Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DJ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DJ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Μαΐου 2019

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 164

19/5/2019
Βγαίνουν κάποιοι τώρα και βρίζουν τη Μαντόνα, παριστάνοντας τους πονηρούς.
Ρε εμείς τη βρίζαμε στα έιτις και θεωρούσαμε «μαλάκες» όσους την εύρισκαν με τέτοια πράγματα, όταν υπήρχαν συγκροτήματα όπως οι Pere Ubu και οι Mecano.
Ρε, εδώ, δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αγοράσεις ούτε Simple Minds, άμα άκουγες Tuxedomoon. Ή για να το πω αλλιώς. Δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αγοράσεις «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ», άμα άκουγες Λευκή Συμφωνία.
Έτσι μεγαλώσαμε, μέσα από τέτοιες «ακρότητες» (δίνοντας αξία στα λεφτά μας), και γι’ αυτό περιφρουρήσαμε τα γούστα μας και τα διαφυλάξαμε από την κατρακύλα, που ήθελαν οι διάφοροι νταραβεριτζήδες των μίντια να μας επιβάλλουν.
Τώρα; Τώρα ο κλοιός είναι πιο ασφυκτικός για τους νεότερους και πολύ δύσκολα θα μπορέσουν να ξεφύγουν. Νταραβεριτζήδες δεν υπάρχουν πια, και αν υπάρχουν δεν επηρεάζουν, αλλά υπάρχει ένα εξατομικευμένο σύστημα πληροφόρησης, που είναι πολύ χειρότερο, επειδή είναι κατευθυνόμενο και χτυπάει σαν το λέιζερ.
Το να υπάρχει απλώς κάτι, κάπου, κρυμμένο δεν συνιστά δημοκρατία. Δημοκρατία συνιστά το «κρυμμένο» να παίζει με σοβαρές πιθανότητες να το ανακαλύψεις και να το διαδώσεις. Και αυτό έχει παύσει προ πολλού να ισχύει.

18/5/2019
Υπάρχει μια κλασική διαφημιστική αντίληψη, ένα παιγνίδι του μάρκετιν, που λέει πως... αν χρησιμοποιήσεις όλα εκείνα τα αρνητικά που σου προσάπτουν, κάνοντας παιγνίδι με αυτά, δίχως τάχα να μασήσεις, επιχειρώντας να τα μετατρέψεις σε θετικά, μηδενίζεις ουσιαστικά τα επιχειρήματα του αντιπάλου σου. Στις προεκλογικές καμπάνιες το βλέπουμε αυτό όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια.
Ο αφελής Λαφαζάνης πίστευε, στις δεύτερες εκλογές του 2015, πως τις βλακείες που έλεγε για το νομισματοκοπείο θα μπορούσε να τις στρέψει προς άλλη ρότα (δια του χιούμορ), προσπορίζοντας οφέλη στο κόμμα του. Φυσικά, απέτυχε παταγωδώς (και εξαιτίας εκείνης της κάκιστης διαφήμισης).
Το ίδιο κάνει τώρα η Δούρου. Μόνο που στην περίπτωσή της, και σε σχέση με το σποτ που έβγαλε για την τραγωδία στο Μάτι, δεν μπορείς να κάνεις πλάκα – μπορείς να είσαι μόνο σοβαρός, αδιόρατα θλιμμένος, αλλά κατά βάθος… μουλωχτά απελπισμένος. 
Αντί να εστιάσει η Δούρου στα όποια θετικά μπορεί να έκανε στη θητεία της (αν έκανε κάτι, γιατί εγώ δεν έχω πάρει χαμπάρι τίποτα, αλλά μπορεί και να έκανε…) η ίδια επέλεξε να διαφημιστεί σε σχέση με το Μάτι. Αν είναι δυνατόν! Θα χάσει και τ’ αυγά και τα καλάθια και μάλιστα θα ηττηθεί από ένα αστείο άτομο, που τουλάχιστον ξέρει γιατί δεν πρέπει να της κάνει το χατίρι, κατεβαίνοντας, μαζί της, σε δημόσιο διάλογο.
Δεν ξέρω αν είναι έξυπνη η Ρένα, δεν είμαι σίγουρος, οπωσδήποτε όμως είναι… οφσάιντ. 

18/5/2019
Υπάρχει δυνατή, σύγχρονη, χορευτική μαύρη μουσική, που δεν είναι ευτελής και που υπάρχει πιθανότητα να την ξανακούσεις και μετά από δέκα χρόνια και να πεις… ρε πόσο γαμάτα ήταν τελικά τα τέλη των 10s και τι μαλακίες ακούμε τώρα.
Bruno Mars “Finesse” από το 2016. Το γύρισε και με την Cardi B το ’18 (πλησιάζει τα 600 εκατομμύρια προβολές στο YouTube), αλλά η πρώτη εκτέλεση είναι η καλύτερη.  

18/5/2019
Στις 29 Απριλίου συμπληρώθηκαν 10 χρόνια από το θάνατο του Λεωνίδα Χρηστάκη. Γράφτηκαν διάφορα. Εγώ είχα γράψει κάτι παλιά. Και θα ξαναγράψω...
Οπωσδήποτε ο ρόλος του Χρηστάκη υπήρξε θετικός στα εκδοτικά πράγματα (και στα εικαστικά, αλλά αυτά με ενδιαφέρουν λιγότερο, όχι πως μου είναι αδιάφορα). Πρόσφερε έντυπα και βιβλία, τα οποία οφείλει κανείς να τα προσεγγίσει με μεγάλη προσοχή για πολλούς και διαφόρους λόγους, γιατί όπως έλεγε και ο ίδιος για τα βιβλία του... «τα βιβλία μου δεν έχουν ποιότητα, είναι όπως ο τσελεμεντές, μια ανασύνθεση στοιχείων». Επίσης να πω πως δεν αντιμετωπίζω τον Χρηστάκη ως... underground. Ούτε και ο ίδιος αντιμετώπιζε ως underground τον εαυτό του. Η λέξη είναι πολυφορεμένη κι έχει χάσει τελείως το νόημά της. Το "περιθωριακός" τού ταίριαζε καλύτερα σαν χαρακτηρισμός, και δεν το(ν) είχε αρνηθεί και ο ίδιος (για τον εαυτό του). Αργότερα τού κόλλησαν το underground, για να τον "πουλήσουν" καλύτερα στο "χώρο". Ο οποίος "χώρος", να υπενθυμίσω, θεωρούσε το Ιδεοδρόμιο "Ριζοσπάστη του περιθωρίου" και το έκαιγε. Αυτά όμως δεν τα γράφουν σήμερα. Άλλοτε θα πούμε περισσότερα...

17/5/2019
Πριν κάτι μέρες είχα δει τον Sin Boy στον Αρναούτογλου. Μου είχε στείλει φίλος το κλιπ της εκπομπής στο inbox, ήθελα κάτι να γράψω, ξεχάστηκα, αλλά σήμερα μου το ξαναθύμισαν δύο φίλες και λέω τώρα να πω δυο λόγια.
Εντάξει, δεν θα πω για το Mama?, που είναι γελοίο για μένα (αλλά αναγνωρίζω ότι είναι πιασάρικο και δικαιολογημένα έχει ξεπεράσει τα 20 εκατομμύρια views, αφού αυτή τη μουσική ακούνε σήμερα οι 15χρονοι), θα πω όμως κάτι σε σχέση μ’ αυτά που έλεγε στην τιβί ο Sin Boy.
Τα λόγια αυτού του τύπου, βασικά, περιστρέφονταν γύρω από το χρήμα, τα φράγκα. Για τα λεφτά, δε, φαίνεται πως θα μπορούσε να πουλήσει ακόμη και τη μάνα του (όπως λέμε), να συνεργαστεί με οποιονδήποτε μαλάκα ή λιγότερο μαλάκα, να γράψει ό,τι να ’ναι, να προκαλέσει με όποιο τρόπο, να φτύσει όποιον δεν γουστάρει (χωρίς σοβαρό λόγο ή αιτία), να πει δήθεν «αλήθειες» (διάβαζε και «παπαριές»), που να ικανοποιούν τη φάρα του κ.ο.κ.
Ο Sin Boy, που είναι αλβανικής καταγωγής, έχει φάει ρατσισμό, όταν ήταν πιτσιρικάς, και τώρα παίρνει την εκδίκησή του. Γι’ αυτό οι ρατσιστές είναι μαλάκες, πέρα από φασίστες ή ό,τι άλλο – και για έναν επιπλέον λόγο δηλαδή. Γιατί δημιουργούν το έδαφος, ώστε να βλαστήσουν ενστικτώδεις, δηλαδή ζωώδεις συμπεριφορές, που καλλιεργούν την εκδίκηση (υπό οποιονδήποτε μανδύα).
Έτσι κάπως σκάνε και οι χθεσινοί φτωχομπινέδες, οι ρέστοι, που φάγανε (άδικα) την απόρριψη της ζωής τους και που ξαφνικά βρέθηκαν με λεφτά και θέλουν όλους να μας γ@μήσουν. 

16/5/2019
Τρία χρόνια πριν ήταν ο Χοντρός, πριν λίγες ημέρες ο Γρηγόρης Φαληρέας, τώρα ο Δημήτρης Χατζής. Οι κλασικοί άνθρωποι του δίσκου (όχι του βινυλίου - αρχίζω να σιχαίνομαι τη χιψτερωτή λέξη βινύλιο) ένας-ένας μας χαιρετάνε...
Δεν ήμουν πελάτης του Χατζή, αλλά ψώνιζα από το παλιό μαγαζί του (στη Σόλωνος, αριστερά όπως την κατεβαίνεις, μετά την Ασκληπιού). Όταν λέω ότι δεν ήμουν πελάτης εννοώ πως ψώνιζα απ' όλους τους δισκάδες και όχι από έναν μόνο (όπως έκαναν κάποιοι φίλοι μου - ίσως γιατί έτσι πετύχαιναν καλύτερες τιμές).
Θυμάμαι πως από τον Χατζή θέριζα, ανάμεσα σε άλλα, τα άλμπουμ της Xotic Mind στα nineties, τα οποία πούλαγε ακριβά, 8800 δραχμές, αλλά τελικά έκοβε το 800άρι και σ' εμένα.
Στη μνήμη του αυτό το φοβερό track...

