Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα electro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα electro. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

HANS HJELM ηλεκτρονικά περιβάλλοντα για τραγούδια

Ο σουηδός κιθαρίστας του prog-rock Hans Hjelm μας είναι γνωστός, εδώ στο blog, από τα συγκροτήματα στα οποία είναι μέλος [τους Kungens Män και βασικά τους Αutomatism, για τα άλμπουμ των οποίων “Sörmland” (2025) και “Immersion” (2020), στην Tonzonen, έχουμε γράψει παλαιότερα]. Επίσης έχουμε γράψει και για ένα προσωπικό άλμπουμ του Hjelm, το “Factory Reset” [Kungens Ljud & Bild, 2021], οπότε τώρα... συνεχίζουμε με την πιο νέα δουλειά του, που έχει τίτλο The Night Electronic [Kungens Ljud & Bild, 2026].
Σε σχέση με το «χθες», εδώ, υπάρχει μια σημαντική διαφορά. Ο Hjelm (ηλεκτρικές κιθάρες, σύνθια, προγραμματισμός, μπάσο, πλήκτρα) έχει περάσει από τα ορχηστρικά άλμπουμ του σε κάτι πιο απτό και τραγουδιστικό. Προς τούτο στηρίζεται σε δύο φωνές, την Hildur Ottilia και τον Viktor Westerlund, ενώ δίπλα του παρατάσσονται και οι Jesper Skarin ντραμς, κρουστά, ακουστικές κιθάρες, Henrik Sunbring ηλεκτρονικά, σύνθια, μπάσο, πλήκτρα, προγραμματισμός, Mikael Tuominen μπάσο και Per Wiberg πλήκτρα, πιάνο.
Έχουμε λοιπόν ένα άλμπουμ, που, κατ’ αρχάς, έχει από μικρή έως ανύπαρκτη σχέση με το prog, δημιουργώντας περισσότερο ηλεκτρονικά περιβάλλοντα, μέσα στα οποία πλέουν τα τραγούδια. Οι φωνές και ο τρόπος με τον οποίο τις χειρίζεται ο Hjelm, δημιουργούν αυτό το αίσθημα της floating music, η οποία όμως λίγες φορές κατορθώνει να μας κινητοποιήσει (μέσω των τραγουδιών, που ακουμπούν πάνω σ’ αυτό).
Επαφή: https://hanshjelm.bandcamp.com/album/the-night-electronic

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

DEN DER HALE σκληρά και ηλεκτρονικά

Με τέσσερα περίπου 10λεπτα κομμάτια (δύο ανά πλευρά βινυλίου) οι Σουηδοί Den Der Hale επανεμφανίζονται στη δισκογραφία μέσω του τρίτου άλμπουμ τους, που αποκαλείται Larking About [Sound Effect Records, 2026]. Το γκρουπ πρέπει να είναι τετραμελές, και όπως διαβάζουμε στο bandcamp του... «το LP αποτελεί μια εξερεύνηση πιο εκλεκτικών ηχοτοπίων από αυτά που παρουσιάσαμε στο παρελθόν, καθώς περάσαμε από αλλαγές στη σύνθεσή μας, αποφεύγοντας τον παραδοσιακό ήχο των ντραμς, των κιθάρων και του μπάσου, και δημιουργώντας αυτά τα κομμάτια μέσω tape loops, resampling και ακουστικών οργάνων».
Σίγουρα, εδώ, ακούμε κάτι ιδιαίτερο από τους
Den Der Hale, καθώς το ηλεκτρονικό μανιπουλάρισμα κυριαρχεί, ενσωματώνοντας στη δομή του οργανικούς ήχους, φωνές ή ό,τι άλλο. Δημιουργείται θέλω να πω ένα ρευστό πλαίσιο, εντός του οποίου καλείται ο ακροατής να πλοηγηθεί – με την προϋπόθεση να δείξει εμπιστοσύνη στο δρομολόγιο των Σουηδών. Ένα δρομολόγιο παράξενο, δύσβατο, βαρύ, αργό, υποβλητικό, σχεδόν αποκαλυπτικό, με πολλά στοιχεία τελετουργίας και εσωτερικής έντασης, το οποίο –δηλώνοντας συμμετοχή– είναι σίγουρο πως θα σε οδηγήσει κάπου. Αν και, όπως λένε σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σημασία δεν έχει προορισμός, μα το ίδιο το ταξίδι.
Επαφή: https://www.soundeffect-records.gr/larking-about, https://denderhale.bandcamp.com/album/larking-about

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

PATRICK DOROBISZ, DOPPLeR synth music και noise rock από την Γαλλία

PATRICK DOROBISZ: Narvik [Atypeek Music, 2026]
Ο γάλλος αβάντ συνθέτης Patrick Dorobisz είναι 71 ετών, έχοντας πορεία που ξεκινάει στη δεκαετία του ’70. Αν και δεν ηχογράφησε επίσημα τότε, εντούτοις, το 2022, θα κυκλοφορούσε ένα άλμπουμ με δικές του εγγραφές από το 1973. Σήμερα, χρησιμοποιώντας σύνθια βασικά, ο Dorobisz δημιουργεί έναν παράξενο ηχητικό κόσμο, που φέρνει στη μνήμη μου, τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε, το άλμπουμ «Χρονοναύτης» του Κώστα Γανωσέλλη από το 1983.
Με άλλα λόγια παρατηρείται στο “Narvik” μία ανάμειξη κλασικών και άλλων έντεχνων στοιχείων, περασμένων πάντα μέσα από τα συνθεσάιζερ, που δημιουργεί άλλοτε περισσότερο λυρικές και άλλοτε περισσότερο έντονες καταστάσεις. Τούτο έχει να κάνει και με το θέμα του δίσκου το οποίο αναφέρεται στις μάχες που διεξήχθησαν στη νορβηγική πόλης Νάρβικ, στο διάστημα Απρίλιος-Ιούνιος 1940, όταν οι συμμαχικές δυνάμεις (Νορβηγία, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Πολωνία) αντιτάχθηκαν στους Ναζί. Στις μάχες είχε πάρει μέρος και ο πατέρας του Dorobisz κι έτσι κάπως το “Narvik” λειτουργεί και σαν φόρος τιμής σε όσους πολέμησαν στον νορβηγικό βορρά, σε μία από τις πρώτες συμμαχικές νίκες του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Το άκουσμα έχει ενδιαφέρον ασυζητητί και προτείνεται σε όλους τους φίλους και τις φίλες της synth music.
Επαφή: www.atypeekmusic.com
DOPPLeR: Pourquoi Ce Disque? [Atypeek Music / Bigoût Records, 2026]
Οι DOPPLeR σχηματίστηκαν το 1998 στην Λυών από τους Xavier-Alexandre Amado μπάσο, φωνή, Yoann Brière κιθάρα, φωνή και Yann Coste ντραμς, φωνή. Το συγκρότημα διαλύθηκε το 2010, αλλά δέκα χρόνια αργότερα θα έπαιρνε ξανά μπροστά, με live και ηχογραφήσεις, επενδύοντας στο ίδιο χαρακτηριστικό noise rock, που έπαιζε και παλαιά και που εξακολουθεί να το ελκύει, ως φαίνεται, και σήμερα.
Το πιο νέο LP/CD των DOPPLeR αποκαλείται “Pourquoi Ce Disque?” και είναι μια αρκετά πειστική απόπειρα των Γάλλων, προκειμένου να ανακαταλάβουν τη θέση που τους ανήκε – κάτι που είναι, σίγουρα, εφικτό μέσω τούτων των οκτώ κομματιών, που έχουν τον τρόπο να συνταράζουν. Αρκεί ν’ ακούσεις tracks σαν τα “Of pieces that break”, “Piano cassé” και “No one available” προκειμένου να αντιληφθείς τη δύναμη με την οποία ροκάρουν οι DOPPLeR, το πάθος και την ένταση μέσω των οποίων οδηγούν τις συνθέσεις τους, μα και το προσεκτικά διαμορφωμένο λυρικό στοιχείο, που είναι κρυμμένο κάτω από τον ορυμαγδό και την παραζάλη.
Επαφή: https://bigoutrecords.bandcamp.com/album/pourquoi-ce-disque

Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 724

27/5/2026
Η τζαζ στα φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή και Αυγής-Θουρίου, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70.
Λεπτομέρειες στις σελίδες 221-224 του «100 Χρόνια Ελληνική Τζαζ / Από το μουσικό θέατρο και το ελαφρό τραγούδι στη σύγχρονη και αυτοσχεδιαστική τζαζ» [Όγδοο, 2025].

27/5/2026
Είχε ένα κόμμα της τάξης του 17%. Με απίστευτα τερτίπια, μαχαιρώματα και μεθόδους, που έφθασαν έως τα εσωτερικά πραξικοπήματα διαλύθηκε το κόμμα του, εκτέθηκαν οι σύντροφοί του κι έμεινε η χώρα, σε κρίσιμες εποχές, χωρίς αντιπολίτευση, ενώ τώρα, εικονικά αναβαπτισμένος, επανέρχεται με νέο κόμμα, προσδοκώντας ένα ανάλογο ποσοστό. Το πιο σίγουρο όλων είναι πως πρόκειται για τον πιο βολικό αντίπαλο για τη ΝΔ, καθώς το μόνο που θα καταφέρει να κάνει θα είναι να συσπειρώσει όλη την παραπαίουσα δεξιά (ακροκεντρώα, παραδοσιακή, ακροδεξιά), οδηγώντας τη χώρα σε ακόμη μία νεοδημοκρατική τετραετία.

26/5/2026
ΕΛΑΣ ΕΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ (γέλιο)

26/5/2026
Δεν το έχω ψάξει το θέμα βαθιά, αλλά δεν θυμάμαι τους παλιούς πολιτικούς να πηγαίνανε στα γήπεδα και να μιλάγανε για το ποδόσφαιρο. Οι πρώτοι που το κάνανε με σύστημα, ήταν οι χουντικοί.
Έτσι, οι πολιτικοί ηγέτες της πρώιμης μεταπολίτευσης, ακόμη κι αν είχαν κάποια απειροελάχιστη επαφή με το χώρο, δεν είχαν καμιά διάθεση να το παίξουν ποδοσφαιρόφιλοι, γιατί η ρετσινιά θα ήταν μεγάλη. Η ταύτιση, εννοώ, με τους χουντικούς θα ήταν άμεση.
Είναι σίγουρο, λοιπόν, πως ούτε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν φίλαθλος, ούτε ο Αντρέας Παπανδρέου, ούτε ο Φλωράκης, ούτε ο Ηλιού, ούτε ο Μαύρος, ούτε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ούτε καν ο Σημίτης...
Έπρεπε να έρθουν... τα χαζά εννοώ, μετά από το 2000, για να παραλάβουν το τόπι από τον... Παττακό, επειδή έτσι θα τους έλεγαν οι ακόμη πιο χαζοί επικοινωνιολόγοι τους.

26/5/2026
Είναι απλά τα πράγματα, και τραγικά ταυτόχρονα. Όταν η... κυβερνώσα αριστερά σου τρώει το λαρύγγι είναι λογικό να έρχεται, μετά, η δεξιά-ακροδεξιά και να σου κόβει το κεφάλι. Γιατί της έχεις δώσει το θάρρος να το κάνει. Να ξεπεράσει τον εαυτό της και να πλειοδοτήσει σε καταστροφή.

26/5/2026
Οποιοσδήποτε πολιτικός εκφράζεται ποδοσφαιρικά, φωτογραφίζεται σε γήπεδα ή αλλού, με κασκόλ ή μπάλες, πανηγυρίζει για αθλητικές πρωτιές κατεστημένων ομάδων ή εκμεταλλεύεται αθλητικά «επιτεύγματα», δίνοντας συγχαρητήρια κ.λπ., για μένα είναι ένας σοβαρός λόγος για να του δώσω... σουτ.
Πόσο μάλλον όταν κάποιος επιλέγει να φωτογραφηθεί με μπάλες της Μπαρτσελόνα, όταν υπάρχουν οι μπάλες του Πανιωνίου, μιας ελληνικής ομάδας με τα ίδια χρώματα, με ρίζες στην προσφυγιά, με λαϊκή βάση που την νοιώθουμε και που τροφοδότησε για δεκαετίες το ελληνικό ποδόσφαιρο με παίκτες μεγάλης κλάσης.
Δεν μας ενώνει τίποτα με την κάθε Μπαρτσελόνα (και δεν αναφέρομαι στον ανώνυμο ποδοσφαιρόφιλο), παρά μόνο ο κοσμοπολιτισμός της πλάκας και η ξενοδουλεία...

