Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ambient. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ambient. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

BJÖRN MEYER ο σουηδός μπασίστας και συνθέτης στο νέο άλμπουμ του

Εννέα χρόνια μετά από το “Provenance” (2017), ο σουηδός μπασίστας και συνθέτης Björn Meyer επανέρχεται στην ECM (AN Music) μ’ ένα νέο σόλο-μπάσο άλμπουμ, εννέα πρωτότυπων δικών του συνθέσεων, που αποκαλείται Convergence (2026). Βεβαίως το μπάσο του Meyer δεν είναι το κλασικό κοντραμπάσο ή το επίσης κλασικό bass guitar (τετράχορδα όργανα), αλλά ένα εξάχορδο ηλεκτρικό μπάσο, που του παρέχει «άλλες» δυνατότητες σύνθεσης και ηχοχρωμάτων.
Δεν υπάρχει λόγος... ο σουηδός εκμεταλλεύεται απολύτως και το συγκεκριμένο όργανο, και την τεχνολογία, προκειμένου να μας παρουσιάσει μια σειρά εντυπωσιακών συνθέσεων, τις οποίες χοντρικά θα αποκαλούσα
ambient. Υπάρχει, δηλαδή, μία «περιβαλλοντικότητα» και μία «ατμοσφαιρικότητα» σε αυτά που ακούμε, στα μαγικά “Drift” και “Motion” για παράδειγμα, αν και τα πάντα είναι «μαγικά» στο “Convergence” – ένα άλμπουμ καθηλωτικό σχεδόν, αποτελούμενο από απολύτως ρεαλιστικές συνθέσεις, με έντονο συναισθηματικό φορτίο. (Για τα τεχνικά ζητήματα δεν το συζητάμε. Προφανώς ο Meyer είναι κύριος της τεχνολογίας που χρειάζεται, προκειμένου να δημιουργήσει τον δικό του ηχητικό κόσμο).
Δίσκος, όχι μόνο για απόλαυση, μα και για μελέτη από μπασίστες και κιθαρίστες.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

DALOT & SOUND AWAKENER πέρα από το ηλεκτρονικό ambient

Ένα παράξενο άλμπουμ έχουμε εδώ, το οποίο υπογράφουν δύο συνθέτριες: η Ελληνίδα Dalot (Μαρία Παπαδομανωλάκη) και η Βιετναμέζα Sound Awakener (Nguyễn Hồng Nhung ή πιο απλά Nhung Nguyen). Ο τίτλος του CD είναι Ianos (2026) έχει πλαστικό cover, αλλά πολύ ιδιαίτερου (δηλαδή ωραίου) εικαστικού, και κυκλοφορεί τώρα από την ολλανδική Derde.
Το “Ianos” αναφέρεται προφανώς στην... δισυπόστατη υπογραφή, κάτι που βεβαίως δεν έχει να κάνει (και) με το παραγόμενο αποτέλεσμα, το οποίο σε κάθε περίπτωση είναι συντεθειμένο από κοινού και ηχεί «σαν ένα», ανεξαρτήτως του γεγονότος πως τούτο είναι ηχογραφημένο στα Χανιά και στο Ανόι. Στο άλμπουμ συμμετέχει μία ακόμη μουσικός, σε πιάνο και ξυλόφωνο σ’ ένα track, η Athena V, ενώ σ’ ένα άλλο (από τα επτά συνολικώς κομμάτια του CD) υπάρχουν και λόγια στα αγγλικά (γραμμένα από την Dalot).
Η δυαδικότητα, που συμβολίζει ο τίτλος του δίσκου, αφορά βεβαίως τα δύο πρόσωπα, αλλά, κατ’ επέκτασιν, αφορά και τις διαφορετικές εμπειρίες, τρόπους ζωής και κουλτούρες γενικότερα των δύο συνθετριών, που πάντως φαίνεται να έχουν κοινά οράματα, αν κρίνουμε από τους τίτλους κάποιων κομματιών, οι οποίοι διαβάζονται κάπως προγραμματικά. “When we die our souls become nature” είναι o ένας, “Easter church bells” είναι ένας άλλος, “Birth from fire” είναι ένας τρίτος κ.ο.κ. Υπάρχει, λοιπόν, ένας καμβάς, ας τον πούμε φιλοσοφικό, ο οποίος γεμίζει με τους ήχους της Dalot και της Nhung Nguyen, με το τελικό αποτέλεσμα να ξεπερνά τα όρια ενός τυπικού ηλεκτρονικού ambient, καθώς η ενότητα, η ροή, η πλαστικότητα και η υποβολή των συνθέσεων των δύο γυναικών είναι εκείνα που τοποθετούν αυτομάτως το “Ianos” στην κορυφή των σχετικών ηχογραφημάτων, που έχουν φθάσει στ’ αυτιά μας τον τελευταίο καιρό. Έξοχος δίσκος!
Επαφή: https://dalot.bandcamp.com/album/dalot-sound-awakener-ianos

Τρίτη 8 Ιουλίου 2025

AMBRE CIEL μια νέα καναδή τραγουδοποιός

Νέο όνομα. Η Ambre Ciel είναι Καναδή από το Μόντρεαλ και σ’ αυτό το ντεμπούτο άλμπουμ της, που περιλαμβάνει οκτώ δικά της τραγούδια και ορχηστρικά, αποδίδει σε δύο γλώσσες, σε αγγλικά και γαλλικά.
Τα τραγούδια τής Ciel, στο “Still, there is the sea” [Gondwana Records / ΑΝ Music, 2025], δεν είναι τυχαία. Δηλαδή δεν είναι τυχαία η ίδια. Πρόκειται, θέλω να πω, για μια τραγουδοποιό με τεχνικές γνώσεις και με απόψεις – κάτι που φαίνεται και από τον συνθετικό τρόπο της, μα και από τις ενορχηστρωτικές ιδέες, που επιφυλάσσει η ίδια για τα τραγούδια της.
Κατ’ αρχάς η Ciel έχει ωραία φωνή. Παρότι ακούγεται κάπως σαν... θρόισμα έχει ένταση – δεν είναι ξέπνοη (η φωνή της). Έχει επίσης «βάθος» και ωραίους χρωματισμούς. Πρόκειται, εν ολίγοις, για μία πολύ καλή ερμηνεύτρια. Έπειτα, οι συνθέσεις της είναι ουσιαστικές. Χωρίς να είναι προφανείς δεν είναι δήθεν και περισπούδαστες. Έχουν ροή, μελωδική άνεση, απλότητα και σοβαρότητα μαζί. Δεν είναι ποπ, αλλά δεν απέχουν και πολύ από την εκλεπτυσμένη ποπ καλλιτεχνών της 4AD, ας πούμε, δείχνοντας χαρακτήρα.
Περαιτέρω, έχουμε μια σειρά από ενορχηστρώσεις, που εμπεριέχουν σίγουρα και το κλασικό ποπ στοιχείο – υπό την έννοια πως εδώ ακούμε και πολλά έγχορδα μαζί, τα οποία προσφέρει η FAMES Skopje Studio Orchestra, υπό τον Sasho Tatarchevski, που ακούγεται στα έξι από τα οκτώ tracks του “Still, there is the sea”.
Το ντεμπούτο της Ambre Ciel διαθέτει, σίγουρα, ειδικό βάρος. Το κάπως ambient κλίμα πολλών συνθέσεων δεν είναι τυχαίο ή συμπτωματικό, αλλά βαθιά επεξεργασμένο και ραφιναρισμένο. Τα τραγούδια της, που διαθέτουν επιπλέον υποβλητικά και κάπως haunted στοιχεία, είναι άψογα μέσα στην ιδιαιτερότητά τους, προσδίδοντας στον δίσκο της μια κάπως «κρύα», αλλά, ανά στιγμές, ασυναγώνιστη ομορφιά.

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

IØN το δεύτερο soundscapes

Ο Iøn είναι ο Γιάννης Παπαϊωάννου ως γνωστόν (από τους Mechanimal και άλλα τινά του απώτερου χθες θα πω), με το Soundscapes Vol.2” [Ionmusik, 2025] να αποτελεί, κατά μίαν έννοια, τη συνέχεια του “Soundscapes Vol.1”, που είχε τυπωθεί, σε CD, από την Same Difference Music το 2021 – με την τωρινή κυκλοφορία να διατίθεται πάντως μόνο σε κασέτα (όσον αφορά τις φυσικές μορφές) πενήντα αριθμημένων και υπογεγραμμένων αντιτύπων, ενώ υπάρχουν, εννοείται και τα ανάλογα ψηφιακά αρχεία.
Τα δύο “Soundscapes” έχουν, πάντως, και άλλα κοινά στοιχεία. Για παράδειγμα αποτελούνται από δέκα tracks ανά πλευρά, που όλα διαρκούν 2:22. Άρα συζητάμε για είκοσι ισόχρονα κομμάτια, που επιχειρούν, εν προκειμένω, να περιγράψουν συγκεκριμένες ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις. Και κάπως έτσι διαβάζουμε, στο μέσα μέρος του cover της κασέτας, τα λόγια του Iøn... «το άλμπουμ είναι ηχογραφημένο στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 2024 και είναι αφιερωμένο στην αγαπημένη μνήμη της μητέρας μου».
Τα κομμάτια, οι συνθέσεις του Iøn, είναι ηλεκτρονικής φύσεως, και έχουν δημιουργηθεί με τη βοήθεια μιας σειράς (ηλεκτρονικών) οργάνων, τα οποία αναφέρονται, ένα προς ένα, στο bandcamp (Korg MS-20 Mini, Korg Minilogue, Dreadbox Nymphes, Dreadbox Hades, Elektron Model:Cycles, Soft Synths, Zoom H4n, Yamaha MT-100, Shortwave Radio, Tapes & Field Recordings). Ήτοι, κάποια βασικά σύνθια, groove box, ψηφιακός φορητός εγγραφέας, ταινίες, επί τόπου ηχογραφήσεις...
Όλα αυτά τα «δένει» ο Iøn, παράγοντας μουσικές που έχουν τον τρόπο να σε κρατούν δέσμιό τους, καθ’ όλη τη διάρκεια της 50λεπτης σχεδόν κασέτας. Θέλω να πω, μ’ αυτό, πως τα tracks του “Soundscapes Vol.2” δεν έχουν μια συγκεκριμένη ροή, που να τα ενώνει αναγκαστικώς (θα ήταν πολύ δύσκολο κάτι τέτοιο λόγω της μικρής διάρκειάς τους), εμφανίζοντας πληθώρα μορφικών χαρακτηριστικών. Άλλα, για παράδειγμα, είναι περισσότερο πειραματικά, άλλα περισσότερο ambient, άλλα ακούγονται ως πιο κλασικά σέβεντις ηλεκτρονικά, ενώ ακόμη και pop μπορείς να εντοπίσεις εδώ, σε μια σειρά, που, οπωσδήποτε, έχει μελετηθεί, ώστε να σε μετατοπίζει, ως ακροατή, κάθε φορά, προς κάτι άλλο.
Υπάρχουν, ας πούμε, κομμάτια που ακούγονται κάπως υποχθόνια (“The moon is just an old recording”), άλλα που αφήνουν μια νοσταλγική αύρα (“Later that day”), άλλα που είναι πιο λυρικά (“She calls to the fading light”) ή πιο χαρούμενα (“Athen autobahn Berlin”), άλλα που διαθέτουν μια επική ροή (“August, 15th”) κ.ο.κ.
Και είναι αυτή η μεταβολή που συμβαίνει συνεχώς, πρακτικά κάθε δύο λεπτά και είκοσι δύο δευτερόλεπτα, που προσδίδει στο “Soundscapes Vol.2” μια ειδική, κάθε φορά, ακουστική ομορφιά.
Επαφή: https://ionmusik.bandcamp.com/album/soundscapes-vol-2

Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

VEGA TRAILS το δεύτερο άλμπουμ του βρετανικού cine-jazz-ambient γκρουπ

Το δεύτερο άλμπουμ των Vega Trails, μετά από το “Tremors in the Static” (2022), για το οποίον είχαμε γράψει παλαιότερα στο blog, είναι γεγονός. 
Το σχήμα, εν τω μεταξύ, έχει αλλάξει σύνθεση, μέσα σ’ αυτά τα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από το ντεμπούτο του, με αποτέλεσμα σήμερα οι Vega Trails να απαρτίζονται από τους Milo Fitzpatrick (γνωστός από τους Portico Quartet) σε κοντραμπάσο, τσέλο, πλήκτρα, σύνθια, κρουστά, Jordan Smart (από Mammal Hands, Sunda Arc) σε σοπράνο & τενόρο σαξόφωνα, μπάσο κλαρίνο, φλάουτο, Taz Modi πιάνο, Harriet Riley βιμπράφωνο και Dan See ντραμς, ενώ για τις ανάγκες του παρόντος “Sierra Tracks [Gondwana Records / ΑN Music, 2025], χρησιμοποιούνται και έγχορδα (πιο συγκεκριμένα τέσσερα βιολιά, δύο βιόλες, τρία τσέλα κι ένα κοντραμπάσο), προκειμένου να περιγραφούν άπασες οι καταστάσεις.
Υπάρχουν λοιπόν τα δεδομένα μιας πληθώρας ενορχηστρωτικών λύσεων, και αυτό το εκμεταλλεύονται, σίγουρα, οι Vega Trails, προκειμένου να απλώσουν αυτές τις «ατελείωτες» μελωδίες τους, σίγουρα κινηματογραφικής προοπτικής, που έχουν τον τρόπο, ου μην αλλά και τη δύναμη, να σε ταξιδεύουν.
Γιατί οι μουσικές του βρετανικού γκρουπ διαθέτουν αυτή την ικανότητα, έχουν εννοούμε το ταξιδευτικό στοιχείο «εντός τους», μετερχόμενες τζαζ, χαμηλού προφίλ electro, chamber και ambient ηχοχρώματα, κατορθώνοντας να δημιουργήσουν έναν απλό, αλλά πειστικό, δικό τους «κόσμο».  

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

HANIA RANI φαντάσματα

Το νέο άλμπουμ τής πολωνής συνθέτριας και τραγουδοποιού Hania Rani έχει τίτλοGhosts [Gondwana Records / ΑΝ Μusic, 2023], λέξη που οπωσδήποτε ταιριάζει με την ακραία ατμοσφαιρική και τρόπον τινά φασματική μουσική της.
Πρόκειται για ένα άλμπουμ δεκατριών συνθέσεων και τραγουδιών, που είναι εμπνευσμένο από τη δίμηνη διαμονή τής Rani, σ’ ένα στούντιο, κάπου στα ελβετικά βουνά, όταν δούλευε πάνω στο σάουντρακ τής ταινίας “I Giacometti” (σκ. Susanna Fanzun) – από το οποίο θα προέκυπτε το άλμπουμ “On Giacometti”, για το οποίο θα γράφαμε, πριν από κάποιους μήνες (1 Ιουλίου 2023). Όπως γράφει η ίδια στο bandcamp της:
«Εκεί όπου έμενα ήταν κάποτε ένα παλιό σανατόριο, σε μια περιοχή που σε αλλοτινούς καιρούς ήταν πολύ δημοφιλής, αλλά τώρα υπήρχαν μόνον τεράστια εγκαταλελειμμένα ξενοδοχεία, στα οποία οι ντόπιοι έλεγαν ότι ζούσαν φαντάσματα. Θέλω να πω πως αυτή ήταν μια τοπική πεποίθηση –φανταστείτε πως σ’ αυτά τα φαντάσματα οι είχαν δώσει μέχρι και ονόματα!–, αλλά όταν χανόσουν βαθιά στη φύση ή πήγαινες σε κάποιο παρατημένο μέρος, η φαντασία σου άρχιζε να οργιάζει και να λειτουργεί σ’ ένα διαφορετικό επίπεδο».
Μέσα από ένα τέτοιο σκηνικό θα προέκυπταν οι μουσικές και τα τραγούδια τού “Ghosts”, για τα οποία η Hania Rani (που τραγουδά και παίζει πιάνο στην ηχογράφηση, και ακόμη σύνθια, moog και πλήκτρα γενικώς) θα ζητούσε την συνδρομή πολλών και καταξιωμένων συναδέλφων της, όπως του τραγουδιστή-πιανίστα Patrick Watson, του πιανίστα-κιμπορντίστα Ólafur Arnalds, του ντράμερ Duncan Bellamy (από Portico Quartet κ.λπ.) και πολλών άλλων ακόμη – καθώς στην ηχογράφηση ακούγονται πάμπολλα έγχορδα, μπάσο φυσικά, και πληθώρα από synths και keyboards.  
Μέσα από απλούς στη βάση τους στίχους, που έχουν να κάνουν με την αγάπη, τοποθετημένη (η αγάπη) και τοποθετημένοι (οι στίχοι) σε λίγο αδιόρατα και μεταιχμίων πλαίσια, η Hania Rani ξεδιπλώνει τις συνθετικές περισσότερο (εμείς θα πούμε) ικανότητές της, καθώς η ίδια εξελίσσεται διαρκώς και προς τα πάνω από δίσκο σε δίσκο, προσφέροντας, μέσω του “Ghosts”, την πιο ώριμη έως σήμερα δουλειά της, που οπωσδήποτε ακούγεται συναρπαστική κατά τόπους.
Μεταξύ των πιο δυνατών στιγμών του νέου δίσκου της Hania Rani και τα “24.03”, “The boat” και “Utrata”, και βεβαίως το 11λεπτο “Komeda”, ίσως το ωραιότερο track του δίσκου, που αποτελεί, φυσικά, κι ένα φόρο τιμής στον μεγάλο συμπατριώτη της συνθέτη Krzysztof Komeda (1931-1969).
Ένας πολύ αξιόλογος δίσκος από την Hania Rani, που αφήνει υποσχέσεις για κάτι ακόμη πιο σημαντικό στο μέλλον.

Τρίτη 11 Ιουλίου 2023

HANAKIV μια εσθονή καλλιτέχνιδα ηχογραφεί για την Gondwana Records

Η Hanakiv (αληθινό όνομα Johanna Kivimägi) είναι μια νεαρή εσθονή συνθέτρια και πιανίστρια, που, όμως, ζει και εργάζεται στο Λονδίνο και η οποία έχει τώρα ένα πρώτο προσωπικό άλμπουμ να προτείνει, το οποίον αποκαλείται Goodbyes [Gondwana Records / A&N Music, 2023].
Στο άλμπουμ αυτό, που περιλαμβάνει οκτώ συνθέσεις της Hanakiv, η εσθονή μουσικός χειρίζεται πιάνο, σύνθια, ενώ κάνει και φωνητικά σ’ ένα track, με την Cristina Lopez (ντραμς), τον Alabaster DePlume (σαξόφωνο) και την Rebekah Reid (βιολί) να την συνοδεύουν σε ορισμένα tracks.
Το “Goodbyes” ταιριάζει, στην γενικότητά του, με τον ήχο της Gondwana Records. Είναι και αυτό περιβαλλοντικό, χαλαρό, θεραπευτικό, άπλετο, μελωδικό, ρομαντικό, μινιμαλιστικό, αλλά ταυτοχρόνως και ιδιαίτερο, ιδιόμορφο, με υπαινιγμούς από τον ήχο της 4AD, την Björk, μα ακόμη και από την προχωρημένη jazz, την jazz της ECM (το nordic κομμάτι της), το folk κ.λπ.
Υπάρχει μιαν ευρύτητα αναφορών δηλαδή, οπωσδήποτε γνώσεις, από την μεριά της συνθέτριας και βεβαίως καλό γούστο, ικανά όλα αυτά να οδηγήσουν την Hanakiv στην πραγμάτωση ορισμένων αληθινά ωραίων συνθέσεων, σαν την 7λεπτη “No words left”, εκεί όπου συνδυάζονται πολλά από τα προαναφερόμενα.
Ένα άλμπουμ χαμηλών τόνων είναι το Goodbyes”, που διαθέτει όμως πολλά ενδιαφέροντα έως και γοητευτικά χαρακτηριστικά.

Σάββατο 1 Ιουλίου 2023

HANIA RANI μουσική για τους Giacomettis

Εσχάτως γυρίστηκε μια ταινία για το έργο και την καλλιτεχνική υπόσταση των Ελβετών Giacomettis –ο Alberto Giacometti (1901-1966), γλύπτης, ζωγράφος, σχεδιαστής και χαράκτης, υπήρξε μία από τις μεγάλες καλλιτεχνικές μορφές του 20ου αιώνα–, που είχε τίτλο “I Giacometti” (σκ. Susanna Fanzun) και στην οποίαν (ταινία) μουσική έχει γράψει η Hania Rani. Κι είναι το σάουντρακ, τώρα, που αυτονομείται και που κυκλοφορεί σ’ ένα περιποιημένο άλμπουμ από την Gondwana (ΑΝ Music), το οποίον άλμπουμ, κατ’ ουσίαν, επεκτείνει εκείνο το “Music for Film and Theatre” (2021), για το οποίον είχαμε γράψει παλαιότερα. Και όταν λέμε «επεκτείνει» εννοούμε, βασικά, πως το νέο CD επιβάλλει την Hania Rania ως μια κινηματογραφική συνθέτρια – μια συνθέτρια των εικόνων.
Αυτό θα μπορούσε κάποιος να το αντιληφθεί ακόμη και από το πρώτο άλμπουμ τής Rani στην Gondwana (το “Esja” του 2019), καθώς και απ’ όσα επακολούθησαν, ενώ αν ρίξεις μια ματιά στην βάση IMDb βρίσκεις την πολωνή μουσικό να έχει υπογράψει (και) καμιά δεκαριά σάουντρακ για οθόνες (όχι λίγα, βεβαίως, για την ηλικία της).
Τέλος πάντων και εδώ, στο On Giacometti (2023), η Hania Rani δεν ξεφεύγει σπιθαμή από το ύφος των συνθέσεων μέσω των οποίων μας έχει γίνει γνωστή, τα τελευταία χρόνια, καθώς το πιάνο και τα πλήκτρα της είναι εκείνα που βασικά πρωταγωνιστούν, ενώ σε δύο από τα δεκατρία κομμάτια ακούς και τσέλο (Dobrawa Czocher).
Το άκουσμα είναι ambient οπωσδήποτε. Χαλαρό, ήσυχο, χωρίς εξάρσεις. Οι απλές μελωδίες και οι χαμηλοί τόνοι κυριαρχούν, όπως κι ένα θάμπος στην παραγωγή (σε κάθε παραγωγή της Hania Rani), που ταιριάζει άνετα με το βορειοευρωπαϊκό ή και, ειδικότερα, με το nordic περιβάλλον.
Σίγουρα το άκουσμα είναι, επίσης, υποβλητικό. Δρα υποδόρια, σε «πιάνει», επιβάλλεται πάνω σου, και μέσα σου, με τον χρόνο. Έχει επίσης τον τρόπο, την δύναμη αν θέλετε, να δημιουργεί το ίδιο εικόνες. Ασυζητητί είναι «κινηματογραφικό», ρομαντικό ή και κάπως πεισιθάνατο. Τα έχει όλα αυτά το “On Giacometti”, κάτι που δείχνει πως η Hania Rani έχει επιλέξει, πλέον, τον δρόμο της, και πως πάνω εκεί θα βαδίσει, εκτός απροόπτου, και στο μέλλον.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

ΗΛΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ, KOJI ASANO οι δύο νέες κασετο-κυκλοφορίες της A Man Out of a Man

Το label κασετών του Στυλιανού Τζιρίτα A Man out of a Man χτυπάει και πάλι με δύο άλμπουμ. Το ένα προέρχεται από έλληνα καλλιτέχνη, με ιστορία στο χώρο και το άλλο από Ιάπωνα. Ακούμε...
ΗΛΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ: No Smoke, No Fire [A Man Out of a Man, 2022]
Ο Ηλίας Αναστασόπουλος έχει γράψει ιστορία με τους Clown, ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά συγκροτήματα του new wave, από τις αρχές των 80s. Ο Η. Αναστασόπουλος δεν έγραφε μόνο το υλικό των Clown (μουσική και λόγια – τα τελευταία με την συμμετοχή και του Γιάννη Αναστασόπουλου), αλλά έπαιζε επιπλέον κιθάρες, σύνθια και ντραμς (beats), τραγουδώντας κιόλας.
Κατά καιρούς κάνει εμφανή την παρουσία του ο Η. Αναστασόπουλος, αλλά τώρα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε μια νέα ολοκληρωμένη δουλειά του, ένα πλήρες, σχεδόν 40λεπτο, άλμπουμ, που αποκαλείται “No Smoke, No Fire”.
Φυσικά, οι μέρες των Clown έχουν παρέλθει προ πολλού –λογικότατο– κι εδώ έχουμε, πια, ένα τελείως διαφορετικό «πρόσωπο» του Η. Αναστασόπουλου, περισσότερο ηλεκτρονικό και ambient, που συνάδει με τις πάντα σε εξερεύνηση «περιβαλλοντικές» περιοχές (αστικές ή μη), μέσα από τις οποίες (περιοχές) αναδεικνύονται νέα ζητήματα και πέραν του ήχου ή με την βοήθεια αυτού.
Ναι μεν ο ήχος, ως αποκλειστικότητα, θα είναι πάντα ένα ζήτημα κι ένα ζητούμενο, αλλά εξ ίσου ενδιαφέροντα είναι και όλα εκείνα που εκπορεύονται δια του ήχου και που σχετίζονται με τις νέες περιβαλλοντικές ευαισθησίες, την διαλεκτική επικοινωνία φυσικών και τεχνητών στοιχείων, την λειτουργία της πόλης ως φυσικός χώρος, την χρήση της τεχνολογίας, την αποτύπωση τέλος πάντων όλων αυτών μέσω ενός συγκεκριμένου κλίματος, που οδηγεί σε ανάλογη ψυχολογία κ.λπ.
Οι μουσικές του Ηλία Αναστασόπουλου (τρεις συνθέσεις ανά πλευρά κασέτας) διαθέτουν αυτή την ικανότητα. Όχι μόνον να σε «ταξιδεύουν», ως μιαν ολοκληρωμένη ηχητική πρόταση, αλλά και να σε ευαισθητοποιούν σε σχέση με όλα τα προαναφερόμενα.
KOJI ASANO: Spirit of the Wardrobe [A Man Out of a Man, 2022]
Ο Koji Asano είναι ένας ιάπωνας πειραματιστής, ο οποίος έχει κυκλοφορήσει δεκάδες δουλειές από το 1995 και μετά (στο discogs καταγράφονται 70 τίτλοι). Ένα απ’ αυτά τα άλμπουμ του είναι και το “Spirit of the Wardrobe”, που προέρχεται από το 2001 και που είχε κυκλοφορήσει τότε σε CD, από την δική του εταιρεία Solstice. Τώρα, το άλμπουμ αυτό κυκλοφορεί και πάλι, αλλά σε κασέτα, από την A Man Out of a Man, η οποία εγκαινιάζει, έτσι, την συνεργασία της με και μη-Έλληνες καλλιτέχνες.
Το “Spirit of the Wardrobe” είναι ένα τελείως abstract, εικονοκλαστικό-πειραματικό άλμπουμ, απ’ αυτά που ενδεχομένως ξεχωρίζουν και μέσα στο experimental κύκλωμα.
Εντάξει, έχουμε ακούσει «τα πάντα», κάποιοι σίγουρα έχουν ακούσει και περισσότερα από «τα πάντα», ακόμη και αυτά που... δεν ακούγονται, και εδώ, σε κάθε περίπτωση, έχουμε μία τέτοια καταγραφή, που... δεν ακούγεται. Προσέξτε, όμως! Όχι πως δεν ακούγεται επειδή πρόκειται για κάτι «δύσκολο», «αυτοαναφορικό» και τα συναφή (είναι και τέτοιο το “Spirit of the Wardrobe”), αλλά γιατί στο μεγαλύτερο μέρος του, το έργο αυτό, που βασικά αποτελείται από ένα κομμάτι, περίπου 58 λεπτών (για τις ανάγκες της κασέτας, κόβεται, για να γεμίσει τις δύο πλευρές), είναι... κενό. Δεν ακούς απολύτως τίποτα. Βεβαίως, στην κασέτα, ακούς τον ήχο της ταινίας, το φύσημα, αλλά στην digital αποτύπωσή του ακούς... το τίποτα, το κενό.
Είναι «κενή» η κασέτα; Είναι «κενό» το “Spirit of the Wardrobe”; Όχι. Ανά διαστήματα, κάθε ένα-δυο λεπτά ας πούμε, το «κενό», γεμίζει από ξαφνικούς και έντονους θορύβους, rapid-μηδαμινής διάρκειας. Σαν κάτι να εξελίσσεται, συνεχώς και θορυβωδώς σε μιαν άλλη διάσταση, και ξαφνικά, όλο αυτό να περνάει, στις δικές μας διαστάσεις (τις αντιληπτές εννοούμε, από τις δικές μας αισθήσεις).  
Εντάξει, είναι δοκιμασία το ν’ ακούσεις το “Spirit of the Wardrobe” σε όλη την διάρκειά του –εγώ, πάντως, το έπραξα–, κυρίως γιατί αφαιρείσαι, νομίζοντας πως το track (που έχει τον ίδιο τίτλο με το άλμπουμ, “Spirit of the Wardrobe” δηλαδή) κάπου έχει τελειώσει, με αποτέλεσμα να το... ξεχνάς, παρότι το ίδιο φροντίζει να σου υπενθυμίζει την παρουσία του μέχρι το τέλος.
Τα τελευταία εγκάρσια «σχισίματα» καταγράφονται στα 37:30, 39:30, 40:51, 41:40, 42:57, 44:00, 44:40, 45:54, 48:00, 50:06, 52:17, 54:37, 55:46, 56:33, 57:33 και 57:41 (ακριβώς στο τέλος). Με bold έχω σημειώσει κάποιες «παρεμβολές», που διαρκούν λίγο περισσότερο (αντί για ένα δευτερόλεπτο ή για δέκατα του δευτερολέπτου – μπορεί να είναι δύο, τρία ή τέσσερα δευτερόλεπτα).
Εμπειρία.
Επαφή: https://manofman.bandcamp.com/

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ meditations

Ο συνθέτης και πιανίστας βασικά (γιατί χειρίζεται και άλλα όργανα) Βαγγέλης Στεφανόπουλος (Vagelis Stefanopoulos) μάς είναι γνωστός και από τις συμμετοχές του σε διάφορα πρόσφατα άλμπουμ, για παράδειγμα στο “Streams” [Teranga Beat, 2021] του Jan Van Angelopoulos, όπως και από την περισσότερο προσωπική δισκογραφία του, π.χ. το άλμπουμ “Idyllwild Suite” (2020) με το Vagelis Stefanopoulos Ensemble ή το “Sailing on a Marsipus” (2012) με το Vagelis Stefanopoulos Trio.
Μουσικός με μιαν ευρύτητα (ηχητικού) πνεύματος, ο Βαγγέλης Στεφανόπουλος επανέρχεται στην δισκογραφία με το πιο αυστηρώς, ίσως, προσωπικό άλμπουμ του, το Meditations(2022), που κυκλοφορεί τώρα από το label του Πέτρου Κλαμπάνη ΠΚ Music
Λέμε το... πιο αυστηρώς, ίσως, προσωπικό του, επειδή στο άλμπουμ αυτό ο Β. Στεφανόπουλος είναι παντελώς μόνος του, καθώς χειρίζεται όλα τα όργανα που ακούγονται (και δεν ακούγεται μόνον πιάνο, μα και άλλα πλήκτρα, ηλεκτρονικά και κιθάρες), συνθέτοντας φυσικά και ακόμη κάνοντας την παραγωγή και την μείξη.
Είναι ένα... διαλογιστικό CD το “Meditations”, όπως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος του; Ναι, θα απαντούσαμε. Υπό την έννοια πως ο Β. Στεφανόπουλος συνθέτει βασικά σε νωχελικές στροφές, δημιουργώντας ένα κλίμα... ονειροπόλησης – ένα ambient με άλλα λόγια, ικανό να σε μεταφέρει, νοερώς, σε παράλληλους κόσμους, που να μην συμπιέζονται και καταπιέζονται, ας το πούμε έτσι, από τους ήχους του άστεως.
Έχει ένα νατουραλιστικό πνεύμα, με άλλα λόγια, η μουσική του Β. Στεφανόπουλου (αυτό φανερώνει και το quote του Alan Watts, που υπάρχει στο digipak… “Eyes see and ears hear as wind blows and water flows”), συνδυάζοντας λυρικά / νεορομαντικά στοιχεία, με πιο σύγχρονες «κλασικές» και τζαζ αναφορές (ο Keith Jarrett θα μπορούσε να ήταν μια ισχυρή επιρροή σε κομμάτια όπως το “Play child play” φερ’ ειπείν), τα οποία επεκτείνονται από το πιάνο προς τα άλλα πλήκτρα, ή και τις κιθάρες ακόμη, με τα εφφέ να δημιουργούν επιπρόσθετα αναχώματα (“Regret”).
Είτε τα tempri είναι λιτά, όπως στο πιάνο, είτε πιο σύνθετα, όταν παρεισφρέουν όλoι οι υπόλοιποι ήχοι, το αποτέλεσμα των μουσικών του Β. Στεφανόπουλου, στην πράξη, δεν αλλάζει. Τούτο σημαίνει πως το “Meditations” είναι ένα πλήρες και ολοκληρωμένο, συγκεκριμένου ύφους άλμπουμ, προϊόν ενός «προσωπικού» τρόπου μουσικής σκέψης, με γερές θεωρητικές βάσεις και απτό αποτέλεσμα.
Επαφή: https://vagelisstefanopoulos.bandcamp.com/album/meditations

Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

FORGIVENESS ένας συνδυασμός ηλεκτρονικών, ambient και jazz

Από τρία όχι τυχαία άτομα αποτελούνται οι Forgiveness, που υπογράφουν τώρα το ντεμπούτο τους Next Time Could Be Your Last Time (2022) για την Gondwana Records (AN Music). Λέμε για τους Richard Pike κυκλώματα, Joe Quirke προγραμματισμός και Jack Wyllie φλάουτο και σαξόφωνο.
Ο πρώτος είναι ένας αυστραλός κιθαρίστας, παραγωγός και μηχανικός, γνωστός από την δουλειά του με τους Pivot, ο δεύτερος είναι επίσης παραγωγός ηλεκτρονικής και ambient μουσικής (και με προσωπική δισκογραφία), ενώ ο τρίτος, και γνωστότερος όλων, είναι μέλος των Portico Quartet, και άλλων διαφόρων σχηματισμών.
Αυτοί οι τρεις μουσικοί συνεργάζονται για την δημιουργία ενός μάλλον παράξενου άλμπουμ – ενός άλμπουμ που δεν είναι ούτε σκέτα ηλεκτρονικό, ούτε σκέτα ambient, ούτε σκέτα jazz. Είναι κάτι απ’ όλα αυτά; Ένας συνδυασμός τους; Ναι, μάλλον...
Αν και είναι δύσκολο λοιπόν να περιγράψεις με μια-δυο λέξεις αυτό που ακούς στο “Next Time Could Be Your Last Time”, εντούτοις δεν είναι καθόλου δύσκολο να αντιληφθείς πως εδώ υπάρχει κάτι σοβαρό, κάτι ξεχωριστό, που έρχεται να προστεθεί, σαν ιδιαιτερότητα, ανάμεσα στα υπόλοιπα τούτης της εκλεκτικής ετικέτας.  
Οι Pike, Quirke και Wyllie, δηλαδή οι Forgiveness, ναι μεν επιχειρούν να δημιουργήσουν αρχικώς ένα «απλωμένο» οργανικό πλαίσιο, αλλά, εντός αυτού, δεν παραλείπουν να τοποθετήσουν με επιστημονικό τρόπο (και) τις διάφορες εκτροπές του(ς) – που κινούνται άλλοτε προς ethnic κατευθύνσεις (“Mountain top”), άλλοτε προς το περιβαλλοντικό new-age (“Lost fawn”), άλλοτε προς την electronic music (“Transparent”), άλλοτε προς την jazz (“Orangeade sky”) κ.λπ.
Το αποτέλεσμα συγκλίνει βεβαίως, γιατί το πλαίσιο παραμένει πάντοτε το ίδιο – με τις εκάστοτε περιπτώσεις να δημιουργούν, απλώς, τις εντυπωσιακές επιμέρους διαδρομές.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2022

STEVE TIBBETTS μια ανθολογία από τα άλμπουμ του στην ECM

O αμερικανός συνθέτης και κιθαρίστας Steve Tibbetts (γενν. 1954) είναι μία από τις πιο ακατάτακτες μουσικές προσωπικότητες του ρόστερ της ECM (στην Ελλάδα από την AN Music). Εμφανίστηκε εκεί το 1982, με το τρίτο άλμπουμ του “Northern Song”, για να ακολουθήσουν ακόμη επτά δίσκοι του, μέχρι και το 2018. Ας θυμηθούμε τους τίτλους τους:
“Safe Journey” (1984), “Exploded View” (1986), “Big Map Idea” (1989), “The Fall of Us All” (1994), “A Man About a Horse” (2002), “Natural Causes” (2010) και “Life of” (2018).
Τώρα (2022) η ECM τιμά αυτόν τον τελείως μοναδικό και εν πολλοίς πρωτότυπο δημιουργό με μια συλλογή – μια πολύ καλή συλλογή, την “Hellbound Train / An Anthology” αποτελούμενη από δύο CD, συν το ανάλογο booklet, προτείνοντας 28(!) συνθέσεις από το εν λόγω έργο. Απ’ όλο το έργο; Σχεδόν, καθώς απουσιάζουν tracks μόνον από το πρώτο-πρώτο άλμπουμ του Tibbetts εκεί, το “Northern Song”. Όπως είχαμε γράψει και παλαιότερα...
Αν και υπάρχουν μουσικοί ή και ήχοι της ECM, που θα μπορούσε να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας ακούγοντας Steve Tibbetts (τον Ralph Towner ας πούμε), στην πραγματικότητα το έργο αυτού του ανθρώπου με ελαχίστων άλλων θα μπορούσε να συγκριθεί από τη σύγχρονη σκηνή – ίσως μόνο μ’ εκείνο του Stephan Micus, αν κι έχουμε την γνώμη πως ο Tibbetts είναι μία ακόμη πιο ιδιαίτερη και σίγουρα καλλιτεχνικώς εσωστρεφής περίπτωση. (Ας σκεφτούμε π.χ. πως οι δίσκοι του ηχογραφούνται σχεδόν μόνιμα σε κάποιο στούντιο στην πόλη St. Paul της Minnesota, στην οποία ζει σταθερά από το 1972).
Δεν ξέρουμε αν ο Steve Tibbetts ανήκει στη φάση τού μουσικού αναχωρητισμού, τύπου Micus, σε κάθε περίπτωση, πάντως, παραμένει για 45 χρόνια, ως συνθέτης και εκτελεστής, μια τελείως ιδιότυπη και έξω από τα πλαίσια προσωπικότητα – κάτι που επιβεβαιώνεται, φυσικά, ακούγοντας ένα προς ένα τα tracks αυτής της θαυμάσιας συλλογής.
Το ύφος των συνθέσεων του Steve Tibbetts είναι-και-δεν-είναι εύκολο να περιγραφεί.
Το rock είναι ας πούμε μια βασική παράμετρος, υπό την έννοια πως όταν χρησιμοποιεί τις ηλεκτρικές κιθάρες του αυτές δεν μένουν σε πίσω-πλάνο, καθώς βγαίνουν «μπροστά», παρουσιάζοντας soli με «έπαρση», αλλά εξ ίσου βασικές παράμετροι στο έργο του είναι η folk αντίληψη, όταν ο ήχος γίνεται περισσότερο ακουστικός, η synth-music (με στοιχεία περιβαλλοντικού new-age), φυσικά ένα είδος contemporary jazz και οπωσδήποτε οι «μουσικές του κόσμου» (ο ίδιος ο Tibbetss συχνά χειρίζεται και kalimba, μαζί με πιάνο, dobro ή και κρουστά).
Ένα επίσης αξιοσημείωτο των δίσκων του είναι η παρουσία σε αυτούς του περκασιονίστα Marc Anderson (συνεργάτης του Tibbetts, σταθερά, από το LPYr”, του 1980), o οποίος είναι υπεύθυνος εν πολλοίς για τον ρυθμικό πλούτο των ηχογραφήσεων, παίζοντας congas, gongs, steel drum, handpan και διάφορα άλλα μικροκρουστά, ενώ όχι σπανίως συναντάς στις διάφορες line-ups και κάποιους άλλους μουσικούς, ως guests, σε πολύ συγκεκριμένους ρόλους.
Το έργο του Steve Tibbetts είναι σίγουρα ιδιοσυγκρασιακό, ξεχωριστό, κινούμενο μακριά από εφήμερες μόδες, ανοίγοντας δρόμους προς μιαν ευρύτερη αντίληψη της μουσικότητας, ικανής να κινητοποιηθεί και να αναπτυχθεί μέσα από συνθήκες ηρεμίας, διαλογισμού και πνευματικότητας.

Παρασκευή 20 Μαΐου 2022

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (29/3/1943-17/5/2022): η πορεία του μέσα στις δεκαετίες – από τους Forminx και τους Aphrodite’s Child, μέχρι το οσκαρικό “Chariots of Fire”, το “Blade Runner” και το τελευταίο άλμπουμ του “Juno to Jupiter”

Ένα πολύ μεγάλο, ένα τεράστιο σε όγκο, έκταση και σημασία κεφάλαιο της παγκόσμιας μουσικής, από το 1960 και μετά, κλείνει οριστικά με τον θάνατο του Βαγγέλη Παπαθανασίου. Είναι το κεφάλαιο που άνοιξε ο ίδιος, που το γέμισε με τις μουσικές του και που παρέμενε ανοιχτό έως και μερικές ώρες πριν. Τώρα σιωπή...
Μπορεί, όμως, να υπάρξει μακρά «σιωπή», όταν συζητάμε για μουσικούς τέτοιας παγκόσμιας απήχησης και αναγνώρισης; Αδύνατον.
Οι μουσικές του Βαγγέλη Παπαθανασίου ξεχύνονται από παντού. Οι ποπ και οι ροκ δίσκοι του, τα ανεπανάληπτα σκορ του για δεκάδες ταινίες, τα ορχηστρικά έργα του, οι συνεργασίες του με κορυφαία ονόματα των Τεχνών γενικότερα (και όχι μόνο της μουσικής ή του κινηματογράφου), που μετατρέπονταν και αυτές σε ήχους. Άπειρες, διαφορετικές περιπτώσεις και καταστάσεις.
Ας επιχειρήσουμε λοιπόν να βάλουμε μια τάξη σ’ αυτή την τεράστια δημιουργική πορεία...
Το ξεκίνημα
Γεννημένος το 1943 στην Αγριά της Μαγνησίας, ο πολύ μικρός Βαγγέλης Παπαθανασίου, μουσικό ταλέντο εκ φύσεως, εντυπωσιάζει σε μία από τις πρώτες παραστάσεις του, μαθητής του δημοτικού ακόμη, τον λογοτέχνη Στρατή Μυριβήλη, ο οποίος είναι ο πρώτος που μένει άναυδος από τις ικανότητές του.
Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια του ’60, ο νεαρότατος ακόμη Βαγγέλης, που δεν έχει σταματήσει να ασχολείται με την μουσική και να συνθέτει βρίσκεται σ’ ένα από τα πολύ πρώτα γκρουπ της εποχής, τους Forminx, οι οποίοι στην πολύ πρώιμη σύνθεσή τους αποτελούνταν από τους Βαγγέλη Παπαθανασίου πιάνο, Σωτήρη Αρνή βιμπράφωνο, Βασίλη Μπακόπουλο κιθάρα, Ευγνώμονα Διαλετή κρουστά και Κώστα Σκόκο ντραμς (ενώ στην πορεία θα περνούσαν από το γκρουπ και οι Τίτος Καλλίρης κιθάρες, Θέμος Πέτρου τραγούδι και Τάσος Παπασταμάτης τραγούδι).
Μαζί με τους Forminx ο Βαγγέλης θα συμμετάσχει στα σάουντρακ των ταινιών «Ο Θόδωρος και το Δίκανο» (1962) (σκ. Ντίνος Δημόπουλος) και «Ο Αδελφός μου... ο Τροχονόμος» (1963) (σκ. Φίλιππος Φυλακτός), πριν ξεκινήσει η ποπ-ροκ εποχή των Forminx, ανάμεσα στα χρόνια 1964-1966, που θα τους αναδείξει ως το κορυφαίο ελληνικό γκρουπ.
Είναι η εποχή της τεράστιας επιτυχίας του “Jeronimo yanka” και των άλλων σπουδαίων τραγουδιών τους (“Say you love me”, “Jenka beat”, “Our last September”, “And maybe more”, την διασκευή στο «Αστέρι του βοριά» του Μάνου Χατζιδάκι ως “A hard nights day” κ.λπ.), μέσα από τα οποία φέγγει και το συγκρότημα, μα και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου ως συνθέτης αρκετών απ’ αυτών και οργανίστας τους.
Παράλληλα, όμως, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου αυτονομείται κιόλας, παίζοντας τζαζ με την ορχήστρα του Γιώργου Θεοδοσιάδη, συνεργαζόμενος με την Ζωή Κουρούκλη, την Αλέκα Κανελλίδου, τον Ricardo Credi, την Βίλμα Λαδοπούλου κ.ά. και γράφοντας μουσικές για τις ταινίες «5.000 Ψέμματα» (1966) (σκ. Γιώργος Κωνσταντίνου), «Φρενίτις» (1966) (σκ. Τζαν Κρίστιαν) και «Επιχείρησις Απόλλων» (1968) (σκ. Γιώργος Σκαλενάκης), μαζί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο (που ηγείται του σάουντρακ).
Το ταλέντο του Βαγγέλη φαίνεται, φυσικά, και στο άλμπουμ του Γιώργου Ρωμανού “In Concert & In the Studio” [Zodiac, 1968], με τις καταπληκτικές ψυχεδελικές ενορχηστρώσεις στην δεύτερη (στούντιο) πλευρά.
Στο εξωτερικό με τους
Aphrodites Child
Το 1968 είναι μία καθοριστική χρονιά για την πορεία του Βαγγέλη Παπαθανασίου, γιατί τότε μαζί με τους φίλους-συνεργάτες του, τον Ντέμη Ρούσσο και τον Λουκά Σιδερά, θα βρεθεί στο Παρίσι, εκεί όπου, οι τρεις τους, ως Aphrodites Child, θα ξεκινήσουν μια εντυπωσιακή πορεία.
Όπως είχε πει σε συνέντευξή του ο ίδιος ο Βαγγέλης Παπαθανασίου στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Ο Κόσμος του Τραγουδιού» (21 Φεβρουαρίου 1969):
«Στο ξεκίνημά μας γνωρίσαμε δύο, αν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε έτσι, ατυχίες. Συγκεκριμένα, ενώ κατευθυνόμαστε μέσω Παρισίων για το Λονδίνο, προκειμένου να ηχογραφήσουμε το ‘Ραίην εντ τήαρς’, η απεργία (δεν λειτουργούσε κανένα μεταφορικό μέσον) μας εξηνάγκασε να παραμείνουμε στη Γαλλία… Επειδή όμως η απεργία συνεχιζόταν και σχεδόν μας είχαν τελειώσει όλα τα χρήματά μας, αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε τον δίσκο μας στα εκεί στούντιο της φωνογραφικής εταιρίας ‘Μέρκιουρυ’. Ήταν η δεύτερη ατυχία μας, γιατί δεν έμεινα απολύτως ικανοποιημένος από την ηχογράφηση. Στις ημέρες που ακολούθησαν και ενώ το Παρίσι ομοίαζε με πόλη της Αποκαλύψεως, ο δίσκος μας, πράγμα παράξενο, πωλούσε τις πρώτες ημέρες 200 χιλιάδες αντίτυπα και κατελάμβανε την τέταρτη θέσι στο TOP της χώρας αυτής».
Το τεράστιο τραγούδι Rain and tears” ηχογραφείται, τυπώνεται σε δισκάκι και κυκλοφορεί, με μεγάλη επιτυχία από την αρχή, στο Παρίσι, μέσα στον Μάη του ’68 – και είναι, βεβαίως, ένα από τα τραγούδια που αποτέλεσαν το «σάουντρακ» της φοιτητικής εξέγερσης.
Οι Aphrodites Child υπήρξαν αναμφισβήτητα μία από τις κορυφαίες μπάντες του ευρωπαϊκού rock.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/baggelis-papathanasioy-i-apla-vangelis-i-poreia-toy-mesa-stis-dekaeties