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2018

ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ – ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ – ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ «ΕΦΥΓΕ ΕΦΥΓΕ» η ιστορία ενός ελληνικού τραγουδιού, που δονεί Δύση και Ανατολή τα τελευταία 50+ χρόνια

Είναι γνωστό πως υπάρχουν πολλά και διάφορα ελληνικά τραγούδια που έχουν κατά καιρούς ακουστεί στο εξωτερικό – είτε έγιναν, είτε δεν έγιναν παγκόσμια hits. Κάποια μπορεί να τραγουδήθηκαν πριν πολλά-πολλά χρόνια, αλλά σήμερα να είναι σε δεύτερη μοίρα («Ντιρλαντά»), ενώ κάποια άλλα μπορεί να τραγουδήθηκαν και πιο πρόσφατα, δίχως να απασχόλησαν το πλατύ κοινό, αφορώντας περισσότερο στους «μυημένους» (η διασκευή των ιταλών «μεταλλάδων» Holy Martyr στα «Δειλινά» του Ζαμπέτα π.χ.). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν είναι πολλά εκείνα τα ελληνικά τραγούδια που εξακολουθούν να μεταδίδονται σε κάθε μήκος και πλάτος τα τελευταία 50 χρόνια. Να ακούγονται και σήμερα σε Ανατολή και Δύση εννοώ, και να γίνονται συνεχώς «επιτυχίες». Ένα απ’ αυτά τα τραγούδια, που… δεν το πιάνει αναγκαστικά το μάτι και το αυτί πολλών, είναι το «Έφυγε έφυγε», που έγραψε ο Βασίλης Βασιλειάδης σε στίχους Πυθαγόρα και τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης (με την Λίτσα Διαμάντη στη δεύτερη φωνή). Το τραγούδι αυτό, μισόν αιώνα μετά, εξακολουθεί να ακούγεται όχι μόνο στην Ελλάδα (βασική… συρτή απόλαυση σε κάθε λαϊκό γλέντι) αλλά και πέραν αυτής, να «χώνεται» πάντα μέσα στα οριενταλικά DJ sets, να μεταφράζεται σε ξένες γλώσσες και να αποτελεί ένα εκτός λογικής hit σε ποικίλα και αντιδιαμετρικά κυκλώματα.
Το «Έφυγε έφυγε» κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα περί τα μέσα του 1966 σ’ ένα 45άρι του Στέλιου Καζαντζίδη στην Odeon ως πρώτη πλευρά (στη δεύτερη ήταν το «Δεν σε πιστεύω»). Και τα δύο κομμάτια εκείνου του μικρού δίσκου, περιττό να το πω, έκαναν πάταγο και ακούστηκαν αμέσως σε όλη τη χώρα. Σε μεγάλη φόρμα οι δύο συντελεστές (Βασιλειάδης, Πυθαγόρας) έγραψαν δύο λαϊκά «διαμάντια», στηριγμένα στην ασυναγώνιστη φωνή του Στέλιου, στις μοντέρνες λαϊκές απόψεις στην ενορχήστρωση που κόμιζε η farfisa (έπαιζε ο ίδιος ο Βασιλειάδης) και φυσικά στους πολύ μελετημένους στίχους ενός τεχνίτη του λόγου (όπως ήταν ο Πυθαγόρας Παπασταματίου), που είχαν, ως είθισται, το χάρισμα της άμεσης απομνημόνευσης. Κατά το τυπικό της εποχής ο κινηματογράφος θα αναλάμβανε αμέσως τα ηνία, με το «Έφυγε έφυγε» να ακούγεται στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη Σαπίλα και Αριστοκρατία –όπου η Δέσποινα Στυλιανοπούλου έκανε σεγόντο, υποτίθεται, στον Στέλιο–, ενώ το «Δεν σε πιστεύω» στον Γεροντοκόρο του Ορέστη Λάσκου. Έτσι, ο δίσκος 45 στροφών από τη μια μεριά και ο κινηματογράφος από την άλλη έφεραν τα δύο αυτά τραγούδια στο στόμα όλου του κόσμου, με την πρώτη πλευρά να κάνει σύντομα το πιο μεγάλο άλμα…
Προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60 το «Έφυγε έφυγε» περνάει τα ελληνικά σύνορα και γίνεται επιτυχία τόσο στην τότε Γιουγκοσλαβία, όσο και στην Τουρκία.
Πρώτη που φαίνεται να το ανακαλύπτει ήταν η… γειτόνισσα Esma Redžepova, η «βασίλισσα των Τσιγγάνων» από τα Σκόπια –ο κόσμος την έμαθε στην Ελλάδα στα nineties, την εποχή του ethnic πανικού, παρότι τραγούδια της κυκλοφορούσαν στη χώρα μας από τα χρόνια του ’60–, η οποία προς τα τέλη του 1969 δισκογραφεί το τραγούδι στη γλώσσα της, ως “Cigančica mala” (Γυφτοπούλα) σ’ ένα EP της RTB (πάντα με την αρωγή του συγκροτήματος του άντρα της, του Stevo Teodosievski). Φυσικά, το τραγούδι έγινε αμέσως επιτυχία (εξάλλου ό,τι τραγουδούσε η Esma γινόταν πάντα επιτυχία στη νότια Γιουγκοσλαβία), με την εκτέλεση να είναι χάρμα ώτων. Η Esma έχει τη φωνή τού… Διονύσου, ενώ τα ακορντεόν της ορχήστρας τού Teodosievski σβήνουν κάπως από τη μνήμη μας την farfisa του Βασιλειάδη. 
Έτσι, δεν είναι παράξενο το γεγονός πως ακόμη ένα «όνομα» της περιοχής, ο Pepi Baftirovski τραγουδά την επόμενη χρονιά (1970) το «Έφυγε έφυγε», στα ελληνικά(!) αυτή τη φορά, σ’ ένα επίσης 7ιντσο EP της Beograd Disk. Το πόσο ακούστηκαν αυτά τα κομμάτια στα Σκόπια αποδεικνύεται από το γεγονός πως στη συγκεκριμένη εγγραφή συνοδεύει τον Baftirovski η ορχήστρα του Tale Ognenovski, του μεγαλύτερου σλαβομακεδόνα μουσικού του 20ου αιώνα (διαβάζεις το άρθρο τής Wikipedia και αντιλαμβάνεσαι «τι παίζει»). Η διασκευή έχει ενδιαφέρον οπωσδήποτε (και όχι μόνο λόγω γλώσσας), δίχως να φθάνει πάντως την «τρέλα» της Esma…
Η πορεία του τραγουδιού στην Τουρκία υπήρξε ακόμη πιο εντυπωσιακή. Ανυπολόγιστα εντυπωσιακή θα έλεγα, αφού το «Έφυγε έφυγε» διασκευάζεται και «πειράζεται» συνεχώς στη γείτονα τον τελευταίο μισόν αιώνα! Είναι γνωστό, εξάλλου, πως οι Τούρκοι νοιώθουν πολύ κοντά τους την ελληνική λαϊκή μουσική, αφού ήδη από τα χρόνια του ’60 τραγούδια των Καζαντζίδη, Μενιδιάτη, Αγγελόπουλου, Γαβαλά κ.ά. μεταφράζονταν στην τουρκική και ερμηνεύονταν από τα δικά τους ανάλογα «αστέρια». (Θέλω να πω πως κάτι τέτοιο δεν συνέβη εσχάτως με το λεγόμενο «άνοιγμα» των αγορών. Και όταν ήταν… κλειστές οι αγορές τα ελληνικά τραγούδια εύρισκαν τρόπο να ταξιδέψουν προς Τουρκία). Όλοι, επίσης, γνωρίζουν τα τούρκικα τραγούδια που είχε πει ο Στέλιος στις αρχές του ’60, όπως επίσης και τον αλληλοσεβασμό που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα σ’ εκείνον, τον Μανώλη Αγγελόπουλο και τον Zeki Müren. Και είναι κι άλλα… πολλά… αλλά θα ξεφύγουμε από το θέμα μας.
Ο πρώτος, λοιπόν, που τραγούδησε το «Έφυγε έφυγε» στην τουρκική ως “Duyduk duymadιk demeyin” [EMI/ Sahibinin Sesi] ήταν ο Özdemir Erdoğan, το 1969. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1940, ο Erdoğan γνώρισε μεγάλη φήμη στα τέλη του ’60 και κυρίως στη δεκαετία του ’70, ηχογραφώντας πολυάριθμα singles και LP, ανακατεύοντας δυτικά (jazz, rock, soul, funk) και τοπικά στοιχεία, προτείνοντας και αυτός (ιδίως με το παίξιμό του στην κιθάρα) το γνωστό anadolu pop ιδίωμα. Το “Duyduk duymadιk demeyin” (Μην πεις ότι τ’ ακούσαμε, δεν έχουμε ακούσει τίποτα – η μετάφραση με την αρωγή του… αυτόματου) είναι εξαιρετικό, κάτι που οφείλεται στην ενορχήστρωση του μπασίστα τής Özdemir Erdogan Orkestrasi, του Günnur Perin και κυρίως στη χρήση του σάζι και του πνευστού (που μοιράζονται τη μελωδία). Επίσης και το hammond τού Ugur Dikmen ανεβάζει το κομμάτι, παρότι χρειάζεται να στήσεις αυτί για να τ’ ακούσεις. Από την άλλη ο Erdoğan μπορεί να μην είναι Καζαντζίδης, αλλά το τραγούδι το υποστηρίζει με μεγάλη άνεση, έχοντας δίπλα του μια σπουδαία ορχήστρα (με το σάζι να τα ρίχνει, ως ήχος όχι ως σόλο, στο… φτωχομπούζουκο).