25/5/2026
Sunset «Τι κι αν είμαι δυνατός»
https://www.youtube.com/watch?v=U8tKMd7-CDc

23/5/2026
Ένα πολύ καλό, σφιχτό πόντκαστ του Άρη Δημοκίδη για τον Κώστα Τουρνά, με φοβερή ροή και με ουσία. Να το ακούσετε...
https://www.lifo.gr/podcasts/wraia-pragmata/h-skliri-alitheia-gia-ton-kosta-toyrna

22/5/2026
Αυτοί δεν ήταν αβαντγκαρντίστες σαν εκείνους του RIO (Rock In Opposition), αλλά ο μαοϊσμός είχε... διαφθείρει πολύ κόσμο την ίδια πάνω-κάτω εποχή. Είμαι φαν των Jellybread από 40ετίας όταν είχα αγοράσει τον δίσκο που είχε μέσα το Chairman Mao's boogaloo στην επανέκδοση της Line. Οι μαοϊκοί στην Αγγλία ακούγανε και παίζανε ροκ - δεν ήταν σαν τους δικούς μας που το βρίζανε (πλην ελαχίστων και μεμονωμένων εξαιρέσεων).

21/5/2026
Καμάρι των αναλογικών synths, παραγωγή Klaus Schulze (1980).
21/5/2026
Για το βίντεο βάζω μηδέν, το τραγούδι, όμως, δεν είναι άσχημο. Monika “New York windmills” (Official Video)
https://www.youtube.com/watch?v=ftbj0TI4plo&list=RDftbj0TI4plo&start_radio=1

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

MAD VANTAGE είναι η SOLUNE που έχει ελληνική καταγωγή

Πίσω από τους Αυστραλούς Mad Vantage από την Μελβούρνη κρύβεται βασικά η συνθέτρια SOLUNE (Selene Messinis είναι το κανονικό όνομά της, που υπονοεί ελληνική καταγωγή), η οποία στο LP, CD και digital Minutiae.” [Art As Catharsis, 2025] χειρίζεται σύνθια και πιάνο. Δίπλα στην SOLUNE στέκονται ακόμη οι Kumar Shome κιθάρες, Matt Hayes μπάσο και Tim Cox ντραμς... και βεβαίως όλοι αυτοί είναι υπεύθυνοι για τις αποδόσεις των συνθέσεων, οι οποίες είναι κάπως περίεργες. Θα μπορούσε να τις αποκαλέσεις ακόμη και «ζαππικές», με μίαν early 80s αίσθηση περισσότερο, υπό την έννοια πως εδώ υπάρχουν έντονες κιθάρες και βαριά keyboards, με παράλληλες επιρροές από το math rock των King Crimson, το fusion γενικότερα και το ευρύτερο late 70s progressive.
Αν και η εποχή στην οποίαν αναφέρονται οι συνθέσεις της SOLUNE είναι... μυστήρια, υπό την έννοια πως πολλά καταγραμμένα από εκείνα τα χρόνια θεωρούνται κάπως «δευτερότερα» (και πολλές φορές αδίκως υποτιμημένα), στην πράξη, και όπως εδώ διεκπεραιώνονται όλοι αυτοί οι υπαινιγμοί, μέσα από τα συγκεκριμένα tracks, δεν γίνεται να μην εξάρεις το ταλέντο της SOLUNE στην δημιουργία αυτών των εντελώς complex συνθέσεων, που φανερώνουν και ταλέντο και βαθιά ενασχόληση με τη σύγχρονη μουσική (και όχι μόνο με το synth-rock).
Ασυζητητί ένα παράξενο, αλλά ταυτοχρόνως και πολύ ενδιαφέρον άλμπουμ από μία συνθέτρια με τσαγανό, που αξίζει να συγκρατήσουμε το όνομά της και να την παρακολουθήσουμε και στο μέλλον.
Επαφή: https://madvantage.bandcamp.com/album/minutiae

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

ODD DODO synth music

Odd Dodo είναι βασικά ο Γιάννης Χατζηπαπάς (Iannis Chatzipapas), για το πρώτο άλμπουμ του οποίου, το “Futurepast Temporalities” (2024), είχαμε γράψει πέρυσι τον Σεπτέμβριο. Τώρα έχουμε στα χέρια μας την δεύτερη βινυλιακή κυκλοφορία του Odd Dodo, που αποκαλείται Ataraxia [Goodbye Sober Day Records, 2025], ένα mini-LP ή EP (12ιντσο βέβαια), που περιλαμβάνει τέσσερα 5λεπτα κομμάτια, ηχογραφημένα, βασικά, στο δικό του home studio. Ο Odd Dodo χειρίζεται σ’ αυτόν τον δίσκο συνθεσάιζερ, χρησιμοποιώντας επίσης field recordings και διαφόρων τύπων εφφέ (ηλεκτρακουστικά κ.ά.). Επίσης στα κομμάτια ακούγονται ντραμς, τάμπλα και κρουστά (Kostas Anastasiadis)... recorded at Cue Productions by Yanis Mavridis... όπως διαβάζουμε.
Το πιο βασικό που θα μπορούσε κάποιος να σημειώσει για το “Ataraxia” είναι η ενότητά του. Η συμπαγής ροή του. Έχουμε να κάνουμε δηλαδή μ’ ένα electronic mini άλμπουμ (τα κρουστά δεν αλλάζουν τον γενικό χαρακτηρισμό – κρουστά εξάλλου ακούς και στους δίσκους του Βαγγέλη Παπαθανασίου και σε πλείστους άλλους ηλεκτρονικούς), που δεν θα το χαρακτήριζες ούτε rock, ούτε progressive rock, ούτε krautrock, ούτε kosmische musik, ούτε new age, ούτε κάτι άλλο από τα γνωστά και χιλιοειπωμένα. Δεν υπονοώ με αυτό πως ο Odd Dodo έκανε κάτι που δεν υπάρχει, απλώς ότι εμπεριέχει στοιχεία απ’ όλα τα προαναφερθέντα, δημιουργώντας κάτι δικό του – ένα πιο προσωπικό electronic υβρίδιο. Θέλω να πω πως εκεί όπου μπορεί να ακούς κάτι από Deuter το κλίμα αλλάζει, αποκτά άλλα vibes, πολύ πιο εξωστρεφή, χωρίς όμως ποτέ να εκπίπτει σε κάτι pop, electro-pop και τα ανάλογα.
Σίγουρα οι ηλεκτρονικές ηχητικές αναφορές του Odd Dodo στα “Ataraxia”, “Theta”, “Humanoids” και “Xopyron” είναι πολλές και διαφορετικές. Σίγουρα ο ήχος του είναι δυναμικός, έντονος, με ενδιαφέρουσες επιμέρους αποχρώσεις, σίγουρα ο ίδιος δεν κάνει κατάχρηση χώρου και χρόνου, εμμένοντας μάλλον σε μικρές διάρκειες, γι’ αυτό το είδος της μουσικής, με τις συνθέσεις του να είναι πυκνές, αλλά όχι δυσκίνητες και ακαδημαϊκές.
Synth music λοιπόν, από έναν μουσικό που το ψάχνει, όπως λέμε, οικοδομώντας σιγά-σιγά τη δική του βάση.
Επαφή: https://odddodo.bandcamp.com/album/ataraxia-ep

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

ΣΙΣΣΥ ΔΟΥΤΣΙΟΥ προσβολή δημοσίας αιδούς

Όπως διαβάζουμε στο pen-greece.org:
«Η Σίσσυ Δουτσίου γεννήθηκε  στην Αθήνα το 1980. Είναι ηθοποιός και ποιήτρια. Σπούδασε αστροφυσική στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή Δήλος το 2009. Συνέχισε την εκπαίδευσή της στην υποκριτική με εργαστήρια της Natalie Portman και της Helen Mirren. Τα μεταπτυχιακά εργαστήρια με τους David Lynch, Martin Scorsese και Spike Lee καλλιέργησαν περαιτέρω τη δημιουργικότητα της. Είναι ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Πειραματικών Τεχνών και επιμελήτρια του ετήσιου Διεθνούς Φεστιβάλ Βίντεο Ποίησης στην Αθήνα. Πρωταγωνίστησε σε θεατρικές παραστάσεις: “Μεταμόρφωση” Φ. Κάφκα, “Οι Δούλες” Ζ.Ζενέ, “Πεθαίνω Σαν Χώρα” Δ. Δημητριάδη, “Ψύχωση 4.48 Psychosis” Sarah Kane, “Νύχτα!- Yard Gal” R. Prichard κ.ά. Περιόδευσε με θεατρικά έργα, αναγνώσεις ποίησης, performances και διαλέξεις στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ασία. Έχει εμφανιστεί μεταξύ άλλων στην City Judson Memorial Church (Νέα Υόρκη), στο London School of Economics and Political Sciences και στην 1η Μπιενάλε Destroy Athens. Έχει συνεργαστεί με πολλά θέατρα και οργανισμούς όπως η αμερικανική εταιρεία Living Theatre και το Institute for Experimental Theatre στην Καλκούτα. Σημαντικές συναντήσεις με ανθρώπους όπως ο Suprijo Samjadar (Θέατρο Grotowski), ο ανθρωπολόγος David Graeber, ο Νάνος Βαλαωρίτης και ο Jeffrey Perkins από την ομάδα τέχνης Fluxus έχουν επηρεάσει το έργο και την καριέρα της».
Από το βιογραφικό της καλλιτέχνιδας Σίσσυς Δουτσίου, που παραθέσαμε πιο πάνω, φαίνεται πως δεν υπάρχει κάποια εμφανής σχέση της με τη μουσική. Παρά ταύτα, τώρα, έχουμε ένα δικό της δίσκο να γυρίζει στο πλατό – το άλμπουμ «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς», το οποίο κυκλοφόρησε εσχάτως από την Inner Ear.
Τι κάνει σ’ αυτό τον δίσκο η Δουτσίου; Απαγγέλλει ποιήματά της υπό τη συνοδεία μουσικής. Μουσική που δεν έχει ταιριάξει η ίδια πάνω στον λόγο της, αλλά διάφοροι ηχο-επιτετραμένοι (Dimitris Koufoudakis, Van Fög, Orphx, ROLVND, Blakaut, Biomass). Μουσική electro γενικώς και ειδικώς, που υποτίθεται πως δρα ως χαλί, επί του οποίου έρχονται να ακουμπήσουν οι λέξεις της Δουτσίου.
Κάποιοι αποκαλούν spoken word αυτό που ακούμε στην «Προσβολή Δημοσίας Αιδούς». Όμως το spoken word, στη βάση του, δεν έχει μουσική, είναι σκέτος ηχογραφημένος λόγος. Τέλος πάντων εδώ έχουμε spoken word μετά μουσικής – η οποία, γενικώς, δεν προσφέρει κάτι το ιδιαίτερο στις απαγγελίες, κάτι το ευρύτερο και το διαφορετικότερο. Δεν «ξεκλειδώνει» κρυφά νοήματα (που δεν υπάρχουν άλλωστε –η ποίηση της Δουτσίου είναι σαφής), ούτε υπογραμμίζει φράσεις ή λέξεις, που θα έπρεπε κάποιος να τις προσέξει ή να τις σκεφθεί περισσότερο.
Ξεκίνησα, λοιπόν, με το να διαβάσω τα ποιήματα της Δουτσίου, στο innersleeve, και κάπου εκεί ένοιωσα πως τελείωσε η αποστολή μου. Θέλω να πω πως ο λόγος της ποιήτριας είναι καθαρός και κατανοητός, είναι αυτόνομος και αυτοδύναμος, δίχως να απαιτεί «χαλιά» ή άλλα υποβοηθήματα. Η δισκογραφία, τώρα, δεν έρχεται, απλώς, να καταγράψει ηχητικά αυτό τον λόγο, αλλά να του προσθέσει και μουσική. Και τα δύο μού φαίνονται αχρείαστα – αλλά σε κάθε περίπτωση αντιλαμβάνομαι το γιατί, στις μέρες μας, η ποίηση μπορεί να βρίσκει διαφυγή και στη δισκογραφία, προκειμένου να πάει μακρύτερα.
Η ποίηση της Δουτσίου είναι ασυζητητί ενδιαφέρουσα ή και πολύ ενδιαφέρουσα. Μοιάζει προσωπική, βιωμένη, έχει τα χαρακτηριστικά της (αστικής) street poetry, είναι σκληρή, «μαύρη», κολασμένη, οργισμένη και τέλος πάντων δεν συμβαδίζει με το... κάπως χαζοχαρούμενο μότο «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο». Ο κόσμος, αν είναι να σωθεί, θα πρέπει να ανατραπεί και να ξαναχτιστεί αλλιώς απ’ την αρχή – αυτό υποστηρίζει, κατά μίαν έννοια, η Δουτσίου μέσω της ποίησής της, η οποία (ποίηση) ανάμεσα σε άλλα είναι και σφόδρα πολιτική (δεν θα μπορούσε να συνέβαινε αλλιώς). Όπως διαβάζουμε, και όπως απαγγέλλει η ίδια στα «Ισόβια»:
«Θα ήθελα να δω τις τράπεζες καμένες / Θα ήθελα να δω τα υπουργεία πυροβολημένα / Θα ήθελα να δω τα κοινοβούλια κατειλημμένα από πανέμορφες γυναίκες / Θα ήθελα να δω τους καλογυαλισμένους ουρανοξύστες αποξηραμένους στην έρημο των μεγαλουπόλεων / Θα ήθελα να δω την Αμερική, την Κίνα και τις υπερδυνάμεις της Ευρώπης να ζητιανεύουν έλεος από τις φτωχότερες γειτονιές του κόσμου / Θα ήθελα να δω τα μάτια των πολιτικών απόλυτα τρομαγμένα. / Θα ήθελα να δω τα βουνά τοξικών αποβλήτων στην Ιαπωνία / να μολύνουν τα έντερα των επιστημόνων / Θα ήθελα να δω τους λιγόψυχους να γδέρνονται / από το μανιασμένο ύφος των καταπιεσμένων. / Πάνω από τα φέρετρα των καταπιεστών θα ανεμίζουν μαύρες σημαίες.».
Η ελευθεριακή ποίηση της Δουτσίου δεν χρήζει περαιτέρω αποσαφηνίσεων. Επίσης, το ωραίο, ανθοστόλιστο εξώφυλλο δεν θα πρέπει να σας παραπλανήσει.
Επαφή: https://sissydoutsiou.bandcamp.com/album/o

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

από τους Ελβετούς Yello στον Γιάννη Μηλιώκα: πέντε άξια τραγούδια από τη δεκαετία του ’80 – μοιάζουν διαφορετικά μεταξύ τους όμως στο βάθος τα ενώνουν κι άλλα, εκτός από την εποχή

Είναι αρκετοί εκείνοι και εκείνες που πιστεύουν πως τα έιτις υπήρξαν η τελευταία πολύ σημαντική δεκαετία στην ιστορία της ποπ μουσικής. Η δεκαετία αυτή στηρίχτηκε μορφικά σε ό,τι της παρέδωσαν τα σίξτις και τα σέβεντις, ντύνοντας τα καινούρια τραγούδια με τις μελωδίες και τους ρυθμούς που προσέφεραν τα νέα, τότε, λαϊκά όργανα της εποχής, που δεν ήταν άλλα από τα συνθεσάιζερ. Φυσικά γράφτηκε και καλό ροκ στη δεκαετία του ’80, αλλά τα σύνθια ήταν εκείνα που χαρακτήρισαν, στις διάφορες αποχρώσεις τους, τα μουσικά έιτις.
Τα τραγούδια που επιλέγω πιο κάτω, για ένα μικρό σχολιασμό, προέρχονται φυσικά από τη δεκαετία του ’80 και είναι τέσσερα «ξένα» κι ένα ελληνικό. Τον χαρακτηρισμό «ξένα» τον χρησιμοποιώ και τον τοποθετώ μέσα σε εισαγωγικά, γιατί έπαιζε ακόμη στις κασέτες, που έγραφαν, άκουγαν και αντάλλασσαν οι νέοι άνθρωποι εκείνα τα χρόνια, ιδίως όταν αυτές (οι κασέτες) προορίζονταν για τα διάφορα μικρο-πάρτυ (φοιτητικά ή άλλα). Το να έγραφες μια «ενενηντάρα» κασέτα με... ξένα χορευτικά, το 1985, ισοδυναμούσε, πολλές φορές, με θησαυρό – καθώς μια καλή κασέτα, με «σωστές» επιλογές και περασμένη μέσα από κάποιον υποτυπώδη μίκτη, αντιγραφόταν πάραυτα, για να ακολουθήσει πιο μετά τη δική της ανεξιχνίαστη πορεία. Έτσι κάπως δημιουργούνταν οι playlists εκείνη τη δεκαετία.
Θα μπορούσα να διαλέξω μία από τις δικές μου κασέτες με... ξένες χορευτικές επιτυχίες, που έχουν διασωθεί, και να τις σχολιάσω track το track, όμως το κείμενο θα τράβαγε πολύ σε μάκρος, αφού θα έπρεπε να γράψω για καμιά 20αριά τραγούδια. Προτιμώ, λοιπόν, να επιλέξω πέντε μόνο, και να πω λίγα λόγια για το καθένα, καθότι η αφαίρεση έχει πάντα μεγάλο ενδιαφέρον – πολύ μεγαλύτερο από την πρόσθεση. Περιττό να πω πως αυτά τα πέντε τραγούδια αποτελούν δικά μου διαχρονικά αγαπημένα (πέρα από δεκαετίες), μα και πολλών άλλων υποθέτω, παρότι δεν πρόκειται για εντελώς αναμενόμενες επιλογές.
1. YELLO: Call it love (1987)
(από το LP “One Second” σε ετικέτα Mercury)
Οι Ελβετοί Yello ήταν ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80 (υπάρχουν μέχρι τις μέρες μας) ανεξαρτήτως υφών, ειδών και επιμέρους προτιμήσεων. Μέσα στη συγκεκριμένη δεκαετία ηχογράφησαν τους καλύτερους δίσκους τους, έδωσαν τα ωραιότερα τραγούδια τους και υμνήθηκαν από τους fans τους ως ένα μοναδικό synth-pop σχήμα, εντελώς εστέτ, με τη δική του μοναδική electro αφήγηση και την περφεξιονιστική εικαστική επιμέλεια των βιντεοκλίπ του. Κάπως σαν κυρίαρχοι του στυλ.
Το “Call it love” ήταν μια σύνθεση του Boris Blank, που έπαιζε διάφορα πλήκτρα και σύνθια, κάνοντας τον προγραμματισμό και την ενορχήστρωση, βασισμένη σε λόγια του Dieter Meier, που περαιτέρω τραγουδούσε, και η οποία προερχόταν από το πέμπτο άλμπουμ των Yello, το καταπληκτικό “One Second”. Πέραν των Blank και Meier στο τραγούδι ακούγονται, ακόμη, το drum machine του Beat Ash, η ηλεκτρική κιθάρα του Chico Hablas και τα φωνητικά του πρόωρα χαμένου Billy MacKenzie.
 
Η συνέχεια εδώ...
https://www.lifo.gr/culture/music/apo-toys-elbetoys-yello-ston-gianni-milioka-pente-axia-tragoydia-apo-ti-dekaetia-toy

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2025

CLAUDIO SCOLARI PROJECT το πιο νέο άλμπουμ του electronic-jazz σχήματος

Είναι το πέμπτο άλμπουμ των Claudio Scolari Project, για το οποίο γράφουμε στο δισκορυχείον, καθώς έχουν προηγηθεί τα “Opera 8” (2024), “Intermission” (2023), “Dont Know” (2022) και “Cosmology” (2021), όλα στην Principal Records – τέσσερα CD, που οριοθέτησαν τις διαθέσεις αυτού του ιταλικού σχήματος της σύγχρονης jazz. Ας υπενθυμίσουμε ξανά λοιπόν πως μέλη του Claudio Scolari Project είναι οι Claudio Scolari πρώτο drum set, προγραμματισμός, Daniele Cavalca δεύτερο drum set, live synths, fender rhodes, πιάνο, Simone Scolari τρομπέτα και Michele Cavalca ηλεκτρικό μπάσο, με την πιανίστρια Ilaria Cavalca, που έχει αναλάβει και τις φωνές να επεκτείνει τις δυνατότητες του σχήματος, σαυτό το πιο νέο CD του, που τιτλοφορείται “Bloom” [Principal Records, 2025].
Τι ακούμε λοιπόν εδώ; Οπωσδήποτε ηλεκτρική και... ηλεκτρονική jazz, που μπορεί να παραπέμπει στις ηλεκτρικές μέρες του Miles, μα και των Headhunters, έχοντας να παρουσιάσει, όμως, κι ένα πλήρες αυτοσχεδιαστικό πλάνο. Οι συνθέσεις, εννοούμε, είναι αρκετά ελεύθερες, για το στυλ αυτού του ιδιόμορφου fusion, με πολλές «έκκεντρες» τοποθετήσεις απ’ όλα τα όργανα, καθώς τούτες αναπτύσσονται με γνώμονες τόσο την ένταση, όσο και την μόνιμη έκπληξη.
Σίγουρα, οι τέσσερις μουσικοί, που παίζουν για χρόνια μαζί, έχουν δημιουργήσει ένα πλαίσιο επικοινωνίας, ενώ και η πιανίστρια εισέρχεται στο σχήμα αθόρυβα σχεδόν, αφού το πιάνο ήταν ήδη μέρος του setting των Claudio Scolari Project. Βεβαίως, εδώ, είναι κάπως δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος παίζει τι, σε σχέση πάντα με το πιάνο –και αναφέρομαι σε κομμάτια σαν το “Broken thumb” για παράδειγμα–, όμως και αυτό, τελικά, μικρή σημασία έχει. Βασικά, γιατί εκείνο που μετράει στην περίπτωση του “Bloom” είναι η συνολική προσπάθεια να καταγραφεί, σ’ ένα τελειωμένο αισθητικά περιβάλλον, κάτι άλλο, κάτι ξεχωριστό, στηριγμένο πάντα στο γούστο και την έμπνευση.
Επαφή: https://claudioscolariproject.bandcamp.com/album/bloom

Παρασκευή 18 Απριλίου 2025

BIOLLANTE, DEATH MACHINE electro / hip hop και lo-fi rock από Γαλλία και Δανία

BIOLLANTE: J'espère que tu danseras quelque part (Redux) [Non Serviam Collective / Atypeek Music, 2025]
Οι Biollante είναι ένα περίεργο γαλλικό project με έδρα το Παρίσι, με το άλμπουμ τους “J'espère que tu danseras quelque part” να κυκλοφορεί για πρώτη φορά πριν από τρία χρόνια – με την τωρινή επανακυκλοφορία του (εξ ου και “Redux”) να σηματοδοτεί ένα ξανακοίταγμα, με νέο remix και remastering, συν τρία instrumentals (στις θέσεις 7, 8 και 9), συν ένα bonus track στη θέση 10. Δέκα είναι όλα τα tracks του CD, τα οποία είναι δύσκολο να τα κατηγοριοποιήσεις.
Βασικά έχουμε για ένα σκληρό electro, με πολλά hip hop στοιχεία, μαζί με noisy και αβανγκαρντίστικα, τα οποία ακούγονται κάτω από ένα κάπως «βιομηχανικό» κάλυμμα. Δεν είναι και ό,τι πιο εύκολο στον κόσμο να αποκρυπτογραφήσεις τα (γαλλικά) τραγούδια των Biollante, που συγκροτήθηκαν στη βάση μιας συγχώνευσης ανάμεσα στους πειραματικούς «μαυρο-μεταλλικούς» Non Serviam και μιας συλλογικότητας ράπερ, ανακατεύοντας στοιχεία από πολλά και διαφορετικά ήδη.
Το άκουσμα είναι σίγουρα σκοτεινό, και εξ όσων διαβάζουμε επικεντρώνεται από στιχουργικής πλευράς σε δύσκολα και απαιτητικά θέματα, που έχουν να κάνουν με την ψυχιατρική, με τις φυλακές, με τις αυτοκτονίες εφήβων και άλλα τέτοια δύσθυμα, αλλά εν πάση περιπτώσει υπαρκτά στις σύγχρονες κοινωνίες.
Από μουσικής πλευράς σίγουρα υπάρχει ενδιαφέρον εδώ, με τα μεγάλα και πολύ μεγάλα σε διάρκεια tracks (δύο δεκάλεπτα κι ένα εικοσάλεπτο) κατ’ αρχάς να ξεχωρίζουν και κάπως σαν ηχητικά ντοκιμαντέρ, με όλα αυτά τα spoken words, τα ραπαρίσματα κτλ., προσφέροντας ταυτοχρόνως και δυνατές μουσικές φάσεις, που εύκολα μπορούν να παρασύρουν τον ακροατή σ’ ένα σκοτεινό μεν, αλλά ασφαλές ταξίδι. Υπό την έννοια πως ο ακροατής απολαμβάνει από την θαλπωρή του καναπέ του, και όχι βιώνοντας εκ των έσω τα ζόρια των παριζιάνικων φτωχογειτονιών.
Επαφή: https://biollanterising.bandcamp.com/album/j-esp-re-que-tu-danseras-quelque-part-redux
DEATH MACHINE: Dawning Eyes [Celebration Records, 2025]
Οι Death Machine είναι Δανοί από την Κοπεγχάγη, αποτελούμενοι εκ των Jesper Mogensen φωνή, κιθάρες, Simon Christensen πλήκτρα, Morten Vinther Ørberg μπάσο και Sven Busck Andersen ντραμς. Στο bandcamp βρίσκεις κυκλοφορίες τους από το 2016, με το “Dawning Eyes” να αποτελεί την πιο πρόσφατη ολοκληρωμένη δουλειά τους – ένα άλμπουμ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται δέκα εννέα τραγούδια. Άρα συζητάμε για ένα 2LP, CD και digital, που οπωσδήποτε παραξενεύει με τον όγκο του. Το λέω, γιατί δεν είναι καθόλου σίγουρο πως οι Δανοί εκμεταλλεύονται, όπως θα έπρεπε, όλον αυτό τον χώρο. Σίγουρα, ένα LP με δέκα ή δώδεκα κομμάτια τους θα δημιουργούσε πολύ καλύτερες εντυπώσεις – υπό την έννοια πως θα ήταν συνεκτικότερο και άρα αποδοτικότερο.
Οι Death Machine είναι ένα σχήμα κάπως... ακαθόριστο. Λίγο rock, λίγο folk, λίγο εναλλακτικό, λίγο lo-fi, κάπως... ερασιτεχνικό (και δεν το λέω σώνει και καλά ως μειονέκτημα αυτό), με τα τραγούδια του να είναι κάπως πλαδαρά – να μην ξεχωρίζουν, δηλαδή, το ένα από το άλλο.
Φυσικά, μέσα σ’ ένα σύνολο δέκα εννέα σκοπών θα βρεις οπωσδήποτε και κάποιους, που να σου κάθονται καλά (το track 11 έχει ενδιαφέρον, όπως και το 12 και κάποια ακόμη), όμως η γενικότερη εικόνα είναι αυτή που περιέγραψα. Θα χρειαζόταν, δηλαδή, μια πιο αυστηρή επιλογή και κυρίως ένας αισθητικός στόχος, που να μην παλαντζάρει πότε από ’δω και πότε από ’κει.
Επαφή: https://deathmachine.bandcamp.com/album/beat-the-drum

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

ODDATEEE, CANDYCASH hip hop και electro από τη Γαλλία

ODDATEEE: Rabbit Season [Atypeek Music / KdB Records, 2025]
Ο Oddateee είναι ένας αμερικανός rapper / hip hopper, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Bronx. Βγάζει δίσκους από την αρχή των 00s, ενώ την τελευταία δεκαετία τον βρίσκουμε εγκατεστημένο στη Λυών, να συνεργάζεται με τους παραγωγούς Junior Robinson, Mickalo’, Skalla και Dälek. Προϊόν αυτής της συνεργασίας αποτελεί το παρόν “Rabbit Season”, που κυκλοφορεί σε LP και σε digital, περιέχον δώδεκα κομμάτια – κάπως παλιομοδίτικα στο άκουσμα, αφού έχουν ήχο 90s ας πούμε (άρα μπορείς να τα πεις και old-school), αλλά με πολύ γερή πρόσφυση... στο δρόμο.
Το “Rabbit Season” ακούγεται σίγουρα με άνεση –χοντρικά θα το αποκαλούσα «πολύ καλό» σαν άκουσμα– φέρνοντας στη μνήμη μας μια εποχή του hip hop, που στηριζόταν με μέτρο στην τεχνολογία, αφήνοντας στην ανθρώπινη παρουσία πολλές πρωτοβουλίες. Όχι μηχανιστικά tracks εδώ, παραδομένα στις σημερινές γυαλιστερές στούντιο παραγωγές, αλλά ανθρώπινο ραπάρισμα και layers γεμάτα θέρμη, από έναν μουσικό, που την ξέρει τη δουλειά, και που ένα τέταρτο του αιώνα μετά εξακολουθεί να κρατά ψηλά τη σημαία. Φοβερά τα “Never saw his face”, “Give love” και άλλα διάφορα.
Επαφή: www.atypeekmusic.com
CANDYCASH: L’ombre des Fauves [Atypeek Music, 2025]
Οι CandyCash προέρχονται από το Παρίσι, και αποτελούνται από τον James Saucerfull, που συνθέτει και χειρίζεται διάφορα ηλεκτρονικά, και την τραγουδίστρια και μάλλον και στιχουργό Pandra Vox.
Ένα ντούο λοιπόν είναι οι CandyCash, που ομνύουν στην electronica και που μέσω του παρόντος τρίτου άλμπουμ τους, που αποκαλείται “Lombre des Fauves”, επιχειρούν να καινοτομήσουν. Πώς; Παρουσιάζοντας ένα υβρίδιο, με γαλλικά και αγγλικά λόγια στους στίχους, με πολλές trip-hop αναφορές, συν indie και electro βεβαίως, εμφανίζοντας διάσπαρτα στοιχεία ακόμη και από pop ή και folk / french chanson (στο “Délivrez-nous du vide” για παράδειγμα), έχοντας πάντα τον τρόπο να εκπλήσσει με την αμεσότητα και τη φρεσκάδα του. Το λέμε, γιατί τα κομμάτια των CandyCash, χωρίς να είναι εύκολα στο αυτί –απεναντίας, εμφανίζουν μια συνθετότητα στην ανάπτυξή τους– έχουν τον τρόπο να σε ελκύουν.
Ιδιάζουσα pop λοιπόν, από ένα σχήμα βασικά ακατάτακτο.
Επαφή: www.atypeekmusic.com

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

TSOLIMON η “Akida” του στην Inner Ear

Το άλμπουμAkida του Tsolimon (Νίκος Τσώλης) μου άφησε ανάμεικτες εντυπώσεις. Και καλές και όχι-καλές.
Κατ’ αρχάς να πω πως πριν ρίξω τον δίσκο στο πικάπ διάβασα τους στίχους στο innersleeve, οι οποίοι μου έκαναν αρκετά καλή εντύπωση. Οι στίχοι, που είναι πολλοί –αμέσως αντιλαμβάνεσαι πως εδώ θ’ ακούσεις κάτι που έχει σχέση με το hip hop–, είναι δουλεμένοι, σαφείς και κατανοητοί, και δείχνουν πως ο Tsolimon ξέρει να γράφει λόγια, που, παρότι είναι πολύ προσωπικά, έχουν τον τρόπο να αγγίζουν τον οποιονδήποτε. Εγώ, δηλαδή, αντιλαμβάνομαι αυτό τον υπαρξιακό, και κάπως φιλοσοφικό λόγο του Tsolimon, που επιχειρεί να περιγράψει καθημερινά αδιέξοδα, αλλά όχι μ’ έναν τρόπο ερμητικό και αυτοαναφορικό, αφήνοντας περιθώρια για ευρύτερες συνάψεις. Οι στίχοι, λοιπόν, είναι το πρώτο πολύ σοβαρό θετικό στοιχείο του “Akida” [Inner Ear, 2024] – αν και φοβάμαι πως με δυσκολία θα βρω κάτι άλλο, που να δονεί έτσι θετικά τον δίσκο σε όλη τη διαδρομή του.
Ηχητικά το άλμπουμ είναι... υβριδικό. Και αυτό είναι ένα θέμα. Δηλαδή δεν είναι ούτε hip hop, ούτε electro, ούτε «έντεχνο». Είναι κάτι από τα τρία. Πότε το ένα, δηλαδή, και πότε το άλλο. Κάτι, που, σε κάθε περίπτωση, δεν βοηθά στην αισθητική συγκρότησή του. Η δική μου γνώμη είναι πως ακόμη και η φωνή του Tsolimon δεν είναι η καταλληλότερη, για να «γράψουν» μέσω αυτής οι στίχοι του. Είναι κάπως ακατέργαστη και ανέκφραστη θέλω να πω – και αυτό, σίγουρα, είναι κάτι που διορθώνεται, μέσα από την κατάλληλη εκπαίδευση. Η εκφορά του λόγου είναι σημαντικό κομμάτι, αυτού που θέλει να παρουσιάσει ο Tsolimon, και οπωσδήποτε, η συγκεκριμένη εκφορά, αδυνατίζει, από τη μεριά της, το συνολικό αποτέλεσμα.
Συνθετικά το άλμπουμ, επίσης, κινείται σε μέτρια επίπεδα – πράγμα που σημαίνει πως και εδώ υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Το λέω, γιατί στο “Akida” υπάρχουν κάποια tracks που ξεχωρίζουν –ας αναφερθώ σε tracks, συνολικώς, και όχι σε τμήματα από tracks που μου άρεσαν– και που δείχνουν πως ο Tsolimon θα μπορέσει να καταγράψει στο μέλλον με ακόμη πιο ουσιαστικό τρόπο όλα αυτά που σκέφτεται, αρκεί να το δουλέψει το πράγμα.
Είναι λοιπόν τα πρώτα δύο κομμάτια της δεύτερης πλευράς, το «(δεν έχω) Πάτο» και το «Το καλό (που σου θέλω)» (ένα ξεχωριστό ζεϊμπέκικο), που φανερώνουν το πηγαίο ταλέντο του τραγουδοποιού, το οποίο ταλέντο όμως –το ξαναλέω– απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή σε σχέση με το πώς, αυτό, θα αποδειχθεί δημιουργικά εκμεταλλεύσιμο.
Στον δίσκο συμμετέχουν πολλοί μουσικοί, οι οποίοι, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, βοηθούν στην ολοκλήρωσή του. Να τους αναφέρουμε: Νίκος Τσώλης φωνές, συνθεσάιζερ, beats, electric organ, μπουζούκι, Παντελής Πιλάβιος κιθάρα, lap steel, μπάσο, βιμπράφωνο, συνθεσάϊζερ, wurlitzer, φωνή, hammond, outro rhodes, Σταύρος Καλταμπάσος κοντραμπάσο, Nalyssa Green φωνή, Γιώργος Μαρκάκης συνθεσάϊζερ, Δεσποινίς Τρίχρωμη φωνή, Γιώργος Κραββαρίτης modular treatments, Σιμώνη Νιάρου φωνητικά και Καλλιόπη Μητροπούλου φωνή, βιολί.
Επαφή: https://tsolimon.bandcamp.com/album/akida