Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

του NORWEGIAN PROGRESSIVE...

Το νορβηγικό progressive rock στην Ελλάδα και αλλαχού απέκτησε πρόσωπο – έγινε γνωστό δηλαδή – μέσω των Titanic, μιας μπάντας που έγραψε ιστορία στις ντισκοτέκ όλου του κόσμου με τη “Sultana”, flip side στο single “Sing fool sing/ Sultana” της CBS, το 1970 (τουλάχιστον αυτή είναι η χρονιά που δίνει το γερμανικό 45άρι, που γνωρίζω – γιατί παντού διαβάζω περί ’71). Φυσικά, η νορβηγική σκηνή της εποχής υπήρξε πολύ περισσότερο «βαθειά», με δεκάδες συγκροτήματα, τα περισσότερα εκ των οποίων, ως συνήθως, γνώρισαν μικρή επιτυχία ακόμη και στην ίδια τους την πατρίδα. Η τοπική εταιρία Pan (Panorama), εδώ και μια 20ετία περίπου, φροντίζει με ωραίες επανεκδόσεις CD και βινυλίων, να κάνει παγκοσμίως (σε κύκλους) και περισσότερο γνωστό το «είδος», φέρνοντάς μας σ’ επαφή, κάποιες φορές, με ενδιαφέρουσες μουσικές. Να μερικές...Το πρώτο άλμπουμ των Aunt Mary με τίτλο τ’ όνομά τους [Polydor, 1970-Pan, 2004] θεωρείται (από κάποιους) πως κυριαρχεί στην early-period του norsk progrock. Πρόκειται για μία συλλογή 11 κομματιών, μέσης προς μικρής διάρκειας, στην οποία κάνουν αίσθηση, θα έλεγα, τα κεκτημένα pop και psych ηχοχρώματα από τα τέλη του ’60. Βεβαίως, κάποια jazzy soli του Per Ivar Fure στα σαξόφωνα, ορισμένα «περάσματα» στο όργανο του Jan Leonard Groth, αλλά και τραγούδια όπως το “I do and I did” ή το “The ball” έδειχναν πως οι μέρες του... καλοκαιριού και της αγάπης είχαν μάλλον ξεχαστεί, ακόμη και στον αρκτικό κύκλο· παρότι κάποιοι μπητλισμοί (“47 steps”) δεν παύει να ανιχνεύονται. Προσέτι, το “Why don’t you try yourself?”, αν και διαρκεί μόλις δυόμισι λεπτά, εμπεριέχει ένα σύντομο «διάλογο» κιθάρας-οργάνου, ο οποίος, σε μεγέθυνση, θα χαρακτήριζε τα επόμενα χρόνια το κλασικό prog στυλ. Οι Aunt Mary δεν θα σταματήσουν εδώ. Θα ηχογραφήσουν άλλα δύο LP τα επόμενα χρόνια ("Loaded", “Janus”), θα διακόψουν και θα επανασυνδεθούν στην πορεία τουλάχιστον δύο φορές, αφήνοντας γερό στίγμα στην ευρύτερη pop της χώρας. Ένα άλλο νορβηγικό γκρουπ που γνώρισε διεθνή αναγνώριση, αφού τα άλμπουμ του κυκλοφορούσαν και στη Γερμανία από την Brain, ήταν οι Ruphus. Τούτοι κινούνταν σε περισσότερο σκληρές φόρμες, δίχως όμως «υπερβολές», έχοντας διπλά, ανδρικά-γυναικεία, φωνητικά (Rune Sundby, Gudny Aspaas), δύο κιθαρίστες (Hans Petter Danielsen, Kjell Larsen), αλλά και οργανίστα (Hakon Graf) με σχετικώς περιορισμένη συμμετοχή. Το πρώτο τους άλμπουμ “New Born Day” [Polydor, 1973- Pan, 1993] έχει σίγουρα καλές στιγμές, αλλά υποσκάπτεται θα έλεγα τόσο από τα επικά, μετρίως διατυπωμένα, τύπου-Queen, φωνητικά του Sundby, όσο και από το κάπως ξεκάρφωτο rhythm section. Το 9λεπτο “Day after tomorrow”, εκεί όπου όλα τα κλισέ του prog-rock λειτουργούν με σωστό τρόπο, έχει σίγουρα ενδιαφέρον, αν και το bonus single “Flying Dutchman fantasy/ Opening theme”, από την ίδια εποχή, δείχνει πιο γεμάτο (με «άκρες» από Keith Emerson). Σε παραγωγή του Terje Rypdal, τέσσερα χρόνια αργότερα, οι Ruphus θα κυκλοφορήσουν το τέταρτο άλμπουμ τους “Inner Voice” [Polydor, 1977- Pan, 2007]. Το κλασικό progressive έχει πλέον παραχωρήσει τη θέση του στο fusion/ jazz-rock progressive, όπως και η Gundy Aspaas τη δική της θέση στη νέα τσιτωμένη τραγουδίστρια του γκρουπ Sylvi Lillegaard. Το παίξιμο του κιμπορντίστα Jan Simonsen στο ηλεκτρικό πιάνο, προβάλλει την επί το «ροκοειδέστερον» Hancock-ική καταιγίδα της εποχής, ενώ και οι thick πενιές του Larsen στην κιθάρα, ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις για έναν ήχο που δεν θα μπορούσε ν’ αποφύγει τη... σύγκριση μ’ εκείνον του Al Di Meola (κυρίως), αλλά και των John McLaughlin, Larry Coryell δευτερευόντως. Από πλευράς συνθέσεων όλες σχεδόν κινούνται στο ίδιο πάνω-κάτω μοτίβο· δύσκολα ξεχωρίζει κάποια. Πάλι, κι εδώ, τα δύο bonus tracks από ένα live του ’77 στην Essen (σε παραγωγή του κατα-kraut Conny Plank) είναι προτιμότερα. Κατ’ αρχάς γιατί στο πρώτο δεν υπάρχει καθόλου φωνή (στο δεύτερο η Lillegaard τραγουδάει μερικά μέτρα), ενώ και το παίξιμο είναι πιο ελεύθερο, με τα keyboards να κάνουν πολύ καλή δουλειά. Το “Second corner” φερ’ ειπείν είναι εξαιρετικό κομμάτι. Οι Host είναι ένα τρίτο νορβηγικό σχήμα, το οποίο, εν αντιθέσει με τους Aunt Mary και κυρίως τους Ruphus, δεν έκανε καριέρα εκτός Νορβηγίας. Ένας λόγος, σίγουρα, ήταν η γλώσσα, αφού τραγουδούσαν στη νορβηγική. Άλλος, ότι ηχογραφούσαν σε μία υπο-ετικέτα της Phonogram, την On, προορισμένη για εσωτερική κατανάλωση. Όπως και νά’χει η κατάσταση το “Pa Sterke Vinger” [On, 1974- Pan, 1994] είναι ένα άψογο hard prog άλμπουμ (το πρώτο από τα τρία που ηχογράφησαν), το οποίο, στιγμές-στιγμές, μοιάζει μπροστά από την εποχή του. Για παράδειγμα, κομμάτια όπως το “Satan skorpe” ή το “Samhold” θυμίζουν συγκροτήματα του new wave of british heavy metal, των τελών της δεκαετίας δηλαδή (τους Iron Maiden ίσως), με το rhythm section (Bernt Bodahl μπάσο, Knut R. Lie ντραμς) να κάνει όλη τη δουλειά, τους δύο κιθαρίστες (Lasse Nilsen, Svein Ronning) να παίζουν soli σε XL ταχύτητες και με τον τραγουδιστή (Geir Morgan Jahren) να είναι όσο χρειάζεται στριγγλο-τενόρος. Μάλιστα, μπήκα σε κάτι χεβυμεταλλάδικα blogs και διαπίστωσα, μετά χαράς, ότι οι Host δεν είναι «αμελητέα ποσότητα» και πως εκτιμώνται από τους fans, ως πρωτομάστορες του... βαρέως μετάλλου. Θαύμα.
Το πόσο σημαντική υπήρξε η παραμονή του αμερικανού συνθέτη και ενορχηστρωτή George Russell (1923-2009) στη Νορβηγία και τη Σουηδία στο δεύτερο μισό των sixties, μαρτυράται από το γεγονός της πυροδότησης – μέσω του έργου του – και από ’κει και πέρα της απελευθέρωσης της τοπικής σκηνής (ιδίως στη Νορβηγία) από το παραδοσιακό της πλαίσιο, με την ταυτόχρονη τοποθέτησή της στη σύγχρονη jazz πραγματικότητα. Δεν είναι μόνον οι ηχογραφήσεις του – στην πρώτη αποτύπωση τής “Electronic Sonata for Souls Loved by Nature” που έγινε το φθινόπωρο του ’66 στο Konserthuset της Στοκχόλμης (2LP στη Sonet το ’71), ακούμε, ανάμεσα σε άλλους, τους Jon Christensen, Arild Andersen, Terje Rypdal και Jan Garbarek... – δεν είναι μόνον οι παραγωγές του, όπως π.χ. το “Esoteric Circle” του Garbarek [Freedom] γραμμένο στο Όσλο το 1969, είναι και οι φιλικές του σχέσεις, οι διδασκαλίες, οι συμβουλές του, το πνεύμα του, αν θέλετε, πίσω από κάθε άλμπουμ «νορβηγικής» jazz, που κυκλοφόρησε στη χώρα εκείνη την ιστορική εποχή.
Στο διπλό LP της Sonet “The Essence of George Russell” που προανέφερα, ο αμερικανός συνθέτης ευχαριστεί έναν μαθητή του ονόματι Andresen – μέλος, λίγους μήνες αργότερα, του Finnerud Trio –, για την τεχνική του συμβολή στην ολοκλήρωση της πρώτης εκείνης tape. Και βεβαίως τα δύο ονόματα δεν αφορούν σε «κάποιους» και «κάτι», αλλά στον μπασίστα Bjornar Andresen (1945-2004) και στο Svein Finnerud Trio. Αυτό το σχήμα, που το αποτελούσαν οι Svein Finnerud πιάνο, Bjornar Andresen μπάσο και Espen Rud ντραμς, έγραψε ιστορία με την παρουσία και τις εγγραφές του στην νορβηγική σκηνή, κάνοντας πράξη τα διδάγματα του Russell, όχι μόνον όσον αφορά στη χρήση του λύδιου τρόπου στην τονική οργάνωση, αλλά και στην επικοινωνία ασύμβατων ρευμάτων (σειραϊσμός, μουσική concrete, spiritual jazz, ηλεκτρικές παρηχήσεις), ως απαραίτητα συστατικά στοιχεία της πρωτοπορείας του καιρού του. Το 1970, η rhythm section του Finnerud Trio, θα ενωθεί με τον κιθαρίστα (και σοπρανίστα) Terje Rypdal, ηχογραφώντας στο Όσλο τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς ένα μοναδικό άλμπουμ, που άκουγε στο όνομα “Min Bul”. Ίδιο με τ’ όνομα του trio... Περιττό να πω πως το “Min Bul” [Polydor, 1970-Panorama, 2008] – «ανύπαρκτο» μέχρι την πρόσφατη επανέκδοσή του – είναι ένα συναρπαστικό progressive jazz έργο, ενδεικτικό των βιωμάτων ψαγμένων μουσικών με γούστο και παιδεία. Το εισαγωγικό “I cried a million tears last night” («σύνθεση» και των τριών) έχει την τυπική free-improv εξέλιξη, με ωραία δουλειά από τον Rud στα ντραμς, και με «εκπλήξεις» από τον Rypdal στην κιθάρα και το σοπράνο. Το “Invocation”, που ακολουθεί, ξεκινά με τα, κάπως σαν frame, κρουστά του Rud, τοποθετημένα σ’ ένα afro πλαίσιο, για να μπουν σχεδόν ταυτοχρόνως το μπάσο και η κιθάρα, αυτοσχεδιάζοντας σε γρήγορες ταχύτητες. Το 11λεπτο “Champagne of course” του Andresen, που κλείνει την πρώτη πλεύρα, είναι highlight. Πάνω σ’ έναν σταθερό ρυθμό, δομημένον από λίγες νότες, που προβάλλεται ογκολιθικώς από το μπάσο και συνοδευτικώς από τα πιατίνια, αρχίζει να ξεδιπλώνεται η «παγερή» ψυχεδελικότητα των Min Bul, με τον Rypdal να βομβαρδίζει στο σοπράνο και την κιθάρα. Κομμάτι ανθολογίας. Το “Ved sorevatn”, που χαιρετίζει τη δεύτερη πλευρά, είναι εκείνο που θα ονομάζαμε... early ECM sound, ενώ το “Notteliten” (από μια «παιδική» μελωδία του νορβηγού πιανίστα, συνθέτη και ενορχηστρωτή Johan Oian), δίδει τη δυνατότητα στο γκρουπ να εφαρμόσει πολυ-ρυθμικές πρακτικές, κινούμενο προς μια fusion κατεύθυνση. Η έσχατη «Παράξενη ομορφιά», σύνθεση του Rypdal, είναι εκείνο το είδος της nordic psych, που θα βρει την ολοκλήρωσή του 5 χρόνια αργότερα, κατά την once in a lifetime... απαγγελία της «Οδύσσειας».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου