Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek funk. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα greek funk. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

«Τα Παιδιά των Λουλουδιών»: η ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη από το 1973, με τη μουσική του Μάικ Ροζάκη – μια ερωτική περιπέτεια με πρωταγωνιστές τους Μαρία Βασιλείου, Χρήστο Νομικό και Ανδρέα Μπάρκουλη

                                              Στη μνήμη του Ανδρέα Μπάρκουλη

Τον Αύγουστο βλέπω πάντα ταινίες με τον Ανδρέα Μπάρκουλη (1936-2016), αυστηρά από τα σέβεντις όμως. Τα σίξτις του λίγο μ’ ενδιαφέρουν. Με ενδιαφέρει πρωτίστως ο Ανδρέας με... περούκα. Επίσης μερικά από τα πιο καλά μου κείμενα, για τον Ανδρέα, εδώ στο LiFO.gr, τα έχω γράψει Αύγουστο. Ανδρέας και ουσίες (23 Αυγούστου 2016), Ανδρέας και κρουαζιέρα του τρόμου (23 Αυγούστου 2021), Ανδρέας και τραγουδιστική πορεία στην Αμερική (23 Αυγούστου 2024) και τώρα Ανδρέας και παιδιά των λουλουδιών (23 Αυγούστου 2026). Η 23η Αυγούστου είναι η ημερομηνία που έφυγε από τη ζωή ο Ανδρέας Μπάρκουλης και είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο τον τιμώ ιδιαιτέρως, μια τέτοια μέρα.
Το 1973 δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα «παίδες των ανθέων», όπως αποκαλούσαν τα παιδιά των λουλουδιών οι... χουντικοί γυμνασιάρχες της εποχής. Ο χιπισμός στην Αμερική ήταν πλέον μια ανάμνηση, μετά το πέρας των σίξτις και την αποδιάλυση των χίπι κοινοτήτων, οι οποίες θα μετεξελίσσονταν –όσες θα απέμεναν δηλαδή– βασικά σε θρησκευτικές και παραθρησκευτικές σέχτες. Το «καλό» είχε θριαμβεύσει και πάλι, η κοινωνία εύρισκε ξανά τα συντηρητικά πατήματά της, η (πρώτη) πετρελαϊκή κρίση έκλεινε εκ νέου τους ανθρώπους στο καβούκι τους και το american dream, δηλαδή η επιτυχία με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, έβαζε στο περιθώριο την ιδέα ενός εναλλακτικού τρόπου ζωής, με την κοινωνία υπερυψωμένη.
Παρά ταύτα, στην Ελλάδα, ο μύθος των παιδιών των λουλουδιών, ήταν ακόμη ζωντανός, κυρίως μέσα από το τουριστικό ρεύμα, που ανέβαινε διαρκώς, και που συνοδοιπορούσε με την ερωτική ελευθερία, σε μια εποχή όπου το ροκ βρισκόταν στα τελειώματά του. Στην ταινία του Όμηρου Ευστρατιάδη, που γυρίζεται το καλοκαίρι του ’73 στη Ρόδο, έχοντας αυτόν ακριβώς τον τίτλο («Τα Παιδιά των Λουλουδιών»), η κατάδειξη της απελευθερωμένης ερωτικής διάθεσης, όπως και η ροκ μουσική της, γραμμένη από τον σημαντικό Μάικ Ροζάκη, ήταν τα κυριότερα και πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της.
Βασικοί πρωταγωνιστές στην ταινία του Ευστρατιάδη ήταν η Μαρία Βασιλείου (Μάγια) –η Ευδοκία της ταινίας του Αλέξη Δαμιανού, φωνητικά ντουμπλαρισμένη ξανά, αλλά όχι από την Ελένη Ροδά τώρα–, δύο νέα παιδιά της εποχής, ο Ντίνος Θεοδωρέλος (Χάρυ) και ο Γιάννης Πετρόπουλος (Τζίμυ), ακόμη ο σκληρός γόης Χρήστος Νομικός (Μάριος), και φυσικά ο Ανδρέας Μπάρκουλης (στο ρόλο του μεγαλόσχημου απατεώνα).
Ξαναλέω πως ο έρως και ο ερωτισμός πρωταγωνιστούν στην ταινία, σχεδόν σε όλες τις μορφές τους ή τις διαστάσεις τους. Υπάρχει έρως πληρωμένος (ο Χάρυ, που πάει με τη μεσόκοπη Αμερικάνα για τα φράγκα, η οποία Αμερικάνα, αρχικά, τραβάει κοντά της και τον Τζίμυ, γιατί της αρέσουν τα τρίο), υπάρχει δήθεν έρως και βασικά ερωτισμός στην εισαγωγική σκηνή, όταν οι τρεις πρωταγωνιστές (Μάγια, Χάρυ, Τζίμυ) γυρίζουν πορνογραφικό φιλμάκι, για να το πουλήσουν σε ενδιαφερόμενο, ασχέτως αν τελικά δεν το ολοκληρώνουν, υπάρχει υπαινιγμός αντρικού ομοερωτισμού (στη σκηνή με τον γερμανό βιομήχανο), υπάρχει η ερωτική προσφορά του πάρτυ στην έπαυλη με την πισίνα, εκεί όπου ψωνίζονται διάφοροι και διάφορες, και βασικά υπάρχει η Μάγια, που κυριαρχεί ερωτικά στην ταινία και η οποία είναι αληθινά ερωτευμένη και με τους δύο φίλους ταυτοχρόνως, τον Χάρυ και τον Τζίμυ. Προφανώς, στην ταινία υπάρχει πολύ γυμνό, και γυναικείο και αντρικό σε ίσους όρους, ενώ, κινηματογραφικά, ο Νομικός με τη Βασιλείου –σαν σώματα εννοώ – τοποθετούνται εκτός συναγωνισμού.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/cinema/ta-paidia-ton-loyloydion-i-tainia-toy-omiroy-eystratiadi-apo-1973-me-ti-moysiki-toy

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

MICHAEL JANETAKIS and MEDOOSA free

Το «σκάψιμο» στο χθες του ελληνικού ροκ, που επιχειρεί χρόνια τώρα ο Δημήτρης Βασιλειάδης της B-otherSide Records, φέρνει στην επιφάνεια μια ξεχασμένη περίπτωση από την Αμερική των 70s, εκείνη του συνθέτη, κιθαρίστα και τραγουδοποιού Michael Janetakis (Μιχάλης Τζανετάκης).
O Τζανετάκης ήταν μέλος των Spartans, ενός ελληνοαμερικάνικου γκρουπ με μπουζούκια, που διασκεύαζε κυρίως ελληνικά τραγούδια (επιτυχίες από την Ελλάδα εννοώ), για τις ανάγκες της διασκέδασης των ομογενών, στη Νέα Υόρκη και αλλαχού, κατορθώνοντας να γράψει δύο 45άρια κι ένα LP στην αρχή της δεκαετίας του ’70.
Ο Τζανετάκης, όμως, είχε κι άλλα ενδιαφέροντα, που είχαν να κάνουν με το rock βασικά, και κάπως έτσι θα πάρει την πρωτοβουλία να κάνει ένα τέτοιο δισκάκι με τα τραγούδια του “Sweet morning (Kenourgia mera) / I don’t know what I am going to find (Koritsi mou)”, το οποίο θα κυκλοφορούσε από την Peters International, τη γνωστή ελληνοαμερικάνικη εταιρεία, το 1972.
Όμως ο φίλος μας το «έψαχνε» παραπάνω, έχοντας καλλιτεχνικές ανησυχίες, δίχως να επαναπαύεται στο αυτονόητο. Έτσι προς το μέσο του 1974 ο Τζανετάκης θα αρχίσει να δραστηριοποιείται μ’ ένα νέο συγκρότημα τους Medoosa, παίζοντας κιθάρα, μπουζούκι και τραγουδώντας, έχοντας δίπλα του, τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ, δηλαδή τον Bob McHugh σε όλων των ειδών τα πλήκτρα (fender rhodes, πιάνο, moog synthesizer, hammond B3), τον Takis Spitambelis μπάσο και τον George Michailidis ντραμς. Απ’ αυτούς τους μουσικούς γνωστός ήταν ο Μιχαηλίδης, καθώς πρόκειται για τον ντράμερ των MAD, του ελληνικού γκρουπ που είχε κυκλοφορήσει ένα LP στην Minos το 1972, και που, τον Ιανουάριο του 1973, θα βρισκόταν στη Νέα Υόρκη για εμφανίσεις, παίζοντας και στη δεξίωση, που είχε δοθεί στον Λευκό Οίκο, με αφορμή την ορκωμοσία των Richard Nixon και Spiro Agnew (Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ τότε). Προφανώς, ο Μιχαηλίδης είχε παραμείνει στην Αμερική, και γι’ αυτό θα συναντιόταν με τον Τζανετάκη.
Τέλος πάντων, οι Medoosa θα προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους, δυναμώνοντας την παρουσία τους στα κλαμπ και γράφοντας πρωτότυπες δικές τους συνθέσεις, ελπίζοντας έτσι και σε κάποιο δισκογραφικό συμβόλαιο. Προς τούτο, λοιπόν, θα ετοίμαζαν έξι κομμάτια (είχαν συμβάλλει συνθετικά όλα τα μέλη του γκρουπ, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο), με τα οποία θα προσέλκυαν, τελικά, το ενδιαφέρον μιας εταιρείας, δίχως όμως να «κοπεί» και να κυκλοφορήσει κάτι. Έτσι, πενήντα ένα χρόνια αργότερα αυτές οι έξι συνθέσεις των Medoosa θα τυπωθούν για πρώτη φορά σε βινύλιο (300 αριθμημένα αντίτυπα), από την B-otherSide Records, κάτω από τον τίτλο Michael Janetakis and Medoosa “Free”, συμπληρωμένες με τα τραγούδια από το δισκάκι του Janetakis από το 1972.
Εκείνο που πρέπει πρώτα-πρώτα να σημειωθεί είναι πως οι συνθέσεις των Medoosa είναι ποιοτικά-τεχνικά άψογες, καθώς η ηχογράφηση θα γινόταν, τον Αύγουστο του 1975, στα Electric Lady Studios, στο Greenwich Village. (Τα στούντιο, ως γνωστόν, τα είχε παραγγείλει ο Jimi Hendrix το 1968, κι εκεί θα ηχογραφούσαν, στην πορεία, δεκάδες μεγάλα ονόματα).
Το ύφος των συνθέσεων ξαφνιάζει. Είναι jazz-funk, και μάλιστα επιπέδου! Ο κιμπορντίστας Bob McHugh είναι φοβερός, ενώ και ο Janetakis με τα ρυθμικά και lead παιξίματά του, και βεβαίως το rhythm section των Μιχαηλίδη-Spitambelis στέκονται το ίδιο άψογα. Το σπουδαίο εδώ είναι πως οι Medoosa «χώνουν» και ελληνικά μελωδικά και ρυθμικά στοιχεία στις συνθέσεις τους (“Queen from Knossos”), κάνοντάς τες, έτσι, να ακούγονται μοναδικές. Πολύ άξιο track είναι και το “Istanbul Express”, που διαθέτει μικρό φωνητικό αυτοσχεδιασμό από τον Janetakis στην αρχή, όπως και oriental πενιά, με το μπουζούκι(!) να κάνει τη διαφορά, με τον McHugh να παίζει πλήκτρα α λα Canterbury sound(!) και με τον Μιχαηλίδη να δίνει ένα επίσης ωραίο σόλο στα ντραμς, φέρνοντας τη σύνθεση στα υψηλά ακρότατά της. Όμως και το “Gypsy man” είναι πολύ καλό, διαθέτοντας και αυτό ελληνικές αναφορές, με το μπουζούκι του Janetakis να διαπρέπει και με τα «γεμίσματα» από τα keyboards να δημιουργούν μια αίσθηση λαϊκού πανηγυριού!
Φοβερά κομμάτια είναι αυτά, απολύτως διαχρονικά, που δείχνουν το ταλέντο των τεσσάρων μουσικών (τρεις Έλληνες-Ελληνοαμερικάνοι κι ένας Αμερικάνος) και κυρίως τη διάθεσή τους να δημιουργήσουν κάτι αληθινά πρωτότυπο, αντιμετωπίζοντας τους ήχους της εποχής (mid-70s) με τους δικούς τους όρους.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

GAZUAMA SINCHARTCHAS / MICHAEL JANETAKIS AND MEDOOSA από τα τρίσβαθα του ελληνικού ροκ – ξεχασμένες αλλά άξιες ηχογραφήσεις από τα 70s, που ξαναβγαίνουν τώρα στο φως

Η B-otherSide Records έχει ειδίκευση στο digging, που σχετίζεται με το ελληνικό ροκ, καθώς, τα τελευταία 18 χρόνια, μας έχει τροφοδοτήσει με πολλούς σχετικούς δίσκους. Δίσκους, που είτε κυκλοφόρησαν στον καιρό τους, για να περάσουν μάλλον απαρατήρητοι, είτε δημιουργήθηκαν από την εταιρεία, προσφέροντας υλικό άγνωστο και ανέκδοτο. Τα δύο πρόσφατα βινύλια, για τα οποία θα γράψω στη συνέχεια, επιβεβαιώνουν το προφίλ, τους στόχους και την προσφορά της B-otherSide.
GAZUAMA SINCHARTCHAS:
Ανύψωση-Αποτίναξη-Εκφυγή [B-OtherSide Records / JMV, 2026]
Πρόκειται για το συγκρότημα με την πιο παράξενη ονομασία στην ιστορία του ελληνικού ροκ. Οι Gazuama Sinchartchas σχηματίστηκαν στην αρχή της δεκαετίας του ’70 στην Τερψιθέα της Γλυφάδας, ηχογράφησαν ένα 45άρι, το 1972, με τα κομμάτια «Ανύψωση-αποτίναξη-εκφυγή (part I) / Ανύψωση-αποτίναξη-εκφυγή (part II)» στην Pan-Vox, για να χαθούν έκτοτε και δια παντός.
Σήμερα, 54 χρόνια μετά από την ηχογράφηση εκείνου του σινγκλ έχουμε την επανακυκλοφορία του σ’ ένα 12ιντσο EP, που γυρίζει και αυτό στις 45 στροφές και που έχει στην πρώτη πλευρά του τα «Ανύψωση-αποτίναξη-εκφυγή (part I+ΙΙ)», όπως κυκλοφόρησαν το ’72, και στην δεύτερη τα ίδια κομμάτια όπως ηχογραφήθηκαν στην αυθεντική μπομπίνα, με πρώτο το “Part II” και μετά το “Part I”, παρουσιάζοντας και πρόσθετο υλικό, συν την περαιτέρω νέα στουντιακή επεξεργασία, ώστε να ακουστούν καθαρότερα και τα λόγια, που ήταν «θαμμένα» στην αρχική κυκλοφορία.
Οι Gazuama Sinchartchas (Γκαζουάμα Σινχάρτχας) δεν ήταν ένα άγνωστο γκρουπ, το 1972, που δεν το πήρε κανένας χαμπάρι – το λέω, γιατί και στην τηλεόραση είχαν εμφανισθεί και έγραφαν τα περιοδικά γι’ αυτούς. Θέλω να πω πως ήταν ένα από τα πρωταγωνιστικά σχήματα εκείνης της χρονιάς, καθώς συμμετείχαν σε live δίπλα στους Πελόμα Μποκιού, Poll, Socrates Drank the Conium, Μαρίζα Κωχ, Εξαδάκτυλος, Μπουρμπούλια, Blue Birds, Morka κ.ά.
Το όνομα του συγκροτήματος είχε να κάνει με το πραγματικό όνομα του Βούδα, που ήταν Siddhattha Gotama ή Siddhārtha Gautama, το οποίο όνομα κάπου θα το είχαν διαβάσει οι φίλοι μας, υιοθετώντας το. Βεβαίως το όνομα γράφτηκε κάπως... ανορθόγραφα και όπως-όπως πάνω στην ετικέτα του δίσκου (και στις αφίσες των συναυλιών), αλλά σε κάθε περίπτωση στον Βούδα αναφέρονταν οι συμπατριώτες μας. Εξάλλου, αυτό (το περί Βούδα) το είχαν πει οι ίδιοι οι Gazuama Sinchartchas στην Όλγα Μπακομάρου, στο «Φαντάζιο», τον Ιούλιο του ’72.
Από το συγκρότημα είχαν περάσει διάφοροι μουσικοί, ενώ στην πιο μεστή εποχή του τους αποτελούσαν οι Μπάμπης Κατσιμπάρδης κιθάρα, Νίκος Μίντζης φλάουτο, φλογέρα, κρουστά, Γιάννης Μασμανίδης μπάσο και Γιάννης Μελάχρης ντραμς. Οι Μελάχρης και Μίντζης ήταν από τα πιο παλαιά μέλη του γκρουπ, καθώς είχαν ξεκινήσει να παίζουν στο εξωτερικό (σε Αγγλία και Γερμανία, όπως αναφέρεται στο «Φαντάζιο»), οπότε ερχόμενοι στην Ελλάδα αποφάσισαν να σχηματίσουν τους Gazuama Sinchartchas, παίζοντας τις μουσικές που άκουγαν έξω. Το ύφος τους ήταν το... «underground rock, με πολλά στοιχεία κλασικής, δημοτικής και ανατολίτικης μουσικής, που κάνει τις δημιουργίες τους ένα κοκτέιλ ήχων, με πολύ πρωτότυπη γεύση». Ή, όπως έλεγαν και οι ίδιοι στην Μπακομάρου:
«Τα κομμάτια μας, δικές μας συνθέσεις, προσπαθούμε να είναι όσο το δυνατό επηρεασμένα από την ξένη μουσική. Η διάρκειά τους είναι μεγάλη, ξεπερνάει πάντα τα οκτώ λεπτά και προσπαθούμε να δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στα όργανα, θέτοντας τη φωνή και το φωνητικό σε δεύτερο πλάνο. Όσο για το στίχο μας, πιστεύουμε πως είναι πρωτοποριακός και δένει απόλυτα με τη μουσική μας».
Η αλήθεια είναι πως η μουσική, η ροκ μουσική (ασχέτως αν ακόμη τότε κυριαρχούσε ο όρος «ποπ») των Gazuama Sinchartchas ξεχωρίζει μέσα στο σύνολο των ελληνικών γκρουπ της εποχής, καθώς τούτη έχει τον χαρακτήρα του jam. Είναι ελεύθερη, εξελίσσεται απρόβλεπτα, διατηρώντας στοιχεία σκληρού ροκ (εκείνου που οι ίδιοι αποκαλούσαν... αντεργκράουντ), ανακατεμένα με παραδοσιακά ελληνικά θέματα («Καραγκούνα») και άλλα διάφορα.
Το μοναδικό κομμάτι που δισκογράφησαν, το «Ανύψωση-αποτίναξη-εκφυγή», έχει απρόσμενα κιθαριστικά riffs, μη αναμενόμενα κοψίματα και αλλαγές, ιδιαίτερη χρήση φλάουτου, φλογέρας και κρουστών, breaks από ντραμς και, το ξαναλέω, μια ελευθερία στην ανάπτυξή του, που το κάνει ξεχωριστό (τουλάχιστον σαν μια πρώτη προσπάθεια). Αυτή την ελευθερία εξέφραζε εξάλλου και η διάρκειά του, που άγγιζε τα εννέα λεπτά.
Τι μπορεί να είχαν ακούσει τα μέλη του γκρουπ στο εξωτερικό, εκείνη την εποχή, σε live ή σε δίσκους, δυστυχώς δεν μας αποκαλύπτεται σε πρώτο χρόνο (στο «Φαντάζιο» εννοώ). Να είχαν ακούσει τους Edgar Broughton Band; Δεν το αποκλείω. Το ότι μπορεί να είχαν ακούσει ακόμη και Amon Düül II, το “Yeti” ας πούμε του 1970, δεν πρέπει ούτε αυτό να το αποκλείσουμε. Σε κάθε περίπτωση το δισκάκι τους ερχόταν να πλασαριστεί μεταξύ των πιο αξιόλογων εκείνης της σημαδιακής χρονιάς για το ελληνικό ροκ, οπότε μια βινυλιακή επανέκδοσή του ήταν, όπως και να το κάνουμε, επιβεβλημένη. [350 αριθμημένα αντίτυπα, για τους vinyl-junkies, μαζί με 4σέλιδο ένθετο, με πολλές πληροφορίες και φωτογραφίες].
Επαφή: : https://www.b-otherside.gr/?pgid=j7929zej-25a0a1b3-bb8c-44c4-a9f2-4984a97e919b
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/dyo-xehasmenoi-diskoi-apo-ta-trisbatha-toy-ellinikoy-rok

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2025

οι LOCAL HEROES μας χαιρετούν βαλκανικά

Οι Local Heroes είναι ένα αθηναϊκό κουιντέτο, που έχει ως βασικά μέλη τούς Alexandros Dandoulakis κιθάρα, Yorgos Dousos κλαρίνο, Menelaos Moraitis τούμπα, Vassilis Panagiotopoulos τρομπόνι και Angelos Polychronou κρουστά (υπάρχει και ο Dimitris Klonis ντραμς σε τρία tracks), και που τον Γενάρη του 2024 κυκλοφόρησε αυτόν τον φερώνυμο, και υποθέτω, παρθενικό δίσκο του. Λέμε για ένα digipak CD [Private Pressing, 2024], στο οποίο καταγράφονται εννέα συνθέσεις (έξι πρωτότυπα και τρεις versions), που είναι σχεδόν όλες ορχηστρικές. Σχεδόν όλες; Ναι, επειδή στο “27” έχουμε λόγια (ποίημα) του Δανδουλάκη, τα οποία απαγγέλλονται από τον καλό ηθοποιό Μανώλη Μαυροματάκη.
Οι Local Heroes είναι και πολύ καλοί μουσικοί και πολύ καλοί συνθέτες επίσης. Το κρατάμε αυτό. Το άλμπουμ τους μπορεί να ακούγεται κάπως «ξεπερασμένο» σήμερα (λέμε τώρα), καθότι είναι πολύ του ethnic-rock και του ethnic-funk, και θα ταίριαζε σαν ήχος καλύτερα στα 90s, τότε όταν μεσουρανούσαν οι Mode Plagal και άλλα αναλόγου τύπου συγκροτήματα (Πυρός Αιθήρ κ.λπ.).
Σήμερα, θέλω να πω, το να παίζεις... βαλκανικό rock και funk, μπορεί να θεωρείται κάπως ξεκάρφωτο – αν και η εποχή το «σηκώνει». Η εποχή, εννοώ, «σηκώνει» τα πάντα. Μουσικά κινήματα δεν υπάρχουν πια, και αν υπάρχουν δεν μπορούν να επηρεάσουν τα πλήθη, όπως τα επηρέαζαν παλαιά, οπότε...ό,τι και να παίξεις μέσα είσαι. Το κριτήριο, εν τέλει, φαίνεται να είναι ένα και μόνον. Το να κάνεις το κέφι σου. Οπότε, αν αυτό το κάνεις με καταφανές γούστο, εμφανίζοντας περίσσευμα ταλέντου, τότε είσαι μάγκας, και άξιος, και οφείλεις να αδιαφορείς για το αν είσαι σύγχρονος, μοντέρνος, σημερινός ή... οπισθοδρομικός.
Το “Local Heroes” CD διαθέτει τρία πνευστά (κλαρίνο, τούμπα, τρομπόνι), κιθάρα και κρουστά. Αντί για μπάσο διαθέτει τούμπα δηλαδή, με τα πνευστά να κρατάνε σχεδόν όλον τον ήχο, δίνοντάς αυτό το τόσο ευφρόσυνο balkan ηχόχρωμα, ανεξαρτήτως αν οι μελωδίες είναι λίγο ή περισσότερο βαλκανικές.
Μέτριο κομμάτι δεν υπάρχει εδώ, και αν λάβεις κατά νου πως τα τρία παραδοσιακά (“Emvatirio Smyrnis”, “Mais Vlastis”, “Patinada”) συμπλέκονται αθόρυβα με τα έξι πρωτότυπα (“Tsifteteli tou Herbie”, “Love theme”, “Tou Pavlou”, “Kalokairaki”, “27”, “Ou zo”) τότε το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να... βγάλεις το καπέλο σου στους Local Heroes, στέλνοντας το δισκάκι τους κατ’ ευθείαν στη λίστα με τα πιο... ευχάριστα της χρονιάς.
Επαφή: https://localheroesmusic.bandcamp.com/album/local-heroes

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2024

VICKY BEE e PLASTIC PEOPLE groove on

Το άλμπουμ “Groove On” [In Dat Groove Records] είναι λίγο παλαιότερο, καθώς προέρχεται από το 2022, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι – πόσο μάλλον, όταν εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ηχογράφηση που «τα σπάει».
Το συγκρότημα, οι Plastic People, είναι ελληνικό, όπως το ίδιο υποθέτουμε και για την τραγουδίστρια Vicky Bee (πως είναι Ελληνίδα δηλαδή), με το “Groove On” να σηματοδοτεί, από τον τίτλο του ήδη, το χώρο κίνησής του.
Λέμε λοιπόν για ένα extra groovy άκουσμα, με πολλά acid jazz και soul στοιχεία, δίχως να εκλείπουν και οι ροκιές ή και διάφοροι άλλοι υπαινιγμοί (από την reggae ας πούμε στο “A new day is comin’” ή και στο “Midnight swim”).
Εν τω μεταξύ το υλικό του δίσκου (εννέα
tracks) είναι σχεδόν όλο πρωτότυπο –με την εξαίρεση του “Apparently nothing” των Young Disciples–, πράγμα που σημαίνει πως εδώ κρίνεται και η συγκεκριμένη τραγουδοποιία, με τις μουσικές του John Skyllas (κυρίως) να στέκονται υπεράνω πάσης υποψίας. Συζητάμε, δηλαδή, για άψογα κομμάτια.
Επίσης το κύριο. Στην εγγραφή συμμετέχουν συνολικώς 22 μουσικοί(!), με μόνους βασικούς την Vicky Bee σε lead, backing vocals και τον John Skyllas σε πλήκτρα, πιάνο, hammond organ και backing vocals. Όλοι οι υπόλοιποι οργανοπαίκτες ακούγονται σε ένα, δύο, τρία ή τέσσερα tracks. Παρά ταύτα ο ήχος τού “Groove On” είναι ήχος γκρουπ και όχι μιας ομάδας με βασικούς και session players. Άρα από κομμάτι σε κομμάτι δεν υπάρχει διαφορά ήχου – με αυτόν (τον ήχο) να είναι παντού ενιαίος.
Να πούμε λοιπόν πως στην εγγραφή τού “Groove On” παίρνουν μέρος πέντε κιθαρίστες, πέντε ντράμερ, τρεις μπασίστες κ.λπ., ενώ χρησιμοποιούνται βεβαίως και πνευστά (τενόρο σαξόφωνο, άλτο σαξόφωνο, τρομπέτα, φλάουτο), που προσδίδουν αυτά τα άκρως λειτουργικά soul vibes σε κάποια tracks.
Φυσικά η μπάντα ροκάρει κιόλας (πάντα μέσα στο groovy πλαίσιο) σε κομμάτια όπως τα “Under my skin (U got me flyin’ high)” και “Fell in love again”, με το συνολικό feeling να είναι πάντα θερμό, δυναμικό και βεβαίως χορευτικότατο.
Μια πολύ καλή προσπάθεια λοιπόν από την Vicky Bee και τους Plastic People, που κατορθώνουν να βγάλουν μέσα από ένα «άψυχο» CD, τη ζωντάνια και τη μέθεξη ενός soul / rock / acid jazz live.
Επαφή: https://www.facebook.com/john.skyllas.5?locale=el_GR

Κυριακή 4 Ιουλίου 2021

ΖΑΝ ΒΑΣΙΛΗ ο τραγουδιστής στο καμπαρέ της Τρούμπας, στην ταινία «Καλώς ήλθε το δολλάριο» του Αλέκου Σακελλάριου – η πορεία του σε Γαλλία και Ελλάδα: τα τραγούδια, οι δίσκοι και οι ταινίες του

Η ταινία «Καλώς ήλθε το δολλάριο» (1967) σε σκηνοθεσία Αλέκου Σακελλάριου –στηριγμένη στην θεατρική κωμωδία των Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου «Ο 6ος Αμερικανικός Στόλος», που είχε ανεβεί την θεατρική σεζόν 1958-59 από τον θίασο του Μίμη Φωτόπουλου– είναι μία από τις πιο ευχάριστες και διασκεδαστικές ταινίες τού παλαιού ελληνικού κινηματογράφου (λειτουργώντας φυσικά μέσα από τα «σχήματα» της εποχής), και γι’ αυτό το λόγο την δείχνουν και την ξαναδείχνουν τα τηλεοπτικά κανάλια.
Την «υπόθεση» της ταινίας την ξέρουν όλοι.
Ένας λογιστής (Γιώργος Κωνσταντίνου) συντηρεί, με δυσκολίες, την οικογένειά του –την μητέρα του (Τζόλυ Γαρμπή) και τους δύο ακαμάτηδες αδελφούς του (Ορφέας Ζάχος, Αλέκος Τζανετάκος)–, αντιμετωπίζοντας σοβαρό οικονομικό πρόβλημα και μαζί μιαν επικείμενη έξωση, λόγω κατεδάφισης του νοικιασμένου σπιτιού τους. Φιλότιμος ων κι εργατικός δεν το βάζει κάτω και κάπως έτσι, σαν δεύτερη δουλειά, πηγαίνει να παραδώσει μαθήματα αγγλικών σε δύο κορίτσια (Νίκη Λινάρδου, Σάσα Καστούρα), που δουλεύουν σαν κονσοματρίς σ’ ένα καμπαρέ της Τρούμπας. Η περιοχή βρίσκεται σε αναβρασμό, λόγω της παρουσίας τού αμερικανικού στόλου στο λιμάνι του Πειραιά και όσοι ξέρουν αγγλικά βγάζουν μεροκάματο, εκτελώντας χρέη διερμηνέα. Ο λογιστής-καθηγητής πείθεται από τα αφεντικά τού καμπαρέ (Νίκος Φέρμας, Άννα Καλουτά) να αναλάβει κι άλλα καθήκοντα, καθώς γίνεται κράχτης και αυτός, αυξάνοντας το εισόδημά του και γνωρίζοντας τον έρωτα τής ζωής του στο πρόσωπο μιας... μαθήτριάς του (Νίκη Λινάρδου).
Η ταινία ήταν συμπαραγωγή της Άνζερβος και της
Orwo Hellas, ήταν έγχρωμη –όπως διαβάζουμε στους τίτλους τέλους της ήταν η πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία, η επεξεργασία της οποίας είχε γίνει καθ’ ολοκληρίαν σε εγχώρια κινηματογραφικά εργαστήρια–, ενώ είχε πάει σχετικά καλά και σε εισπράξεις, καθώς στην σεζόν 1967-68 είχε κόψει περίπου 165.000 εισιτήρια, στους κινηματογράφους πρώτης προβολής Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων (39η από τις 99 ταινίες της περιόδου).
Μουσική και τραγούδια στο «Καλώς ήλθε το δολλάριο» είχε γράψει ο Γιάννης Σπανός (το δεύτερο δικό του σάουντρακ σε ελληνική ταινία). Μουσικές εύθυμες και μοντέρνες βασικά (σέικ, στυλ παριζιάνικου καμπαρέ κ.λπ,), με τα τρία τραγούδια, σε στίχους Αλέκου Σακελλάριου, να ακούγονται σχετικά νωρίς στην ταινία.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/zan-basili-o-tragoydistis-sto-kampare-tis-troympas-stin-tainia-kalos-ilthe-dollario

Κυριακή 10 Μαΐου 2020

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 258

10/5/2020
Τα μνημόνια είχαν τελικά πολλά οφέλη για τους Γερμανούς. Τις προσέχουνε τις αποικίες τους. Με τις ανεργίες ("μένουμε σπίτι" ούτως ή άλλως) και τις αφραγκίες (λιγότερες μετακινήσεις, ταξίδια κ.λπ.) που σπείρανε στη χώρα μάς κατέστησαν ασφαλέστερους και έναντι του κορωνοϊού, πράγμα που σημαίνει πως οι Φρίτσηδες δεν θα ξεκαλοκαιριάσουν φέτος στην Βάδη-Βυρτεμβέργη.
Ώ ρε πέδιλο και σοσόνι που θα πέσει...

9/5/2020
Κάτι τέτοια λένε και για τον Τσιτσάνη στην Ελλάδα, ότι ένωσε λέει δεξιούς με αριστερούς. Τέλος πάντων... πολύ μεγάλος Little Richard (RIP) 
[από το βιβλίο του David Kirby "Little Richard: The Birth of Rock n' Roll", εκδ. Continuum, New York 2009]

9/5/2020
Δεν είμαι αντι-νταλαρικός, όπως νομίζουν ορισμένοι. Ακούω Νταλάρα και έχω δίσκους του από τα σέβεντις. Μερικοί απ' αυτούς τους δίσκους είναι αριστουργήματα. Έχω τις απόψεις μου για το καλλιτεχνικό έργο του και γι' αυτά που λέει σε συνεντεύξεις κ.λπ., όπως και ο καθένας μας εξάλλου, αλλά με καθαρά καλλιτεχνικούς όρους εγώ δηλώνω φαν μόνο των σέβεντις τραγουδιών του. Από το '80 και μετά ελάχιστα τραγούδια του νοιώθω να με αφορούν και πολύ λίγα, μετρημένα στα δάχτυλα, μπορώ ν' ακούσω.
Έχω γράψει και παλιότερα εδώ στο fb πως ο Νταλάρας έχει ακόμη πολύ καλή φωνή (τον είχα δει live σχετικά πρόσφατα) και πως μπορεί και τώρα σ' αυτή την ηλικία των 70+ να υποστηρίξει ερμηνευτικά-φωνητικά το κλασικό του ρεπερτόριο. Και αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο, για τραγουδιστές της ηλικίας του.

9/5/2020
Επειδή ασχολούμαι με την μουσική δεκαετίες έχω διαμορφώσει κάποιες απόψεις για κάποια πράγματα, και αν μιλάμε για καλλιτέχνες ξένης μουσικής μερικούς δεν τους γουστάρω για τους χι ψι λόγους. Θεωρώ π.χ. τους Velvet Underground κυνικούς, αντικοινωνικούς και τελείως έξω από την αντικουλτούρα των σίξτις, δεν γουστάρω Kraftwerk, Nico κ.λπ. για τους θεωρώ κρυφοναζί, δεν μ’ αρέσει ο Nick Drake γιατί τον θεωρώ εσχάτως υπερεκτιμημένο και βασικά ατάλαντο, έχω διαγράψει τον Neil Young γιατί υπήρξε υποστηρικτής του Ρόναλτ Ρήγκαν κ.λπ. Δεν σημαίνει κάτι το αν έχω δίσκους απ’ όλους αυτούς από παλιά (έχω και Kraftwerk τα πρώτα, έχω κρατήσει και την «μπανάνα», προσωπικά του Neil Young δεν έχω κρατήσει πια, Nick Drake ποτέ δεν είχα και δεν μ’ ενδιαφέρει να έχω, γιατί τον έχω πάρει στραβά από παλιά κ.ο.κ). Φυσικά, αν βγω και τα πω όλα αυτά δημοσίως θα πέσουν να με φάνε όλοι – ενώ αν γράψω πως κάποτε τσακωνόμουν με τον αείμνηστο Mod για την αξία ή όχι των Mystic Siva (εγώ τους θεωρούσα άσχετους και σαν οργανοπαίκτες) δεν τρέχει και τίποτα. Ποιος τους ξέρει τους Mystic Siva και ποιος ασχολείται μαζί τους;
Λοιπόν, δεν ενδιαφέρομαι να εξηγήσω σ’ ένα μακρύ κείμενο γιατί δεν γουστάρω την Nico και γιατί την θεωρώ κρυφοναζί. Δεν μ’ ενδιαφέρει να το κάνω ούτε για τους Kraftwerk, ούτε για κανέναν άλλον. Αυτά τα κείμενα θέλουν δουλειά. Πρέπει να κάτσω να ξανακούσω δίσκους, να ανοίξω βιβλία, να μελετήσω και να σκεφθώ... ποιος θα με πληρώσει γι’ αυτό; Γιατί να το κάνω; Για να με βρίζει ο ένας κι ο άλλος; Αν πληρωνόμουν αδρά θα το έκανα για τα λεφτά. Τώρα χέστηκα. Κι έτσι γράφω μόνο το συμπέρασμα κάθε φορά σε πέντε γραμμές – αν θέλω να πω κάτι.
Και σε τελευταία ανάλυση να πω και τούτο. Βασικά δεν μ’ ενδιαφέρει να γράφω για την Nico και τον Nick Drake. Ποιοι ασχολούνται μ’ αυτούς; Πενήντα άνθρωποι, εκατό; Τρίχες. Πιο πολύ μ’ ενδιαφέρει να γράφω για την Βίσση και τον Νταλάρα, παρά για τους Velvets και τον Neil Young.
Ζω στην Ελλάδα και μ’ ενδιαφέρει αυτά που γράφω να αφορούν δυνητικά τους πάντες – να μπορούν οι πάντες να με κρίνουν.
Στην δημοσιογραφική ζωή μου έχω γράψει κείμενα που αφορούσαν 20 αναγνώστες – δεν μετανιώνω γι’ αυτό και θα συνεχίσω να γράφω και για τις μειοψηφίες, επειδή γουστάρω (θα το κάνω από προσωπική ανάγκη). Κάποτε, με το ίντερνετ στα σπάργανα, είχα γράψει 4000 λέξεις για τον Joe Harriott, που τον ήξεραν τότε στην Ελλάδα 10 άνθρωποι, όμως, και επί της ουσίας, γράφουμε και για να απευθυνθούμε «στους πάντες».
Για να το πω απλά και με μια πρόταση. Θέλω να γράψω ένα κείμενο για τον Τόλη Βοσκόπουλο π.χ., αρκεί να πληρωθώ καλά για τον κόπο μου, και όχι για τους ναζί (κατά τον David Bowie) Roxy Music. Με αφορά περισσότερο ο Τόλης.

9/5/2020
Ένα σύντομο ποστ που έκανα εδώ στο fb, στις 3 Μαΐου, για την Άννα Βίσση και που έλαβε 147 likes (πάντα στο fb κάνω σύντομα ποστ – άμα θέλω να γράψω 5 χιλιάδες λέξεις τις γράφω αλλού), αναδημοσιεύθηκε στο ogdoo.gr (χωρίς να ερωτηθώ – δεν ήταν βέβαια και υποχρεωτικό, τα κείμενα πλέουν στον ωκεανό του διαδικτύου) κι έγινε ένας σχετικός χαμός. Προσωπικά, δεν θέλω να αναδημοσιεύονται κείμενά μου από το fb αλλού, επειδή είναι κείμενα σύντομα, περιεκτικά, «το ζουμί», χωρίς να δίνονται εξηγήσεις, ακολουθώντας μια ροή – κάτι που, οπωσδήποτε, έξω από το fb, αλλά και μέσα σ’ αυτό πολλές φορές, μπορεί να δημιουργεί παρεξηγήσεις. Όταν δεν παρακολουθείς τα ποστ του άλλου και δεν ξέρεις το σκεπτικό του γενικότερα, κι έρχεσαι σαν ούφο ξαφνικά να διαβάσεις κάτι, και να σχολιάσεις, είναι εύκολο να εξεγερθείς.
Κέρδισα αναγνώστες ωστόσο απ’ αυτή την ιστορία, ανθρώπους δηλαδή που τώρα με μάθανε, μετά από 30 χρόνια δουλειάς, βρίζοντάς με πρώτα βέβαια.
Κάνω αυτό το ποστ, αυτή την ώρα, όχι για να αυτοδιαφημιστώ φυσικά (είναι το τελευταίο που μ’ ενδιαφέρει), αλλά γιατί από τα σχόλια που δέχτηκα όχι εδώ στο fb, αλλά στο ogdoo.gr (95% αρνητικά, υβριστικά κ.λπ.), αντιλήφθηκα ότι υπάρχει μεγάλη κόντρα μεταξύ Γιώργου Νταλάρα και Άννας Βίσση (και των ανάλογων... κοπαδιών) και πως πολλοί θεώρησαν ότι είμαι ένας εγκάθετος τού Νταλάρα, που βάλθηκε να απαξιώσει την Άννα! (γέλιο)
Προφανώς αυτοί οι ούτως ή άλλως ηλίθιοι σχολιαστές δεν είδαν τι έγραψα για τον Νταλάρα λίγες ημέρες αργότερα (7 Μαΐου, 200 likes), όπως δεν θα έχουν δει και κανένα από τα χιλιάδες κείμενα που έχω γράψει στην δημοσιογραφική ζωή μου. Παρόλα αυτά θεώρησαν πρέπον, δόκιμο, σωστό, να βρίσουν, να απαξιώσουν και να φτύσουν. Δεν απορώ, ok, και μέσα σε όλα και το «βαλτός» από τον Νταλάρα είχε πολύ γέλιο.
[Νταλάρα δεν είδα χθες πάντως, το λέω – θα έβλεπα όμως, αν αντί για Τσιτσάνη και Θεοδωράκη τραγουδούσε Κοινούση και Πασχάλη]

8/5/2020
Πάνε καμιά 20αριά χρόνια από τότε που ένα ξένος DJ κ.λπ., φίλος-εξ-αποστάσεως, που δούλευε στο Λονδίνο, μου είχε ζητήσει να του προτείνω μια 12άδα ελληνικών κομματιών (τζαζ, φανκ κ.ο.κ.) προκειμένου να έβγαζε μια συλλογή. Του είχα γράψει μια κασέτα (έγραφα ακόμη τότε κασέτες) με κάποιες επιλογές, αλλά τελικά, παρότι το πάλεψε, δεν κατάφερε τίποτα. Τον είχα προειδοποιήσει. Του είχα πει ότι οι έλληνες εταιρειάρχες είναι άσχετοι και κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, ενώ για ένα μόνο κομμάτι μπορεί να σου ζητήσουν τόσα λεφτά, όσα θα σου ζητήσουν οι ξένοι για 12. Το διαπίστωσε και μόνος του – και το σχέδιο πήγε στράφι. Βεβαίως υλοποίησε άλλα πολύ επιτυχημένα compilations.
Σ’ εκείνη την κασέτα lead track ήταν αυτό. Εκπληκτικό κομμάτι(!) από την Αϊτή, που το είχε πει μοναδικά ένας Αϊτινός, που έκανε καριέρα τότε στην Ελλάδα, με ελληνική ορχήστρα πίσω του. Έπος! Ο φίλος είχε πάθει πλάκα φυσικά. Δεν περίμενε τέτοια ηχογράφηση από την Ελλάδα του 1974. Ζαν Ρομπέρ...

8/5/2020
Εκτιμώ πολύ τους Βέλγους Telex, ένα από τα καλύτερα euro synth-pop σχήματα εκεί στα late 70s-early 80s.
Τους Telex τους άκουγα από ’κείνη την εποχή, στις αρχές του ’80, αλλά έπεσα από τα σύννεφα κάποια στιγμή στην δεκαετία του ’90, όταν ανακάλυψα ότι μέλος τους ήταν ο φοβερός και τρομερός Marc Moulin, που είχε κάνει εκείνες τις δισκάρες με τους πρώτους Placebo στο πρώτο μισό των σέβεντις (και άλλα διάφορα). Έτσι, ξανάκουσα στα 90s τους Telex με άλλο μάτι και με άλλο αυτί!
Ίσως το καλύτερο LP των Telex να ήταν το “Neurovision”, από το 1980, που είχε κυκλοφορήσει τότε στην Ελλάδα από την Music-Box, αλλά λίγοι πλέον το θυμούνται. Και τότε δηλαδή είχε περάσει απαρατήρητο. Φάτε τη σκόνη τους Γερμαναράδες... (γέλια)

8/5/2020
Μερικoί Βέλγοι είναι θελκτικότεροι στο electro και στην synth-pop από πολλούς Γερμανούς. Και αυτοί δεν είναι οι καλύτεροι, αλλά είναι πολύ καλοί. Ωραία διασκευή...

8/5/2020
Οι hippies, που υπήρξαν το σημαντικότερο νεανικό κίνημα όλων των εποχών, είχαν κόψει εξ αρχής κάθε σχέση με τους ναζήδες και όλες αυτές τις μ@λακίες. Μετά τους hippies ήρθαν οι χριστιανοχίπις και μετά, μέσω του glam σε Αγγλία και Αμερική (που κοινωνικά συμβόλιζε την φθορά), οι πάνκηδες, που δεν ήθελαν να αλλάξουν την κοινωνία, σαν τους hippies (να δημιουργήσουν δηλαδή μιαν εναλλακτική κοινωνία), αλλά απλώς να επιβιώσουν με τον τρόπο τους σ' έναν όλο και πιο σκοτεινό κόσμο (οι ναζήδες απλώθηκαν στην pop κουλτούρα μέσω του punk φυσικά).
Για μένα η μουσική (και η κοινωνική αποστολή της) τελείωσε το 1971, 1972, βαριά-βαριά το 1973... Όλα τα άλλα από κει και κάτω τα ακούω εγκυκλοπαιδικά, μελετητικά, αισθητικά, και κατά βάση, σε προσωπικό επίπεδο, δεν με αφορούν (δηλαδή δεν θα έχανα και τίποτα, αν δεν τα άκουγα).

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019

SONNY TOUCH ένα παλίμψηστο της μαύρης μουσικής, φτιαγμένο από Έλληνα

Έχουν περάσει περισσότερo από επτά χρόνια από τότε που γράψαμε για το πρώτο άλμπουμ τού Sonny Touch (Δημήτρης Τάτσης), το θαυμάσιο “Brain Soup” [GroovyGarden, 2011], για το οποίον σημειώναμε εκείνη την εποχή πως... ο έλληνας μουσικός πραγμάτωσε το απόλυτο μουσικό καλειδοσκόπιο του βάλτου, ένα μοναδικό, όσο και σύγχρονο, νέο-ορλεανικό άκουσμα, που απαρτίζεται όχι μόνο από ισχυρές δόσεις του ντρεσαρισμένου ήχου του ’60 (του Δόκτορος, βασικώς), ούτε μόνον από τα προαιώνια τύμπανα των voodoo children, μα ακόμη και απ’ ό,τι επακολούθησε (τις ροκιές των 70s, τα post και τα electro των 80s, τα DJ-λίκια των 90s, το sampling των 00s). Τα ίδια λόγια ισχύουν πάνω-κάτω και σήμερα. Ίσως κάτι πρέπει να αφαιρεθεί, κάτι να προστεθεί, αλλά σε κάθε περίπτωση το “Leave Space for the Little Animals” (2019), κομμένο σε διακόσια αριθμημένα βινύλια για την νεοσυσταθείσα Veego Records, είναι ένα άλμπουμ το ίδιο συναρπαστικά ξεχωριστό για την ελληνική σκηνή, ίσως και ευρύτερα.
Εισαγωγή με το... ρώσικο “Что cо mной?”, ένα διαπεραστικό, σύντομο στο χρόνο voodoo-funk, που σε μπάζει κατ’ ευθείαν στο κλίμα. Ακολουθεί το “Việt Cộngs can surf”, ένα track που θυμίζει White Stripes στο ξεκίνημά του (δεν ξεχνάμε πως μία από τις πρώτες παρουσίες των Sonny Touch & Honolulu Philharmonic, ήταν σε μια CD-συλλογή του περιοδικού SONIK, το 2010, με διασκευές τραγουδιών τού ντούο από το Detroit), ενσωματώνοντας στην πορεία indian-vibes, φωνές, εφφέ, κιθαριστικά riffs κ.λπ. όλα στρωμένα πάνω σ’ ένα ισχυρό ροκ μοτίβο. Δύσκολο να βρεις ταμπέλα, για να το κατατάξεις. Στο “Harry the Flamingo” οι φωνές σε φέρνουν κοντά σε μία crazyness, που ανακαλεί ακόμη και Frank Zappa και άλλα περίεργα z-stuffs (σφοδρές bluesy κιθάρες επίσης εδώ και γενικώς... ανερμάτιστη διαχείριση). Παλαιο-ηλεκτρονικά, κιθάρες, φωνές κ.λπ. κι ένα σκηνικό b-movies / space-age χαρακτηρίζουν το “It happened in Greenville, Montana” στη σύντομη διάρκειά του, πριν παραδώσει στο “Voodoo can-can”, που διαρκεί σχεδόν πέντε λεπτά και που αποσαφηνίζει, μέσα στην ασάφειά του, ακόμη πιο πολύ τα μαύρα χαρακτηριστικά τής μουσικής τού Sonny Touch. Ένα κομμάτι είναι το “Voodoo can-can”, που θα κάνει ευτυχείς τους φίλους της μουσικής του Δόκτορα (Dr. John). Η πλευρά θα ολοκληρωθεί με το “Rain dance”, που μέσα από τις bluesy και deep-funky γραμμές του κατορθώνει να βαστήξει ψηλά το ενδιαφέρον, για μιαν ακόμη φορά, με τρόπο απλό αλλά γόνιμο.
Στη Side B πρώτο κομμάτι είναι το “Red socks”. Κι εδώ το funk κυριαρχεί, μαζί με μια σειρά φωνών, φωνητικών, πλήκτρων και κιθαρών, που προσφέρουν στο track μια... πατροπαράδοτη haunted αύρα (οι ηλεκτρικές πενιές θυμίζουν έσχατο Buddy Guy). Στο “Intro (Honolulu theme)” συμμετέχει, στη σύνθεση, η Honolulu Philharmonic – αν και δεν διευκρινίζεται το τι ακριβώς προσφέρει στην εγγραφή. Πάντως και σ’ αυτό το κάπως αργό στην εξέλιξή του track το ηχητικό σκηνικό δεν αλλάζει ή, μάλλον, γίνεται ελκυστικότερο για ποικίλες παραδοξότητες. Στο τετράλεπτο “Béni” καταγράφεται μια ισχυρή afro δόση. Εξαιρετικό funky-exotica κομμάτι, που αναπτύσσεται μέσα σε ένα... αποικιακό ηχητικό περιβάλλον. Το 7λεπτο “Play it as the wind blows” ραπάρει στην αρχή (τίποτα δεν ξεφεύγει από το «μαύρο» blender του Sonny Touch), αλλά στην πορεία, και προς το τέλος, καταλήγει σε... ψυχεδελικό παρανάλωμα. Το άλμπουμ θα κλείσει με το “Pемонт”, που είναι blues μεν, αλλά προσαρμοσμένο σ’ ένα… αρχαϊκό πλαίσιο, θυμίζοντας εγγραφές της Fat Possum.
Δεν είναι εύκολο να βρεις στην Ελλάδα δίσκους, φτιαγμένους από Έλληνες, που να λειτουργούν σαν παλίμψηστα της μαύρης μουσικής. Το “Leave Space for the Little Animals” είναι, προφανώς, ένα απ’ αυτά τα ελάχιστα LP, που θα σε κάνουν πάντα ν’ απορείς... μα και να γουστάρεις.
Επαφή: www.veegorecords.com