Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

SAINT SADRILL, MILES OLIVER, HAZARDS OF SWIMMING NAKED, WOODEN PEAK, THE ENTREPRENEURS, MONOLITHES το rock θα είναι πάντα εδώ… ενωμένο-δυνατό

SAINT SADRILL: Pierrefilant [Dur et Doux, 2018]
Γάλλος είναι ο Saint Sadrill (από τη Λυών) και το πραγματικό όνομά του είναι Antoine Mermet. Σαν Saint Sadrill ηχογραφεί εδώ και δυο-τρία χρόνια, αλλά μόλις τώρα κυκλοφορεί ένα άλμπουμ σε φυσική μορφή (2LP/CD), όπως και σε digital. Ο τίτλος του είναι “Pierrefilant” και περιέχει δέκα συνθέσεις-τραγούδια του, ποικίλων διαρκειών (ακούγονται από 2λεπτα κομμάτια, μέχρι 19λεπτα), τα οποία ηχούν μ’ έναν… δικό τους, ξεχωριστό τρόπο. Σ’ αυτή την εγγραφή, ο Saint Sadrill απλώς τραγουδάει, ενώ δίπλα του στέκονται οι Melissa Acchiardi βιμπράφωνο, κρουστά, Lionel Aubernon ντραμς, ηλεκτρονικά, Lucas Hercberg μπάσο, Anne Quillier πλήκτρα, σύνθια και Vincent Redoux κιθάρες.
Είναι παράξενα τα τραγούδια του Γάλλου και όχι ευκόλως περιγράψιμα. Στο… πολύ βάθος φέρνουν στη μνήμη μου κάτι από τους Flue ή ακόμη και από τους Nits, αν και ο Saint Sadrill κινείται ακόμη σε πιο αρτίστικους ποπ δρόμους (ή και art-rock κατά τόπους). Chamber-pop θα μπορούσε να αποκληθεί το είδος του χοντρικά – και είναι αυτός ένας σωστός χαρακτηρισμός. Οι μικρές και μέσες διάρκειες ταιριάζουν στα τραγούδια του (θαυμάσιο το “Kiss song”), αλλά το «τέρας» 19λεπτο “Happy Humans” είναι εκείνο, που θα κάνει την αληθινή διαφορά. Ο Saint Sadrill γράφει μια complex σύνθεση με ψυχεδελική ανάπτυξη που εντυπωσιάζει.
Είναι κρίμα να περιμένεις… τρεις πλευρές, για ν’ ακούσεις την τέταρτη καλύτερη.
MILES OLIVER: Color Me [Atypeek Music / Microcultures, 2018]
Γάλλος (Παριζιάνος) είναι και ο Miles Oliver, που ηχογραφεί demos και κανονικά άλμπουμ από το 2013 – με το “Color Me” να αποτελεί την πιο καινούρια δουλειά του.
Loner singer-songwriter είναι ο Miles, αν και όχι πάντα όσο «ήσυχος» και ακουστικός θα απαιτούσε η περίσταση. Έχει και πιο δυναμικά-σκληρά parts ο Γάλλος θέλω να πω, που, επίσης, χειρίζεται όλα τα όργανα μόνος του (ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες, λούπες, πλήκτρα, ταμπουρίνο, ενώ τραγουδά κιόλας).
Ο Jackie Leven θα μπορούσε να ήταν μια τρανή αναφορά για την τραγουδοποιία τού Miles, όμως και νεότερα ονόματα, όπως ο BonniePrinceBilly για παράδειγμα, φαίνεται πως τον έχουν επηρεάσει. Σε κάθε περίπτωση τα τραγούδια του είναι από καλά και πάνω (ωραιότερα τα “Nothing to hide” και “Lay lady lay”), με στίχους «εσωτερικούς» και ερωτικούς βασικά, που βγάζουν οπωσδήποτε μια κάποια θλίψη, χωρίς να ξεπέφτουν πάντως στη «νταρκίλα».
Απλή, συμπαθητική και καλή περίπτωση τόσο από στιχουργικής πλευράς, όσο και από μουσικής (με τις κάπως αργές «στοιχειωτικές» μελωδίες να κυριαρχούν), ο Miles Oliver είναι ένα σύγχρονο… εναλλακτικό folk όνομα, που μπορεί και αξίζει να ξεχωρίσει.
HAZARDS OF SWIMMING NAKED: Take Great Joy [Bird’s Robe Records, 2018]
Πολλοί τόποι, εντελώς απομακρυσμένοι ο ένας απ’ τον άλλον, μοιάζουν – ή εμένα μου φαίνεται πως συμβαίνει. Βλέποντας μια φωτογραφία τοπίου από το μέσα μέρος τού πιο καινούριου άλμπουμ των Hazards of Swimming Naked νόμισα πως το γκρουπ είναι ισλανδικό (διασκευάζουν εξάλλου κι ένα ισλανδικό νανούρισμα), αλλά η φωτογραφία μπορεί να είναι κάπου από το Queensland, αφού οι Hazards είναι Αυστραλοί. Τώρα, το πώς και το γιατί Αυστραλοί διασκευάζουν ισλανδικά τραγούδια… είναι κι αυτό ένα από τα μυστήρια της παγκοσμιοποίησης.
Το γκρουπ δεν είναι καινούριο, υπάρχει τουλάχιστον εδώ και μια δεκαετία, έχοντας κυκλοφορήσει διάφορα τινά σε φυσικές ή μη μορφές, έχοντας πάντα (εξ όσων άκουσα και κατάλαβα) και μια «περιβαλλοντική» διάσταση στις μουσικές του. Γιατί οι Hazards of Swimming Naked είναι ένα instrumental σχήμα έξι ατόμων (γνωρίζουμε μόνο τα μικρά ονόματα των μελών του, ενώ δεν γνωρίζουμε ούτε τι παίζει το κάθε μέλος).
Και τα οκτώ tracks τού “Take Great Joy” βρίσκονται-κινούνται προς αυτό που ονομάζεται post-rock. Οι κιθάρες δηλαδή πρωταγωνιστούν, αλλά μ’ έναν τρόπο κάπως ελεγειακό, δραματικό, καθώς στις επιμέρους ατμόσφαιρες συμβάλλουν και άλλα διαφόρων ειδών όργανα (πλήκτρα, vibes, κόρνο, βιόλα, τσέλο κ.λπ.), συν ένα κουαρτέτο εγχόρδων που κάπου παρεμβαίνει κι αυτό. Υπάρχει μια προσήλωση εν πάση περιπτώσει προς τη μελωδία και την από κει και κάτω ανάπτυξή της με τον τρόπο των Mogwai συχνά-πυκνά, κάνοντας τα κομμάτια να μοιάζουν κάπως μεταξύ τους – ή τουλάχιστον να μην ξεχωρίζουν από την αρχή, από το πρώτο άκουσμα.
Σίγουρα οι Hazards of Swimming Naked δεν παίζουν ένα… εύκολο είδος rock, αλλά αυτό δε σημαίνει πως υπερτερούν σε ενδιαφέρον, σώνει και καλά, από τους άλλους των… τριών ακόρντων.
WOODEN PEAK: Yellow Walls [Kicktheflame, 2019]
Είναι το πρώτο άλμπουμ του 2019, για το οποίο γράφουμε review – αφού το “Yellow Walls” των Wooden Peak θα κυκλοφορήσει, κανονικά, στις 18 Ιανουαρίου.
Οι Wooden Peak είναι Γερμανοί (Sebastian Bode, Jonas Wolter) και είναι άγνωστο τι ακριβώς κάνει ο καθένας τους στο συγκεκριμένο (LP/CD και digital). Ποιος συνθέτει, ποιος γράφει στίχους, τι παίζει ο ένας, τι παίζει ο άλλος κ.λπ. Το ντούο είναι πάντως χαμηλών τόνων και… ελαφρώς ηλεκτρονικό. Ακούγονται βεβαίως και φυσικά όργανα, που θα μπορούσε να προσφέρουν και μιαν «εναλλακτικότητα» στο σχήμα, αλλά τα electronics είναι παντού και ολοφάνερα (είτε μπροστά είτε στο background).
Οι Wooden Peak ομνύουν στις χαμηλές ταχύτητες και γενικώς στο… τεμπέλικο mood και αυτό, αν το επιδιώκεις με τη δική τους τέχνη και τον τρόπο, στο τέλος μπορεί να σε οδηγήσει κάπου.
Επιρροές υπάρχουν από παντού. Ακόμη και από τον Syd Barrett ή τον Kevin Ayers, αφού κάτι «σπασμένες» μελωδίες (“Thin ice”) θα μπορούσε να προέρχονται από κάποιο ξεχασμένο session τους. Φυσικά, το πράγμα προχωράει. Κυρίως ηχητικά – κι εδώ η electronica της δεκαετίας του ’90 έχει, όσο να ’ναι, πιο φανερή επιρροή.
Δεν ξέρω αν είναι αυτή η κάπως folky διάσταση των τραγουδιών των Wooden Peak εκείνη που τους κάνει να ξεχωρίζουν, σε κάθε περίπτωση όμως αυτό το lo-fi σκηνικό που στήνουν θα μπορούσε να αποδώσει (και) τοποθετημένο πάνω σε πιο ισχυρές βάσεις.
THE ENTREPRENEURS: Noise & Romance [Tambourhinoceros, 2019]
Άλλος ένας δίσκος, που πρόκειται να βγει στο φως πιο μετά (την πρωτομηνιά του Φλεβάρη πιο συγκεκριμένα) και για τον οποίον, τώρα, θα πούμε λίγα λόγια.
Οι Entrepreneurs είναι από τη Δανία και είναι τρία άτομα – ο Anders Hvass κιθάρες, φωνητικά, ο Mathias Bertelsen φωνή, κιθάρες και ο Jonas Wetterslev ντραμς. Το “Noise & Romance” είναι το πρώτο LP/CD τους (που, όπως διαβάζω, θα κυκλοφορήσει και σε κασέτα!), και το οποίον περιγράφεται αρκετά καλά, θα έλεγα, ήδη από τον τίτλο του. Ναι, και «θόρυβος» και «ρομάντζα» – και είναι αυτά δύο μάλλον βασικά χαρακτηριστικά των τραγουδιών των Entrepreneurs. Noise-rock λοιπόν από τη μια μεριά, αλλά από την άλλη και ποπ φωνητική αποτύπωση, σε καθαρά eighties φόρμες και, ως… τελικό αποτέλεσμα, κάποια τραγούδια που ρέουν αρκετά καλά, σαν το “Joaquin” ή το “Sail away”.
Βεβαίως η αναζήτηση ακόμη πιο προσωπικής ταυτότητας θα είναι ένα διαρκές ζητούμενο για τους Δανούς, και το λέμε τούτο επειδή μπορούν να την κατακτήσουν – κρίνοντας απ’ ό,τι καλύτερο ακούγεται στο “Noise & Romance” τόσο από πλευράς μελωδίας, όσο και από παιξίματα (με τις κιθάρες να ακούγονται πολύ ωραία, μέσα από τα εφφέ τους ή μη και τη γενικότερη στήριξη-υποστήριξη στις συνθέσεις).
Όχι κάτι, που δεν το έχεις ξανακούσει-ξανανιώσει, αλλά προσεγμένο και ανά φάσεις… εξεζητημένο (“Heroine”).
MONOLITHES: Limites [Atypeek Difusion]
Και πάμε, σιγά-σιγά, να κλείσουμε με το ωραιότερο-καλύτερο άλμπουμ αυτής της σειράς, το “Limites” των Monolithes – μιας γαλλικής τετράδας από την Ναντ, την οποίαν αποτελούν οι Romain Lay βιμπράφωνο, Louis Godart κιθάρες, Rémi Allain κοντραμπάσο (παιξίματα και με δοξάρι, όπως ακούμε) και Julien Ouvrard ντραμς. Η μπάντα ανήκει χοντρικά στο σύγχρονο γαλλικό progressive κύμα, με αρκετά πειραματικά, jazz και χαρντ-ροκάδικα στοιχεία ανάμεσα, αυτοσχεδιάζοντας τόσο σε μικρές (3λεπτα και 5λεπτα tracks), όσο και σε μεγάλες διάρκειες (δύο 17λεπτα κι ένα σχεδόν 20λεπτο track). Έκδοση μόνο σε CD (και σε digital).
Το πρώτο 17λεπτο είναι το “Tears point”, που ξεκινάει εντυπωσιακά, όντας τοποθετημένο μέσα σ’ ένα ενισχυμένο cosmic περιβάλλον, με ελαφρώς noisy background και με το βιμπράφωνο να κάνει «παράξενο» παιγνίδι. Με το χρόνο όμως ακόμη και αυτή η αρχική «ενίσχυση» ανεβαίνει ακόμη περισσότερο, πριν ακολουθήσει ένα πειραματικό, με χαμηλό volume, μέρος και ξανά ένα κλείσιμο με τέρμα τα γκάζια. Οι Γάλλοι δεν σε αφήνουν να πλήξεις. Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το 20λεπτο “Glüt”, ένα κομμάτι που μπορεί να εμφανίζει από zeuhl, μέχρι και Canterbury στοιχεία, τονισμένο μέσα σε μιαν ελεύθερη φόρμα. Οι «εκπλήξεις» είναι διαρκείς και το αποτέλεσμα απολύτως μεγαλοπρεπές.
Τόσες δεκαετίες απίθανου γαλλικού avant progressive δεν είναι δυνατόν να ξεχαστούν από τους νεότερους, ούτε φυσικά να πάνε χαμένες!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου