Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek issues. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek issues. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 717

4/5/2026
"100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025]
[Leonard Bernstein: Τι είναι η τζαζ, σελ.205-207]

4/5/2026
4/5/2026
>>Ότι κάτι πήγαινε στραβά, με την εφημερίδα, το ψυλλιαζόσουν από το πρώτο κιόλας τεύχος, στο άρθρο «250 Χιροσίμες / Η ειρήνη εδραιώνεται για τα καλά...», που ξεκινά με κριτική στη σοβιετική στρατιωτική παρέλαση της 7ης Νοεμβρίου (επέτειος της Οκτωβριανής Επανάστασης), η οποία αντιπαραβάλλεται με μια υπόγεια πυρηνική έκρηξη των Αμερικανών στο νησί Amchitka της Δυτικής Αλάσκας. Το ύφος της «Πρωτοπορίας», όταν σχολιάζει πολιτικά θέματα, θυμίζει ενίοτε την αντικομμουνιστική «Σοβιετολογία» του Γεωργίου Γεωργαλά ή τον «Διάλογο», το περιοδικό της αμερικάνικης πρεσβείας. Μάλιστα, το τεύχος #2 της «Πρωτοπορίας» [Δεκ. 1971-Ιαν. 1972] ανοίγει με μια επαινετική επιστολή προς τους συντάκτες του, γραμμένη από τον Αιμίλιο Μπουρατίνο, τον οποίο θα μαθαίναμε, στα 80s, από την επιμέλεια της ελληνικής έκδοσης του αμερικανικού «Διαλόγου». Σ’ ένα άλλο, δε, κείμενο του πρώτου τεύχους που επιγράφεται «Τι ζητούν οι φοιτητές; / Άρθρο του αμερικάνου φοιτητή Έντουαρτ Σβαρτς» διαβάζουμε πως για την περίληψή του, που τυπώνεται στην «Πρωτοπορία», είχε δώσει άδεια «η υπηρεσία Τύπου και μορφωτικών σχέσεων των Η.Π.Α.». Αντιληπτόν.<<
[Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60 (μία αντι-ανάγνωση), Όγδοο, 2025, σελ.487 – τελευταία αντίτυπα]
[από το υποκεφάλαιο «πρωτοπορία-φοιτητική σκέψη», που μεγεθύνει σε δύο φοιτητικά έντυπα της περιόδου 1971-1973 με ροκ θεματολογία]

3/5/2026
Blues Section - Paint It Michael And Others, Maybe (Finland Blues Rock 1967)
https://www.youtube.com/watch?v=5YIp0LIWiCk&list=RD5YIp0LIWiCk&start_radio=1

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

LAMP OF THE UNIVERSE το δεύτερο άλμπουμ του psych-master από το 2002, τώρα σε ελληνικό 2LP

Οι Lamp of the Universe ή ο Lamb of the Universe, δηλαδή ο Νεοζηλανδός από το Hamilton Craig Williamson εμφανίζεται και πάλι με (διπλό) δίσκο του στην ελληνική Sound Effect Records. Γυρνώντας πίσω στο blog θα βρείτε reviews για διάφορα «ελληνικά» άλμπουμ του αξιόλογου καλλιτέχνη, που μας έρχεται από την άλλη μεριά του κόσμου, όπως είναι τα “Enters your Somas” (2024) (με Dr Space), “Kaleidoscope Mind” (2023), “The Akashic Field” (2023) και “The Cosmic Union” (2023/2001), οπότε με το παρόν “Echo in Light” [Sound Effect Records, 2025] πιάνουμε τον αριθμό πέντε, ευελπιστώντας (και) για την ανάλογη συνέχεια...
Το άλμπουμ αυτό δεν είναι καινούριο. Είναι το δεύτερο του
Lamb of the Universe και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2002 στη Νέα Ζηλανδία (αρχικώς σε CD) κάνοντας έκτοτε κάποιες επανεκδόσεις. Η τελευταία εξ αυτών και η πληρέστερη όλων είναι η παρούσα της Sound Effect, καθώς το άλμπουμ παραδίδεται πλέον σε double LP και με επτά συνολικώς tracks, αφού εδώ υπάρχει και το bonus “Theories of purified psycho-spiritual unity”, που διαρκεί σχεδόν 19 λεπτά καταλαμβάνοντας την τέταρτη βινυλιακή πλευρά. Έχουμε λοιπόν μία κοπή τριακοσίων διπλών βινυλιών (200 μαύρα και 100 χρωματιστά), με τα tracks να αποτυπώνονται στην πιο ραφινάτη μορφή τους, μετά και από το νέο mastering που επιμελήθηκε ο ίδιος ο Williamson τον Αύγουστο του ’24, ενώ και το gatefold cover του “Echo in Light”, αν εξαιρέσεις το μπροστινό μέρος του (Franz Landl), έχει ελληνική σφραγίδα (George Fotopoulos).
Τι να πεις τώρα γι’ αυτό το άλμπουμ... ένα άλμπουμ, που έχει τη δύναμη να στροβιλίζεται στο κεφάλι σου για ώρες (μετά από κάθε ακρόασή του). Να πούμε λοιπόν, κατ’ αρχάς, πως όλα τα tracks του “Echo in Light” αποτελούν συνθέσεις του Williamson, πως ο ίδιος παίζει όλα τα όργανα που ακούγονται (κιθάρες, πλήκτρα, ντραμς, φλάουτα, κρουστά, σιτάρ, εφφέ και ό,τι άλλο) και ακόμη πως το ύφος (και) του συγκεκριμένου 2LP είναι αυτό το «χαμένο» psychedelic, με τις όποιες folk ή cosmic άκρες, με τα εκτεταμένα «ορχηστρικά» passages και τα τελετουργικά, εκστατικά vibes.
Πολλά ινδοπρεπή κομμάτια έχουμε εδώ, καθώς το trance του raga-rock είναι διαρκώς παρόν στα “Freedom to godliness”, “Resonance”, “Pyramids of sun” και “Theories of purified psycho-spiritual unity”, ενώ στο ύφος του psychedelic-folk κινείται το “Love”, με το “Our celestial flow” να σε ταξιδεύει με την μακροσκελή trance μονοτονία του, σε συνδυασμό με psych-organ, κιθάρες και εφφέ, και με το 17λεπτο “Dream sequence” να διακρίνεται περισσότερο για την cosmic-prog γραμμή του.
Σε κάθε περίπτωση ο φίλος αυτών των μουσικών θα βρει εδώ... τη χαρά του. Το “Echo in Light” του Lamp of the Universe, παρότι έχει 23 χρόνια στην... πλάτη του, εξακολουθεί να εκπέμπει σε υψηλό βαθμό, ενώ στη νέα μορφή του είναι ακόμη πιο απολαυστικό και χορταστικό, διαθέτοντας ανεξάντλητη δύναμη και ορμή (κυρίως σαν βινυλιακό άκουσμα).
Πολύ ωραία έκδοση, συνολικά, που χαίρεσαι να την κρατάς στα χέρια σου, εκτός από το να την ακούς.
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/echo-in-light-reissue

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

«Παράνομοι Πόθοι»: η δραματική-κοινωνική ταινία του Παύλου Τάσιου από το 1966 – Οι γυναίκες των καμπαρέ και μια σύνδεση με τη Χαβάϊ των Κατελάνων

Ο Παύλος Τάσιος (1942-2011) είναι ένας αγαπημένος σκηνοθέτης του ελληνικού κινηματογράφου, που θα τον θυμούνται όλοι και όλες για τις κοινωνικές ταινίες του. Μερικές δε εξ αυτών συνοδεύονται από μία πολύ ειδική αύρα, ιδίως αν έχουμε να κάνουμε με τις «Ναι Μεν, Αλλά...» (1972), «Το Βαρύ Πεπόνι» (1977) και «Παραγγελιά!» (1980), για να μην πω ακόμη και για το «Νοκ Άουτ» (1986), που ήταν η τελευταία του δουλειά για το σινεμά.
Ο Τάσιος ήταν παντρεμένος με την Κατερίνα Γώγου, η οποία εμφανιζόταν σε διάφορες ταινίες του, μέσα στα χρόνια, ένα γεγονός που άνοιγε δρόμο στον ίδιο, εκτός των άλλων, για να περάσει τις δουλειές του και στο χώρο των Εξαρχείων – κάτι που χοντρικά θα συνέβαινε. Δεν γύριζε... underground ταινίες ο Τάσιος, ούτε... αναρχικές, αν και οι καλύτερές του, σίγουρα, είχαν να κάνουν με ήρωες που δυσανασχετούσαν μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο καλούνταν να υπάρξουν, διεκδικώντας τη δική τους θέση σ’ αυτό, ασχέτως αν θα το κατάφερναν τελικά.
Άτομα που ζούσαν στα ρείθρα της κοινωνίας αντιμετωπίζονταν από τον Τάσιο πάντα με συμπάθεια – και αυτή η ευαισθησία, την οποία έδειχνε στις ατομικές διεκδικήσεις των ηρώων του, των τοποθετημένων μονίμως σ’ ένα καταπιεστικό πλαίσιο, ήταν ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της δουλειάς του στον κινηματογράφο.
Ο Τάσιος μαθαίνει σινεμά στο... πανεπιστήμιο της Φίνος Φιλμς, δουλεύοντας εκεί στο πρώτο μισό του ’60, ως βοηθός σκηνοθέτη, βασικά σε ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη («Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», «Η Ψεύτρα», «Ίλιγγος», «Εγωισμός»). Και κάπως έτσι, το 1965, θα κάνει την πρώτη δική του ταινία (με άλλο σχήμα παραγωγής), βασισμένη σε σενάριο γραμμένο από τον ίδιο, που είχε τίτλο «Φτωχολογιά». Ένα τυπικό κοινωνικό δράμα, με τους Γιοβάννα, Γιώργο Ζαμπέτα, Πάνο Τζανετή και Βίκυ Μοσχολιού (να τραγουδούν), όπως και με την Κατερίνα Γώγου (να παίζει), το οποίο δεν θα περνούσε απαρατήρητο στην εποχή του, καθώς θα έκανε πάνω από 100.000 εισιτήρια (σε πρώτη προβολή) σε Αθήνα, Πειραιά και προάστια – ανοίγοντας, κατ’ ουσίαν, το δρόμο του Τάσιου προς τη σκηνοθεσία. Το περίεργο; Την ταινία θα την υπέγραφε ως... Παύλος Τάσσος. Για κάποιο λόγο, δηλαδή, δεν θα έβαζε το επώνυμο «Τάσιος» στο ζενερίκ, με το οποίο είχε ήδη εμφανισθεί στις ταινίες του Δαλιανίδη. Μάλιστα, ως Παύλος Τάσσος θα υπέγραφε το 1966 και την επόμενη ταινία του, που εδώ μας ενδιαφέρει, την «Παράνομοι Πόθοι» (το επισημαίνω, για να μην νομιστεί πως, την πρώτη φορά, είχε γίνει κάποιο λάθος).
Αυτή, λοιπόν, η δεύτερη ταινία του ξεκινά μ’ ένα νεανικό πάρτυ κι ένα μοντέρνο τραγούδι. Μια παλιά γρήγορη μπαλάντα του μεγάλου ροκεντρολίστα
Buddy Holly, η “Everyday”, διασκευάζεται στο μέσο των σίξτις από κάποιους Rogues, που ήταν μια άλλη ονομασία των Bruce & Terry. Ποιοι ήταν αυτοί; O Bruce ήταν ο Bruce Johnston, λίγο πιο μετά μέλος των Beach Boys, ενώ ο Terry ήταν ο Terry Melcher, ένας από τους πιο γνωστούς αμερικανούς παραγωγούς της εποχής, γιος της Doris Day και συνεργάτης των Byrds, των Paul Revere & The Raiders, των Rising Sons κ.ά., το όνομα του οποίου θα ακουγόταν πολύ και λόγω Charles Manson, λίγα χρόνια αργότερα.
Αυτό το δισκάκι των Rogues, που είχε χαραγμένο πάνω του το “Everyday” είχε βγει τότε και στην Ελλάδα, σε ετικέτα CBS, με αποτέλεσμα να το «τσιμπήσει» ο επιμελητής Χρήστος Μουραμπάς και να το χώσει στην ταινία. Η διασκευή είναι χορευτικότατη και κάπως έτσι, μέσω αυτού του τραγουδιού, θα μας συστήνονταν οι βασικοί πρωταγωνιστές του Τάσιου, δηλαδή το ζευγάρι Χρίστος Νέγκας (Πέτρος)-Ελένη Προκοπίου (Ελένη). Η ποπ και το μοντέρνο τραγούδι κυριαρχούν στα νεανικά πάρτυ, είναι απολύτως θεμιτό μια λαϊκή ταινία, με νέους ανθρώπους ως πρωταγωνιστές, να έχει μέσα και ποπ μουσική, με τον Τάσιο να το αντιλαμβάνεται αυτό και να το κάνει πράξη.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/paranomoi-pothoi-mia-dramatiki-koinoniki-tainia-toy-payloy-tasioy-apo-1966

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2024

THE GREEN PAJAMAS νέο διπλό LP με ανέκδοτα tracks

Σαράντα χρόνια δράσης συμπλήρωσαν οι Green Pajamas, μέσα στο 2024, και αυτό φρόντισαν να το γιορτάσουν με μία πολύ ιδιαίτερη έκδοση, που αποκαλείται “Just Τo This / Forty Summers of Lust, Love, Heartbreak and Madness”. Λέμε για ένα διπλό LP, με τα βινύλια να είναι κλεισμένα σε innersleeves (με στοιχεία, πληροφορίες και φωτογραφίες πάνω τους) και τοποθετημένα σε μονό φάκελο. Το άλμπουμ κυκλοφορεί από τη γνωστή μας Sound Effect Records (από τα Εξάρχεια), ακολουθώντας τις άλλες σχετικές εκδόσεις της, αναφορικά με τους Green Pajamas – δηλαδή τους δίσκους “Phantom Lake: Northern Gothic 3” (2019), “Box of Secrets: Northern Gothic Season 2” (2021) και “This Floating World Is a Dream” (2023).
Η πρώτη ιδιαιτερότητα αυτού του double LP είναι πολύ συγκεκριμένη και ξεχωριστή, καθώς περιλαμβάνει 23 tracks (μοιρασμένα στις τέσσερις πλευρές του), τα οποία είναι είτε ανέκδοτα, είτε δεν έχουν κυκλοφορήσει ποτέ σε άλλα LP ή CD (παρά μόνο ψηφιακά).
Η δεύτερη ιδιαιτερότητά του έχει να κάνει με το γεγονός πως τα 23 αυτά κομμάτια αφορούν όλη την τεσσαρακονταετή ιστορία των Green Pajamas, καθώς οι ηχογραφήσεις τους ξεκινούν από την live εκτέλεση του “Thinking only of you”, στο Seattle University, στις 16 Νοεμβρίου 1984, φθάνοντας στην ηχογράφηση του νεότερου “Something about the light”, τον Νοέμβριο του 2023.
Φυσικά, διάφορα κομμάτια από ’δω μέσα μπορεί να είναι γνωστά από τα άλμπουμ των Green Pajamas (“Book of Hours”, “Ghosts of Love” κ.λπ.) ή τα 45άρια και τα EP τους, όμως οι εκτελέσεις στο “Just To This” είναι διαφορετικές. Έχουμε, δηλαδή, live, σπανιότητες που πρωτοβγήκαν σε flexi, όπως το A3 “Such a lovely daughter” (ένα από τα ωραιότερα του 2LP), εναλλακτικά mixes, demos, tracks από ραδιοφωνικές εκπομπές, διαφορετικές (εναλλακτικές) versions κ.λπ.
Με ήχο, που τον ακούς ως συνέχεια των Byrds, των Lovin’ Spoonful, των Moby Grape και του ηλεκτρικού Bob Dylan, και βεβαίως σε παράλληλη πορεία με τη σκηνή του Paisley Underground (Los Angeles), οι Green Pajamas, στο πρώτο LP, από το διπλό “Just To This”, είναι εξαιρετικοί, με κομμάτια σαν τα B4 “I have touched madness (Live)” και Β5 “Kim the waitress (Live)” (αμφότερα, live, από τον Μάιο του ’94) να δημιουργούν άριστες εντυπώσεις.
Η τρίτη πλευρά ξεκινά με το βαρύ-ψυχεδελικό “My Elizabeth to me” (από το καλοκαίρι του ’95), με τους Jeff Kelly, Joe Ross και Susanne Kelly (αφήγηση) να δημιουργούν αυτό το μοναδικής ατμόσφαιρας κομμάτι, με τα «διαμάντια» να διαδέχονται το ένα το άλλο, σαν το αιθέριο “Agent 99” ας πούμε, μια ημι-ακουστική / ημι-ηλεκτρική μπαλάντα που σπάει κόκαλα, το επίσης psych “Gazelle” (γνωστό από το “Ten White Stones” του 2004) σ’ ένα πολύ ιδιαίτερο mix (με διπλές κιθάρες και πλήκτρα), για να κλείσει η πλευρά μ’ ένα ακόμη πολύ όμορφο τραγούδι, αληθινό αριστούργημα, το “You can’t look” (γραμμένο το 2012), με όλα τα όργανα να τα χειρίζεται ο Kelly.
To “Just Τo This / Forty Summers of Lust, Love, Heartbreak and Madness” θα ολοκληρωθεί με την τέταρτη πλευρά του, που περιλαμβάνει πέντε tracks γραμμένα ανάμεσα στα χρόνια 2017 και 2023, τα οποία αποτυπώνουν την πιο πρόσφατη φάση των Green Pajamas. Το συγκρότημα, όπως το έχουμε ξαναγράψει, δεν έπαυσε ποτέ να ηχογραφεί πολύ ενδιαφέροντες δίσκους, πιστά προσανατολισμένους σ’ αυτόν τον ήχο, μέσω του οποίου το αγάπησε ο κόσμος – συνδυάζοντας ακουστικά και ηλεκτρικά parts, πάντα με ωραίες μελωδίες μπροστά, δυναμικές ενοργανώσεις και διαπεραστικά παιξίματα, που αντλούν από την original psychedelic era και βεβαίως από την 80s αναβίωσή της. Πρώτα, εδώ, ανάμεσα σε ίσα, το σχεδόν 8λεπτο “Just to this” (από τον Μάρτιο του ’21) σε άλλη, πιο μακριά, εκτέλεση από εκείνη του άλμπουμ “Sunlight Might Weigh Even More”, το φολκ-διαμάντι “Princess Misa” και βεβαίως το έσχατο και νέο “Something about the light” (Νοέμβριος ’23), που δείχνει το αστείρευτο ταλέντο του Jeff Kelly να γράφει, ακόμη και μετά από 40 χρόνια, τραγουδάρες.
Φοβερό άλμπουμ, μια αληθινή προσφορά των Green Pajamas σε όλους τους φίλους τους – και πρώτα-πρώτα στους Έλληνες. Εγώ έτσι θα πω...
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/just-to-this-forty-summers-of-lust-love-heartbreak-and-madness

Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

JOHN MAYALL μια μεγάλη μουσική απώλεια του τελευταίου καιρού – o κορυφαίος βρετανός bluesman ήταν πολύ αγαπητός και στο ελληνικό κοινό

Νεότεροι και παλαιότεροι μουσικοί φεύγουν συνεχώς από τη ζωή, αφήνοντάς μας πίσω τα καταπληκτικά άλμπουμ τους και μαζί ιστορίες και αναμνήσεις από τις παρουσίες τους στη χώρα μας. Και κάπως έτσι, στις 22 Ιουλίου, τα δυσάρεστα νέα θα αφορούσαν αυτή τη φορά τον Βρετανό John Mayall, έναν από τους πιο μεγάλους και διαχρονικούς στυλοβάτες του blues, που θα πέθαινε στα 90 χρόνια του.
Ο Mayall υπήρξε ένα κεφάλαιο από μόνος του για το blues και δη το ηλεκτρικό, από το μέσο των σίξτις και μετά, αφού ηχογράφησε δεκάδες δίσκους, δίνοντας εκατοντάδες live και παραμένοντας ενεργός για περισσότερο από 60 χρόνια. Πολλοί τον αποκαλούν «νονό», «παππού», «πατέρα» κ.λπ. του british blues, αν και αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν έχουν και πολύ νόημα. Σίγουρα ο Mayall δεν ήταν εκείνος που ξεκίνησε να κάνει γνωστό το blues στην Βρετανία, όταν υπήρχαν εκεί, από τα χρόνια του ’50 ήδη, ο Alexis Korner με τον Cyril Davies. Ήταν όμως εκείνος, που μαζί με τον Eric Clapton (μαζί και μόνοι δηλαδή) θα το πήγαιναν πιο μακριά απ’ όλους, γνωρίζοντας μεγάλες επιτυχίες, μέσα στις δεκαετίες, και φέρνοντάς το μέχρι τα πιο πρόσφατα χρόνια.
Μεγαλώσαμε, μουσικά, ακούγοντας και διαβάζοντας συχνά τον όρο
white blues. Πήγαινε και στους λευκούς Αμερικάνους (Mike Bloomfield, Paul Butterfield, Nick Gravenites) αυτός ο χαρακτηρισμός, που ξεκίνησαν να τραγουδούν blues την ίδια εποχή, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60, αλλά κυρίως αφορούσε τους Βρετανούς, που θα αγαπούσαν το blues περισσότερο και από τους Αμερικάνους, και που θα διαμόρφωναν στο δεύτερο πλέον μισό των 60s, το λεγόμενο blues-rock, εντάσσοντάς το και αυτό, επί ίσοις όροις, μέσα στο ψυχεδελικό περιβάλλον της περιόδου.
Ο Mayall ήταν ένας πολύ καλός συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής και ταυτοχρόνως πολυοργανίστας (έπαιζε σχεδόν όλα τα όργανα ενός «γεμάτου» γκρουπ της εποχής), έχοντας κι ένα ακόμη ιδιαίτερο ταλέντο – να εμφανίζει πάντοτε πολύ γερά συγκροτήματα. Διάλεγε, εννοώ, ό,τι καλύτερο υπήρχε στην πιάτσα από πλευράς μουσικών, και φυσικά όλοι τον εμπιστεύονταν ή και τον πίεζαν ακόμη, για να εμφανισθούν μαζί του.
Δεν είναι τυχαίο, εννοώ, πως από τα κατά καιρούς σχήματά του, τους Bluesbreakers κ.λπ., θα περνούσαν οι άσσοι κιθαρίστες Eric Clapton, Peter Green, Mick Taylor, Harvey Mandel, Freddy Robinson, Walter Trout, Coco Montoya και Buddy Whittington, οι μπασίστες John McVie, Jack Bruce, Tony Reeves και Larry Taylor, οι ντράμερ Hughie Flint, Aynsley Dunbar, Mick Fleetwood, Jon Hiseman, Keef Hartley και Paul Lagos, ενώ δεκάδες άλλοι μουσικοί θα μοιράζονταν στούντιο και πάλκα μαζί του, σαν τους Paul Butterfield, Gary Moore, Billy Gibbons, Otis Rush, Don “Sugarcane” Harris, Dick Heckstall-Smith, Alan Skidmore, Johnny Almond, Blue Mitchell, Steve Cropper, Chris Rea, Steve Miller, Billy Preston, Tommy Eyre, Jeff Healey, Jonny Lang, John Lee Hooker κ.ά. Ο Mayall τιμήθηκε όσο ελάχιστοι άλλοι μουσικοί της γενιάς του και αυτό το αποδεικνύουν οι αναρίθμητες συνεργασίες του. Όλοι ήθελαν να παίξουν μαζί του.
Κλασικοί δίσκοι του Mayall, και σχεδόν άπαντες απαραίτητοι για κάθε blues-rock δισκοθήκη (όπως λέγαμε παλιά), θεωρούνται όλοι της δεκαετίας 1965-1975 (εδώ δεν θα πρέπει να λησμονηθεί ο παραγωγός Mike Vernon και οι μηχανικοί ήχου Gus Dudgeon και Derek Varnals), ενώ δεν υπάρχει δίσκος του, από τους καμιά 70αριά που θα προλάβαινε να ηχογραφήσει έως εσχάτως, που να είναι μέτριος ή αδιάφορος. Ακόμη και στα ανερμάτιστα 80s ο Mayall θα έδινε, ανάμεσα σε άλλα, κι εκείνο το live στην πόλη Szeged, της Ουγγαρίας, που ως “Behind the Iron Curtain” (1985) θα κυκλοφορούσε και στην Ελλάδα από την Music-box, σε μια εποχή όπου το να παίζεις και να ηχογραφείς live στο... σιδηρούν παραπέτασμα, δεν ήταν κάτι αυτονόητο.
Χοντρικά, δίσκοι σαν τους “John Mayall Plays John Mayall” (1965), “Blues Breakers with Eric Clapton” (1966), “A Hard Road” (1967), “Crusade” (1967), “The Blues Alone” (1967), “Bare Wires” (1968), “Blues from Laurel Canyon” (1968), “The Turning Point” (1969), “Back to The Roots” (1971) και “Thru the Years” (1971) θεωρούνται και είναι αριστουργήματα του blues (του ηλεκτρικού βασικά) και προσωπικά τους βαθμολογώ με «άριστα», χωρίς να μπαίνω τώρα σε επιμέρους λεπτομέρειες.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/john-mayall-1933-2024-mia-megali-prosfati-moysiki-apoleia