Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek pop. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek pop. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 745

3/8/2026 
Είναι ένα από τα πιο δύσκολα ερμηνεύσιμα ελληνικά τραγούδια, και τεχνικά και συναισθηματικά – και είναι περίπου αδιανόητο να τολμάει κάποιος να το πει μετά από τον Μπιθικώτση. Κι όμως ο Λάκης Χαλκιάς εξυψώνει αυτό το μοναδικό τραγούδι στα ίδια επίπεδα με τον πρώτο διδάξαντα. Φοβερός! Απίστευτος! Οι ανάσες του, η τεχνική του, τα τσακίσματα της φωνής του, η έντασή της, η συναισθηματική κάλυψη στα λόγια...

2/8/2026
Τον Μάιο του 2013 είχα ανεβάσει ένα κείμενο στο δισκορυχείον υπό τον τίτλο «ΛΑΚΗΣ ΧΑΛΚΙΑΣ ο κορυφαίος εν ζωή έλληνας τραγουδιστής». Έγραφα όσα έγραφα εκεί πέρα (θα τα διαβάσετε), αλλά το σημαντικό είναι πως το κείμενο το είχε διαβάσει ο ίδιος ο Χαλκιάς κι είχε σχολιάσει (στα σχόλια του blog). Δείτε στο λινκ...
https://diskoryxeion.blogspot.com/2013/05/blog-post_25.html
Αυτό μου είχε δώσει, τότε, μεγάλη χαρά, γιατί δεν ήταν συνηθισμένο στα μικρά blogs να σχολιάζουν ονόματα αυτού του διαμετρήματος – κάτι που έδειχνε, φυσικά, την ταπεινότητα και την απλότητα του καλλιτέχνη. Μερικά χρόνια αργότερα, δε, θα συναντιόμασταν και από κοντά, με τον Λάκη Χαλκιά, θα συζητούσαμε και θα σφίγγαμε τα χέρια.
Ένας τεράστιος ερμηνευτής έφυγε χθες από τη ζωή. Εν ειρήνη.

1/8/2026
Το πιστεύω αυτό. Οι αληθινοί καλλιτέχνες είναι οι τελευταίοι που μας έχουν απομείνει (πέρα από τα λίγα αγαπημένα μας πρόσωπα), και κάθε απώλεια ενός καλλιτέχνη μάς κάνει ακόμη πιο φτωχούς και πιο μόνους. Ειδικότερα, ο χαμός κάθε ανθρώπου της μουσικής (της μητέρας των Τεχνών) μάς συγκινεί περισσότερο, είτε αυτός είναι τεράστιος είτε είναι μικρός, άγνωστος ή ακόμη και παραπεταμένος από τα μίντια – πόσο μάλλον, όταν τούτο συμβαίνει σε συγκυρίες γενικότερης καταστροφής, σαν αυτές που ζούμε. 
Κάθισα κι έγραψα λοιπόν λίγα λόγια για τέσσερις άξιους ανθρώπους της μουσικής, που έφυγαν πρόσφατα από κοντά μας, γιατί κανείς δεν έχει το δικαίωμα να λησμονεί όλα εκείνα που μας διαμόρφωσαν και μας συντρόφευσαν στις διάφορες φάσεις της ζωής μας.
[Μαίρη Λίντα, Γιώργος Σταυριανός, Γιώργος Σταυρακάκης και Τζων Τίκης στο λινκ]
https://www.lifo.gr/culture/music/oi-moysikes-apoleies-toy-teleytaioy-kairoy

1/8/2026
Το γιατί συμβαίνει αυτή η καταστροφή είναι πανεύκολο να εξηγηθεί. Γιατί έχουμε κράτος της πλάκας, φαλιρισμένο, με υποδομές αστείες, που έγιναν ακόμη πιο αστείες από τα μνημόνια και μετά. Φράγκα υπάρχουν, αλλά όχι για να προστατέψεις τη φύση, το περιβάλλον και τον άνθρωπο, για να προσαρμοστείς στις πιο απαιτητικές συνθήκες, μα για να ξεπουλήσεις ό,τι έχει απομείνει, αποτελειώνοντας τα πάντα. Στο πεδίο η χώρα παίρνει μηδέν – και αυτό πέρα από τις φιλότιμες προσπάθειες των εναπομεινάντων (πυροσβεστών ή όποιων άλλων). Και θα βρεθεί εδώ ο γλείφτης κι ο κολαούζος του συστήματος, για να σου πει πως και στη Γαλλία και στην Ισπανία δεν είδες τι έγινε? Και ποιος σας είπε, ρε, ότι εκεί είναι καλύτερα? Παντού πουλημένα και ξεπουλημένα είναι τα πάντα. Παντού το «λιγότερο κράτος» δεν είναι εκείνο που... θριαμβεύει? Η πολιτική έχει καταντήσει επικοινωνία και πλατφόρμες, γιατί αυτά δεν απαιτούν τίποτα και στήνονται στο πι και φι, ακόμη και από αγράμματους. Όμως χωρίς επαρκές μαχόμενο προσωπικό, χωρίς μέσα, προγραμματισμούς και πρακτικές δυνατότητες τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει, καθώς τα πάντα θα δοκιμάζονται στο πεδίο. Στην πλημμύρα, στη φωτιά, στο σεισμό, στη χιονοθύελλα, στα νοσοκομεία, στα σχολεία παντού. Φορέστε όσα «έξυπνα» γυαλιά θέλετε, γαβγίστε όσο θέλετε, παρακολουθείστε όποιους θέλετε, ψηφίστε νύχτα ό,τι θέλετε, ταΐστε όσους πρόθυμους θέλετε, εξαπολύστε τρομοκρατίες παντός τύπου και φοβίστε τον κόσμο, υπνωτίστε τον, αποχαυνώστε τον με όση σαβούρα θέλετε, διαστρεβλώστε όσο και ό,τι θέλετε, όμως η καταστροφή, το χάος και η απώλεια δεν σκεπάζονται. Μόνο εκδικούνται. 

1/8/2026
Αγγέλα Κάιλ «Μάρκος Βαμβακάρης / Αυτοβιογραφία», Τσαρλς Κάιλ «Urban Blues» [συναντιούνται στο Επίμετρο «Blues & Ρεμπέτικο»]

31/7/2026
Μόνο CD από την radioactive, πειρατικό, και γι' αυτό εξορισμένο από το discogs - και άρα άντε βρες το τώρα.
Ο Μike Furber ήταν Άγγλος, που έκανε καριέρα στην Αυστραλία και χάθηκε πολύ νέος, στα 24 χρόνια του, το 1973, κάτω από ακόμη άγνωστες συνθήκες. Το μοναδικό άλμπουμ του με τους Bowery Βoys από το 1966 είναι μνημείο για τη χώρα στο mod, beat, r&b, garage στυλ - έβαλα κι εχθές τραγούδι και ξαναβάζω άλλο στα σχόλια

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΜΑΙΡΗ ΛΙΝΤΑ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΙΑΝΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΑΚΗΣ, ΤΖΩΝ ΤΙΚΗΣ οι μουσικές απώλειες του τελευταίου καιρού – καλλιτέχνες διαφορετικοί μεταξύ τους, που γνώρισαν όμως την καταξίωση και την επιτυχία

Μαίρη Λίντα (1935-2026)
Η Μαίρη Λίντα υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες λαϊκές τραγουδίστριες από το ’50 και μετά, και ο θάνατός της, στις 22 Ιουλίου, είναι, αδιαμφισβήτητα, ένα πολύ σημαντικό θλιβερό γεγονός. Τονίζεται αυτό, καθώς η Μαίρη Λίντα μαζί με την Καίτη Γκρέυ, την Πόλυ Πάνου και την Γιώτα Λύδια συναποτελούν αυτή την άτυπη κορυφαία τετράδα ερμηνευτριών, που συνδέθηκαν όσο λίγες άλλες με την κλασική εποχή του «λαϊκού», τη δεκαετία 1955-1965.
Φυσικά, η Μαίρη Λίντα υπήρξε για αρκετά χρόνια –χοντρικά από το 1958 έως το 1968– η μούσα του Μανώλη Χιώτη, κι αυτή η ιστορία είναι τρανή και δεν ξαναγράφεται. Το θρυλικό αυτό ντουέτο, που ανανέωσε με θέματα, ήχο και μουσικές το λαϊκό τραγούδι άφησε πίσω του αλησμόνητες επιτυχίες, είτε σε πρώτες είτε σε δεύτερες εκτελέσεις, κοντολογίς τραγούδια που δεν έχουν παύσει να ακούγονται 60-70 χρόνια αργότερα. Οι τίτλοι και μόνο καθηλώνουν: «Ηλιοβασιλέματα», «Δεν θέλω πια να ξαναρθής», «Πολλές φορές», «Απόψε φίλα με», «Περασμένες μου αγάπες», «Τέτοια χαρά δεν θα την δης», «Το τελευταίο ποτηράκι», «Αφού το θες», «Πάρε το δάκρυ μου», «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω», «Η αγάπη μου δεν σβήνει», «Θλίψη», «Λαός και Kολωνάκι», «Σβήσε τη φλόγα», «Απότομα», «Πάρε με στο τηλέφωνο», «Θεσσαλονίκη μου», «Παρτίδες» κ.λπ.
Βεβαίως η Λίντα δεν τραγούδησε μόνο Μανώλη Χιώτη στην τρανή εποχή της. Είπε τραγούδια και άλλων λαϊκών συνθετών (
Μητσάκης, Ζαμπέτας, Καπλάνης, Τσιτσάνης, Καλδάρας, Παπαϊωάννου...), αλλά κυρίως είπε τραγούδια «έντεχνων», σφραγίζοντάς τα, και αυτά, με τις ερμηνείες της. Τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Χατζιδάκι σε πρώτη φάση, αλλά και κάποιες συνθέσεις των Κώστα Καπνίση, Γιάννη Μαρκόπουλου, Βαγγέλη Πιτσιλαδή, Γιώργου Κατσαρού κ.ά. Αριστουργήματα σαν τα «Ροδιά τετράκλωνη», «Απαγωγή», «Σε πότισα ροδόσταμο» του Μίκη Θεοδωράκη από το «Αρχιπέλαγος» ή την «Μυρτιά» ας πούμε, όπως και τα «χατζιδακικά» «Ξημερώνει», «Θαλασσοπούλια» και «Κάνε τον πόνο σου χαρά» είναι απολύτως συνδεδεμένα με τη φωνή της.
Χιώτης-Λίντα συνεργάστηκαν, για τελευταία φορά, το καλοκαίρι του ’68 (για λίγο). Τον Μάρτιο του ’70 πεθαίνει ο Χιώτης και από ’κει και κάτω η Λίντα, μόνη της πια, θα επιχειρήσει να επιβιώσει από πλευράς ρεπερτορίου και με νεότερα τραγούδια, που ν’ ανήκουν στη νέα εποχή και, το κυριότερο, να μην θυμίζουν Χιώτη. Δεν ήταν εύκολο. Η κληρονομιά του Χιώτη υπήρξε τεράστια και εν ολίγοις ανεπανάληπτη, αλλά η Λίντα θα σταθεί στα πόδια της (είχε, εξάλλου, πάντα στα ατού της την τεράστια φωνή της) και θα πει νέα λαϊκά του Κώστα Ψυχογιού, του Νάκη Πετρίδη, του Τάκη Μουσαφίρη, του Αλέκου Χρυσοβέργη κ.ά. γράφοντας κάποιους δίσκους μετά το μέσο των 70s και στην αρχή των 80s, δίχως να κάνει πάντως την πολύ μεγάλη επιτυχία.
Ποτέ δεν θα χανόταν από τα μαγαζιά, τις σκηνές και τη δισκογραφία η Μαίρη Λίντα, απλώς από το ’80 και μετά όλα αυτά θα συνέβαιναν εντελώς επιλεκτικά. Παρότι θα έδινε και στα 90s νέα τραγούδια που είχαν σίγουρα μια ποιότητα (της Νένας Βενετσάνου ή του Γιάννη Σπανού), ο κόσμος, ο πολύς κόσμος, επηρεασμένος και από τις συνεχείς προβολές των παλαιών ελληνικών ταινιών από τα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, δεν ήταν εύκολο να την παρακολουθήσει, με θέρμη, σε κάτι άλλο, νεότερο – πέραν του κλασικού ρεπερτορίου της. Το γνώριζε και η ίδια αυτό και δεν νομίζω να την ενοχλούσε. Εξάλλου με τη μεγάλη φωνή που είχε, ακεραία σχεδόν έως και τα βαθιά γεράματά της, δεν σταμάτησε ποτέ να αποδίδει όλα εκείνα τα τραγούδια που την κατέστησαν τρανή, στο ξεκίνημα σχεδόν της διαδρομής της.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/oi-moysikes-apoleies-toy-teleytaioy-kairoy

Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΓΚΑΛΙΔΗΣ είχε μεγάλη ιστορία στη μουσική και τη δημοσιογραφία – συνδέθηκε με τη Θεσσαλονίκη, με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις φεστιβαλικές εκδηλώσεις της πόλης

Όσοι και όσες μεγαλώσαμε στις παλαιότερες δεκαετίες και ασχοληθήκαμε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, με τα «ξένα τραγούδια» γνωρίζουμε οπωσδήποτε το όνομα του Λευτέρη Κογκαλίδη – αυτού του αφοσιωμένου ανθρώπου της μουσικής, που θα έφευγε από τη ζωή την 1η Ιουνίου 2026 στα 83 χρόνια του.
Ο Κογκαλίδης, μαζί με τον Νίκο Μαστοράκη και τον Γιάννη Πετρίδη, από τη δεκαετία του ’60 ήδη, θα έβαζαν ως στόχο τους τη διάδοση της αγγλόφωνης (και γαλλόφωνης και ιταλόφωνης) ποπ στη χώρα μας, δημιουργώντας μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τα κείμενά τους, στα περιοδικά και τις εφημερίδες, τις πρώτες ομάδες των fans (βασικά της «χρυσής νεολαίας») των μεγάλων ερμηνευτών-ερμηνευτριών και των συγκροτημάτων της αλλοδαπής. Είναι σαφές, θέλω να πω, πως η διάδοση της ποπ και του ροκ, στα σίξτις και τα σέβεντις αρχικά (ας μείνουμε σ’ αυτές τις δύο δεκαετίες), τους οφείλει πολλά. Ο Κογκαλίδης, εν αντιθέσει με τους άλλους δύο, που ήταν Αθηναίοι, είχε ως βάση του τη Θεσσαλονίκη, και το γεγονός πως συνδέθηκε όσο κανένας άλλος με τη μουσική ιστορία της πόλης είναι κάτι που, ασφαλώς, τον ξεχωρίζει.
Έτσι, μπορεί να ξεκινά το 1962 από τις εφημερίδες της Μακεδονίας, όπως τον «Ελληνικό Βορρά», με το λεγόμενο «καλλιτεχνικό ρεπορτάζ», αλλά γρήγορα ο Κογκαλίδης ξανοίγεται και στα ποπ έντυπα των Αθηνών, την εφημερίδα «Δισκοθήκη» του Νίκου Μαστοράκη αρχικά και το περιοδικό «Μοντέρνοι Ρυθμοί» του Θανάση Τσόγκα στη συνέχεια, γράφοντας ανταποκρίσεις από τη Θεσσαλονίκη, και παρουσιάζοντας όλη τη μοντέρνα καλλιτεχνική κίνηση της συμπρωτεύουσας (τα κλαμπ, τα σχήματα, τους έλληνες και ξένους τραγουδιστές που εμφανίζονταν εκεί κ.λπ.).
Ο Κογκαλίδης διάβαζε ξένο Τύπο από τότε κι ήταν ενημερωμένος για διάφορα θέματα, μεταφέροντας στα κείμενά του πληροφορίες που δεν ήταν εύκολο να τις συλλέξει και να τις αξιολογήσει ο οποιοσδήποτε. Αναφερόμαστε στο μέσο της δεκαετίας του ’60, μια πολύ πρώιμη εποχή για την ποπ στην Ελλάδα, όταν όλα κινούνταν «στο περίπου» και ήταν, σίγουρα, αδιαμόρφωτα.
Για παράδειγμα, ο Κογκαλίδης ήταν ο πρώτος που είχε γράψει στην Ελλάδα, τον Αύγουστο του ’65, στους «Μοντέρνους Ρυθμούς», πως η γιάνκα, όπως την λέγαμε εδώ, ήταν φινλανδική και αυτό, προσωπικά, του το έχω πιστώσει, αναφέροντάς το και στο βιβλίο μου «Ροκ, Ελληνικό Ροκ, Κοινωνία & Πολιτική στη Μακρά Δεκαετία του ’60» [Όγδοο, 2025] στο σχετικό κεφάλαιο. Επίσης έδινε διάφορες πληροφορίες του τύπου «το νέο κασσέ των Μπητλς είναι 1.500.000 δρχ. για κάθε εμφάνισι», «για μια εμφάνισι στην Σάντα Μόνικα ο Μπομπ Ντύλαν έλαβε 300.000 δρχ.», «ο Λούι Άρμστρονγκ και η ορχήστρα του παίρνουν 120.000 δρχ.» (λιγότερα απ’ όλους ο «πρεσβευτής» της τζαζ), που συνδέονταν (οι πληροφορίες) με την υλικότητα των μουσικών δρωμένων το καλοκαίρι του ’65 και την οικονομική αποτύπωση των «αστέρων» στη μπίζνα της εποχής.

O Λευτέρης Κογκαλίδης κρατά το άλμπουμ των Eric Burdon and War “The Black Man’s Burdon”, συζητώντας με τον Burdon στο MIDEM των Καννών, τον Γενάρη του ’71 

Τον Λευτέρη Κογκαλίδη μπορεί να μην τον γνώριζα από κοντά, όμως άφηνε σχόλια από παλιά στο
blog μου «δισκορυχείον» (κάτι που θα με εξέπληττε θετικά σε σχέση με την άνεσή του να σχολιάζει σ’ ένα ταπεινό ιστολόγιο), ενώ σχολίαζε και στις αναρτήσεις μου στο fb, καθώς εκεί ήμασταν φίλοι. Τον εκτιμούσα (σίγουρα) και με εκτιμούσε (έτσι νομίζω) – παρότι μια-δυο φορές είχαμε διαφωνήσει και για μουσικά ζητήματα, μα και για πολιτικά, που πάντα παρεισφρέουν στις κουβέντες, καθώς ο Κογκαλίδης, όπως και οι περισσότεροι συνομήλικοί του, που ασχολούνταν με την ποπ στα σίξτις, ήταν συντηρητικός.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/o-leyteris-kogkalidis-eihe-megali-istoria-sti-moysiki-kai-ti-dimosiografia

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 724

27/5/2026
Η τζαζ στα φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή και Αυγής-Θουρίου, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70.
Λεπτομέρειες στις σελίδες 221-224 του «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ / Από το μουσικό θέατρο και το ελαφρό τραγούδι στη σύγχρονη και αυτοσχεδιαστική τζαζ» [Όγδοο, 2025].

27/5/2026
Είχε ένα κόμμα της τάξης του 17%. Με απίστευτα τερτίπια, μαχαιρώματα και μεθόδους, που έφθασαν έως τα εσωτερικά πραξικοπήματα διαλύθηκε το κόμμα του, εκτέθηκαν οι σύντροφοί του κι έμεινε η χώρα, σε κρίσιμες εποχές, χωρίς αντιπολίτευση, ενώ τώρα, εικονικά αναβαπτισμένος, επανέρχεται με νέο κόμμα, προσδοκώντας ένα ανάλογο ποσοστό. Το πιο σίγουρο όλων είναι πως πρόκειται για τον πιο βολικό αντίπαλο για τη ΝΔ, καθώς το μόνο που θα καταφέρει να κάνει θα είναι να συσπειρώσει όλη την παραπαίουσα δεξιά (ακροκεντρώα, παραδοσιακή, ακροδεξιά), οδηγώντας τη χώρα σε ακόμη μία νεοδημοκρατική τετραετία.

26/5/2026
ΕΛΑΣ ΕΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ (γέλιο)

26/5/2026
Δεν το έχω ψάξει το θέμα βαθιά, αλλά δεν θυμάμαι τους παλιούς πολιτικούς να πηγαίνανε στα γήπεδα και να μιλάγανε για το ποδόσφαιρο. Οι πρώτοι που το κάνανε με σύστημα, ήταν οι χουντικοί.
Έτσι, οι πολιτικοί ηγέτες της πρώιμης μεταπολίτευσης, ακόμη κι αν είχαν κάποια απειροελάχιστη επαφή με το χώρο, δεν είχαν καμιά διάθεση να το παίξουν ποδοσφαιρόφιλοι, γιατί η ρετσινιά θα ήταν μεγάλη. Η ταύτιση, εννοώ, με τους χουντικούς θα ήταν άμεση.
Είναι σίγουρο, λοιπόν, πως ούτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν φίλαθλος, ούτε ο Αντρέας Παπανδρέου, ούτε ο Φλωράκης, ούτε ο Ηλιού, ούτε ο Μαύρος, ούτε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ούτε καν ο Σημίτης...
Έπρεπε να έρθουν... τα χαζά εννοώ, μετά από το 2000, για να παραλάβουν το τόπι από τον... Παττακό, επειδή έτσι θα τους έλεγαν οι ακόμη πιο χαζοί επικοινωνιολόγοι τους.

26/5/2026
Είναι απλά τα πράγματα, και τραγικά ταυτόχρονα. Όταν η... κυβερνώσα αριστερά σου τρώει το λαρύγγι είναι λογικό να έρχεται, μετά, η δεξιά-ακροδεξιά και να σου κόβει το κεφάλι. Γιατί της έχεις δώσει το θάρρος να το κάνει. Να ξεπεράσει τον εαυτό της και να πλειοδοτήσει σε καταστροφή.

26/5/2026
Οποιοσδήποτε πολιτικός εκφράζεται ποδοσφαιρικά, φωτογραφίζεται σε γήπεδα ή αλλού, με κασκόλ ή μπάλες, πανηγυρίζει για αθλητικές πρωτιές κατεστημένων ομάδων ή εκμεταλλεύεται αθλητικά «επιτεύγματα», δίνοντας συγχαρητήρια κ.λπ., για μένα είναι ένας σοβαρός λόγος για να του δώσω... σουτ.
Πόσο μάλλον όταν κάποιος επιλέγει να φωτογραφηθεί με μπάλες της Μπαρτσελόνα, όταν υπάρχουν οι μπάλες του Πανιωνίου, μιας ελληνικής ομάδας με τα ίδια χρώματα, με ρίζες στην προσφυγιά, με λαϊκή βάση που την νοιώθουμε και που τροφοδότησε για δεκαετίες το ελληνικό ποδόσφαιρο με παίκτες μεγάλης κλάσης.
Δεν μας ενώνει τίποτα με την κάθε Μπαρτσελόνα (και δεν αναφέρομαι στον ανώνυμο ποδοσφαιρόφιλο), παρά μόνο ο κοσμοπολιτισμός της πλάκας και η ξενοδουλεία...

25/5/2026
Sunset «Τι κι αν είμαι δυνατός»
https://www.youtube.com/watch?v=U8tKMd7-CDc

23/5/2026
Ένα πολύ καλό, σφιχτό πόντκαστ του Άρη Δημοκίδη για τον Κώστα Τουρνά, με φοβερή ροή και με ουσία. Να το ακούσετε...
https://www.lifo.gr/podcasts/wraia-pragmata/h-skliri-alitheia-gia-ton-kosta-toyrna

22/5/2026
Αυτοί δεν ήταν αβαντγκαρντίστες σαν εκείνους του RIO (Rock In Opposition), αλλά ο μαοϊσμός είχε... διαφθείρει πολύ κόσμο την ίδια πάνω-κάτω εποχή. Είμαι φαν των Jellybread από 40ετίας όταν είχα αγοράσει τον δίσκο που είχε μέσα το Chairman Mao's boogaloo στην επανέκδοση της Line. Οι μαοϊκοί στην Αγγλία ακούγανε και παίζανε ροκ - δεν ήταν σαν τους δικούς μας που το βρίζανε (πλην ελαχίστων και μεμονωμένων εξαιρέσεων).

21/5/2026
Καμάρι των αναλογικών synths, παραγωγή Klaus Schulze (1980).
21/5/2026
Για το βίντεο βάζω μηδέν, το τραγούδι, όμως, δεν είναι άσχημο. Monika “New York windmills” (Official Video)
https://www.youtube.com/watch?v=ftbj0TI4plo&list=RDftbj0TI4plo&start_radio=1

Κυριακή 3 Μαΐου 2026

τραγουδώντας την καινούργια Αθήνα: η μουσική στο (πρώην) Athens Hilton στη δεκαετία του ’60 – από ρεμπέτικα, λαϊκά και τζαζ, μέχρι ποπ και αβάν-γκαρντ

Πριν ανοίξει το ξενοδοχείο Hilton (εγκαίνια στις 21 Απριλίου 1963) οι αίθουσες, που θα μπορούσε να φιλοξενήσουν μουσικά γεγονότα, στην Αθήνα, ήταν οπωσδήποτε περιορισμένες. Το Hilton, θέλω να πω, προσθέτει νέους χώρους, οι οποίοι εκτός των λοιπών ακουστικών προδιαγραφών «ντύνονται» και από μία αίγλη. Το ξενοδοχείο πρωταγωνιστεί στην κοσμοπολίτικη νυχτερινή ζωή της πόλης, και στέκια όπως το μπαρ ή και κλαμπ Galaxy, στον τελευταίο και 13ο όροφο, είναι συνδεμένα με την «καλή μουσική», όσο λίγα άλλα στέκια της εποχής.
Φυσικά το Galaxy δεν ήταν ο μοναδικός χώρος του Hilton στον οποίο συνέρρεαν τουρίστες και μουσικόφιλοι, καθώς υπήρχαν ακόμη η Αίθουσα Τέχνης (Γκαλερί), η ταβέρνα Τα Νησιά και βεβαίως οι αίθουσες Τερψιχόρη και Εσπερίδες, που φιλοξενούσαν μουσικά γεγονότα.
Στο Galaxy βασικός μαέστρος, επί χρόνια, ήταν ο πιανίστας της τζαζ Μανώλης Μικέλης (1924-1990), τον οποίο συνόδευε όχι μόνο το ανάλογο (τζαζ) σχήμα, μα συχνά και έγχορδα (The Galaxy Violins) και βεβαίως φωνές (Ricardo Credi, Τάσος Παπασταμάτης, Δάκης, Αλέκα Κανελλίδου, Trio Greco, Αλέκος Αναστασιάδης και διάφοροι άλλοι). Μάλιστα η διετία 1965-66 υπήρξε σταθμός, ας το πω έτσι, για το Galaxy και το Hilton, επειδή συμβαίνουν γεγονότα, που θα είχαν και δισκογραφική αποτύπωση. Και είναι προφανές πως όταν κάτι αποτυπώνεται στο βινύλιο η σημασία, εκείνου που συμβαίνει, μεγεθύνεται.
Ένας από τους πρώτους ξένους μουσικούς, που πάτησαν πόδι στην Ελλάδα των σίξτις, μένοντας στην Αθήνα για αρκετά χρόνια, ήταν ο Αιγύπτιος(;) συνθέτης, πιανίστας και τραγουδιστής Ricardo Credi. Βάζω ερωτηματικό στο «Αιγύπτιος», διότι άλλοι τον έχουν για Λιβανέζο (πάντως, έβγαιναν δίσκοι του στο Λίβανο, στην εταιρία SLD), άλλοι για Μαροκινό (πηγαινοερχόταν στην πρωτεύουσα Ραμπάτ) κ.ο.κ.
Στο τεύχος #56 των «Μοντέρνων Ρυθμών» (1 Ιουνίου 1966), όπου αναφέρεται ως Αιγύπτιος, μαθαίνουμε πως είχε συμβόλαιο με την αλυσίδα των ξενοδοχείων Hilton, πως βρισκόταν στην Ελλάδα από το ’64 με τη γυναίκα και τα τρία παιδιά του, και πως είχε ηχογραφήσει μέχρι τότε οκτώ τραγούδια, μοιρασμένα σε τρία 7ιντσα.
Αν το πρώτο ήταν το «Une larme / Petrouchka» [Philips, 1965] σε συνεργασία με τον Νάκη Πετρίδη και το δεύτερο το «Ten ai assez / Fichez-moi-la paix» [Philips, 1966] σε συνεργασία με τον Μανώλη Μικέλη, τότε το τρίτο ήταν το EP «At the Athens Hilton», με τα τραγούδια «Galaxy cha-cha-cha, Paradis d’ amour / Pardonne-moi, Quand reviendra l’ automne» [Philips, 1966], που είχε γραφτεί και αυτό με τη συμβολή της ορχήστρας του Μικέλη.
Το «Galaxy cha-cha-cha» είναι ό,τι μαρτυρά ο τίτλος του (προφανώς θα το έπαιζε ο
Credi στο Galaxy), ένα κλασικό cha-cha-cha εννοώ, με τις τιμπάλες πίσω από την ακμαία και «βαθειά» φωνή του τραγουδιστή να δίνουν το χρώμα, το «Paradis d’ amour» είναι ένα jazzy σέικ, με σύντομο σόλο στην ηλεκτρική κιθάρα και με τη φωνή, στιβαρή και ορμητική, να το καθορίζει, το «Pardonne-moi», που ξεκινά τη δεύτερη πλευρά, παίζει το ρόλο ενός μπλουζ (όπως έλεγαν, τότε, τα μοντέρνα αργά κομμάτια), με τον Credi, σε στυλ crooner, να ίπταται πάνω από ελαφρά τζαζ ηχοχρώματα, ενώ στο τέλος έχουμε το «Quand reviendra l’ automne», που είναι ένα mid-tempo χορευτικό τραγούδι. Στο πίσω μέρος τού εξωφύλλου τού EP υπήρχε ένα κείμενο, στα αγγλικά, το οποίο μεταφέρω, επειδή δείχνει και μιαν άλλη χρήση των δίσκων –εκείνη των τουριστικών σουβενίρ–, που θα εξαπλωνόταν την επόμενη δεκαετία:
«Η μουσική και οι στίχοι αυτού του νέου, εξαιρετικού δίσκου 45 στροφών συνετέθησαν από τον Ricardo Credi στην όμορφη ταράτσα του ξενοδοχείου Athens Hilton, στο Galaxy, που έχει θέα στην Ακρόπολη. Το μοναδικό στυλ του Ricardo τον έχει καταστήσει ως έναν από τους πιο δημοφιλείς τραγουδιστές της πρωτεύουσας. Όσοι από εσάς αφήσετε την όμορφη χώρα μας, ελπίζουμε ότι αυτός ο δίσκος θα σας φέρει στη σκέψη όμορφες αναμνήσεις από τη διαμονή σας στο υπέροχο Athens Hilton. Και ελπίζουμε, επίσης, ότι αυτές οι αναμνήσεις θα σας παροτρύνουν να επιστρέψετε, κάποια στιγμή, ξανά στην Ελλάδα».
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/tragoydontas-tin-kainoyrgia-athina-i-moysiki-sto-proin-athens-hilton-sti-dekaetia-toy

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 703

22/2/2026
Μάγκες μου… και αναφέρομαι σε κάποιους σχολιαστές εδώ μέσα τα σχόλια των οποίων τα έριξα στα σκουπίδια.
Όταν θέλω να κάνω και να κάνουμε πλάκα ρίχνω εγώ το σύνθημα και η πλάκα γίνεται. Όταν όμως κάνω ένα σοβαρό ποστ, προβάλλοντας ένα άρθρο μου ας πούμε, είναι μ@λακία να βγαίνει ο άλλος από κάτω και να γράφει ό,τι του κατέβει. Να μου γ@μ@ει το ποστ δηλαδή.
Έγραψα, λοιπόν, ένα άρθρο για τον Τέρη Χρυσό, γιατί πάντα τον γούσταρα σαν καλλιτέχνη και προτείνω σε όσους ενδιαφέρονται να ψάξουν στα search μου, και εδώ και στο δισκορυχείον, για να δουν τις πάμπολλες αναρτήσεις που έχω κάνει για τον Τέρη μέσα στα χρόνια. Δεν απολογούμαι φυσικά. Δεν απολογούμαι ποτέ και για τίποτα. Απλώς πληροφορώ.
Επίσης έχω αποδείξει όσο ελάχιστοι άλλοι ότι ξέρω να χειρίζομαι δύσκολα και αμφιλεγόμενα θέματα με τον καλύτερο και τον σοβαρότερο τρόπο – και απόδειξη αυτού είναι ότι δεν έχω κατεβάσει ποτέ ποστ από δω μέσα -ποτέ, το ξαναλέω-, ενώ και στο δισκορυχείον, μέσα σε 16+ χρόνια χιλιάδων αναρτήσεων συνέβη μόνο μια φορά κάτι (μόνο μια φορά, το τονίζω), επειδή κάτι σιχάθηκα και έκοψα έκτοτε κάθε επαφή με μια κατάσταση. Μία ίσον καμία λοιπόν.
Πληροφορώ λοιπόν τους ενδιαφερομένους πως δεν κωλώνω να γράψω περί Τέρη και Κούλη και σε ανύποπτο χρόνο, εδώ μέσα, έχω πάρει θέση – και μια και δυο φορές. Και η θέση μου χοντρικά είναι αυτή, όπως καταγράφεται σε ένα από τα παλαιότερα ποστ μου:
https://www.facebook.com/permalink.php?story_fbid=pfbid02NFB3vdgzx3cBJUks1w9o2ceovis1rrQMSLWj1UZcVPUhmKTGL33ZzwPcm2BP1jxsl&id=100014406333349&locale=el_GR
Από ’κει και πέρα οι πλακίτσες, που δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία του άρθρου «LITTLE TONY – ΤΕΡΗΣ ΧΡΥΣΟΣ ιταλικά ποπ τραγούδια, που έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην Ελλάδα των 60s», που ανέβηκε χθες στο LiFO. gr, δεν θα βρουν θέση εδώ πέρα. Ξηγημένα πράματα.

22/2/2026
Φανταστείτε τι έχει γίνει σε άλλες φάσεις απείρως πιο σοβαρές, πολύπλοκες και σκοτεινές, που εξελίχθηκαν νύχτα, στο θεσσαλικό κάμπο, με 57 νεκρούς κτλ., όταν σ’ ένα δημόσιο επεισόδιο, μέρα-μεσημέρι, σ’ ένα νοσοκομείο, όπου τα ζμάρτφων είναι όσα και οι άνθρωποι, υπάρχει τέτοια επίσημη ανενδοίαστη απόκρυψη, παραχάραξη και παραποίηση της αλήθειας, όσον αφορά το ποιος άρχισε να βαράει ποιους, ποιος σηκώνει το χέρι του για να διαμαρτυρηθεί ή για να προφυλαχθεί και όχι για να γρονθοκοπήσει κτλ.

21/2/2026
Για όλους εμάς εδώ στην Καισαριανή, που κρατάμε τις αξίες του λαϊκού ψηλά...
https://www.youtube.com/watch?v=YoaTJlQ4C84

20/2/2026
Αυτό που τον δείχνει να ωρύεται μπροστά στον γιατρό, που του έχουν περάσει χειροπέδες εν τω μεταξύ, είναι από τα άγραφα. Πολύ μαύρο, πολύ σκοτεινό. ΕΑΤ-ΕΣΑ ξέρω γω... Όλο λες ότι τα έχεις δει όλα απ’ αυτόνανε και τελικά όλο και κάποιο χειρότερο ξεπροβάλλει.

20/2/2026
>>Εκείνη την εποχή υπήρχε πάντα ο Γιάννης Σπάρτακος στην Αθήνα (δες στο έκτο κεφάλαιο), όπως και ο Αλέκος Σπάθης στη Θεσσαλονίκη (μαζί με τα αδέλφια του, που ήταν επίσης μουσικοί), συνθέτοντας για το λυρικό θέατρο (οπερέττα). Όπως μαθαίνουμε από το περιοδικό «Τάμαριξ» [τεύχος #4, Απρ. 1997] στα χρόνια της Κατοχής οι Γερμανοί, έχοντας καταλάβει τον κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό, στη Θεσσαλονίκη, ιδρύουν δύο ορχήστρες, μία Συμφωνική και μία Ελαφράς Μουσικής, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Σπάθης. Μέσα από εκείνη την ορχήστρα, που αποτελείτο από πνευστά (σαξόφωνα, τρομπέτα), έγχορδα (βιολιά), πιάνο κ.λπ. και που έπαιζε και τζαζ φυσικά, θα προέκυπτε ένα πιο μικρό σχήμα, με τα αδέλφια Σπάθη, τον Αλέκο (πιάνο), τον Μενέλαο (βιολί) και τον Αντώνη (ντραμς), να πρωταγωνιστούν και στα κέντρα της εποχής (Παράδεισος, Ακαπούλκο). Όπως έλεγε ένας από τους μουσικούς εκείνου του σχήματος, ο ακορντεονίστας-πιανίστας Κώστας Καρανίκας (πάντα από το «Τάμαριξ»):
«Ο πολύς κόσμος πεινούσε (τότε). Δεν έπαυαν όμως να υπάρχουν και οι πλούσιοι, οι καπνέμποροι, οι μαυραγορίτες, που δεν είχαν πρόβλημα. Παίζαμε από τις εννέα το βράδυ, μέχρι τις δώδεκα που σταματούσε η κυκλοφορία. Μετά την Κατοχή με την Ορχήστρα του Σπάθη παίξαμε και στο Ντελίς. Ο καλύτερος κόσμος ερχόταν για να μας ακούσει. Όπου γίνονταν οι μεγάλοι χοροί, όπως το “Τριφύλλι” ή “Η Φανέλλα του Στρατιώτου”, η ορχήστρα ήταν παρούσα».<<

Από το "100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ" [Όγδοο, 2025]

19/2/2026
Ορίστε, να πώς γίνονται οι επισκέψεις στους κοινωνικούς χώρους, ήρεμα και πολιτισμένα, χωρίς βρωμοκουκουέδες και παλιοανταρσύες να φωνάζουν, να φτύνουν, να βρίζουν και να σπρώχνουν...

19/2/2026
Πήγε στη Νίκαια για να προκαλέσει τζέρτζελο, προκειμένου να βγει μετά και να βρίζει τους κομμουνιστές, στήνοντας αναχώματα στην αυθόρμητη ευαισθησία και συγκίνηση που έδειξε ο λαός, με αφορμή τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στο σκοπευτήριο – αν παρακολουθήσεις το ρεπορτάζ θα αντιληφθείς ότι δεν είχε κανένα ουσιαστικό λόγο, για να βρισκόταν σήμερα εκεί.

19/2/2026
Φάντης, Χατζηαθανασίου, Βισβίκης, Στασινόπουλος.
Το κορυφαίο progressive-fusion-jazz LP της ελληνικής δισκογραφίας είναι το τρίτο των Axis, από το 1973. Καθαρός Canterbury sound (με επεξεργασμένες επιρροές από Soft Machine βασικά) φτιαγμένο από τέσσερις έλληνες μουσικούς, που θα βρίσκονταν στο Παρίσι στα early 70s, έχοντας και ταλέντο φυσικά και βεβαίως τα σωστά ακούσματα.
Μέσω της συζήτησής μας με τον ντράμερ Στασινόπουλο, θα διαβάσεις για όλα αυτά στις σελίδες 193-197 του «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ» [Όγδοο, 2025], που τώρα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία...

18/2/2026
Απώλειες...
Με τον Τάσο Σταυρουλάκη (Tamistas-Mhnymal), που πέθανε προχθές στα 62 του, δεν γνωριζόμασταν από κοντά, αλλά ήμασταν φίλοι εδώ μέσα. Τον θυμάμαι δε από την εποχή του περιοδικού «Μια Απόπειρα στη Χαλκίδα», που το αγόραζα, όταν το εύρισκα, στο μέσο του ’80. Ήταν ραδιοφωνατζής ο Σταυρουλάκης, έγραφε κείμενα, τραγούδια κ.λπ.
Με τον συγγραφέα Κλέωνα Αρζόγλου, που πέθανε κι αυτός προχθές στα 75 του, δεν ήμασταν φίλοι εδώ μέσα, αλλά είχαμε βρεθεί σε κοινή παρέα, 2-3 φορές πριν από 25 χρόνια περίπου. Ο Κλέων, που ήταν ταξιδευτής, είχε ζήσει στα σέβεντις στη Σουηδία (στην Ινδία και αλλού), και θυμάμαι ακόμη μια συζήτηση που είχαμε κάνει, σε μια ταβέρνα κάπου μεταξύ Κηφισιάς και Εκάλης, για το σουηδικό ροκ. Ο Κλέων ήταν εκείνος που θα με μάθαινε να προφέρω σωστά τους Älgarnas Trädgård – όταν στην Ελλάδα τους άκουγες από φίλους να προφέρονται... όπως τύχει. Και ήταν τότε, όταν μου είχε χαρίσει και το πρώτο μυθιστόρημά του, ίσως το πιο ωραίο hippy μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε ποτέ στην Ελλάδα (γραμμένο από Έλληνα), το «Εγώ κι ο θείος Χάρης» στις εκδόσεις Σέλας, το 2001. Το βιβλίο αυτό έχει κάνει έκτοτε κι άλλες εκδόσεις, γιατί το ανακαλύπτουν συνεχώς όσοι κοιτάνε πίσω, στα σίξτις, στην εποχή «του ροκ εν ρολ, της μαριχουάνας, του ελεύθερου έρωτα, της επανάστασης του Μάη, αλλά και της απριλιανής χούντας των συνταγματαρχών» (όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο), και μάλιστα με «διορθωμένο» τίτλο, ως «Εγώ κι ο θείος Χάρις» (Χάρις αντί Χάρης). Εδώ βάζω το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης και λέω... καλά ταξίδια και στους δύο.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

THE CLIXETS days go by

Τους Clixets τους παρακολουθώ από το 2020 και το δεύτερο, τότε άλμπουμ τους “Add Silence”. Για το σχήμα των αδελφών Βαλαδάκη (του Αντρέα και του Πάρι), είχα γράψει, τότε, πως... οι φίλοι μας έχουν ωραίες μελωδίες («μπητλικής» λογικής) και συνολικότερα ωραία τραγούδια, κινούμενα σ’ ένα ύφος σύγχρονης pop-rock μπαλάντας. Δεν θα τα έλεγα dreamy τα τραγούδια τους, ούτε post-rock και τα συναφή. Είναι pop-rock με καταφανείς αναφορές στα 80s (στα καλύτερα των Cutting Crew και των Its Immaterial). Αυτά τότε... το 2020.
Η ποπ διάσταση των τραγουδιών των Clixets συνεχίζει να υπάρχει πέντε χρόνια αργότερα και αυτό το ακούμε καταφανώς στο νέο mini-LP τους, που αποκαλείταιDays Go By [Private Pressing, 2025], με τα τέσσερα + δύο κομμάτια ανά πλευρά βινυλίου και με όλα τα «σωστά» vibes να εκλύονται κατά ριπάς, μέσα από την πολύ δυνατή και καθαρή παραγωγή του Kostas Ekelon, την μείξη του Πάρι Βαλαδάκη και το mastering του Νίκου Παπαδόπουλου.
Υπάρχει, όμως, μία μετατόπιση –θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο αυτό–, όσον αφορά τα ποπ χρώματα και επιχρίσματα, καθώς τούτα κινούνται, τώρα, σε περισσότερο 90s καταστάσεις, φέρνοντας στη μνήμη συνθέσεις των Tindersticks ή και των Raining Pleasure, έχοντας, όμως, πάντα, την ίδια θερμή και ουσιαστική αντιμετώπιση.
Εννοώ πως οι Clixets είναι ταλαντούχοι, ξέρουν να γράφουν τραγούδια, και όχι να υποκρίνονται ότι γράφουν, με αποτέλεσμα και αυτό το mini-LP τους να κυλάει μέσα στην καλή διάθεση και την ακουστική ομορφιά. Τραγούδια σαν τα “1995”, “Where did your heart go?” και “Gold and glue” είναι από εκείνα, που μπορείς να τ’ ακούς και να τα ξανακούς συνεχώς, με όλη τη δουλειά να αποπνέει, σε κάθε διάστασή της, υψηλή καλλιτεχνική συνείδηση.
Στην ηχογράφηση του “Days Go By” πήραν μέρος οι Andreas Valadakis φωνή, πιάνο, σύνθια, Paris Valadakis ηλεκτρικό, ακουστικό μπάσο, φωνητικά, Kostas Ekelon προγραμματισμός, σύνθια, Lola Yiannopoulou πιάνο, Katerina Tepelena βιολί, Tasos Gousetis βιολί και Ria Anastasiou τσέλο.
Επαφή: https://www.facebook.com/theclixets?locale=el_GR

Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

LITTLE TONY – ΤΕΡΗΣ ΧΡΥΣΟΣ ιταλικά ποπ τραγούδια, που έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην Ελλάδα των 60s - ένα πάρτι με τα La donna di picche (Ήταν μια οπτασία), Mulino a vento (Μύλος η καρδιά μου) και άλλα πολλά

Τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς και σκέφτηκα πως θα άξιζε να παρτάρουμε με μια σειρά από ιταλικά τραγούδια των σίξτις, τραγουδισμένα από τον Σανμαρινέζο Little Tony βασικά, και μεταφερμένα στα ελληνικά με τη φωνή του Τέρη Χρυσού κυρίως. Λέμε για τεράστιες επιτυχίες στην Ιταλία και την Ελλάδα, την ίδια ακριβώς εποχή (από το 1966 έως το 1969-70 χοντρικά), που δεν έχουν χάσει ίχνος από τη ζωντάνια και την αμεσότητά τους σχεδόν 60 χρόνια μετά.
Ο
Little Tony (1941-2013), το πραγματικό όνομα του οποίου ήταν Antonio Ciacci, είχε γεννηθεί από σανμαρινέζους γονείς στο Τίβολι, και παρότι θα ζούσε σχεδόν μόνιμα στην Ιταλία, εντούτοις δεν θα έπαιρνε ποτέ την ιταλική υπηκοότητα. Θα παρέμενε πάντοτε Σανμαρινέζος – και μία από τις πιο διάσημες καλλιτεχνικές προσωπικότητες, εννοείται, αυτής της λιλιπούτειας χώρας.
Προερχόμενος από μουσική οικογένεια, ο μικρός Antonio θα έμπλεκε από νωρίς με το τραγούδι, γνωρίζοντας επιτυχία από το ξεκίνημά του σχεδόν. Βασικά, εκείνο που πρέπει να ειπωθεί είναι πως ο Little Tony (το “Little” δανεισμένο από τον Little Richard) ήταν ένας από τους πρώτους ιταλούς ροκεντρολάδες, καθώς το 1957-58 το ροκ εν ρολ δεν είχε ξεφουσκώσει ακόμη και υπήρχε πολύς χώρος (και όχι μόνο στην Ιταλία), για να τον καλύψεις και να ξεκινήσεις τη δική σου πορεία.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στο ξεκίνημα της διαδρομής του, συμβαίνει κάτι μοναδικό για τον Little Tony. Τον ακούει στο Μιλάνο –μαζί με τα αδέλφια του, που ήταν επίσης μουσικοί– ένας άγγλος ιμπρεσάριος, ο Jack Good, ο οποίος εντυπωσιάζεται από το γκρουπ καλώντας το στο Λονδίνο. Παρότι οι Little Tony and His Brothers είχαν να συναγωνιστούν μεγάλα ονόματα της βρετανικής ροκ εν ρολ σκηνής, σαν τους Cliff Richard, Billy Fury, Marty Wilde, Tommy Steele κ.ά., θα τα πήγαιναν μια χαρά. Θα παρέμεναν, εννοώ, στο Νησί δυο-τρία χρόνια κάνοντας και μια επιτυχία με το “Too good” (των Doc Pomus-Mort Shuman), μπαίνοντας στο βρετανικό Top-50 στις 2 Ιανουαρίου 1960 και φθάνοντας έως τη θέση #13.
Εντάξει, δεν θα μπορούσε να αντέξει επί μακρόν τον βρετανικό συναγωνισμό ο Little Tony, με αποτέλεσμα το 1961 να επιστρέψει στην Ιταλία, κάνοντας, με το που πατάει το πόδι του εκεί, μια τεράστια επιτυχία, καθώς στο φεστιβάλ του Sanremo εκείνης της χρονιάς θα τραγουδούσε το “24 mila baci” (το ίδιο τραγούδι θα το έλεγε και ο Adriano Celentano φυσικά, που ήταν ένας από τους συντελεστές του, μαζί με τον σκηνοθέτη Lucio Fulci κ.ά.) κατακτώντας δεύτερη θέση – και φέρνοντας το ροκ εν ρολ στη σκηνή αυτής της διάσημης διοργάνωσης. Παίζοντας σε δύο ταμπλό, σε μουσική και κινηματογράφο (ως ωραίο παιδί, που «τα έλεγε» κιόλας, θα γυρνούσε καμιά 15αριά ταινίες στα σίξτις), ο Little Tony αναγνωριζόταν χρόνο με το χρόνο όλο και πιο πολύ, για να φθάσει στο peak της διαδρομής του μετά το μέσο των σίξτις. 
Το 1966 ο Little Tony θα έλεγε στο Cantagiro, έναν φημισμένο διαγωνισμό τραγουδιού εκείνων των ετών, το “Riderà”, ένα γαλλικό τραγούδι που είχε πρωτοπεί ο Hervé Vilard ως “Fais la rire” και το οποίο θα έκανε μεγάλη επιτυχία στην Ιταλία. Αυτό το “Fais la rire” θα το έλεγε, τότε, και ο Τέρης Χρυσός στην Ελλάδα, στα γαλλικά – και θα ήταν αυτό το πρώτο κοινό τραγούδι, που θα απέδιδαν οι δυο τους. Να λοιπόν πώς μπαίνει στην ιστορία μας ο έλληνας ερμηνευτής, που ψαχνόταν μέχρι τότε για να βρει το στυλ του. 
Εννοώ πως έως και το 1966 ο Χρυσός έλεγε ελαφρά, γλυκερά και έντεχνα ελαφρά τραγούδια (είχε συνεργαστεί με τους Στέλιο Καζαντζίδη-Μαρινέλλα, Μανώλη Χιώτη, Μίκη Θεοδωράκη, Γιάννη Μαρκόπουλο, Μίμη Πλέσσα, Κώστα Κλάββα κ.ά.), ενώ ήταν σίγουρο πως η φωνή του είχε άλλες ποιότητες, περισσότερο μοντέρνες, περισσότερο σέικ, σόουλ και τ’ ανάλογα. Αυτό θα αποδείκνυε, τέλος πάντων, η ιστορία.
Μια πολύ μεγάλη επιτυχία του Little Tony, στην Ιταλία, ήταν το περίφημο “Cuore matto”, που είχε ακουστεί στο φεστιβάλ του Sanremo το 1967 (το τραγούδι είχε πει εκεί και ο Mario Zelinotti). Το “Cuore matto” μπορεί να κατατάχθηκε δέκατο στη διοργάνωση, αλλά αυτό δεν θα το εμπόδιζε να σπάσει τα ταμεία, πουλώντας, μέσα στο ’67, πάνω από ένα εκατομμύριο δισκάκια. Ένα τέτοιο τραγούδι, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητους τους Έλληνες, με τον Νότη Κύταρη να βάζει ελληνικά λόγια στην ιταλική σύνθεση και ως «Τρέμει η καρδιά μου» [Pan-Vox] να το κάνουν επιτυχία οι Ariones. Μάλιστα, μέσα στο ’67, θα το έλεγαν, στην Ελλάδα, στα ιταλικά και κάποιοι Polizzi Brother’s (τους οποίους οι «Μοντέρνοι Ρυθμοί» τους αναφέρουν ως ιταλική ορχήστρα). Φυσικά, η εκτέλεση του Little Tony είναι και παραμένει ασυναγώνιστη...

Η συνέχεια εδώ...

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

33 LOVERS, THE CLIXETS, BOKAVOY: τρία πρόσφατα άλμπουμ ελληνικών συγκροτημάτων που αξίζουν – με επιρροές από την pop psych των 60s, μέχρι cinematic, electro και indie 90s

Η ψαγμένη ποπ στην Ελλάδα είναι ανοικτή προς πολλές και διαφορετικές κατευθύνσεις συγκρατώντας στοιχεία από μια μεγάλη διαδρομή, που ξεκινά από τα 60s και φθάνοντας έως τα 90s. Αυτό φαίνεται και στα τρία πρόσφατα άλμπουμ των 33 Lovers, The Clixets και Bokavoy, για τα οποία γράφουμε στη συνέχεια...
33 LOVERS: Am I in a Dream [
Inner Ear, 2026]
Το δεύτερο άλμπουμ των 33 Lovers, που αποκαλείται “Am I in a Dream”, με τα τέσσερα και πέντε κομμάτια ανά πλευρά, ξεκινά από ’κει όπου είχε σταματήσει το “Ghost Flower” του 2023, επεκτείνοντας την indie pop αισθητική και προβληματική εκείνου του δίσκου προς περισσότερο pop psych διαδρομές.
Αυτό που χαρακτηρίζει την τραγουδοποιία των 33 Lovers (βασικά όλα τα κομμάτια αποτελούν συνθέσεις του Στράτου Κύρη) είναι μια τάση προς την απλότητα. Και είναι τούτο κάτι που το παρατηρείς παντού, στο “Am I in a Dream”, σε μελωδίες, στίχους, ενοργανώσεις και ερμηνείες, από το ξεκίνημά του σχεδόν, στα tracks της πρώτης πλευράς “Might care” και “Free”, μέχρι το “Still life”, το “If you only love you” και το “Forget me not” (ένα από τα ωραιότερα) της δεύτερης.
Φυσικά και στα ελαφρώς πιο σύνθετα κομμάτια, όπως είναι το “Its Sunday” για παράδειγμα, το άθροισμα δεν αλλάζει, κάτι που δείχνει πως οι 33 Lovers μπορούν να εμφανίζονται πάντα προσιτοί απέναντι στους ακροατές τους, δίχως πολυπλοκότητες και περιαυτολογίες. Τα δίλεπτα και τρίλεπτα τραγούδια τους το αποδεικνύουν.
33 Lovers είναι, τώρα, οι Stratos Kiris φωνή, κιθάρες, Vasilis Nissopoulos μπάσο, φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα, σύνθια, κρουστά και Sotiris Ntouvas ντραμς, με τις βοήθειες, σε πλήκτρα, κιθάρες και τρομπέτα να μην διαφοροποιούν τη βασική κατεύθυνση του δίσκου. Ταιριαστό το εξώφυλλο της Ήρας Σταματοπούλου.
Επαφή: https://33lovers.bandcamp.com/album/am-i-in-a-dream
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/tria-prosfata-almpoym-ellinikon-sygkrotimaton-poy-axizoyn