Η επιτυχία του “Duyduk duymadιk demeyin” υπήρξε άμεση. Το 1970 το τραγουδούσε όλη η Τουρκία, αφού σ’ ένα top της εποχής είναι δεύτερο, πίσω μόνον από το “Venus” των Shocking Blue. Βοήθησε, βεβαίως, όπως και στην Ελλάδα στις ανάλογες περιπτώσεις, ο κινηματογράφος, μιας και την ίδια χρονιά προβάλλεται στις αίθουσες το δράμα του Aram Gülyüz με τον ίδιο τίτλο, και με το “Duyduk duymadιk demeyin” ν’ ακούγεται καθώς πέφτουν τα «γράμματα» της αρχής. Σχετικό άσχετο. Ο Özdemir Erdoğan είχε στείλει τη σύνθεσή του “Gurbet” (Ξενιτιά) να διαγωνιστεί στην 5η Ολυμπιάδα Τραγουδιού στο Παναθηναϊκό Στάδιο (Ιούλιος 1972) με ερμηνεύτρια τη σύζυγό του Ayşen Erdoğan. Το τραγούδι, παρότι ήταν «μια χαρά», δεν διακρίθηκε (επειδή δεν ήταν δυτικότροπο θα πω), αλλά πέρασε στη δισκογραφία ερμηνευμένο από τον ίδιο. Φυσικά, και με την ευκαιρία, το ζεύγος Erdoğan δεν παρέλειψε να φωτογραφηθεί στο Σύνταγμα, μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη…
Το  “Duyduk duymadιk demeyin” γίνεται φυσικά «χρυσός δίσκος», γνωρίζοντας στα πρώτα χρόνια του ’70 απανωτές διασκευές και μάλιστα με τρεις τουλάχιστον διαφορετικούς τίτλους/στίχους!! Ως “O gitti” («Πήγε») το είχε πει η Nermin Candan (είναι η… ψυχεδελική version) και ως “Nereye?” («Πού;») η Ayla Dikmen σε ενορχήστρωση του Emin Fındıkoğlu (άξιος μαέστρος – ακούστε οπωσδήποτε την “Çeçen Kızı” του). Ακόμη, με τους πρώτους στίχους του κορυφαίου τούρκου στιχουργού Sezen Cumhur Önal το τραγούδησαν μέσα στα χρόνια η Türkan Şoray, η Nesrin Sipahi, οι Önder Bali ve Dörtlüsü, ο Hurşid Yenigün και το 2002 η Hande Yener (κορυφαία pop icon της γείτονος). Αναφερόμαστε δηλαδή σ’ ένα ελληνικό τραγούδι με απίστευτη όσο και διαχρονική εμπορική πορεία στην Τουρκία. Εννοείται πως τα ακόμη πιο πρόσφατα χρόνια το έχουν περιλάβει και οι DJs (DJ Senol)…
Να προσθέσουμε ακόμη πως ως “Duyduk duymadιk demeyin” το είπε και ο Nino Nikolaidis στο Ισραήλ (στο δίσκο μάλιστα χαρακτηρίζεται ως “turkish folk song”!).
Κι αν όλα τα προηγούμενα μπορεί να φαίνονται κάπως… άγνωστα, το επόμενο δεν είναι καθόλου μα καθόλου άγνωστο. Την περίοδο 2002-2008 προβαλλόταν στο καλωδιακό αμερικανικό κανάλι HBO η σειρά The Wire, ένα… δραματικό κοινωνικό και αστυνομικό θρίλερ σχετικό με την «άλλη» ζωή στην Βαλτιμόρη, που είχε και… ελληνικό ενδιαφέρον, αφού εμφανιζόταν σε κάποια επεισόδια μια εγκληματική συμμορία, οι… Greeks, αρχηγός της οποίας ήταν ο Έλληνας (αγνώστων λοιπών στοιχείων) και υπαρχηγός της κάποιος… Σπύρος Βονδόπουλος. Οι Greeks ήταν «λουλούδια». Ανακατεύονταν με όλες τις βρωμιές (λαθρεμπόριο όπλων, trafficking, ναρκωτικά κ.λπ.) και κάποια στιγμή, σ’ ένα δείπνο, ακούγεται, στην καλύτερη ηχογραφική απόδοση που θα μπορούσε να αναμένει ο καθείς, το «Έφυγε έφυγε» με τη φωνή του Στελάρα (είχε, δε, προηγηθεί ως background το «Ψωμί της ξενιτιάς»). Τα τραγούδια είχε χώσει ανάμεσα ο ελληνοαμερικανός συγγραφέας και σεναριογράφος George Pelekanos (από τους βασικούς συντελεστές της σειράς), με το… “Efuge-efuge” να περιλαμβάνεται και στο soundtrack, που είχε κυκλοφορήσει από την Nonesuch το 2008. Έτσι, θα μπορούσε κάποιος ν’ απολαύσει τον Στέλιο Καζαντζίδη δίπλα στους Blind Boys of Alabama, στον Solomon Burke ή τον Tom Waits... Ε ρε χαρές και πανηγύρια! Το «Έφυγε, έφυγε» γινόταν δηλαδή ένα «παγκόσμιο» τραγούδι, αφού τόσο η σειρά, όσο και το soundtrack αγαπήθηκαν από εκατομμύρια θεατές / ακροατές σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Όμως, σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να σημειωθεί κάτι…
Ο άνθρωπος εκείνος που τοποθέτησε το «Έφυγε έφυγε» στον αμερικανικό χάρτη, προτείνοντάς το σ’ ένα «άλλο» κοινό, φαίνεται πως ήταν ο πρόωρα χαμένος rapper και παραγωγός J Dilla, ο οποίος είχε σαμπλάρει το κομμάτι ήδη από το 2002! Φυσικά, μετά την προβολή τού The Wire το σάμπλαραν κι άλλοι, όπως ο Action Bronson στο “Eastern Promises” το 2010…
Όπως γίνεται αντιληπτό μια τέτοια (αμερικάνικη) διαφήμιση του τραγουδιού των Βασιλειάδη & Πυθαγόρα δεν θα μπορούσε παρά να το φέρει και πάλι στην επικαιρότητα. Το αποτέλεσμα είναι οι νεότερες εκτελέσεις (και δεν εννοώ τις ελληνικές) να διαδέχονται η μία την άλλη τα τελευταία χρόνια, αφού ο οριενταλισμός πήρε κάποια στιγμή τα σκήπτρα στις πίστες από το afrobeat, όπως τα είχε πάρει κι εκείνο (τα σκήπτρα) από το lounge και την bossa nova στα μισά των 00s… Αν και τελικώς όλα «μέσα» είναι. Από τη στιγμή που δεν παράγεται τίποτα καινούριο, το οποίο να παρουσιάζει αληθινό ενδιαφέρον (για την πλατιά, ή την κάπως πιο πλατιά κατανάλωση – δεν αναφέρομαι στα ειδικά γούστα), ας ακούμε το «Έφυγε έφυγε»… απ’ όπου κι αν προέρχεται.
Σημειώστε μερικές από τις εκτελέσεις που αναδείχθηκαν τον τελευταίο καιρό.  
Το τραγουδάει κατ’ αρχάς η… underground bellydancer Cherry Bandora (“Duyduk…” και τα λοιπά) στο σχετικώς πρόσφατο άλμπουμ της “The Golden Years” (2014). Το hammond είναι τονισμένο, το μπουζούκι παίζει σωστά, αλλά η κάπως… spooky version δεν μπορεί να συγκριθεί με τις παλαιότερες. Μία άλλη μπάντα από το ανύπαρκτο… Kikiristan, οι Impérial Kikiristan τραγουδούν το “Efige efige” στη γλώσσα μας (2010) και το λένε ωραία – αν και ακόμη ωραιότερα λένε το «Τεφαρίκι» των Μιχάλη Μενιδιάτη / Μίμη Θειόπουλου, που εκτόξευσε, στα seventies, ο Aris San. Υπάρχει επίσης κάποιος Σκανδιναυός, φρονώ, ονόματι Jonas Eriksson που τραγουδά κι αυτός “Efige efige”, όπως κι ένα ακόμη καινούριο γκρουπ οι Mike Malak & The Fakers από τη Γερμανία. Το δικό τους “Efige, efige” το λένε στη γλώσσα μας κάπως σαν… μεθυσμένοι, και γι’ αυτό, ίσως, ακούγονται στ’ αυτιά μου συμπαθείς. Στο βίντεο, όμως, που έχουν ανεβάσει στο YouTube μιλάνε για… “greek pop music after a serbian gypsy song”. Αφήνω εκείνο το “pop” που δεν σηματοδοτεί σωστά (“popular” θα ήταν το σωστότερο), αλλά να εμφανίζεται το τραγούδι των Bασιλειάδη & Πυθαγόρα κάπως σαν επηρεασμένο από σέρβικο… ρομοτράγουδο είναι ενοχλητικό. Εδώ, η Ρομά Esma Redžepova στο δισκάκι της το 1969 το παρουσιάζει ως “Efige, efige” με τα στοιχεία (Vasiliadi/ Pitagora – S. Teodosievski) και θα ’ρθει μετά από 45 χρόνια ο Γερμανός για να μας τα πει αλλιώς; 
Πάντως εγώ, όταν δεν ακούω Στέλιο, Esma ή Erdoğan, προτιμώ τον Ανδρέα Ζακυνθινάκη του ’78, που διαθέτει φωνάρα έχοντας και βαρβάτη γκρούβα, ή ακόμη και τον Χρύσανθο βρε αδερφέ που λέει το άσμα χύμα και στα ποντιακά! Για να μη γράψω για τους «δημοτικούς» μας, μιας και το τραγούδι έχει περάσει προ πολλού και στα κλαρίνα...
Είναι αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια μάς πήρε η κάτω βόλτα –με τη διάλυση των γραπτών και άγραφων κοινωνικών συμβολαίων βασικά, όπως και με όλα τα υπόλοιπα σιχάματα που ήρθαν για να κοντύνουν τις ζωές μας– και λησμονούμε ώρες-ώρες τα αυτονόητα. Τη δύναμη της μουσικής που μπορεί να φέρει αντάμα τους ανθρώπους (τους κανονικούς ανθρώπους) και εννοώ εμάς, τους Τούρκους, τους Σκοπιανούς, τους Αμερικάνους ή τους Γερμανούς, κάτι που δεν μπορεί να το πράξει, όπως το πράττει η μουσική, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το θέατρο, ούτε η γλυπτική, ούτε η ζωγραφική.
Γι’ αυτό σας λέω… Ένα σίδερο αναμμένο…

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

βραζιλιάνικο dance από τη δεκαετία 1984-1994 σε μια δυνατή συλλογή της Soundway

Η βρετανική Soundway –ένα label που πήρε μπροστά το 2002– κάνει πολύ καλή δουλειά, βασικά στο χώρο του researching ως γνωστόν, και δεν είναι λίγες οι φορές που έχω γράψει καλά λόγια για τις παραγωγές της (και παλαιότερα στο Jazz & Τζαζ, όπως και τα πιο πρόσφατα χρόνια στο δισκορυχείον). Μετά από καιρό έφτασε στα χέρια μου μια καινούρια κυκλοφορία τής Soundway, μια συλλογή με βραζιλιάνικα χορευτικά tracks (να τα πούμε έτσι… κι είναι σωστός ο χαρακτηρισμός), ηχογραφημένα για άσημα γενικώς τοπικά labels στη δεκαετία 1984-1994 (αν και υπάρχουν και μερικά στις πολυεθνικές WEA, CBS, EMI και Polygram). Ο τίτλος της συλλογής είναι “Onda de Amor / Synthesized Brazilian Hits that Never were (1984-94)” με… εισαγωγή και διανομή στην Ελλάδα από την Heathen Natives.
Γιατί επελέγησαν, τώρα, από τον βραζιλιάνο compiler και DJ Millos Kaiser τα συγκεκριμένα χρονικά όρια δεν ξέρω, και δεν το εξηγεί και ο ίδιος στις γενικώς κατατοπιστικές σημειώσεις τού ενθέτου. Εννοώ πως θα ήταν προτιμότερη και σίγουρα πιο επικεντρωμένη μια synth-pop, electro και italo eighties βραζιλιάνικη ανθολόγηση, αφού, έτσι κι αλλιώς, από τα 16 κομμάτια που ακούγονται εδώ μόνο τρία ξεφεύγουν πέραν του 1990 και μάλιστα δίχως να είναι από τα ωραιότερα του άλμπουμ. Λέμε για το “Tabu (The Sweetest taboo)” με την Vânia Bastos από το 1994 (διασκευή στο γνωστό τραγούδι τής Sade), το “Toque tambor” με την Anacy Arcanjo από το 1993 και το “Livre pra voar” της Nanda Rossi από το 1991 (σε μια edit του compiler Millos Kaiser).
Ο Kaiser γράφει στο ένθετο πως τα άλμπουμ και τα singles από τα οποία προέρχονται οι «επιλογές» του δεν είναι καθόλου σπάνια και πως, περαιτέρω, δεν θα τα δούμε στα wants κανενός (επαγγελματία ή συλλέκτη), με την πλειονότητά τους να κοστίζει κάτω από δέκα δολάρια (δεν μας διευκρινίζει αν μιλάει για το discogs ή για τις χύμα αγορές της χώρας του). Ας ελπίσουμε, πάντως, πως μετά και από την ανθολόγησή τους στη Soundway θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται στα… αζήτητα, για το καλό τής τσέπης των απανταχού μουσικόφιλων.
Λοιπόν, για να μπούμε στο προκείμενο. Πολλά από τα tracks του “Onda de Amor” μετράνε. Εννοώ είναι πολύ καλά, για την εποχή στην οποία αναφερόμαστε και για το είδος της μουσικής που θέλουν να προβάλλουν. Το είπαμε. Βασικά χορευτική μουσική έχουμε εδώ, disco-boogie, synth-pop, electro, italo & balearic, φθάνοντας μέχρι και τις παρυφές του σύγχρονου r&b – και όλα τούτα δίχως πολλές… βραζιλοπρέπειες. Υπάρχει βεβαίως axé (αυτό το αφροβραζιλιάνικο ιδίωμα, που ανακατεύει tropical και reggae), αλλά και τούτα δεν είναι περισσότερα από δυο-τρία tracks (στα 16).
Ανάμεσα στα ωραιότερα, που άκουσα εγώ εδώ, θα τοποθετούσα το “A festa é nossa” (1988) των Grupo Controle Digital, που είναι ένα αξιοπρεπέστατο dance, στις παρυφές του italo, το ωραίο electro “Break de rua (Versão longa)” (1984) από τους Villa Box, το κάπως disco-boogie “Cheira” (1985) του Batista Junior (ίσως το καλύτερο της συλλογής), το deep-funky με στοιχεία italo-boogie “Africamerica” (1990) από Dodô Da Bahia & As Virgens De Porto Seguro (δυναμίτης με νόημα!), το electro “Contos de escola (Millos Kaiser edit)” (1989) από Os Abelhudos και το έσχατο… τεμπέλικο instro “Feminina Mulher” από τους Região Abissal.
Οπωσδήποτε μιαν απρόσμενη καταγραφή, από την οποία και γουστάρεις και μαθαίνεις… όπως αξίζει να συμβαίνει.
 

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018

AGOGO RECORDS νέες κυκλοφορίες

Όπως διαβάζουμε στο site της εταιρείας: “Agogo Records was founded in late 2006 by us, the two Mo'Horizons guys Ralf Droesemeyer & Mark Wetzler and Ralf Zitzmann. Our taste is based in soul, jazz, latin & worldmusic, but also we don’t fear some electronic sounds”.
Πάμε ν’ ακούσουμε μερικές από τις νέες κυκλοφορίες της γερμανικής εταιρείας…
ANDREA BENINI: Drumphilia Vol.1 [Agogo / Cristalline CR 001 VL, 2018]
Ο Andrea είναι Ιταλός φυσικά και γνωστός, όσο, ως Mop Mop, καθώς μ’ αυτό το on stage όνομα έχει κυκλοφορήσει κάμποσα άλμπουμ, από το 2005 και εντεύθεν. Είμαι δε σίγουρος πως για κάποια απ’ αυτά, όπως το “Kiss of Kali” του 2008, υπάρχουν reviews στο Jazz & Tζαζ. Anyway… Στο “Drumphilia Vol.1” ο Benini απλώνει… όχι τραχανά… αλλά ρυθμούς. Και βασικά ρυθμούς αφρικανικούς, τους οποίους υποστηρίζουν τα ηλεκτρονικά του ντραμς, ντραμ-μασίν και τα σύνθια του, αλλά βασικά τα αφρικάνικα ή εν πάση περιπτώσει εξωτικά ρυθμικά όργανά του (log drum, marimbula, kalimba, sansula). Υπάρχει ακόμη και balafon (από guest), αλλά και μπάσο κ.λπ. Το άκουσμα είναι afro φυσικά, μονότονο (διάβαζε και εκστατικό) και κατά τόπους πολύ ενδιαφέρον (“Marranzanu”, “Pink twirl”). Κατά άλλους… τόπους όμως όχι και τόσο… Δύσκολο να κάνεις ένα άλμπουμ μόνο με ρυθμούς, που να στέκει ολάκερο, θέλω να πω, αν δεν είσαι Fela Kuti.
(Πάντως, εδώ, οι DJs θα βρούνε πολύ υλικό για samples, γιατί θα πρέπει να το πούμε και αυτό. Και είναι προς τιμήν, τέλος πάντων, τού Benini, το γεγονός πως ότι ακούγεται στο “Drumphilia Vol.1” είναι πρωτότυπο και όχι… προπαρασκευασμένο).
LINEAR JOHN: Double Parade [Agogo AR 109 CD, 2018]
Φινλανδός είναι ο Linear John, με το δεύτερο άλμπουμ του, το “Double Parade” (είχε προηγηθεί το “Hits with a Twist” το 2016), να πλασάρεται αξιοπρεπώς εντός της σύγχρονης… εναλλακτικής pop.
Αν υπάρχει ένα κάποιο πρόβλημα στο “Double Parade” τούτο έχει να κάνει με το γεγονός πως το συγκεκριμένο άλμπουμ περιέχει καλά μεν, αλλά κάπως… αντιφατικά τραγούδια. Άλλα θυμίζουν βραζιλιάνικα του ’60, τύπου MPB (Jorge Ben π.χ.), αλλά είναι πιο ποπ-ψυχεδελικά, όπως το “We’re making our way out from each other” (το καλύτερό του), αλλά είναι «έτσι», άλλα είναι «αλλιώς».
Αν η pop είναι η βασική αισθητική διάσταση της τραγουδοποιίας τού Linear John, τότε εγώ θα πω πως… καλά κάνει και είναι, γιατί ο άνθρωπος δεν είναι ατάλανατος. Απλώς είναι πληθωρικός και χρειάζεται ένα μάζεμα, ένα κορφολόγημα.
Εξαιρετικό επίσης και το κάπως χαοτικό, jazzy, αλλά πάντα pop “Some people and the others”.
KENO: Around the Corner [Agogo ΑR 103 CD, 2017]
Ο Γερμανός Keno (David Hanke) είναι γνωστός μέσω άλλων ονομάτων (Renegades Of Jazz) και το “Around the Corner” είναι η πρώτη μακράς διαρκείας κυκλοφορία του υπό το νέο ψευδώνυμό του. Βασικά πρόκειται για ένα downtempo άκουσμα, που είναι φισκαρισμένο στα breakbeats, παρουσιάζοντας όμως κάποιες ενδιαφέρουσες αναφορές. Υπάρχουν, φυσικά, κάποια καλά κομμάτια κι εδώ, όπως το “Spines and rays”, που διαθέτει afro-jazz vibes ή το “Flingair” που φλερτάρει με τον «πνευματισμό» μιας Alice Coltrane (στη βάση του, την… πολλή βάση του), αλλά η πλειονότητα κινείται σε μέτρια ή εν πάση περιπτώσει προβλέψιμα επίπεδα.
VARIOUS: Oonops Drops Vol.1 [Agogo ΑR 097 CD, 2018]
Κάθε… παγκόσμιος DJ, που σέβεται τον εαυτό του, πόσω μάλλον όταν έχει κι εκπομπή στο Brooklyn Radio, στη Νιού Γιόρκ Σίτι (και τον ακούει όλος ο γλόμπος), οφείλει να βγάλει και τη συλλογή του.
Τούτο πράττει λοιπόν και ο DJ Oonops, ο οποίος σε διπλό βινύλιο, στριμώχνει δεκατρία tracks της σύγχρονης jazz-funk / tropical / hip-hop/ pop παραγωγής. Ανακατεμένα όλα αυτά (και άλλα διάφορα), ώστε το χαρμάνι να καλύπτει όσο γίνεται πληρέστερα έναν χώρο, που λίγες φορές κατορθώνει να ξεφύγει από την πεπατημένη (αν θεωρήσουμε ως «πεπατημένη» εκείνα που ακούγαμε στις ανάλογες συλλογές των 00s). Ακούω το “Sonor Tropical” των Mankoora, το “Metal invasion” του DJ CAM Quartet, το “Sepia” των Indigo Jam Unit, ενώ καλό (δηλαδή αρκετά καλό) είναι και το παλιομοδίτικο, φουριόζο σκρατσάδικο “You got soul”από ShinSight Trio. Αυτά.
LUTZ KRAJENSKI feat. ALANA ALEXANDER: Plays Hits Agogo [Agogo ΑR 093 CD, 2018]
Το 2017 η Agogo Records γιόρτασε μια δεκαετία ύπαρξης. Και το γιόρτασε, για όλο τον κόσμο, με την κυκλοφορία ενός άλμπουμ, την επόμενη χρονιά, με κομμάτια από τα πιο γνωστά και επιτυχημένα ονόματα του καταλόγου της, διασκευασμένα όμως από τον πιανίστα Lutz Krajenski (με τη βοήθεια της τραγουδίστριας Alana Alexander). Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψει ένα κατά το μάλλον ή ήττον ολοκαίνουριο άλμπουμ με έντεκα tracks, που έχουν οπωσδήποτε λόγο ύπαρξης. Όχι μόνο γιατί το πρωτότυπο υλικό ήταν πολύ καλό, αλλά και γιατί οι versions του Krajenski δείχνουν πως αυτό το συγκεκριμένο υλικό θα μπορούσε να διαπρέψει και σήμερα (είτε στη μία είτε στην άλλη εκδοχή του) στα clubs – στα clubs τέλος πάντων που μπορεί ν’ ακούγεται ακόμη… nu-jazz. Και jazz-funk βεβαίως και jazzy pop και  σύγχρονες soul καταστάσεις, από τις οποίες να μην απουσιάζουν ποτέ τα groovy vibes. Την πρώτη ύλη δίνουν εδώ οι Hi-Fly Orchestra, Soul Session, Mo’Horizons, Una Mas Trio, Mop Mop, Sola Rosa, Da Lata και JuJu Orchestra, όμως και η… δεύτερη ύλη (του Lutz Krajenski) είναι εξ ίσου δημιουργική. 

Η Agogo Records εισάγεται στην Ελλάδα από την ΑΝ Music