέρας των εισηγήσεων ακολούθησε «συζήτηση» με το κοινό. Τίποτα το ιδιαίτερο. Είχα 2-3 ερωτήσεις να κάνω στον Σαββόπουλο. Δεν μπόρεσα. Δεν ευνοούσε το περιβάλλον. Πότε πρωτοάκουσε Dylan, ας πούμε, και από πού… Όταν γύρναγε στο Παρίσι και το Μιλάνο το ’68 τι άκουγε; Είχε δει κάνα live; Μήπως είχε δει τους Pink Floyd, τους Soft Machine, τους… Aphrodite’s Child; Τέτοια πράγματα. Πάντως, έμαθα και κάτι. Ότι ο Σαββόπουλος είχε φίλο το Στέφανο Ράμμο – το είπε ο ίδιος – το διαιτητή, που του φάγανε το αυτί στο Αγρίνιο, το 1976, σ’ έναν αγώνα Παναιτωλικού-ΠΑΟΚ. Μάλιστα αναφέρθηκε και στο περιστατικό – ότι, έγινε, τάχα, στη Λάρισα. Του φώναξα από την αίθουσα ότι ήταν στο Αγρίνιο. «Στο Αγρίνιο;» μου λέει. «Ναι» του λέω «στο Αγρίνιο». Δε φάνηκε να δέχτηκε αυτό που του είπα… Στη δεκαετία του ’80 μου είχε πει ένας αγρινιώτης συμφοιτητής πως σε ζαχαροπλαστείο του Αγρινίου υπήρχε ακόμη και πάστα… Ράμμος. Στην κορυφή, αντί για κερασάκι, τη στόλιζαν μ' ένα ζαχαρένιο αυτί! Αυτό δεν πρόλαβα να του το φωνάξω…
Πριν τις 10 ο… γάμος είχε σχολάσει. Κατεβήκαμε με τον Κώστα τα σκαλιά της Βουλής και καθώς περπατούσαμε στην ψιχαλισμένη οδό Σταδίου, αρχίσαμε να συζητάμε για τη «Συννεφούλα»…

2 σχόλια:

  1. Επιβεβαιώνω, στο Αγρίνιο ήταν. Πηγή, ο πατέρας μου που ήταν συνάδελφος με τον Ράμμο (στην κανονική του επαγγελματική απασχόληση).

    Και ναι, υπήρχε και πάστα Ράμμος στο Αγρίνιο, στολισμένη με ροζ ζαχαρωτό αυτί, αν και αυτή κράτησε μόνο 3-4 χρόνια μετά το συμβάν. Πολύ ντανταϊστικό.

    Let the 60ies rest in their grave, people!

    Καλώς σε βρήκα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ήταν απίστευτοι οι άνθρωποι. Τι Marcel Duchamp και παραμύθια...
    Καλωσόρισες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή