Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2019

ΒΛΕΠΕ ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ μια άγνωστη ελληνική ταινία, από το 1969, με… hippie νόημα σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά και με μουσικές από τους Σταύρο Ξαρχάκο και Γιώργο Ρωμανό

Υπάρχουν πολλές ελληνικές ταινίες που έχουν περάσει απαρατήρητες. Ταινίες, που τις πρόσεξαν (και είδαν) ελάχιστοι στην εποχή τους και που τώρα πια, μετά από δεκαετίες, ακόμη λιγότεροι τις θυμούνται. Όμως, ακόμη και σε μια κακή ταινία, που πιθανώς να πάτωσε σε εισπράξεις στην εποχή της, μπορείς να εντοπίσεις κάποια tips που να έχουν ενδιαφέρον. Που να σημειώνουν ή να υποδεικνύουν κάτι. Σημαντικό ή λιγότερο σημαντικό. Η ταινία, η κάθε ταινία, είναι μια σύνθετη κατασκευή, που, κατά τη στρουκτουραλιστική αντίληψη, λειτουργεί ως «όλον» – και το «όλον» ή μετράει ή είναι για πέταμα. Υπάρχουν όμως και άλλες πιο… πεζές αντιλήψεις κοιτάγματος και προσέγγισης μιας ταινίας. Γι’ αυτό και κάποιοι μιλούν για καλούς ηθοποιούς σε κακές ταινίες, για καλά ή και εξαιρετικά σάουντρακ σε μέτριες ταινίες κ.ο.κ.
Πάντως η ταινία, για την οποία θα πούμε, τώρα, κάποια λόγια, δεν είναι ακριβώς… κακή. Ή, μάλλον, δεν είναι καν κακή. Φυσικά δεν ξέρω αν είναι και καλή –γι’ αυτό ας πει ο καθένας τη γνώμη του, αφού πρώτα τη δει– εκείνο όμως που ξέρω είναι πως είναι «άλλη», «διαφορετική» και γι’ αυτό ενδιαφέρουσα σε μια πρώτη φάση.
Ο λόγος, λοιπόν, για το φιλμ βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ σε σκηνοθεσία Γιώργου Εμιρζά, παραγωγής 1969. Λέω «1969» και όχι «1970», όπως γράφεται στη βάση IMDb και αλλού, επειδή η ταινία προβλήθηκε στο 10ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (29 Σεπ. 1969-6 Οκτ. 1969) και πιο συγκεκριμένα την τελευταία ημέρα του, 6 Οκτωβρίου, στις 11 το πρωί στον κινηματογράφο Αλέξανδρος (όπως διαβάζουμε στο φύλλο της Μακεδονίας της 5 Οκτ. 1969). Η προβολή, μάλιστα, δεν αφορούσε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα (από το οποίο είχε απορριφθεί η ταινία), αλλά στο πληροφοριακό.
Βγήκε η ταινία στις αίθουσες; Βγήκε. Για έντεκα μόλις μέρες, κόβοντας 2833 εισιτήρια (από τις 99 ταινίες της σεζόν 1969-1970 ήταν η προτελευταία σε εισπράξεις!). Με λίγα λόγια η ταινία πάτωσε στα ταμεία και γενικώς θάφτηκε. Ήταν, εν τέλει, τόσο κακή, που να αιτιολογούσε μια τέτοια αντιμετώπιση; Δεν έχω τέτοια γνώμη…
Την ταινία την είχα δει για πρώτη φορά, πριν πάρα πολλά χρόνια –πρέπει να ήταν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, στην τότε κρατική τηλεόραση, στην ΕΤ1– και μου είχε κάνει εντύπωση, για διάφορα επιμέρους θέματα, αλλά και γενικότερα. Κι είχα σημειώσει τότε, σ’ ένα τετράδιο, που το γέμιζα με διάφορες σχετικές πληροφορίες, τα απαραίτητα (ή και περισσότερο απ’ αυτά), τα οποία και επιβεβαίωσα πέρυσι, όταν την ξαναείδα από ένα DVD-R που μου είχε ετοιμάσει φίλος.
Γιώργος Εμιρζάς, πηγή: fb
Ο σκηνοθέτης της, ο Γιώργος Εμιρζάς (1936-1999), δεν ήταν τυχαία περίπτωση, καθώς υπήρξε πολυτάλαντος, γράφοντας τη δική του ιστορία με οτιδήποτε ασχολήθηκε, αφού υπήρξε χορευτής και χορογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός και παραγωγός, στιχουργός και άλλα διάφορα. Να μια νεκρολογία από την εφημερίδα Ριζοσπάστης (Τετάρτη 21 Απρ. 1999):
«Ένας γνωστός άνθρωπος της τηλεόρασης, σκηνοθέτης και παραγωγός, ο Γιώργος Εμιρζάς, δεν υπάρχει πια. Τη Δευτέρα το μεσημέρι, έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ενώ βρισκόταν στα γραφεία τού αρχείου της ΝΕΤ, ψάχνοντας υλικό για τη νέα του παραγωγή, που θα ετοίμαζε για λογαριασμό της κρατικής τηλεόρασης. Ο 62χρονος Γ. Εμιρζάς ξεκίνησε με το χοροθέατρο της Ραλλούς Μάνου, στο οποίο υπήρξε πρώτος χορευτής. Με υποτροφία στην Αμερική, σπούδασε στη Σχολή των Μάρθα Γκράχαμ και Στέλλα Άντλερ. Πήρε μέρος σε πολλές ελληνικές ταινίες και γύρισε δεκάδες ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση και τρία σίριαλ. Η πιο γνωστή σειρά του ήταν τα Εικαστικά, που πρόβαλε η ΕΡΤ επί δέκα συνεχή χρόνια (1979-1989). Επίσης, είχε κάνει 160 εκπομπές για το βιβλίο. Ο Γ. Εμιρζάς βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το ντοκιμαντέρ Στα Τουρκοβούνια, ενώ η σκηνοθεσία του στη Φαύστα του Μποστ ήταν εξαιρετική».
Ο Γιώργος Εμιρζάς στις ΕΙΚΟΝΕΣ, 6/1960
Να προσθέσω πως ο Εμιρζάς ήταν βασικός συντελεστής της μουσικοθεατρικής παράστασης Οδός Ονείρων (μουσική Μάνος Χατζιδάκις), πως έχει γράψει στίχους σε δύο αθάνατα ελληνικά τραγούδια (σε μουσικές Χατζιδάκι), τα «Ιλισσός» και «Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι» (μαζί με τον Νότη Περγιάλη το δεύτερο), πως είχε κάνει τη χορογραφία στην ταινία του Γιώργου Σκαλενάκη Επιχείρησις Απόλλων (1968), πως είχε πρωταγωνιστήσει στην ταινία Το Ποτάμι (1960) του Νίκου Κούνδουρου και πως είχε κάνει την παραγωγή στην ταινία Όπερα (1976) του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου, όπως και στον Εξόριστο στη Κεντρική Λεωφόρο (1979) του Νίκου Ζερβού (μαζί με τους Κώστα Φέρρη και Νίκο Ζερβό). Αυτά τα… ολίγα ανάμεσα σε πολλά άλλα.
Το βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ είναι μια πρωτότυπη σάτιρα, στηριγμένη στους Διαλόγους του Λουκιανού (125-180 μ.Χ), που μεταφέρονται μ’ ένα πνεύμα ενίοτε… αναρχικό στη σύγχρονη εποχή (στα τέλη του ’60 δηλαδή). Η κινηματογράφηση του Εμιρζά διαθέτει στοιχεία μοντερνισμού, όσον αφορά στην αφήγηση (δανεισμένα άλλοτε πιο επιτυχημένα και άλλοτε όχι και τόσο από το σινεμά του Jean-Luc Godard κυρίως), ενώ τόσο η ροκ, όσο και η ροκίζουσα μουσική των Γιώργου Ρωμανού και Σταύρου Ξαρχάκου αντιστοίχως κολλάει ωραία με τις υπερπηδήσεις στο χρόνο που επιδιώκει ο σκηνοθέτης – καθώς αντιστοιχίζει πρόσωπα και καταστάσεις της εποχής τού Λουκιανού με τα τέλη των sixties.
Περισσότερα για την ταινία (και γενικότερα) είχε πει ο ίδιος ο Γιώργος Εμιρζάς σε μια συνέντευξή του στον Γιώργο Κοντογιάννη, που αλίευσα από το περιοδικό Ψυχαγωγία (τεύχος 3, 26 Νοε. 1969). Ο Κοντογιάννης γράφει πως το βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ είχε βασισθεί σε μια προηγούμενη θεατρική, αυτή τη φορά, δουλειά τού Εμιρζά, που ήταν και αυτή επηρεασμένη από τους Διαλόγους του Λουκιανού… για ν’ ακολουθήσουν οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις: 

Γιατί καταφύγατε, κ. Εμιρζά, στον Λουκιανό για να κάνετε μια ταινία, τη στιγμή που υπάρχουν ένα σωρό πηγές εμπνεύσεως σημερινές, άμεσες; 
Όταν τα πρότυπα παρουσιάζουν ένα τόσο μεγάλο ενδιαφέρον και έχουν δοκιμασθεί από το χρόνο νομίζω ότι επιβάλλεται. Δεν με ενδιαφέρει να κάνω μια επίκαιρη σάτιρα, μια επιθεώρηση στον κινηματογράφο. Άλλωστε, ο Λουκιανός ήταν ένα γνώριμό μου θέμα από το θέατρο. Η σάτιρά του είναι καθαρά ελληνική και ενώ στη μορφή ο διάλογός του είναι διανοουμενίστικος, στην ουσία είναι λαϊκός. Κάτι σαν τον Μητρόπουλο, τον σκιτσογράφο. 
Τι θέλετε να σατιρίσετε από τον σύγχρονο κόσμο; 
Την υποκρισία πάνω απ’ όλα. Αυτή που εμφανίζεται σαν ανθρώπινο περιεχόμενο. 
Υπάρχει ένα συγκεκριμένο νόημα στην ταινία σας ή ένας «διαφορετικός» τρόπος γραφής ενιαίος, που να τον υπαγορεύει αυτή η ανάμιξη των Διαλόγων του Λουκιανού μ’ ένα σύγχρονο θέμα; 
Πιστεύω και θέλω να δείξω πως όλα θα χαθούν, πως δεν μένει τίποτα. Δεν περνάει τίποτα από την υποκρισία. Εκείνο που μένει μόνο είναι ο ανθρωπισμός. Ύφος δεν υπάρχει ενιαίο στην ταινία, ούτε υπάρχει βαθύτερος συγκεκριμένος στόχος. 
Η ταινία αποκλείστηκε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και αυτό θεωρήθηκε ήδη από πολλούς ως πραγματική αδικία… 
Το επίπεδο ολόκληρου του Φεστιβάλ, των φετινών ταινιών εννοώ, ήταν τέτοιο που η ταινία η δική μου θα αποτελούσε μια παραφωνία, αν παιζόταν. 
Δεν έχετε, δηλαδή, κανένα παράπονο από το Φεστιβάλ; 
Έχω μια διαπίστωση: οι φετινές τουλάχιστον ταινίες δεν ήταν ελληνικές. Σε καμιά δεν υπήρχε ελληνικό θέμα. Εδώ έχουμε τα δικά μας προβλήματα. Κάποιος ηθοποιός μού μίλαγε για μοναξιά. Κι όταν πήγε στη Θεσσαλονίκη, στους γονείς του, ύστερα από δυο χρόνια, άνοιξε το σπίτι, έγινε γιορτή, έπεσε στην αγκαλιά της μάνας του. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, να μιλάμε για έλλειψη επικοινωνίας;  
Να υπενθυμίσω πως στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, του 1969, είχαν προβληθεί οι ταινίες Ληστεία στην Αθήνα (σκ. Βαγγέλης Σερντάρης), Το Κορίτσι του 17 (σκ. Πέτρος Λύκας), Θυμήσου Αγάπη μου (σκ. Γιώργος Σκαλενάκης), Όχι (σκ. Ντίμης Δαδήρας), Πανικός (σκ. Σταύρος Τσιώλης) και Ο Μπλοφατζής (σκ. Βασίλης Γεωργιάδης).

Στο βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ υπάρχει το εξής υποτυπώδες στόρι.
Η κριτική επιτροπή των ελληνικών καλλιστείων αδυνατεί να απονείμει το τίτλο τής Σταρ Ελλάς, για το 1969, αφού τα τρία ωραιότερα κορίτσια, η Αφροδίτη (Άννα Φόνσου), η Ήρα (Ελένη Ανουσάκη) και η Αθηνά (Adelina del Campo) ας πούμε ότι ισοψήφησαν. Την επιλογή τής ωραιότερης αναλαμβάνει, λοιπόν, να κάνει ένας ελβετός κριτής, ο… Πάρις, κι εκεί αρχίζει το πραγματικό μπέρδεμα – ένα είδος χάους, δηλαδή, που εξελίσσεται στη… hippie Αθήνα του ’69, με τα σκηνικά και ιστορικά… μακροβούτια προς την εποχή του Λουκιανού να είναι και συνεχή και απρόβλεπτα.
Οι τρείς υποψήφιες, για τον τίτλο τής Σταρ Ελλάς, καλλονές επιχειρούν να δελεάσουν με τα θέλγητρά τους και άλλα τινά τον Πάρι, με την Αφροδίτη (Φόνσου) να είναι ένα βήμα πιο μπροστά τελικώς, αφού υπόσχεται να προξενέψει στον ελβετό κριτή τη γυναίκα τού Μάο! Το αποτέλεσμα; Η Κίνα κηρύττει τον πόλεμο στην Ελβετία, πυροδοτώντας τον Τρίτο Παγκόσμιο, όπως διαβάζουμε και σ’ ένα πρωτοσέλιδο τής… Απογευματινής!
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος τού ψυχοπομπού Ερμή (Γιώργος Διαλεγμένος), που συνοδεύει τις ψυχές των νεκρών στον Άδη με τη βάρκα του – εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με διάφορα πρόσωπα-σύμβολα της σημερινής ζωής, που εμφανίζονται όμως ως ήρωες της εποχής τού Λουκιανού. Ανάμεσά τους και ο φιλόσοφος… Μαχαρίσι, που αρχίζει να μιλάει για τον υπερβατικό στοχασμό και τ’ ανάλογα, όταν κάποιος από τη βάρκα ακούγεται να φωνάζει: «είναι αργύτης και ψεύτης»! Ο Ερμής απευθύνεται στον Μαχαρίσι λέγοντάς του: «η αλαζονεία που κουβαλάς, μαζί με την αμάθεια και τη ματαιοδοξία, είναι πολύ βαριά και δεν μεταφέρονται ούτε με υπερωκεάνιο»!
Αυτά και άλλα αδιανόητα συμβαίνουν στο βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, που παρακολουθείται οπωσδήποτε με ενδιαφέρον, ως μια, έστω και κατ’ επίφασιν… ροκ ταινία.
Γιώργος Ρωμανός, 1970
Ροκ, όμως, αληθινό και όχι κατ’ επίφασιν είναι όσα ακούμε στο φιλμ τού Γιώργου Εμιρζά, βασικά από τον Γιώργο Ρωμανό και το συγκρότημά του – που, λογικώς, δεν είναι άλλο (το συγκρότημα) από εκείνο που τον συνόδεψε στο LP «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα» [Zodiac, 1970]. Δηλαδή οι Αλέκος Καρακαντάς lead κιθάρα, Αργύρης Κουλούρης ρυθμική κιθάρα, Ντέμης Βισβίκης πλήκτρα, Δημήτρης Κατακουζηνός μπάσο και Γιώργος Χατζηαθανασίου ντραμς (οι μετέπειτα Axis με άλλα λόγια, συν τον Κουλούρη). Και τα δύο κομμάτια, που ακούγονται στην ταινία του Εμιρζά, είναι ανέκδοτα. Το πρώτο, από τους τίτλους αρχής, είναι ένα εντυπωσιακό rock track, με τη χαρακτηριστική (και απίστευτη) κιθάρα του Καρακαντά να κυριαρχεί. Το ίδιο εντυπωσιακό όμως είναι και το rhythm section, που και αυτό βρίσκεται σε… οργασμό. Τι έχουμε εδώ, με λόγια απλά; Ένα από τα ωραιότερα οργανικά τού ελληνικού ροκ! Το άλλο κομμάτι είναι η ορχηστρική εκδοχή τού γνωστού τραγουδιού από τα… γαλάζια άλογα «Ο φανταστικός γιατρός» (ανέκδοτη και αυτή, όπως είπαμε).
Όμως και οι μουσικές του Σταύρου Ξαρχάκου έχουν ενδιαφέρον, αφού κάποιες απ’ αυτές είναι στο ύφος του soundtrack «Κορίτσια στον Ήλιο» (μάλιστα ορισμένα θέματα μοιάζουν τόσο πολύ, που δεν μπορώ να πω μετά βεβαιότητος αν κόπηκαν ή δε χώρεσαν να μπουν στο προηγούμενο OST, ή αν παραλλάχθηκαν κάπως, ώστε να εμφανισθούν στο καινούριο). Ανάμεσα στα ορχηστρικά του Ξαρχάκου, που συνδυάζουν με αριστοτεχνικό τρόπο ηλεκτρικά όργανα με παραδοσιακά (σαντούρι) ή και λαϊκά (μπουζούκι) παρεμβάλλονται και τρία τραγούδια, γνωστά σε όσους από το LP «Ξαρχάκος + Κόκοτας» [ΕΜΙ / Columbia, 1970]. Τα τραγούδια αυτά είναι τα «Ο Πάρις και το μήλο», «Αχερουσία» και «Φρύνη», όλα σε στίχους του Νίκου Γκάτσου και με ερμηνείες, προφανώς, από τον Σταμάτη Κόκοτα. Δεν θα ήταν άστοχο αν υποστηρίζαμε πως και τα τρία τραγούδια (και λόγω της ειδικής στιχουργικής τού Γκάτσου σ’ αυτά) πρέπει να είχαν γραφτεί για τις ανάγκες της ταινίας του Γιώργου Εμιρζά.
Φυσικά, το ότι δεν υπάρχει δισκογραφημένο το soundtrack της ταινίας βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ δεν θα πρέπει, ως Έλληνες, να μας κάνει ν’ απορούμε...
 

3 σχόλια:

  1. Πρώτη φορά που είχα γράψει για το «βλέπε ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ» ήταν το Φεβρουάριο του 2015…

    https://diskoryxeion.blogspot.com/2015/02/blog-post_19.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σχόλια από το fb...

    Nikos Zervos
    SOUREAL TAINIA TOU EMIRZA------------

    Άγγελος Γαβριήλ
    Φωτογραφια Πανουσοπουλος...

    Φώντας Δισκορυχείον Τρούσας
    Και βοηθός σκηνοθέτη ο Θανάσης Ρεντζής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. μια μικρή παρατήρηση, τα 2800 εισιτήρια που τότε τον έβγαζαν στον πάτο, πολλοί έλληνες κινηματογραφιστές θα τα ζηλεύανε σήμερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή