Παρασκευή 19 Αυγούστου 2022

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪΤΗΣ 10 συνεντεύξεις με 10 ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου – μια ματιά στο πιο νέο βιβλίο του γνωστού δημοσιογράφου και σκηνοθέτη

Είναι γνωστή, σε πολύ κόσμο, η ενασχόληση του δημοσιογράφου και σκηνοθέτη Αντώνη Μποσκοΐτη με τις συνεντεύξεις.
Θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους συνεντευξιαστές, στην Ελλάδα, αυτή τη στιγμή, καθώς οι συνεντεύξεις που κάνει διαβάζονται, μοιράζονται, απασχολούν άλλα μίντια και γενικώς γίνεται ένας «θόρυβος» γύρω από αυτές. Έτσι, λογικό φαίνεται ορισμένες από τις πάμπολλες συνεντεύξεις, που έχει πάρει, να τις βλέπουμε τώρα και σε βιβλία.
Το «Οι 10» [εκδόσεις άπαρσις, 9/2021] είναι το δεύτερο βιβλίο του Α. Μποσκοΐτη με συνεντεύξεις, καθώς έχει προηγηθεί το «18 Συνεντεύξεις – Σαν μονόπρακτα» [Μετρονόμος, 2019], αλλά το πρώτο, που φθάνει στα δικά μας χέρια. Γι’ αυτό το βιβλίο θα γράψουμε τώρα...
Ο Αντώνης Μποσκοΐτης είναι ένας λαϊκός άνθρωπος. Οι καταβολές του δηλαδή είναι λαϊκές. Μπορεί μεγαλώνοντας να γνώρισε κι άλλα πράγματα, έξω από την γειτονιά του, να σπούδασε, να ταξίδεψε, αλλά δεν παύει εκείνο που λέμε λαϊκότητα, ή λαϊκή κουλτούρα, να τον κεντρίζει και να τον θέλγει.
Κινούμενος σ’ αυτό το πλαίσιο νοιώθει μιαν ιδιαίτερη έλξη και για τον λαϊκό κινηματογράφο του ’60 – λαϊκό υπό την έννοια ότι τον έβλεπε όλος ο κόσμος, ασχέτως αν ο ίδιος ο κινηματογράφος (του Γιάννη Δαλιανίδη φερ’ ειπείν) ήταν επί της ουσίας μικροαστικός.
Γενικά, μικροαστικός ήταν όλος ο κινηματογράφος του Φίνου, της Finos Films, και όσων επιχειρούσαν να κάνουν ταινίες σαν τις ταινίες της Finos Films, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως μέσα απ’ αυτόν τον κινηματογράφο δεν αγαπήθηκαν σφόδρα, απ’ όλα τα στρώματα, και βασικά από τον πολύ κόσμο, δηλαδή τον λαό, ηθοποιοί όπως ο Κώστας Βουτσάς, η Δέσποινα Στυλιανοπούλου, η Άννα Φόνσου, η Νόρα Βαλσάμη ή η Μαίρη Χρονοπούλου.
Λέμε λοιπόν για ένα είδος λαϊκών ηρώων, οι οποίοι μέσα στα χρόνια, μέσα στις δεκαετίες, ενδύθηκαν και άλλους ρόλους (βασικά χωρίς να ερωτηθούν).
Οι ηθοποιοί εκείνης της γενιάς, για τους οποίους προέκυψε κάπως ανέλπιστα μάλλον αυτή η ιδιόμορφη «αιωνιότητα», μέσα από τις συνεχείς προβολές και επαναπροβολές των ταινιών τους, στην τηλεόραση πια, συμπαρασύρουν ως πρόσωπα, που ζουν ανάμεσά μας, και μιαν «άλλη Ελλάδα». Ούτε καλύτερη, ούτε χειρότερη. Απλώς μιαν «άλλη».
Μετατρέπονται, έτσι, κάπως σαν μοχλοί νοσταλγίας, μέσω της συνεχούς έκθεσής τους στα τηλεοπτικά προγράμματα, ενώ οι ίδιοι πλέον δεν είναι οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι τους, δεν είναι καν η αύρα εκείνων των ρόλων τους, καθώς όλα έχουν ξεθωριάσει στο πέρασμα του χρόνου, με τους ίδιους σε μεγάλες ηλικίες πια ή έστω ώριμες, από 70 ετών και άνω, για να βάλουμε κι ένα όριο, να παραμένουν εν κινήσει, άλλοι σε πιο μπροστινές σειρές και άλλοι σε πιο πίσω, ενθυμούμενοι το χθες και κάνοντας σχέδια –γιατί όχι;– για το αύριο.
Συνεντεύξεις λοιπόν του Αντώνη Μποσκοΐτη, με τους Μαίρη Χρονοπούλου, Ξένια Καλογεροπούλου, Γιώργο Κωνσταντίνου, Χλόη Λιάσκου, Νόρα Βαλσάμη, Μέλπω Ζαρόκωστα, Μαρία Κωνσταντάρου, Άννα Φόνσου, Δέσποινα Στυλιανοπούλου, όπως και με τον αείμνηστο Κώστα Βουτσά, που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα σάιτ και έντυπα (Docville / Documento, LiFO,gr, koutipandoras.gr) συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο «Οι 10» – συζητήσεις, με άλλα λόγια, με ανθρώπους που μεγάλωσαν σε σκληρές εποχές (Κατοχή, Εμφύλιος, μετεμφυλιακή περίοδος), έχοντας πολλοί απ’ αυτούς δύσκολα παιδικά χρόνια (κάποιοι μεγάλωσαν χωρίς τους πραγματικούς γονείς τους ή με κυνηγημένους, λόγω φρονημάτων, γονείς, άλλοι με οικογενειακά ή οικονομικά προβλήματα, κάποιοι με γονέα που δεν ήθελε ν’ ακούσει καν για θέατρο κ.λπ.).
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/vivlio/antonis-mposkoitis-10-synenteyxeis-me-10-ithopoioys-toy-ellinikoy-kinimatografoy

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2022

η MONICA VITTI ως κατάσκοπος Modesty Blaise στην ομώνυμη ταινία του Joseph Losey, από το 1966

Μπορεί η μεγάλη ιταλίδα ηθοποιός Monica Vitti (1931-2022) να έγραψε ιστορία με την περίφημη «τριλογία της αλλοτρίωσης», δηλαδή τις ταινίες του Michelangelo Antonioni “L'avventura” (H Περιπέτεια) (1960), “La Notte” (Η Νύχτα) (1961) και “L'eclisse” (Η Έκλειψη) (1962), όμως είχε πρωταγωνιστήσει και σε άλλα φιλμ, πιο «ελαφρά», έως και κωμωδίες.
Μάλιστα η ίδια σε συνέντευξή της είχε προσδιορίσει όψεις του χαρακτήρα της και από ’κει και πέρα το τι της άρεσε αληθινά να παίζει στον κινηματογράφο. Μιλώντας, λοιπόν, με αφορμή τις ταινίες του Antonioni, είχε πει [«Επίκαιρα», τεύχος #225, 24-30 Νοεμβρίου 1972]:
«Με δυσαρεστεί το γεγονός ότι πρέπει να ερμηνεύω πάντα τραγικούς ρόλους. Θα ήθελα τόσο να κάνω τους ανθρώπους να γελούν! Θα πρέπει να καταλάβουν ότι είμαι φτιαγμένη ακριβώς γι’ αυτό».
Η Monica Vitti έπαιζε και σε «διασκεδαστικές» ταινίες λοιπόν –για να μην πούμε κυρίως σε τέτοιες– ήδη από τα μέσα του ’60 και μία από αυτές ήταν και η κατασκοπική περιπέτεια “Modesty Blaise” (1966), ένα παράξενο φιλμ του σημαντικού αμερικανού σκηνοθέτη Joseph Losey.
Είναι σίγουρο πως ο Losey δεν θα σκηνοθετούσε κάτι προφανές και επίπεδο και πως θα περνούσε τα δικά του χαρακτηριστικά, ακόμη και σε μια κωμωδία της εποχής του Swinging London – παρότι η Monica Vitti μοιάζει κάπως έξω από τα νερά της… ίσως γιατί «μιλάει» αγγλικά ή ίσως πάλι γιατί την είχε από πολύ κοντά ο Michelangelo Antonioni και την καθοδηγούσε κρυφά από τον Joseph Losey! Εν ολίγοις...
Μια κατάσκοπος, η Modesty Blaise, που δουλεύει για την βρετανική κυβέρνηση, καλείται να προστατεύσει μια αποστολή με διαμάντια, που προορίζονται για ένα σεΐχη, αλλά μια συμμορία με αρχηγό τον Gabriel (υποδύεται ο Dirk Bogarde) έχει βάλει στο μάτι την αποστολή και... κάπου η μπάλα χάνεται.
Πιο πολύ η ταινία αξίζει για τα χρώματά της, τα ντεκόρ της, ίσως για την lounge μουσική της από τον καλό βρετανό τζάζμαν John Dankworth και φυσικά για την χάρμα ιδέσθαι Monica Vitti, που χειρίζεται τα διάφορα πρακτορικά γκάτζετ σαν τους άντρες συναδέλφους της, παίζοντας με την αυτοπεποίθηση της γυναίκας που ξέρει να ορίζει τον εαυτό της, παίρνοντας εκείνο που θέλει με τη θέληση και την εξυπνάδα της.
Μπορεί να την έχουμε συνηθίσει σε άλλους ρόλους την Monica Vitti και να μας φαίνεται «κάπως», σ’ αυτήν την κόμικ-καρικατούρα, αλλά ok…
Να πούμε, επίσης, πως η Monica Vitti ήταν πολύ δημοφιλής στην Ελλάδα στα χρόνια του ’60 και αξίζει εδώ να μεταφέρουμε ένα ωραίο περιστατικό, που είχε διηγηθεί ο Διονύσης Σαββόπουλος στο περιοδικό LiFO (τον Δεκέμβριο του 2009), ενθυμούμενος τον πρώτο καιρό του στην Αθήνα, στις αρχές του ’63, όταν οι φοιτητικές αναταραχές ήταν, τότε, στην ημερησία διάταξη:
«(...) Μάλιστα, την ημέρα της μεγάλης διαδήλωσης του Χημείου την άνοιξη του ’63, που είχε απαγορευτεί από την Αστυνομία, κατά σύμπτωση είχε βγει η καινούργια “Πανσπουδαστική”, η οποία είχε αφιέρωμα στον Αντονιόνι, η “Περιπέτεια” ήταν τότε νομίζω. Στο εξώφυλλο ήταν η Μόνικα Βίτι. Οπότε έβλεπες εκατοντάδες διαδηλωτές να επιτίθενται στην Αστυνομία ανεμίζοντας τη Μόνικα Βίτι. Σουρεαλιστικό»
.
Και όντως, με το τεύχος της Πανσπουδαστικής (το υπ’ αριθμόν #42) να κυκλοφορεί από τον Δεκέμβριο του 1962.
Η ταινία “Modesty Blaise” είχε παιχθεί στην Ελλάδα, εκείνη την εποχή;
Φυσικά. Συνέβη το καλοκαίρι του 1966, κάνοντας μάλιστα εντύπωση – κυρίως λόγω της ακαταμάχητης εικόνας της Modesty Blaise. Και κάπως έτσι «τσιμπάει» και η Επιθεώρηση της εποχής, με τους συγγραφείς Βασιλειάδη-Κατσάμπη-Μιχαηλίδη-Στολίγκα να ενσωματώνουν ανάλογο σκετς στο έργο «Η Πεπονόφλουδα». Ελληνίδα Modesty Blaise; Η Μάρθα Καραγιάννη!
Μια μελαχρινή; Φυσικά, καθότι και η ορίτζιναλ Modesty Blaise, στο πρωτότυπο κόμικ των Peter O'Donnell και Jim Holdaway (που ήταν η αρχή των πάντων), ήταν επίσης μελαχρινή. 
Ας προσθέσουμε, επίσης, πως το κόμικ του
Peter O'Donnell κάποια στιγμή θα περάσει και στα βιβλία, μ’ ένα απ’ αυτά, το «Σαλαμάντρα 4», να τυπώνεται το 1971 και στην Ελλάδα, με το κόμικ αυτό καθ’ αυτό να δημοσιεύεται στις «Εικόνες», το 1966, στη συνέχεια, στα χρόνια του ’80, στην εφημερίδα «Απογευματινή» και πιο μετά στο κοριτσίστικο περιοδικό «Κατερίνα».
Αξίζει να σημειώσουμε, τέλος, πως η
Monica Vitti δεν έκανε αυτό που θα λέγαμε «τεράστια διεθνή καριέρα», επειδή όπως είχε πει και η ίδια, δεν της άρεσε να ταξιδεύει με το αεροπλάνο, καθότι δεν έβλεπε το λόγο «γιατί θα πρέπει κανείς να βιάζεται, μ’ αυτό τον τρόπο, να πετά πάνω από ηπείρους και χώρες, χωρίς να βλέπει και να γνωρίζει τίποτα» και πως της άρεσε πολύ να ζει στην εξοχή, και ειδικότερα στο Βένετο, τονίζοντας:
«Θα μου άρεσε να βγαίνω το πρωί και να συναντώ γνωστά πρόσωπα, να χαιρετώ χαμογελαστούς ανθρώπους, τον μανάβη ή την γριούλα της γειτονιάς. Γεννήθηκα στην Ρώμη, αλλά δεν μου αρέσει να ζω στην Ρώμη. Αν θέλω να κάνω έντονη ζωή, προτιμώ το Παρίσι. Αλλά αν θέλω να ζήσω, όπως μου αρέσει, προτιμώ μια γωνιά της ιταλικής επαρχίας. Είναι θαυμάσιο να έχεις πολύ κόσμο γύρω σου, να τρως με φίλους σε κάποια λαϊκή ταβέρνα, ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους. Είμαι από αυτούς, που έχουν πάντα ανάγκη από φίλους κοντά τους, για να αισθάνονται ευτυχισμένοι, για να επαναλαμβάνουν πάντα τα ίδια πράγματα. Γιατί δεν μπορώ να ζήσω, χωρίς συνήθειες».

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό YELLOW BOX (τεύχος #13, Απρίλιος-Μάιος 2022)

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

MIGUEL ZENÓN οι άλλες μουσικές της Αμερικής

Αν δει κανείς όλα τα άλμπουμ του πορτορικανού άλτο σαξοφωνίστα Miguel Zenón, για τα οποία έχουμε γράψει στο blog, δηλαδή τα “Sonero: The Music of Ismael Rivera” [miel MUSIC, 2019], “Yo Soy La Tradición” [miel MUSIC, 2018], “Típico” [miel MUSIC, 2017] και Identities are Changeable” [miel MUSIC, 2014], θα διαπιστώσει πως όλα έχουν ένα concept (μπορείτε να «χτυπήσετε» τα σχετικά στο “search” του δισκορυχείου και να δείτε και τα concepts και τις δισκοκριτικές γενικότερα).
Ο Zenón δεν είναι τυχαίος μουσικός. Ως leader έχει ηχογραφήσει περισσότερα από δέκα άλμπουμ, ενώ πολύ περισσότερες είναι οι παρουσίες του σε δίσκους τρίτων (λατινο-τζαζιστών και άλλων). Μέχρι με τον Charlie Haden και τον Ray Barreto έχει παίξει, ενώ έχει υπάρξει και μέλος της περιώνυμης SF JAZZ Collective.
Τα λέμε όλα αυτά για να καταστήσουμε σαφές πως ο Zenón είναι μια ιδιαίτερη μουσική προσωπικότητα, με έργο σοβαρό, μα και απολαυστικό συνάμα στον απόλυτο βαθμό.
Στο πιο νέο άλμπουμ του, το Música de las Américas [miel MUSIC, 2022], ο Miguel Zenón –επιχειρώντας να παρακάμψει έναν σκόπελο, που θέλει την λέξη «Αμερική» να ταυτίζεται με τις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι με ολάκερη την ήπειρο, από «την Αλάσκα έως την Παταγονία», όπως χαρακτηριστικώς λέει– αποφασίζει να εκθέσει όψεις του αμερικάνικου μουσικού πολιτισμού, μέσα από οκτώ συνθέσεις του, που, σχεδόν πάντα ή σκέτο πάντα, έχουν προγραμματικούς τίτλους.
Το άλμπουμ ξεκινά με την “Taínos y Caribes”. Οι Taínos ήταν αυτόχθονος και κατά βάση ειρηνικός λαός, που ζούσε σε Τζαμάικα, Κούβα, Ισπανιόλα, Μπαχάμες, Πουέρτο-Ρίκο και βόρειες Μικρές Αντίλλες, ενώ οι Caribes, που ήταν μαχητές, ζούσαν στα ΒΑ παράλια της Νότιας Αμερικής και στα Τρινιντάντ & Τομπάγκο, Μπαραμπάντος και Ντομινίκα. Η σύνθεση είναι έντονη, δυναμική, με γρήγορο piano-playing από τον Luis Perdomo και εξ ίσου εκρηκτικό σόλο στο άλτο από τον Miguel Zenón, με το ρυθμικό τμήμα, δηλαδή τους Hans Glawischnig μπάσο και Henry Cole ντραμς, να διαμορφώνουν το ανάλογο υπόβαθρο.
Μία άλλη σύνθεση έχει τίτλο “Bámbula” και αναφέρεται στο χορό, όπως και στο κρουστό όργανο με τον ίδιο όνομα. Πιστεύεται πως πρόκειται για έναν ρυθμό που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Αϊτή, πριν διασπαρεί στην πορεία σε όλη την ήπειρο. Βασικά λέμε για μία δομή 3-3-2, που εμφανίζεται στην bomba του Πουέρτο Ρίκο, στην κουβανική tumba francesa, στην garifuna της Κεντρικής Αμερικής, μέχρι και στο σύγχρονο reggaeton. Στην Bámbula”, ένα εξοντωτικό track, barril de bomba παίζει ένας master του οργάνου, ο Víctor Emmanuelli.
Μα και πίσω απ’ όλα τα υπόλοιπα tracks, δηλαδή τα “Navegando (Las estrellas nos guían)”, “Opresión y revolución”, “Imperios”, “Venas abiertas”, “América, el continente” και “Antillano”, κρύβονται ανάλογες ιστορίες, συγκροτώντας έτσι, όλα αυτά μαζί, ένα «θέμα», που κυλάει ταυτοχρόνως με τούτες τις θαυμάσιες συνθέσεις.
Συνθέσεις του Miguel Zenón, που τιμούν και την σύγχρονη jazz και latin-jazz, μα και τις ιστορικές ρίζες τους, μέσα στα χρόνια, στις δεκαετίες και τους αιώνες.
Επαφή: www.miguelzenon.com

Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 458

16/8/2022
Που θα μας πούνε ότι δεν υπήρχαν 'Ελληνες μίμοι του Έλβις...
https://www.youtube.com/watch?v=2Gn5_P_rRtM

16/8/2022
>>Η Ελλάδα είναι η μόνη δυτική χώρα χωρίς ένα φαν κλαμπ του Έλβις. Επίσης, δεν είδαμε ποτέ ούτε έναν σωσία/μιμητή του, έναν Elvis impersonator, όπως καθιερώθηκε να λέγονται οι άνω των 5.000 επισήμως πιστοποιημένοι σωσίες του παγκοσμίως. Δεν υπάρχουν καν ακροατές/φαν του Έλβις – οι μόνοι θαυμαστές που μπορώ να ανακαλέσω είναι όσοι θυμούνται και θαυμάζουν τον Έλβις από τις ταινίες των φίφτις και των σίξτις και όχι από τα τραγούδια του, εξ ου και τον έχουν πλάι στον Τζέιμς Ντιν, ως «κούκλο», παρά πλάι στους Beatles, ως σπουδαίο ρόκερ, λεπτομέρεια που συνιστά αναπάντεχο χτύπημα προς κάποιον που καθολικώς και οικουμενικώς αναγνωρίζεται ως ο βασιλιάς του ροκ-εν-ρολ!<<
Δεν τα λέει καλά ο Θοδωρής Μανίκας στην Καθημερινή.
Στην Ελλάδα υπήρξε τεράστια τρέλα με τον Elvis, που μάλλον είναι ο τραγουδιστής με τα περισσότερα εξώφυλλα από κάθε άλλον. Πιο πολλά και από Beatles, για να μην πω και από Madonna. Αν και η σύγκριση με Madonna δεν είναι δόκιμη, γιατί όταν ήρθε η Madonna στην Ελλάδα, η περιοδικίλα είχε χτυπήσει κόκκινο, και τα εξώφυλλα που είχε κάνει τότε η Madonna ήταν πάρα πολλά.
Επίσης να πω πως στην Ελλάδα υπήρχε καλλιτέχνης που κόπιαρε τον Elvis στα σίξτις, ο Άντριους (και είναι ενδιαφέρουσα η ιστορία του λέω του Μανίκα), και πως στην Ελλάδα κυκλοφορούσε για κάποια χρόνια και μηνιαίο περιοδικό «ΕΛΒΙΣ» (late 70s), που δεν θυμάμαι να έχει κυκλοφορήσει, ποτέ, μηνιαίο περιοδικό, για κανέναν άλλον καλλιτέχνη (με νέα, παλιά νέα, φωτογραφίες, κείμενα κ.λπ.).
Επίσης από το κλασικό Mystery Train του Greil Marcus είχε μεταφραστεί μόνο το κεφάλαιο για τον Elvis, σε ξεχωριστό βιβλίο, στην Ελλάδα, ενώ υπάρχει και ελληνικό fan club, με σελίδα στο fb, και με περισσότερα από 20.500 μέλη.

15/8/2022
Τέτοια μέρα διαβάζεις συνήθως από δω κι από κει κείμενα για το φεστιβάλ του Woodstock (15-18 Αυγούστου 1969). Βασικά διαβάζεις τα ίδια και τα ίδια – τα οποία ζεσταίνονται ξανά-μανά από την αρχή και πλασάρονται για να καλύψουν την ζήτηση για κείμενα το δεκαπενταύγουστο. Κάπως έτσι παρατήρησα και μια «κίνηση» στο blog, σε μιαν ανάρτηση που είχα κάνει παλιότερα για την ταινία “Woodstock”, για το θέμα της προβολής της στην Ελλάδα.
Είναι σίγουρο πως όσοι έχουν την όρεξη και το κουράγιο να διαβάσουν ένα τόσο τεράστιο κείμενο, στο τέλος κάτι θα μάθουν... Θα φύγουν κερδισμένοι...
[Woodstock, λογοκρισία, διάρκεια, επεισόδια στο Παλλάς, Michael Wadleigh, Γεωργαλάς, τροτσκιστές, Σύγχρονος Κινηματογράφος και άλλα πολλά]
https://diskoryxeion.blogspot.com/2021/09/woodstock.html

15/8/2022
«Αχ Μαρία, αχ Μαρία, μόνος μου στην μπυραρία...»
https://www.youtube.com/watch?v=W8C1tZcPRDY

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2022

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 457

14/8/2022
THE TRUTH by QUICKSILVER MESSENGER SERVICE
https://www.youtube.com/watch?v=pIIz08KijWQ

12/8/2022
«Η πλατεία στάθηκε λίγο πιο δύσκολο να μεταφερθεί-πως να μεταφέρεις μια πλατεία; Τη λύση έδωσε το Μετρό. Η στρατηγική απόφαση της τοποθέτησης εισόδου στάσης Μετρό ακριβώς στην πλατεία, ελήφθη για να ισοπεδωθούν εκτός από τα δέντρα, ο ελεύθερος χώρος και η ιστορική χρήση και ο συμβολισμός της πλατείας. Να λιώσουν κάτω από την ανάπτυξη τα φαντάσματα του Ασιμου, της Γώγου και του Παύλου Σιδηρόπουλου, να εμβολίσει ο Μετροπόντικας το συμβολισμό της μπλε Πολυκατοικίας, του Λεωνίδα Κύρκου, της Σοφίας Βέμπο και του Φρέντυ Γερμανού, να τσιμεντώσει η Ανάπτυξη την Αντικουλτούρα».
[ΜέΡΑ 25]
Είπαμε είναι έγκλημα να διαλύονται πλατείες για να γίνονται μπούκες μετρό. Οι πλατείες και τα πάρκα στην Αθήνα –σε μια πόλη που δέησε να αποκτήσει μετρό στα γεράματά της, όταν είχαν ήδη χτιστεί τα πάντα– είναι ελάχιστα, και κάθε περαιτέρω συρρίκνωσή τους αποτελεί μια δόλια πράξη.
Αυτό είναι το γενικό. Και το μόνο που ισχύει. Όλα τα υπόλοιπα που λέει το ΜέΡΑ 25 είναι μπαρούφες.
Δηλαδή δεν κατάλαβα... σε πλατείες, στις οποίες δεν σύχναζαν ο Άσιμος και η Γώγου θα πρέπει όλα να τα διαλύσουμε; Δηλαδή είμαστε ok με το μικρο-περιβαλλοντικό έγκλημα που γίνεται στην Πλατεία Κολωνακίου;
Εν τω μεταξύ είναι τόσο στούρνοι, αυτοί στο ΜέΡΑ 25 που ανακατεύουνε την Βέμπο και τον Γερμανό με την αντικουλτούρα!!
Αν είναι δυνατόν, ποια την Βέμπο, που δεν είχε αφήσει μακρονήσι για μακρονήσι, που να μην το... αναμορφώσει πολιτιστικά.
Εν τω μεταξύ με την αντικουλτούρα (μάθανε και την αντικουλτούρα!) δεν έχουν ουδεμία σχέση όλοι αυτοί, ούτε ο Άσιμος, ούτε η Γώγου, ούτε ο άλλος ο Σιδηρό. Ούτε ο Κύρκος (αν είναι δυνατόν!), ούτε κανένας τους. Άγρια... ΜΕΣάΝΥΧΤΑ 25...

12/8/2022
Το είχα γράψει και λίγο με νεύρα, και λίγο με χιούμορ, και λίγο για πρόκληση, και λίγο με νοσταλγία, και λίγο για κόντρα ή και για σπάσιμο... Δεν ξέρω τελικά τι υπερίσχυσε... Πάντως γράφονται και αλήθειες εδώ...
Προσέξτε να είστε καλά παιδιά εσείς που θα δείτε το φεγγάρι σε κάποιο θερινό σινεμά...
https://www.lifo.gr/stiles/yparhei-telika-mageia-sta-therina-sinema-kai-poso-ayti-exartatai-apo-toys-diplanoys-mas-apo

12/8/2022
>>«Ας υποθέσουμε ότι ένας βουλευτής έχει θρησκευτικό προσανατολισμό εντελώς διαφορετικό από τους ορθόδοξους. Ας πούμε ένας μουσουλμάνος βουλευτής της Βορείου Ελλάδος, δεν λέμε ότι υπάρχει καμία αιχμή, προς Θεού. Αν υποθέσουμε ότι δίνει κάποια πληροφορία στην γείτονα χώρα, από πού θα μπουν οι μετανάστες κλπ. Γιατί δεν πρέπει να ελεγχθεί; Εδώ προέχει η Εθνική Ασφάλεια» δήλωσε ανερυθρίαστα ο κ. Αθανασίου.<<
Κατά τον κ. Αθανασίου... πας μη ορθόδοξος... υποψήφιος προδότης. Τώρα το ότι οι δοσίλογοι, στην Κατοχή, ήταν ορθόδοξοι είναι άλλο θέμα...
Όσον αφορά εκείνο το >>από πού θα μπουν οι μετανάστες<< θα το χειροκροτούσε κι ο Κασιδιάρης. Δηλαδή όλα θα τα χειροκροτούσε...
Αρεοπαγίτης, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, βουλευτής της ΝΔ, και αντιπρόεδρος της Βουλής. Ταγός του Έθνους... του ’50.

11/8/2022
Κι επειδή λέγαμε για τους παραγωγούς στην Ελλάδα χθες.
Έχουν υπάρξει κάποιοι, στο μέτρο του δυνατού. Δεν ήταν πάντα τελείως μαύρα τα πράγματα. Γιώργος Πετσίλας ο ένας...
Αυτό το disco-oriental αριστούργημα του Περικλή Περάκη. «Κατηγορώ» (Βασίλης Βασιλειάδης - Λούλα Παπαγιαννοπούλου)
https://www.youtube.com/watch?v=fGB1ah67eWw&t=223s

11/8/2022
Πρέπει να μπει βαθιά το μαχαίρι και να φτάσει στο κόκαλο... (γέλιο)

11/8/2022
Ποστάροντας προχθές το “King’s lead hat” του Brian Eno, από το “Before and After Science” του 1977, πήγα κι είδα τους μουσικούς που παίζουνε στο κομμάτι. Θυμόμουνα από παλιά μόνον τον Robert Fripp –με είχε εντυπωσιάσει τότε, στα έιτις, όταν είχα πρωτακούσει το κομμάτι, ο ήχος της κιθάρας του και θυμόμουν το όνομά του–, αλλά ούτε καν πήγαινε το μυαλό μου ότι στο ίδιο κομμάτι μπάσο θα έπαιζε ο Paul Rudolph από Deviants, Twink, Pink Fairies, Hawkwind κ.λπ., ντραμς θα έπαιζε ο Andy Fraser από τους Free και τους Sharks και ρυθμική κιθάρα ο Phil Manzanera (εντάξει, αυτό ήταν κάπως αναμενόμενο).
Θυμήθηκα έτσι αυτά τα παλιά γκρουπ του βρετανικού ροκ, με τα οποία σήμερα δεν ασχολείται κανείς,. Κανείς δεν πρόκειται να γράψει κάτι για τους Deviants ή τους Pink Fairies, ούτε για τους Free. Εντάξει για τους Hawkwind κάτι ψιλογράφουνε, λόγω ηλεκτρονικών, space και τα ρέστα, όμως για τα υπόλοιπα... κιχ.
Αυτά τα βρετανικά γκρουπ είναι τελείως απαξιωμένα πλέον, από τους σημερινούς μουσικογραφιάδες. Δηλαδή και παλιότερα 2-3 άνθρωποι γράφανε στην Ελλάδα... και αν.
Είναι τόσο απαξιωμένα δηλαδή, ώστε κάθε φορά που μου έρχεται κάτι να γράψω να το αναβάλλω, επειδή σκέφτομαι πως κανείς πια δεν ενδιαφέρεται για british underground, british progressive rock και τα σχετικά. Ούτε κομμάτια δεν ποστάρω τελικά, γιατί μου φαίνεται ότι δεν αφορούν κανέναν πια.
Υπάρχει μία τάση να γράφονται απίστευτες υπερβολές για τα καινούρια πράγματα, που εντάξει, ως καινούρια, οφείλεις να τα προβάλλεις, αλλά με μέτρο και πάντα με την αίσθηση της ιστορικής πορείας, στα μουσικά ζητήματα και όχι μόνο, ενώ για το χθες υπάρχει απίστευτη σιγή. Και λέω για ουσιαστικά κείμενα τώρα, δεν λέω για κείμενα των 500 λέξεων.
Κρίμα, πολύ κρίμα, να μην υπάρχουν νέα παιδιά, νεότερα τέλος πάντων, που να έχουν βαριά γνώμη, γι’ αυτά τα θέματα, στα μεγάλα μίντια. Ή και στα μεσαία έστω. Για τα έιτις κάτι ψιλογράφουν. Για τα σίξτις-σέβεντις... τάφος. Λυπηρό. Θα έπρεπε κάποιος να υπάρχει – έστω ένας. Μπας και ξεκουνούσε κι εμάς...
https://www.youtube.com/watch?v=8uG94492qhE

11/8/2022
Αναμνήσεις από το κέντρο του έρωτά μου. Χάρρυ Κλυνν «Μ’ αγαπώ»...
https://www.youtube.com/watch?v=YjEf4wePxrI

10/8/2022
Και σαν συνέχεια του προηγούμενου ποστ...
Στην Ελλάδα, παλιά, οι συνθέτες και οι μουσικοί ήταν παραγωγοί του εαυτού τους. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα δεν υπάρχουν παραγωγές – με την αληθινή έννοια. Μπαίνανε μέσα στα στούντιο και θες από εμπειρία, θες με τη βοήθεια των ηχοληπτών, έγραφαν αυτά που έγραφαν. Και πάλι καλά δηλαδή, γιατί οι ηχολήπτες ήταν τζιμάνια και ξέρανε τι έπρεπε να κάνουν στα διάφορα ζητήματα που προέκυπταν.
Ακούς όμως δίσκους διαφορετικών συνθετών και βλέπεις ότι δεν υπάρχει όραμα στον ήχο. Διάλεγαν τους ίδιους μουσικούς, που έπαιζαν με τον ίδιο τρόπο, με την ίδια εμπειρική καθοδήγηση, χωρίς να συλλαμβάνεται το τι σημαίνει ηχογράφηση ενός δίσκου, ενός long-play.
Τι να έκαναν και οι εταιρειάρχες; Άσχετοι όντας και οι ίδιοι με τον ήχο τα άφηναν όλα στους μουσικούς και τους τεχνικούς – κι είχαν κι έναν άνθρωπο δικό τους στο στούντιο, συνήθως, που τον βάφτιζαν παραγωγό, για να υπενθυμίζει στους μουσικούς πως δεν πρέπει να ξεπεράσουν τις ώρες κτλ.
Είναι σίγουρο πως τέτοιοι "παραγωγοί" μάλλον κατέστρεφαν κάτι που θα μπορούσε να συμβεί, έστω και τυχαία, παρά δρούσαν δημιουργικά. Δεν γούσταραν τις εκπλήξεις. Δεν επένδυαν στο διαφορετικό. Αυτό αποδεικνύεται, δηλαδή, από τους δίσκους που παρέδωσαν – στα 60s, στα 70s, στα 80s.
Κάποτε ο Τάσος Φαληρέας, που δεν ήταν μουσικός και που το έπαιζε παραγωγός στην Lyra, για να πουλήσει μούρη, εκδούλευση, στον Πατσιφά, όταν έγραφε ο Σαββόπουλος τον «Μπάλλο», πήγε και του είπε (ο Φαληρέας του Πατσιφά)... τρελάθηκε ο Σαββόπουλος, γράφει ένα κομμάτι 15 λεπτά (τα έχει πει ο ίδιος ο Φαληρέας αυτά). Τότε γυρίζει ο Πατσιφάς και του λέει... κοίτα τη δουλειά σου εσύ.
Δηλαδή, ποια ήταν η δουλειά του Φαληρέα; Να κοιτάει πόσο πούλησε ένας δίσκος, πού υπάρχει έλλειψη ή ζήτηση στην αγορά για να σταλούν αντίτυπα και τέτοια... Μ’ αυτά ασχολούνταν οι παραγωγοί.
Ο Πατσιφάς τουλάχιστον ήξερε μέχρι που έφταναν οι γνώσεις του, εμπιστευόταν κάποια πρόσωπα και απέφευγε τους κόλακες και τους καλοθελητές. Έτσι φαίνεται δηλαδή...

10/8/2022
Επειδή διαβάζω διάφορα...
Στην Ελλάδα είναι τελείως παρεξηγημένη η έννοια του παραγωγού, στην δισκογραφία.
Ο παραγωγός είναι πρώτον απ’ όλα μουσικός ο ίδιος. Δεύτερον έχει όραμα για τον ήχο. Σκέφτεται πάνω στον ήχο και, με τις τεχνικές γνώσεις που έχει επίσης, υλοποιεί το όραμά του.
Ο παραγωγός, δηλαδή, είναι οπωσδήποτε και τεχνικός. Με αισθητική, με όραμα κτλ. μην τα ξαναλέμε. Δεν είναι το δεξί χέρι του εταιρειάρχη στο στούντιο. Δεν είναι γραφειοκράτης. Δεν ψήνει καφέδες. Δεν κανονίζει τηλέφωνα και ραντεβού. Δεν κάνει δημόσιες σχέσεις. Που και αυτά μπορεί να έχουν κάποιο νόημα, αλλά δεν είναι δουλειά του παραγωγού.
Βασικά οι παραγωγοί «κοιμούνταν» μέσα στα στούντιο. Στο εξωτερικό αυτό. Γιατί εδώ κοιμούνταν γενικώς...

10/8/2022
Το να καταστρέφεις πλατείες της Αθήνας για να κάνεις μετρό το θεωρώ έγκλημα. Αν θέλουν να κάνουν μετρό στα Εξάρχεια ας γκρεμίσουν μερικές πολυκατοικίες, για να βρουν χώρο, όπως γκρέμισαν για να γίνει το μουσείο της Ακρόπολης. Και στο Κολωνάκι έγκλημα γίνεται. Και παντού.

10/8/2022
Κοιμόταν ο Μπογδάνος και πρόλαβαν και τον διέγραψαν οι Φαήλος-Τζήμερος. Άμα είχε ξυπνήσει νωρίτερα θα τους διέγραφε εκείνος.

Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

ΜΑΙΡΗ ΜΟΝΤ μια σπουδαία ερμηνεύτρια του ελαφρού τραγουδιού, που διέπρεψε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 – ήταν σύζυγος του μαέστρου και συνθέτη Αλέκου Σπάθη, ενώ είχε εμφανισθεί και στον κινηματογράφο

Υπάρχει μια προκατάληψη για το ελληνικό ελαφρό τραγούδι των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Για αρκετούς θεωρείται δευτερεύον, ενώ και οι δημιουργοί του, οι συνθέτες, οι στιχουργοί και οι τραγουδιστές του, δεν θεωρούνται εφάμιλλης αξίας με τα ανάλογα πρόσωπα του «κλασικού λαϊκού».
Επικρατεί η αντίληψη πως το ελαφρό τραγούδι δεν ήταν λαϊκό, πως δεν εξέφραζε τις χαρές, τις αγωνίες ή και τα δράματα του λαού (την φτώχεια, την ανέχεια, το κυνήγι των μισών Ελλήνων από τους άλλους μισούς, τα κοινωνικά προβλήματα, την μετανάστευση) και πως σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να βρίσκεται στο ίδιο πλατύσκαλο με το «κλασικό λαϊκό», αλλά κάπου πιο κάτω.
Αλήθειες υπάρχουν παντού. Όπως υπάρχουν και ελαφρά τραγούδια με κοινωνικό περιεχόμενο ή με στίχους του Γιάννη Ρίτσου. Και φυσικά υπάρχουν και λαϊκά φαιδρά και αδιάφορα, όπως υπάρχουν και μεγαλειώδη.
Εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η «επανάσταση» στο ελληνικό τραγούδι, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, δεν έγινε από τους λαϊκούς συνθέτες, αλλά από τους «έντεχνους», τους «δυτικούς», τους «ελαφρούς», γιατί τέτοιοι ήταν και ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις.
Αναγνώριζαν, βεβαίως, αμφότεροι, την αξία του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού, έχοντας επηρεαστεί σφόδρα και από τα δύο, αλλά προχώρησαν παραπέρα, μπολιάζοντας το λαϊκό τραγούδι, με «έντεχνα» στοιχεία, «ελαφρά» και άλλα, δημιουργώντας το νέο πλαίσιο.
Την ίδια γραμμή είχαν ακολουθήσει, φυσικά, και άλλοι «έντεχνοι» συνθέτες, σημαντικοί και σπουδαίοι, όπως ο Μίμης Πλέσσας εξόχως, ο Νίκος Μαμαγκάκης ή και ο Σταύρος Κουγιουμτζής, μα ακόμη και οι Γεράσιμος Λαβράνος και Κώστας Κλάββας, ενώ όλους αυτούς θα έρχονταν να συνοδεύσουν οι παλαιότεροι συνάδελφοί τους όπως οι Γιάννης Σπάρτακος, Κώστας Γιαννίδης, Τάκης Μωράκης, Αλέκος Σπάθης, Λυκούργος Μαρκέας, Κώστας Καπνίσης, Σπήλιος Μεντής κ.ά., για να μην αναφέρουμε ακόμη και τον Γιώργο Μουζάκη.
Δίπλα, δηλαδή, στους Βασίλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Γιώργο Μητσάκη, Απόστολο Καλδάρα, Μπάμπη Μπακάλη, Θόδωρο Δερβενιώτη και όλους τους υπόλοιπους βάρδους του «κλασικού λαϊκού» πορεύονταν και οι «ελαφροί», στο δικό τους μονοπάτι. Μάλιστα, ορισμένες φορές, αυτά τα μονοπάτια τέμνονταν.
Κομβικό σημείο για την τόνωση, για την ενδυνάμωση της αξίας του «ελαφρού» υπήρξαν τα τρία Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ., τις χρονιές 1959, 1960 και 1961, καθώς σε αυτά συμμετείχαν οι πάντες – όλοι οι προαναφερόμενοι του «ελαφρού» και βεβαίως οι Χατζιδάκις-Θεοδωράκης.
Σ’ εκείνο το φεστιβάλ, στην πρώτη διοργάνωση του 1959, όταν είχαν βραβευθεί τα τραγούδια των Μάνου Χατζιδάκι «Κάπου υπάρχει αγάπη μου» με την Νάνα Μούσχουρη (πρώτο βραβείο) και Μίμη Πλέσσα-Κώστα Πρετεντέρη «Ξέρω κάποιο αστέρι» με τους Νάνα Μούσχουρη-Τρίο Καντσόνε (δεύτερο βραβείο), είχε ακουστεί και το τραγούδι των Αλέκου Σπάθη-Γιώργου Οικονομίδη «Φύγε» με την Μαίρη Μοντ και το Τρίο Καντσόνε.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/mairi-mont-mia-spoydaia-ermineytria-toy-elafroy-tragoydioy-poy-dieprepse-stis

Σάββατο 13 Αυγούστου 2022

MÁRIO LAGINHA ο νέος δίσκος μιας σημαντικής προσωπικότητας της jazz, από την Πορτογαλία

Δεν έχουμε γράψει πολλές φορές στο blog για τον πιανίστα και συνθέτη Mário Laginha, μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της jazz στην Πορτογαλία. Με διαδρομή που αγγίζει τα 40 χρόνια, ο Laginha είναι επίσης γνωστός ως ο βασικός συνεργάτης τής Maria João (της σημαντικότερης τζαζ τραγουδίστριας της Πορτογαλίας) και πως αμφότεροι (Laginha και João) έχουν εμφανισθεί τουλάχιστον δύο φορές για live την Αθήνα (όπως έχουμε σημειώσει και παλαιότερα).
Στο πιο πρόσφατο Jangada (που σημαίνει «σχεδία») [Edition Records / AN Music, 2022], ο Mário Laginha, πάντα στο πιάνο, συνεργάζεται με τους Bernardo Moreira κοντραμπάσο και Alexandre Frazão ντραμς σε μια σειρά συνθέσεων, που διακρίνονται για τον λυρικό, όσο και υπαινικτικό «λόγο» τους.
Βασική επιρροή για τον Laginha, πέρα από την jazz, την ευρωπαϊκή jazz και κυρίως την jazz της νότιας Ευρώπης, θα λέγαμε πως αποτελεί η αφρικανική μουσική. Τέλος πάντων η αφρικανική ρυθμολογία – όσο ασαφές και γενικόλογο κι αν ακούγεται αυτό. 
Τούτο το διαπιστώνεις σε διάφορα tracks του “Jangada” και βασικά στο τεράστιο σε διάρκεια “The stone raft (A jangada de pedra): Lowlands, raft, crossroads, south”, που ξεπερνά τα 17 λεπτά και που αποτελεί το magnus track του CD. Τόσο από ρυθμικής πλευράς, όσο και από αρμονικής-μελωδικής το κομμάτι αυτό είναι τελείως... Αφρική, επιτυγχάνοντας να δημιουργήσει μία μοναδική ατμόσφαιρα, ικανή να σε παρασύρει σ’ ένα ταξίδι... με σχεδία.
Δεν ξέρω ποιο ακριβώς νόημα περικλείεται στον τίτλο του δίσκου, αλλά είναι ολοφάνερο πως το «ταξίδι» στο “The stone raft...”, χτίζεται κομμάτι-κομμάτι, όπως συνδέονται ένα-ένα τα ξύλα, πριν να γίνουν σχεδία, αφήνοντάς σε εκτεθειμένο σ’ ένα άγνωστο περιβάλλον.
Μόνο και μόνον απ’ αυτή την υποβλητική σύνθεση η αξία του “Jangada” ανεβαίνει κατά πολύ – πόσω μάλλον όταν υπάρχουν, εδώ, και άλλα πανάξια tracks, τα οποία φανερώνουν πως μετά από τέσσερις δεκαετίες η δημιουργική διάθεση δεν έχει εγκαταλείψει τον Laginha, που εξακολουθεί να παραμένει ένας συνθετικώς απρόβλεπτος μουσικός.
Ένα μεγαλοπρεπές άλμπουμ από τον Mário Laginha και τους συνεργάτες του, είναι το “Jangada”, και βεβαίως γοητευτικό στο έπακρο.

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2022

MPS Records: σημαντικοί jazz, funk, fusion και rock δίσκοι, από μια θρυλική εταιρεία που είχε την έδρα της στον γερμανικό Μέλανα Δρυμό

Η ιστορία της γερμανικής εταιρείας MPS Records είναι κατά βάση η ιστορία της πιο προχωρημένης jazz, με σφοδρά λαϊκά ερείσματα, που καταγράφηκε ποτέ στην Ευρώπη.
Πατέρας της MPS Records υπήρξε ο Hans Georg Brunner-Schwer. Γεννημένος το 1927 (πέθανε το 2004), ο Brunner-Schwer ήταν γιος του Hermann Schwer, ενός πιονιέρου του γερμανικού ραδιοφώνου και ιδρυτή της εταιρείας SABA, η οποία στην αρχή παρήγαγε μόνο ραδιόφωνα. Όντας μουσικός ο ίδιος (ο Hans Georg), καθώς έπαιζε πιάνο και ακορντεόν, θα μπλέξει από νωρίς με τις παραγωγές, εκεί προς τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ηχογραφώντας στην πορεία διάσημους αργότερα γερμανούς και αυστριακούς σολίστες (Horst Jankowski, Albert Mangelsdorff, Hans Koller κ.ά.), που τότε πραγματοποιούσαν τα πρώτα βήματά τους.
Το 1958 η δισκογραφική SABA είναι πλέον γεγονός, με το label να διατηρείται κάτω από γερμανικά συμφέροντα μέχρι και το 1968, όταν ο Brunner-Schwer πουλά ολόκληρη την εταιρεία στην αμερικανική GTE (General Telephone & Electronics).
Οι νέοι ιδιοκτήτες, όμως, φαίνεται πως δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για το μουσικό κομμάτι της SABA, αναγκάζοντας τον Brunner-Schwer να δημιουργήσει μια καινούρια ετικέτα, προκειμένου να ξαναβάλει σε τροχιά τα φιλόδοξα δισκογραφικά σχέδιά του.
Έτσι κάπως μπαίνει μπροστά, εκείνη την χρονιά (1968), η MPS, δηλαδή η Musik Produktion Schwarzwald ή Μουσικές Παραγωγές Μέλας Δρυμός (καθώς η εταιρεία είχε ως έδρα της την πόλη Villingen, στην νότια Γερμανία, στον Μέλανα Δρυμό), μια ετικέτα που θα συνεχίσει το έργο της SABA, επανεκδίδοντας κιόλας πολλές από τις κυκλοφορίες της.
Την MPS Records, στην αρχή, θα την διανέμει η BASF, από το 1976 και μετά η Metronome Musik, αργότερα η Philips, η Polydor, η Universal Jazz Germany, ενώ την τελευταία 20ετία διάφορους τίτλους της MPS επανεκδίδει η Speakers Corner Records. Σ’ αυτό το πρώτο μέρος του αφιερώματος θα γράψουμε για μερικούς πολύ σημαντικούς δίσκους της MPS, ενώ θα συνεχίσουμε το αφιέρωμά μας και στο επόμενο τεύχος, καθότι ο κατάλογος της γερμανικής εταιρείας είναι άπειρος και κατά βάση μουσικά συγκλονιστικός.
DAVE
PIKE SET
Ο αμερικανός βιμπραφωνίστας Dave Pike (1938-2015) είχε ήδη μιαν αξιόλογη jazz καριέρα, πριν αποφασίσει να μετακινηθεί προς Γερμανία  (στα τέλη των sixties) και ηχογραφήσει με το καινούριο του γκρουπ, τους Dave Pike Set, έξι LP, τα οποία αποτελούν μνημεία του πιο κυριολεκτικού fusion (jazz, rock, raga, pop, latin, brazilian, psych κ.λπ.).
Το “Noisy Silence-Gentle Noise” φερ’ ειπείν, από το 1969, είναι ένα διαχρονικό must have, βασικά λόγω του “Mathar”, μιας σύνθεσης του κιθαρίστα και sitar player Volker Kriegel, η οποία κατέστη μέσα στα χρόνια σύμβολο των indian-vibes.
Φυσικά οι Dave Pike Set δεν υπήρξαν μπάντα του ενός hit (το λέμε, γιατί το “Mathar” είχε κυκλοφορήσει ακόμη και σε 45άρι), καθώς ηχογράφησαν πλείστα όσα εξαιρετικά κομμάτια, όπως το “Raga jeeva swara”, για παράδειγμα, από το “Infra-Red” του 1970.
Ένα άλλο πολύ καλό LP των Dave Pike Set ήταν και το “Live at The Philharmonie”, γραμμένο στο Βερολίνο τον Νοέμβριο του ’69, με τους Dave Pike βιμπράφωνο, Volker Kriegel κιθάρα, Johann Rettenbacher μπάσο, τσέλο και Peter Baumeister ντραμς.
Εδώ καταγράφονται τα “Hey Duke” (σαφές το υπονοούμενο), “Mambo Jack the Scoffer”, “Riff for rent” (στην hard bop παράδοση των Bobby Timmons και Nat Adderley), “Nobodys afraid of Howard Monster” (spy-jazz) και “The secret mystery of Hensh”, στην πιο psych-out στιγμή του δίσκου – ενός δίσκου, που τελειώνει στο πι και φι (31:37 η διάρκεια), αφήνοντας πρώτης τάξεως εντυπώσεις.
DON
SUGARCANEHARRIS
Το ξεπέταγμα της καριέρας του βιολιστή και σπανιότερα κιθαρίστα, οργανίστα και τραγουδιστή DonSugarcaneHarris (1938-1999) οφείλεται, βασικά, στις συνεργασίες του με τον Frank Zappa (“Hot Rats”, “Burnt Weeny Sandwich” κ.λπ.). Εκεί ανέπτυξε το προσωπικό του jazz-rock στυλ, εκεί έδρεψε τις μεγαλύτερες δάφνες της καριέρας του. Βιολιστής με μεγάλη πέραση στα τέλη των sixties με αρχές των seventies, o Harris έκανε αρκετούς προσωπικούς δίσκους για την MPS, οι οποίοι συχνά συμπορεύτηκαν με το γενικότερο fusion κλίμα της εποχής.
Στο LP Got the Blues”, που ηχογραφήθηκε ζωντανά στην Berlin Philharmonic Hall τον Νοέμβριο του ’71, δείχνει όχι μόνο το συνθετικό ταλέντο του, αλλά, κυρίως, τον παικτικό οίστρο του – όταν αυτός, ένας βιολιστής, βγαίνει μπροστά από «προσωπικότητες», όπως ήταν οι κιθαρίστες Volker Kriegel και Terje Rypdal, ο κιμπορντίστας Wolfgang Dauner, o μπασίστας Neville Whitehead και ο ντράμερ Robert Wyatt!
Εντάξει, τα δύο δικά του κομμάτια αξίζουν, ιδίως το “Got the blues” (υπάρχουν riffs, τα οποία μπορεί να αντέγραψαν ακόμη και οι City, ο Γκέργκι Γκόγκοβ δηλαδή, στο κλασικό “Am fenster”), αλλά εκεί όπου ξεπερνιούνται τα αυτονόητα είναι στη σύνθεση του Horace SilverSong for my father” και κυρίως στο “Wheres my sunshine” των Pure Food and Drug Act. Καταιγιστικός!
WOLFGANG
DAUNER
Από την πρώτη φορά που ακούσαμε το “Free Action” [SABA, 1967] του σεπτέτου του Wolfgang Dauner (1935-2020), είχαμε την αίσθηση πως βρισκόμασταν μπροστά σε μία από τις κορυφαίες στιγμές της euro-jazz του ’60. Και όντως. Άξιοι μουσικοί (Wolfgang Dauner πιάνο, προετοιμασμένο πιάνο, Jean-Luc Ponty βιολί, Gerd Dudeck τενόρο, κλαρινέτο, Eberhard Weber τσέλο, Jurgen Karg μπάσο, Mani Neumeier ντραμς, τάμπλα, Fred Braceful ντραμς), συνθέσεις «δεσμευμένες» μέσα στην ελευθερία τους, αισθήματα γαλήνης και θορύβου να εναλλάσσονται με αυθόρμητο τρόπο, γραφικές παρτιτούρες να δίνουν τη θέση τους σε 24μετρα, σχεδόν blues, μαζί με εκρηκτικά clusters και «προετοιμασίες».
Μπορεί ο Wofgang Dauner να μην ξαναέκανε τέτοιο άλμπουμ, καθώς προσχώρησε, σταδιακά, σ’ ένα περισσότερο pop-rock στρατόπεδο, επηρεασμένος από το krautrock, αλλά διέπρεψε κι εκεί, προσφέροντας διαμάντια-δίσκους. Πριν όμως απ’ αυτά...
Ένα εξίσου εντυπωσιακό LP του Wolfgang Dauner στην MPS (με το κουιντέτο του αυτή τη φορά), είναι αναμφισβήτητα το “The Oimels” (1969). Μπορεί το “Take off your clothes to feel the setting sun” να μην έγινε τόσο γνωστό όσο το “Mathar”, ήταν όμως πιο τριπαριστό και πολύ περισσότερο groovy. Σιτάρ έπαιζε εδώ ο Siegfried Schwab, στο πιάνο και το όργανο ήταν ο Wolfgang Dauner, στην κιθάρα ο Pierre Cavalli, στα ντραμς ο Roland Wittich και στο μπάσο ο κορυφαίος Eberhard Weber!
Το “The Oimels” είναι αρκετά σπάνιο στην πρωτότυπη έκδοσή του, αλλά υπάρχουν κάποιες επανεκδόσεις που είναι πιο βολικές.
BARNEY
WILEN
Είναι «μύθος» ο γάλλος σαξοφωνίστας Barney Wilen (1937-1996). Πρώτον, γιατί έχει παίξει με τον Art Blakey, τον Miles Davis (στο “Ascenseur pour l’echafaud”), τον John Lewis, τον Bud Powell, τον Roy Haynes κ.ά. Δεύτερον, γιατί δοκίμασε σε πολλά και διαφορετικά πεδία (rock, punk, soundtracks), γκρεμίζοντας, εμπράκτως, αισθητικά τείχη. Και τρίτον, γιατί ηχογράφησε (Ιούνιος ’68) ένα από τα πρώτα free-rock άλμπουμ της ιστορίας – αυτός και η Amazing Free Rock Band του, δηλ. οι Mimi Lorenzini κιθάρες, Joachim Kühn πιάνο, όργανο, Gunter Lenz μπάσο, Aldo Romano ντραμς και Wolfgang Paap ντραμς. Ο τίτλος του; Dear Prof. Leary.
Η αναφορά στον Timothy Leary είναι προφανής, όπως προφανές είναι, από το πρώτο κιόλας άκουσμα, πως εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα απολαυστικό jazz-rock, από ’κείνα που ηχογραφούνταν κατά κόρον στην Αμερική (το 1968), αλλά όχι και τόσο συχνά στην Ευρώπη.
Beatles (“The fool on the hill”), Bobbie Gentry (“Ode to Billie Joe”), Otis Redding (“Respect”), Supremes (“You keep me hanginon”), το “Lonely woman” του Ornette Coleman, μα και δυο πρωτότυπα (“Dur, Dur, Dur”, “Dear Prof. Leary”), είναι το υλικό επί του οποίου ασκούνται οι φίλοι μας, με φαντασία απερίγραπτη, με παίξιμο παθιασμένο και με τη συνείδηση και την ορμή μουσικών, που ξέρουν που βαδίζουν και τι θέλουν.
JAZZ
FOCUS ’65
Οι Jazz Focus ’65 (Milcho Leviev πιάνο, Simeon Shterev φλάουτο, Lyubomir Mitrov μπάσο, Peter Slavov ντραμς) υπήρξαν το κορυφαίο συγκρότημα της βουλγαρικής jazz. Μια μπάντα που πέρασε τα σύνορα της χώρας πολύ νωρίς, καθώς οι βούλγαροι μουσικοί εμφανίζονταν συνεχώς στην Ευρώπη και ιδίως στη Γερμανία – εκεί όπου ήταν επίσημοι προσκεκλημένοι του German Jazz Festival στην Φρανκφούρτη, νωρίς το ’68. Λογικό ήταν, λοιπόν, να προξενήσουν το ενδιαφέρον της MPS, για την ηχογράφηση κάποιου άλμπουμ.
Σε παραγωγή των Lippmann και Rau (εκ των εμπνευστών του περίφημου American Folk and Blues Festival) οι Jazz Focus ’65 μπαίνουν, τελικά, στο στούντιο την 9η Ιουνίου του 1968, για την εγγραφή του καλύτερου άλμπουμ τους, που είχε ως τίτλο το όνομά τους.  
Έχοντας, ως μουσικοί, ένα σοβαρό κλασικό υπόβαθρο, οι Jazz Focus 65 δημιουργούν εδώ μία πρωτότυπη καινούρια jazz –ας την πούμε chamber space jazz– με σπάνια υπόγεια ένταση και ψυχεδελική κατάληξη, ένα αυθεντικό space trip, χωρίς ίχνος ηλεκτρονικών εφέ ή συνθετητών.
Κορυφαίο LP, που ανακατεύει περαιτέρω baroque στοιχεία, με «προετοιμασμένο» πιάνο, free τεχνικές, improv προσεγγίσεις και Μπαχ, με μαγικό τρόπο.
FRED
VAN HOVE / WOLFGANG DAUNER
Ο βέλγος πιανίστας Fred van Hove (γενν. 1937) θα γίνει πλατύτερα γνωστός στα χρόνια του ’70, όταν θα αποτελέσει κινητήριο μοχλό διαφόρων πρότζεκτ της εταιρείας FMP, συμβάλλοντας με το δικό του τρόπο στη δημιουργία ενός free improvised ήχου, ο οποίος ποτέ δεν έκρυψε τις προοδευτικές αναφορές του.
Το ξεκίνημα όμως του Fred van Hove δεν ήταν λιγότερο ενδιαφέρον. Σταθμός στην καριέρα του υπήρξε η γνωριμία του με τον σαξοφωνίστα Peter Brötzmann, στο βελγικό φεστιβάλ Comblain-la-Tour το 1966, με τη σχεδόν ταυτόχρονη ίδρυση του περιώνυμου Peter Brötzmann Octet, ενός σχήματος που πέρασε με κεφαλαία γράμματα στην ιστορία της euro-jazz λόγω “Machine Gun” (1968).
Ήταν τότε, όταν ο Fred van Hove, καλεσμένος του παραγωγού Joachim E. Berendt στο Berlin Jazz Festival τον Νοέμβρη του ’68, θα βρεθεί στο πάλκο μαζί με τους Cel Overberghe, Kris Wanders και Willem Breuker σαξόφωνα, Ed Kroger τρομπόνι, Peter Kowald μπάσο και Han Bennink ντραμς, προκειμένου να ερμηνεύσουν όλοι μαζί την 18λεπτη σύνθεση του πρώτου Requiem for Che Guevara, Martin Luther King, John F. and Robert Kennedy, Malcolm X.
Το πρωτότυπο του εν λόγω live ήταν πως συνέβη μέσα σε εκκλησία, δείχνοντας έτσι πως η jazz, στην πιο προχωρημένη της φόρμα, κατακτούσε και το τελευταίο οχυρό της λεγόμενης «σοβαρής» μουσικής.
Κι ενώ όλα τούτα συμβαίνουν στη δεύτερη πλευρά του δίσκου, στην πρώτη ακουγόταν το έργο του Wolfgang DaunerPsalmus Spei for Choir and Jazz Group, ερμηνευμένο από τους Wolfgang Dauner όργανο, μελόντικα, Manfred Schoof τρομπέτα, Gerd Dudek τενόρο, Eberhard Weber τσέλο, Jurgen Karg μπάσο, Fred Braceful ντραμς, συν τους Κάντορες του Αγίου Μαρτίνου της πόλης Kessel (της Έσσης) υπό τον Klaus Martin Ziegler.
Εδώ, η μυστικιστική ανάγνωση των κειμένων (μουσικών ή μη) δημιουργεί μία κάπως «υπερβατική» jazz, από την οποία δεν απουσιάζει το free-improv στοιχείο.
CHARLIE
MARIANO
Το “Helen 12 Trees” θα ισχυριζόμασταν πως είναι ένα από τα τελευταία πολύ μεγάλα άλμπουμ της MPS.
Ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε το 1976, κάτω από το όνομα του βοστωνέζου σαξοφωνίστα Charlie Mariano (1923-2009) και των συνοδοιπόρων του Zbigniew Seifert βιολί, Jan Hammer πλήκτρα, Jack Bruce μπάσο, John Marshall ντραμς και Nippy Noya κρουστά.
Υπάρχουν κάποια γνωρίσματα, που κάνουν το “Helen 12 Trees” ξεχωριστό.
Κατ’ αρχάς η αίσθηση του progressive jazz-rock συνόλου που δίνει η line-up (ας μην ξεχνάμε πως ο Mariano είχε περάσει από τα συγκροτήματα Osmosis, Embryo και Supersister), δεύτερον το μόνιμο ενδιαφέρον του Αμερικανού για τις «μουσικές του κόσμου» και ιδίως την ινδική (το αγαπημένο του πνευστό nagaswaram ακούγεται στο “Parvatis dance”), τρίτον το άψογο «κιμπορντικό» στρώμα και υπόστρωμα που θέτει ο Jan Hammer και τέταρτον η καθαρή rock διάσταση που «βγάζει» ο Jack Bruce, στο “Neverglades pixie” για παράδειγμα, ένα κομμάτι που φέρνει στο νου τους Cream. Όλα τούτα συναποτελούν ένα άλμπουμ, που μοιάζει, σήμερα, περισσότερο ενδιαφέρον από ποτέ.
DEWAN MOTIHAR TRIO / IRENE SCHWEIZER TRIO / MANFRED SCHOOF / BARNEY WILEN
Αν και η πρωταρχική επαφή της jazz με την ινδική μουσική θα πρέπει να αναζητηθεί στον John Coltrane –πιθανώς οι modal αυτοσχεδιασμοί του στο “Milestones” (1958) του Miles Davis να ήταν και «ινδικοί»– το πράγμα φαίνεται ν’ αποκτά μια πιο συγκεκριμένη αισθητική τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1962, όταν στο άλμπουμ του Ravi Shankar Improvisations and Theme from Pather Panchali[World Pacific] ο Bud Shank φύσηξε «ινδικώς» όχι σε μπανσούρι, αλλά στο φλάουτό του. (Υπάρχει βεβαίως και το “Portrait of Ravi”, που ήταν αφιερωμένο στον Ravi Shankar, από το άλμπουμ των Tony Scott και Jimmy Knepper Free Blown Jazz, στην Carlton, το 1959, αλλά το κομμάτι δεν θα συγκαταλέγαμε στα «ινδοπρεπή»).
Μετά, πάντως, από τον Δεκέμβριο του ’65, όταν το σιτάρ πέρασε στην pop λόγω Beatles και “Norwegian wood (This bird has flown)”, πήρε περισσότερο φωτιά και το jazz circuit με τους δίσκους να βγαίνουν ο ένας μετά τον άλλον, και με όλο και νεώτερους μουσικούς –και από την pop, και από το rock, και από την jazz– να δοκιμάζουν στα νέα ηχοχρώματα.
Μερικά από τα άλμπουμ, που «έφτιαξαν» αυτό το indo-jazz ιδίωμα, εκείνη την περίοδο, ήταν το “Indo-Jazz Suite” [UK. Columbia, 1966] των Joe Harriott-John Mayer, το “Jazz Raga” του Gabor Szabo (ηχογραφήθηκε για την Impulse! τον Αύγουστο του ’66) και βεβαίως το “Jazz Meets India”, της ελβετίδας πιανίστριας Irène Schweizer και της παρέας της, ηχογραφημένο για την γερμανική SABA (φυσικά τυπώθηκε και σε ετικέτα MPS), από τον Οκτώβριο του ’67.
Στα LP του Harriott και της Schweizer το ζητούμενο ήταν στο πώς θα μπορούσε να συνδεθούν δύο διαφορετικά γκρουπ, ένα ανατολικό κι ένα δυτικό – πώς θα μπορούσε να συνεργασθούν (τα γκρουπ) βρίσκοντας κοινά σημεία επαφής, χωρίς ν’ ακούγονται «ξένα» μεταξύ τους.
Αν και στην περίπτωση των Joe Harriott-John Mayer τούτο συνέβη μ’ έναν όντως εμπνευσμένο τρόπο (ο Harriott έπαιξε ελεύθερα σόλι, πάνω στο αυστηρό υπόστρωμα του rhythm section), στην περίπτωση του “Jazz Meets India” ακολουθείται μία άλλου τύπου προσέγγιση.
Κατ’ ουσίαν, και όσο κι αν ακούγεται περίεργο, δεν υπάρχει στο άλμπουμ κάποια ιδιαίτερη επικοινωνία ανάμεσα στις δύο παραδόσεις.
Στις πιο βασικές και χρονικώς πιο εκτεταμένες συνθέσεις του δίσκου, την “Sun love” και την “Brigach and ganges”, τα δύο γκρουπ ξεκινούν το ένα ανεξαρτήτως του άλλου, προκαλώντας το ένα το άλλο, κάπου συναντώνται, με το πιάνο της Schweizer να κάνει όλη τη «δύσκολη» δουλειά, προβάλλοντας σύντομα ρυθμικά μοτίβο –το πιάνο ως κρουστό υπήρξε το σήμα κατατεθέν της ελβετίδας πιανίστριας–, ξαναχωρίζοντας στην πορεία.
Το άκουσμα έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Η ανάπτυξη των συνθέσεων είναι μαγική, με τους μουσικούς να ελέγχουν πλήρως τον ήχο τους, δίχως να προβαίνουν σε «ακρότητες», δίνοντας δυναμικά σόλι, ιδίως ο Manfred Schoof σε κορνέτα, τρομπέτα και ο Barney Wilen σε σοπράνο και τενόρο σαξόφωνα.
Το τρίο των ινδών μουσικών (o Dewan Motihar σιτάρ, o Keshav Sathe τάμπλα και η Kusum Thakur ταμπούρα) ήταν ένα από τα πιο αναγνωρισμένα τότε στην Ευρώπη –o Motihar και ο Sathe εμφανίζονται εξάλλου και στην “Indo-Jazz Suite” του Joe Harriott–, ενώ το τρίο της Schweizer, το οποίο συμπληρώνουν ο Uli Trepte μπάσο και ο Mani Neumaier ντραμς, ήταν ένα από τα πρώτα ευρωπαϊκά free γκρουπ του καιρού του. Να πούμε πως οι Trepte και Neumaier αποτέλεσαν λίγο αργότερα τη ρυθμική βάση ενός γκρουπ «εικόνα» του krautrock, των Guru Guru.
Και κάτι ακόμη. Το ενδιαφέρον της Irène Schweizer για την indo-jazz προήλθε μέσα από την επαφή της με το έργο του Joe Harriott, καθώς σε μια συνέντευξή της στο περιοδικό “The Wire(issue 11, January 1985) έλεγε χαρακτηριστικά:
«Πήγαινα στο Ronnie Scott’s (σ.σ. το γνωστό λονδρέζικο jazz club) το 1962, σχεδόν κάθε βράδυ. Άκουγα εκεί τον Joe Harriott, τον Tubby Hayes, τον Dick Morrissey, όλους αυτούς τους ανθρώπους κι έμπαινα έτσι όλο και περισσότερο στη νέα jazz. Όταν γύρισα στη Ζυρίχη επιχείρησα μάλιστα και σχημάτισα ένα τρίο, με τον Uli Trepte μπάσο και τον Mani Neumaier ντραμς. Παίζαμε soul jazz, στο στυλ του Junior Mance και του Ray Bryant, αργότερα όμως οι βασικές μας επιρροές ήταν ο Bill Evans και ο McCoy Tyner».
Από ’κει και μέχρι το “Jazz Meets India” δεν κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι…
TONY SCOTT AND THE INDONESIAN ALL STARS
Η σύγχρονη μουσική της Ινδονησίας παραμένει αχαρτογράφητη – εννοούμε για το «μέσο» δυτικό αυτί.
Χώρα με 270 εκατομμύρια ανθρώπους (η τέταρτη πολυπληθέστερη του κόσμου) και με μια μουσική παράδοση που χάνεται στους αιώνες, η Ινδονησία ανακάλυψε την jazz στη δεκαετία του ’20, το rock στη δεκαετία του ’60, την pop και οτιδήποτε άλλο όλα τα μετέπειτα χρόνια.
Τα ονόματα των χιλιάδων ινδονησίων μουσικών μπορεί να μη φθάνουν μέχρι τη μακρινή Ελλάδα, όμως η Ευρώπη πήρε μία καλή γεύση ινδονησιακής jazz, ήδη από τα χρόνια του ’60, όταν ο ξεχωριστός αμερικανός κλαρινετίστας Tony Scott παρουσίασε τους Indonesian All Stars (ο πιανίστας Bubi Chen ανάμεσα – ίσως η μεγαλύτερη μορφή της τοπικής jazz) στο SABA Tonstudio, στο Villingen, ηχογραφώντας το έξοχο άλμπουμ “Djanger Bali” (1967).
Φυσικά το άλμπουμ θα τυπωνόταν και σε ετικέτα MPS, περιλαμβάνοντας φανταστικούς συνδυασμούς δυτικών (jazz) και ινδονησιακών (gamelan κ.λπ.) παραδοσιακών στοιχείων, με τους δύο lead οργανοπαίκτες από την Ινδονησία, τον κιθαρίστα Jack Lesmana και τον πιανίστα Bubi Chen, να προσφέρουν αξέχαστα σόλι, και με τους Yopi Chen μπάσο και Benny Mustafa ντραμς, να εξερευνούν εξωτικές, για εμάς, ρυθμικές και μελωδικές περιοχές.
DON
ELLIS
Τρανή περίπτωση της αμερικανικής ενορχηστρωτικής τέχνης, ο μαέστρος και τρομπετίστας Don Ellis, που πέθανε νέος, στα 44 χρόνια του το 1978, είχε δύο ολοκληρωμένα άλμπουμ για την MPS στα σέβεντις. Το “Soaring” του 1973 και το “Haiku” του 1974.
Έχοντας γράψει ιστορία ήδη από το δεύτερο μισό των σίξτις με δύο (κυρίως) LP στην Columbia –τo “Electric Bath”, ένα αρχέτυπο fusion και το “Shock Treatment”, που εκινείτο στην ηχητική παράδοση του μεξικανού «βασιλιά» της space age pop Esquivel– ο Don Ellis εξελίσσεται σ’ έναν μάστορα των «παράξενων μέτρων» από την στιγμή της γνωριμίας του με τον βούλγαρο πιανίστα Milcho Leviev (άκου π.χ. το “Tears of Joy”, στην Columbia, το 1971).
Στο “Haiku” έχοντας κοντά του πάντα τον Leviev στα πλήκτρα και ακόμη τους Ray Brown μπάσο, John Guerin ντραμς, το «νούμερο 1» της session κιθάρας Tommy Tedesco, ως επίσης τους Larry Carlton, David Cohen και βεβαίως μία πλήρη ορχήστρα από βιολιά, βιόλες, τσέλο, άρπα, κουαρτέτο εγχόρδων κ.λπ., ο Ellis, επηρεασμένος από κάποια αγαπημένα του haiku, χτίζει ένα πολύ ενδιαφέρον ορχηστρικό άλμπουμ, στο οποίο καταγράφει τις επιρροές του από την παλαιά ιαπωνική μουσική, συνδυάζοντας classic, easy και jazz αναφορές.
Το άλμπουμ διαμορφώνει ένα πολύ ιδιαίτερο κλίμα κινηματογραφικής nostalgia, αγγίζοντας κορυφή με το “Cherry petals”, με τον Ellis ν’ αποτίνει φόρο τιμής στη «Λυρική Σουίτα για Κουαρτέτο Εγχόρδων» του Alban Berg, πιάνοντας ξανά κορυφή με το “Parting” – εκεί όπου τα walking μπάσα του Ray Brown, συνδυάζονται με μία strip μελωδία, που απλώνεται κυριεύοντας το σύμπαν. Δύσκολα, πολύ δύσκολα, επαναλαμβάνονται τέτοια άλμπουμ σήμερα.
THE
JAN HAMMER TRIO
Το 1968, λίγες μέρες πριν από την σοβιετική εισβολή της 21ης Αυγούστου στην Τσεχοσλοβακία, ο σημαίνων πιανίστας και κιμπορντίστας Jan Hammer, στο δρόμο της εγκατάστασής του προς τις ΗΠΑ, «κολλάει» για λίγο στο Μόναχο, για να μπει την 30η του ίδιου μήνα στο Jazzclub Domicile, με τον George Mraz στο μπάσο και τον ολλανδό ντράμερ Cees See, προκειμένου να ηχογραφήσει το άλμπουμ “Malma Maliny” ως The Jan Hammer Trio. (Σε επανεκδόσεις το άλμπουμ τιτλοφορείται ως “Maliny Maliny”). Τρεις νεαροί μουσικοί (αν και ο Ολλανδός ήταν στα 34), ερμηνεύουν επτά original συνθέσεις, όλες του Hammer, με τον τσέχο πιανίστα να χειρίζεται όχι μόνο πιάνο, αλλά και όργανο!
Το εισαγωγικό “Make love” είναι ένα τυπικό soul-jazz κομμάτι, με το groovy στοιχείο να είναι πανταχού παρόν. Το “Waltz for Ivonna”, παρότι διαθέτει όργανο, δεν είναι τόσο soul, όσο waltz, ενώ στο “Braching” το αρχικό οστινάτο στο πιάνο, φαίνεται να προδιαγράφει μία απρόβλεπτη «ελεύθερη» εξέλιξη. Στο “Domicile’s last night” το όργανο παίρνει την εκδίκησή του, στο “Mal
Το εισαγωγικό “Make love” είναι ένα τυπικό soul-jazz κομμάτι, με το groovy στοιχείο να είναι πανταχού παρόν. Το “Waltz for Ivonna”, παρότι διαθέτει όργανο, δεν είναι τόσο soul, όσο waltz, ενώ στο “Braching” το αρχικό οστινάτο στο πιάνο, φαίνεται να προδιαγράφει μία απρόβλεπτη «ελεύθερη» εξέλιξη. Στο “Domicile’s last night” το όργανο παίρνει την εκδίκησή του, στο “Malma Maliny” το γκρουπ προβάρει μία μπαλάντα, πριν επιστρέψει με το top groovy “Goats-song” και πριν κλείσει οριστικά με το “Responsibility”, ένα κομμάτι το οποίο συνοψίζει, θα λέγαμε, τη συνολικότερη άποψη του trio, έτσι όπως αυτή προβλήθηκε στα προηγούμενα κομμάτια. Έξοχος δίσκος!
MAXWELLS
Οι Maxwells ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δανικά ροκ συγκροτήματα στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Μέλη τους υπήρξαν προσωπικότητες της jazz και rock σκηνής της σκανδιναυικής χώρας, ευτυχώντας μάλιστα στον έναν και μοναδικό μεγάλο δίσκο τους, για την MPS, να έχουν για παραγωγό τον σπουδαίο Joachim-Ernst Berendt. Ο Berendt ήταν εκείνος εξάλλου που τους προσκάλεσε στο Villingen, το τετραήμερο 9-12 Ιουνίου του 1969, προκειμένου να ηχογραφήσουν.
Ποιοι αποτελούσαν τους Maxwells; Μουσικοί με πλήρες βιογραφικό, ασχέτως αν σε πρώτη φάση μοιάζουν όλοι «άγνωστοι».
Lasse Lunderskov κιθάρες, σιτάρ, Lars Bisgaard φωνή, κρουστά, Kjeld Ipsen τρομπόνι, Bent Hesselmann φλάουτο, άλτο, σοπράνο, Torben Enghoff τενόρο, φλάουτο, Niels Harrit πιάνο, όργανο φλάουτο, φωνή, Joergen Werner μπάσο, Boerge Robert Mortensen ντραμς, κρουστά. Αξίζει να επιχειρηθεί μία πρώτη προσέγγιση τού family tree των μελών του γκρουπ, προκειμένου να αποκαλυφθεί, στο μέτρο του δυνατού, περί τίνος επρόκειτο.
Οι Bent Hesselmann και Niels Harrit ήταν την ίδιαν εποχή μέλη της Cadentia Nova Danica, της κορυφαίας big band της Δανίας που ηχογράφησε ανάμεσα σε άλλα και το ιστορικό LPAfrodisiaca” με τον σαξοφωνίστα John Tchicai (επίσης στην MPS), ενώ όλους σχεδόν θα τους συναντήσουμε στην πορεία σε διακεκριμένα γκρουπ της πατρίδας τους (κάποιοι είχαν ξεκινήσει και νωρίτερα, εννοείται).
Χοντρικά να πούμε πως τα μέλη των Maxwells είχαν περάσει ή θα περνούσαν από τους Rainbow Band, Midnight Sun, BurninRed Ivanhoe, Young Flowers, Dr. Dopo Jam, Delta Blues Band, Pan, Thors Hammer, Kashmir κ.λπ., την αφρόκρεμα δηλαδή των ροκ συγκροτημάτων της Δανίας.
Όπως αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, με τέτοιους μουσικούς το “Maxwell Street” των Maxwells δεν μπορεί παρά να κυριαρχεί στην τομή των psychedelic rock, jazz rock και progressive rock ιδιωμάτων, εκεί στα τέλη του ’60.
GEORGE
DUKE
Από την ομάδα “Frank Zappa, Jean-Luc Ponty, Don ‘Sugarcane’ Harris” βγήκε ένας ακόμη καινοτόμος μουσικός, ο κιμπορντίστας George Duke, με το LP του “Faces In Reflection” (1974), να ξεχωρίζει στην MPS στα μέσα του ’70.
Στο άλμπουμ αυτό, που θεωρείται holy grail για τη νεότερη jazz-funk σκηνή, ο George Duke στήνει από τη βάση του ένα pop-jazz-funk σκηνικό, εκμεταλλευόμενος ελάχιστα όργανα, όπως ένα ντραμ-σετ (Leon Ndugu Chancler), ένα μπάσο (John Heard), τα keyboards (clavinet, fender rhodes, wurlitzer, hammond, synths), το στούντιο και βεβαίως, τη φαντασία του, χτίζοντας ένα παράξενο άκουσμα –παράξενο όσον αφορά στα μέτρα των συνθέσεων, καθώς στο “Faces in reflection no 1” ακούς κάτι σαν αργό ζεϊμπέκικο!–, στις «αναφορές» (η αγάπη του για τη βραζιλιάνικη μουσική δεν κρύβεται) και βεβαίως στο ηχητικό περίβλημα, εκεί όπου το ARP Odyssey synthesizer κάνει τη μεγάλη διαφορά.
Θέματα όπως το “Psychocomatic dung” ακούγονται τόσο μυστηριωδώς «καινούρια», σε βαθμό που να νομίζεις πως η keyboard-jazz σταμάτησε το 1974...
 
Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό YELLOW BOX, στα τεύχη #12 (Φεβρουάριος-Μάρτιος 2022) και #13 (Απρίλιος-Μάιος 2022)